Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

† Κυριακή 1 Ιουλίου (Δ' Ματθαίου)

 
Ευαγγελική Περικοπή,

Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
Κεφ. η' : 5-13

Τ
ῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς Καπερναοὺμ, προσῆλθεν αὐτῷ Ἑκατόνταρχος, παρακαλῶν αὐτὸν, καὶ λέγων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ᾿ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, Πορεύθητι, καὶ πορεύεται· καὶ ἄλλῳ, Ἔρχου, καὶ ἔρχεται· καὶ τῷ δούλῳ μου, Ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. Ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἐθαύμασε, καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. Λέγω δὲ ὑμῖν, ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι, καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ Ἑκατοντάρχῳ· Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. Καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.


Απόστολος,

Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου
Κεφ. ιβ' : 27 - ιγ' : 8

δελφοί, ὑμεῖς ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. Μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; Μὴ πάντες δυνάμεις; Μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; Μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; Μὴ πάντες διερμηνεύουσι; Ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα. Καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι. ᾿Εὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. Καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. ῾Η ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Δοξολογία Θεού‏


Λέει ο Γέροντας στον υποτακτικό: «Εξεγερθέντες του ύπνου προσπίπτομέν Σοι, αγαθέ, και των αγγέλων τον ύμνον βοώμεν Σοι, δυνατέ· άγιος, άγιος» κτλ. «Κουά, κουά, κουά, κουά» τα βατράχια, κοάζουν, πώς λέγεται, ξεχάσαμε και τα ελληνικά τώρα.
-Βρε παιδί μου, λέει, πήγαινε στα βατράχια και πές τα: Α, να σας πω, ο Γέροντας λέει, σταματήστε τώρα γιατί θέλουμε να διαβάσουμε εμείς την ακολουθία.
-Νά 'ναι ευλογημένο, Γέροντα.

Αυτός ήταν υποτακτικός! Βλέπεις; Δεν είπε, «ε, Γέροντα, τα βατράχια θα πάω να πω εγώ;» Όχι, υπακοή.
-Ακούστε εδώ, βατράχια, είπε ο Γέροντας να σταματήσετε τώρα, γιατί θέλουμε να διαβάσουμε εμείς την ακολουθία.
Μίλησε το βατράχι εκεί! Λέει:
-Πες του Γέροντα, τώρα τελειώνουμε κι εμείς την δοξολογία του Θεού και θα πάμε κι εμείς να ξεκουραστούμε.
Και τα βατράχια υμνολογούν το Θεό! Όλη η φύση, να πούμε, υμνολογεί, δοξολογεί τον Θεό, και κατά την καθαρότητά μας ακούμε κι εμείς αυτήν τη μυστική δοξολογία, τη μυστική, την άφωνο υμνολογία που κάνουνε και οι πέτρες ακόμη. Αυτό πώς το λένε, κάτι στίχους που έχει η μεγάλη δοξολογία, δεν ξέρω πώς τα λένε, γιατί εγώ έχω χρόνια να πάω πάνω στην ακολουθία.
Μοναχοί: Πυρ, χάλαζα, χιών, πνεύμα καταιγίδος...
Γεροντας: Πυρ, χάλαζα, πυρ καταιγίδος κτλ., όλα, τότε αρχίζει η μεγάλη δοξολογία. Βλέπετε; Και τα όρη και τα βουνά και τα δέντρα και η θάλασσα και τα ψάρια, όλα υμνολογούν τον Θεό. Αλλά εμείς, επειδή έχουμε αμαυρώσει, δηλαδή, το νοερόν της ψυχής μας, γι' αυτό λίγο το καταλαμβάνουμε, λίγο. Όσο καθαρίζεσαι μέσα σου, τόσο και περισσότερο λαμβάνεις έναν φωτισμό, λαμβάνεις μιαν αίσθηση ότι κανένα κτίσμα του Θεού δεν μένει αργό, αλλά όλα δοξολογούν τον Θεό. Και η μύγα και το κουνούπι, και το βόδι και το ζώο, όλα δοξολογούν τον Θεό. Όταν καθαριστείς μέσα σου, θα την δεις αυτήν τη μυστική δοξολογία του Θεού. Όσο καθαρίζεσαι μέσα σου, θα το δεις και λές: Ταλαίπωρε άνθρωπε, εσύ μόνο δεν δοξολογείς τον Θεό. Όλα δοξολογούν τον Θεό!

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης
ΛΟΓΟΙ ΔΙΔΑΧΗΣ
Δοξολογία Θεού

Προσευχή με υψωμένο το νου!


1. «Ο ήλιος είναι φανερός, βρίσκεται μπροστά σ’ όλους και δεν χρειάζεται να τον αναζητούμε. Αν όμως κατεβούμε κάπου μέσα στη γη, κι αν όλα τ’ αναποδογυρίσουμε, θα χρειαστούμε πολύ κόπο για να δούμε τον ήλιο. Έτσι λοιπόν κι εδώ. Αν θάπτουμε τον εαυτό μας στο βυθό των πονηρών επιθυμιών, μέσα στο σκοτάδι των παθών και των βιοτικών πραγμάτων, μόλις και μετά βίας μπορούμε να δούμε και να σηκώσουμε το κεφάλι! Ο χωμένος μέσα σε λάκκο, όσο πιο πολύ ανεβαίνει προς τα επάνω, τόσο πιο πολύ πλησιάζει προς τον ήλιο. Ας αποτινάξουμε λοιπόν το χώμα, ας πετάξουμε από πάνω μας το πυκνό σκοτάδι. Είναι πυκνό κι αδιαπέραστο και δεν μας αφήνει να δούμε καλά. Και πώς διασπάται το σύννεφο αυτό, λέει; Εάν ελκύσουμε προς εμάς τις ακτίνες του νοητού ήλιου, του Ηλίου της Δικαιοσύνης, εάν υψώσουμε τα χέρια μας προς τον ουρανό: «Έπαρση των χειρών μου, θυσία εσπερινή» (Ψαλμ. 140, 2).

Αν μαζί με τα χέρια υψώσουμε και το νου. Καταλαβαίνετε οι μυημένοι τα λόγια μου. Ίσως γνωρίζετε αυτό που λέχθηκε και αντιλαμβάνεστε τον υπαινιγμό. Ας υψώσουμε το νου! Γνωρίζω εγώ πολλούς άνδρες, σχεδόν κρεμασμένους απ’ τη γη. Τους είδα με υψωμένα τα χέρια πέρα απ’ το μέτρο του δυνατού, να είναι λυπημένοι, επειδή δεν μπορούσαν να υψωθούν πνευματικά, και να προσεύχονται έτσι με προθυμία. Έτσι θέλω να είστε πάντοτε εσείς. Κι αν όχι πάντοτε, τουλάχιστον πάρα πολύ συχνά. Κι αν όχι πολύ συχνά, τουλάχιστον μερικές φορές, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια των εωθινών και των εσπερινών προσευχών. Γιατί πες μου, δεν μπορείς να υψώσεις τα χέρια; Ύψωσε τη διάθεση όσο θέλεις. Αυτή ύψωσέ την μέχρι τον ουρανό. Κι αν θελήσεις να αγγίξεις την ίδια την κορυφή ή να ανέβεις και να περπατήσεις ψηλότερα, μπορείς να το κάνεις.

Γιατί ο νους μας είναι πιο ανάλαφρος και πιο υψηλός από κάθε φτερό. Όταν μάλιστα λάβει και τη χάρη του Πνεύματος, πω, πω, πόσο ταχύς είναι τότε, πόσο διαπεραστικός, πώς παντού περιφέρεται, πώς δεν καταβυθίζεται και δεν πέφτει στο έδαφος! Τέτοια φτερά ας κατασκευάσουμε για μας, μ’ αυτά θα μπορέσουμε να διαπλεύσουμε και το τρικυμισμένο πέλαγος της παρούσας ζωής. Τα ταχύτερα απ’ τα πουλιά διασχίζουν και όρη και φαράγγια και πελάγη και σκοπέλους μέσα σε ελάχιστο χρόνο και χωρίς καμμιά βλάβη Τέτοιος είναι κι ο νους.

Όταν φτερωθεί, όταν απαλλαγεί απ’ τις βιοτικές μέριμνες, τίποτα δεν μπορεί να τον σταματήσει, ανεβαίνει πάνω από όλα, κι αυτά τα πυρωμένα βέλη του διαβόλου. Δεν είναι τόσο εύστοχος ο διάβολος, ώστε να μπορέσει να φτάσει ψηλά, αλλά τί κάνει; Ρίχνει βέβαια τα βέλη του, γιατί είναι αδιάντροπος, αστοχεί όμως κι επιστρέφει το βέλος προς αυτόν κενό, κι όχι μόνο κενό, άλλα και πέφτει επάνω στο κεφάλι του! Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να χτυπήσει κάτι το βέλος που στέλνεται απ’ αυτόν!! (Αγ. Ιω. του Χρυσοστόμου, απ’ την ΚΒ΄ Ομιλία «Εις την προς Εβραίους»)

2. «Η προσευχή είναι μεγάλο όπλο, μεγάλο κόσμημα, μεγάλη ασφάλεια. Όταν παρακαλούμε ανθρώπους, χρειαζόμαστε και έξοδα και χρήματα, και δουλοπρεπή κολακεία, και πολύ χρόνο και ενόχληση. Γιατί πολλές φορές δεν είναι δυνατό να μιλήσει κανείς απ’ ευθείας στους ίδιους τους κυρίους για να του κάνουν τη χάρη, αλλ’ είναι ανάγκη προηγουμένως να κολακεύσει τους υπηρέτες και τους οικονόμους και τους επιτρόπους τους με χρήματα και με λόγια και με κάθε τρόπο, και τότε μέσω εκείνων να μπορέσει να πάρει αυτό που ζητάει. Στον Θεό όμως δεν γίνεται έτσι. Γιατί δεν χρειάζεται μεσολαβητής γι’ αυτά που ζητάμε, ούτε παρακαλείται τόσο πολύ, όσο συγκατανεύει στη χάρη όταν παρακαλείται από μας τους ίδιους που έχουμε ανάγκη. Κι έδώ βέβαια, είτε παίρνουμε, είτε δεν παίρνουμε, είναι δυνατό να κερδίσουμε, ενώ με τους ανθρώπους και στις δύο περιπτώσεις πολλές φορές έχουμε ζημιωθεί.

Αφού λοιπόν το κέρδος είναι μεγαλύτερο, και περισσότερη η ευκολία σ’ εκείνους που πλησιάζουν τον Θεό, να μην περιφρονούμε την προσευχή. Γιατί τότε περισσότερο σου δίνει αυτά που ζητάς, όταν τα ζητάς εσύ ο ίδιος, όταν δεν τα ζητάς σαν αγγαρεία, πράγμα που κάνουν οι περισσότεροι. Γιατί η γλώσσα τους λέει τα λόγια, αλλ’ η ψυχή τους τρέχει στα σπίτι ή στους δρόμους της αγοράς, κι όλο αυτό είναι κατασκεύασμα του διαβόλου. Γιατί, επειδή γνωρίζει ότι την ώρα εκείνη, μιλώντας με τον Θεό, μπορούμε να πετύχουμε και τη συγχώρηση των αμαρτιών μας, θέλοντας να μας βυθίσει στο λιμάνι, εμφανίζεται εκείνη ακριβώς την ώρα απομακρύνοντας τη σκέψη μας απ’ αυτά που λέμε, ώστε να φύγουμε μάλλον ζημιωμένοι παρά κερδισμένοι. Γνωρίζοντάς τα λοιπόν αυτά, όταν προσέρχεσαι στον Θεό, να σκέφτεσαι σε ποιόν πηγαίνεις, και θα σου είναι αρκετό για να είσαι νηφάλιος».



 (Αγ. Ιω. του Χρυσοστόμου, απ’ τα «Ιερά Παράλληλα», Αγ. Ιω. Δαμασκ)

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Το τελειωτικό κτύπημα‏


image001Αγαπητά μου παιδιά,
Σήμερα η γη μας ποτίζεται συνεχώς από πολύ αίμα, από τους πολέμους και τόσα άλλα που συμβαίνουν. Ποτίζεται όμως και με αθωότερο αίμα από του Άβελ, και το αίμα αυτό είναι της βρεφοκτονίας. Είναι το αίμα των αθώων βρεφών, των απροστάτευτων υπάρξεων, το οποίον χύνεται από τις ίδιες τις μητέρες των.
Όλα τα ιατρεία κι όλα τα μαιευτήρια έχουν γίνει σφαγεία του Ήρώδου. Εκατομμύρια, εκατομμύρια βρέφη σ’ όλον τον κόσμο έχουν πεταχθή στους ντενεκέδες των σκουπιδιών και στους υπονόμους. Μήτε τα γατάκια δεν πετούν έτσι. Όπως γνωρίζουμε αυτός ο φονιάς, ο γιατρός, ο μαιευτήρ με το νυστέρι του σκοτώνει το βρέφος μέσα στην μήτρα -όπως έχουμε δή σε ταινία- και μετά με το εργαλείο του σπάζει, θραύει το κεφαλάκι του παιδιού και το βγάζει. Και η μητέρα δεν βλέπει τίποτε και πολύ ήσυχη αναχωρεί για το σπίτι της….

…Βλέπετε πόσο τραγική είναι η έκτρωσις, πόσο μεγάλο έγκλημα είναι! Θα πρέπει λοιπόν να σταματήση. Οι αθώες αυτές υπάρξεις δεν πρέπει να σκοτώνωνται τόσο τραγικά και χωρίς έλεγχο συνειδήσεως, Έτσι με τον απλό λογισμό, ότι δεν μπορείς να θρέψης άλλο παιδί. Κανονίζουμε δηλαδή εμείς, πως θα μας φερθή ο Θεός; Κανονίζουμε εμείς, αν θα μπορέσουμε η όχι να φέρουμε εις πέρας όσα παιδιά μας δώση ο Θεός μέσα στην οικογένεια; Εμείς οι ίδιοι κανοναρχούμε τον Θεό πως θα μας φερθή;

Το έγκλημα αυτό παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις, επικίνδυνες και πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουν οι γυναίκες πόσο φοβερό είναι και να κάνουν έναν αγώνα να το σταματήσουν ή να εμποδίσουν άλλες γυναίκες που πρόκειται κατά διαβολική ενέργεια να το διαπράξουν. Γιατί συνήθως φθάνουν στο έγκλημα αυτό είτε από άγνοια είτε από πίεσι είτε από πάλη εσωτερική. Κυρίως συμβάλλει η συνεργεία του διαβόλου με αιτίες και αστήρικτες δικαιολογίες και προφάσεις και αδυναμίες, όπως π.χ. δεν φθάνουν τα οικονομικά, με πιέζει ο άντρας μου, μου ήλθε η ασθένεια κλπ. Από την άλλη πλευρά είναι και η άγνοια και όλα αυτά τα εκμεταλλεύεται ο διάβολος και κατορθώνει να παρασύρη τις μητέρες σ’ αυτό το τραγικό αμάρτημα.

Δεν ξέρω, αν γνωρίζετε ότι αυτά τα παιδάκια, αυτά τα έμβρυα, αυτές οι υπάρξεις δεν καταλήγουν στην ανυπαρξία με την έκτρωσι, αλλά το κάθε έμβρυο είναι κι ένας τέλειος άνθρωπος, και μάλιστα στην ψυχή. Αυτά τα παιδάκια ζουν στον άλλο κόσμο, κι όπως καταλαβαίνετε τόσα εκατομμύρια παιδιά έχουν αποτελέσει έναν ολόκληρο στρατό στον ουρανό. Όλα αυτά διαμαρτύρονται˙ το αθώο αίμα τους βοά προς τον Θεό ότι αδικοσκοτώθηκαν και ότι δεν έλαβαν το Άγιον Βάπτισμα, ότι δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Και η ευθύνη σε ποιους πηγαίνει; Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται˙ δίπλα στο αίμα αυτό που χύνεται, στο «κομπιούτερ» του Θεού, γράφεται «έγκλημα». Και αυτό το αίμα πως θα ξεπλυθή; Όταν λερώνεται κάποιος με τι καθαρίζεται; Με το ύδωρ, με το νεράκι το καθαρό. Κι εδώ χρειάζεται ύδωρ να βγαίνη συνεχώς από δύο βρύσες, που είναι τα δύο μάτια. Η μετάνοια η εσωτερική να εξωτερικεύεται με μία ακένωτη πηγή δακρύων εφ’ όρου ζωής!
Βέβαια το αμάρτημα συγχωρείται, αφ’ ης στιγμής κατατεθή στην Ιερά, στην παντοδύναμη Εξομολόγησι, όπου δεν μένει τίποτε ασυγχώρητο. Ο Θεός είναι αγάπη και «ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αύτω» (Α’ Ίωαν. 4, 17). Είναι όμως και δικαιοσύνη. Γι’ αυτό οι γυναίκες που έχουν κάνει αυτό το αμάρτημα, ας μην επαναπαύωνται ότι εξομολογήθηκαν τις εκτρώσεις, που έχουν ήδη κάνει. Θα πρέπει σε όλη τους την ζωή να χύνουν δάκρυα μετανοίας. Πολλές απ’ αυτές νοιώθουν ανικανοποίητες καίτοι εξομολογήθηκαν. Γιατί; Διότι ακόμη δεν μετενόησαν εσωτερικά, δεν έχυσαν το αναλογούν δάκρυον, το οποίον θα ξεπλύνη το αίμα της εκτρώσεως ή των εκτρώσεων. Η μετάνοια είναι πολύ μεγάλη, απέραντη. Απόδειξις της αγάπης και της ευσπλαχνίας του Θεού είναι αυτό το «ζην», το ότι ζει ο άνθρωπος και μετά το έγκλημα. Ζει και αυτό σημαίνει ότι τον περιμένει ο Θεός, κι αφού τον περιμένει δεν πρέπει να χάση την ευκαιρία, πρέπει να την εκμεταλλευθή.
Και ο κανόνας του πνευματικού συγκριτικά με το πολύ σοβαρό αυτό αμάρτημα και ειδικό έγκλημα, χρήζει ιδιαιτέρας προσοχής. Ο κανόνας βοηθάει στην θεραπεία της ψυχής, αλλά, όπως είπαμε, θα πρέπει να ανοίξουν και οι βρύσες των δακρύων, που θα ξεπλύνουν τα αίματα της εκτρώσεως, για να μπόρεση κατόπιν ο άνθρωπος να αισθανθή κοινωνία με τον Θεό. Δεν φθάνει, λοιπόν, μόνον η εξομολόγησις. Αυτό που μετρά, αυτό που θα αλλάξη, που θα αλλοίωση την καρδιά του Θεού, την πικραμένη και φαρμακωμένη, που θα την επαναφέρη, όπως ήταν πριν αμαρτήση ο άνθρωπος, είναι οι δύο βρύσες των ματιών του, που θα ρέουν δάκρυα μετανοίας. Θα πρέπει, πριν φύγουμε απ’ αυτήν την ζωή, να έχουμε αλλάξει την καρδιά του Θεού.
Θα σας αναφέρω ένα απλό παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι ένα παιδί λύπησε την μητέρα του με μια παρακοή, μια ασέβεια. Όταν επιστρέψη αυτό το παιδί, και της πη: «Συγγνώμη, μητέρα, γι’ αυτό που έκανα˙ δεν θα το ξανακάνω», η μητέρα θα απάντηση: «Συγχωρεμένο να είσαι και μην το ξανακάνης». Την συγχώρεσι την πήρε. Αν όμως πέση στην αγκαλιά της κι αρχίση να κλαίη, να οδύρεται, να την παρακαλή και να την ικετεύη να του δώση από καρδιάς την συγγνώμη, τότε δεν θα μείνη η ελάχιστη λύπη και πικρία μέσα της για το σφάλμα του παιδιού. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τον άνθρωπο, που μετανοεί και επιστρέφει στον Θεό μετά από οποιοδήποτε αμάρτημα…
Όσον περισσότερον μετανοεί ο άνθρωπος, κι όσον περισσότερον χύνει δάκρυα μετανοίας, τόσον περισσότερον η καρδιά του Θεού αλλοιώνεται. Εις βάθος γίνεται η καταλλαγή του Θεού μετά του αμαρτωλού ανθρώπου, και ιδιαίτερα στην περίπτωσι αυτού του εγκλήματος της εκτρώσεως, όπου επιβάλλεται η ροή των δακρύων˙ να μη σταματήση το δάκρυ μέχρι τελευταίας αναπνοής.
Θα σας αναφέρω ένα περιστατικό με σχετική περίπτωσι:
Επάνω στην Μακεδονία, σε κάποιον προσκυνηματικό ναό, με θαυματουργό Άγιο, θα εγίνετο η πανήγυρις του ναού. Εκεί ήταν μία ενάρετη «καντηλανάφτισσα» -καλογριά, όπως λέει ο λαός. Αυτή εργάσθηκε πολύ, για να καθαρίση, να περιποιηθή τον ναό και το απογευματάκι ξάπλωσε λίγο να κλείση τα μάτια της, για να μπόρεση κατόπιν να συνέχιση τα υπόλοιπα.

Έπεσε να κοιμηθή, αλλά που να ξυπνήση; Κοιμόταν για μέρες. Φώναξαν τον γιατρό, για να δουν τι συμβαίνει, και τους λέει:
«Μη την ξυπνάτε˙ κάτι της συμβαίνει, που δεν μπορούμε να το ερμηνεύσουμε ιατρικώς. Πάντως κάποια στιγμή θα ξυπνήση».
Μετά από ημέρες -δεν θυμάμαι πόσες- ήρθε στον εαυτό της, ξύπνησε και ρώτησε:
—Μήπως άρχισε η αγρυπνία; Αυτή νόμιζε ότι κοιμήθηκε λίγες ώρες. Της απαντούν:
—Όχι, δεν άρχισε˙ σε λίγο θα αρχίση!
Αυτή το πίστεψε.
Όταν συνήλθε καλά, είπε στους προϊσταμένους εκεί του ναού:
—Σας παρακαλώ, φωνάξτε όλες τις γυναίκες του χωρίου να ‘ρθουν εδώ.
Πράγματι μαζεύτηκαν όσες ήταν δυνατόν να πάνε, και τους είπε:
—Άκουσε τι είδα: Εμένα με ωδήγησε ένας λαμπρός άνθρωπος προς τα κάτω. Κατέβαινα, κατέβαινα στο βάθος της καρδιάς της γης. Είδα εκεί φύλακες, είδα σκοτάδι, είδα φυλακισμένους, είδα πολλά πράγματα. Και ανάμεσα σ’ αυτούς που μου έδειχνε, είδα και τις γυναίκες που είχαν κάνει έκτρωσι να τρώνε από τα αίματα των εκτρώσεων τους! Έφριξα από την θέα αυτή και άκουσα τον άγγελο να μου λέη: «Τώρα που θα σε επιστρέψω επάνω στην γη, να καλέσης όλες τις γυναίκες και να διηγηθής τι είδες να τις αποτρέψης, από αυτό το έγκλημα. Γιατί αν δεν μετανοήσουν ανάλογα, σ’ αυτήν την κατάστασι θα έλθουν εδώ κάτω!».
Κι εμείς όλοι να λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι πρέπει να βοηθήσουμε στην αποφυγή αυτού του εγκλήματος. Όταν πέση στην αντίληψί μας κάποια τέτοια περίπτωσις, αμέσως να πάρουμε θέσι αυστηρή και νουθετική. Συνήθως η γυναίκα που κάνει την έκτρωσι, δεν βλέπει και δεν ξέρει τι έχει γίνει από πλευράς ιατρικής μέσα της. Με την παραμικρή δυσκολία -είναι και της μόδας- πηγαίνει στον γιατρό και κάνει την έκτρωσι, σαν να πρόκειται να πετάξη ένα σκυλάκι η ένα γατάκι. Να την αποτρέψουμε, λοιπόν, ώστε να μην οδηγηθή σ’ αυτή, λέγοντας της ότι είναι το πιο μεγάλο έγκλημα.
Σαν πνευματικός σας συνιστώ, όποιες έχετε διαπράξει αυτό το αμάρτημα, είτε μία είτε πολλές φορές, προσπαθήστε διά των δακρύων να θεραπευθήτε ψυχικά, και χρησιμοποιώντας μία ανθρωπομορφική έκφρασι, θα έλεγα να απαλείψετε από την καρδιά του Θεού την λύπη και την πικρία. Βέβαια μετανοών ο άνθρωπος και κλαίων και αγωνιζόμενος και κοπιάζων σε πολλά πράγματα σαν άσκησι, κάνει ευμενέστερη την καρδιά του Θεού απέναντι του. Αποφαίνονται οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας ότι η μετάνοια μπορεί να κατάκτηση τόσα πολλά, ώστε να φθάση στο σημείο να απαλείψη εντελώς από την καρδιά του Θεού την μνήμη της αμαρτίας, δηλαδή να αποσβήση εντελώς την ύπαρξι αμαρτημάτων στον άνθρωπο.
Βλέπετε της μετανοίας το μεγαλείο! Τι χρειάζεται σε όλους και πρώτον σ’ εμένα; Να μετανοούμε. Οσάκις πη ο άνθρωπος «ήμαρτον», ο Θεός απαντά «συγχωρημένος να είσαι». Πηγαίνουμε όμως να πάρουμε και την υπογραφή της συγγνώμης, η οποία παρέχεται από το πετραχήλι, δυνάμει του νόμου του μυστηρίου της Ιεράς Εξομολογήσεως. Και με το θάρρος αυτό που μας παρέχει το μυστήριο της Εξομολογήσεως και η επίγνωσις της απεριορίστου και αδιάλειπτου και αενάου δυνάμεως της μετανοίας, θα προσερχώμεθα στον Θρόνο της Χάριτος του Θεού.
Να μη δειλιούμε, να μη δίνουμε αυτί στην απελπισία, να τρέχουμε στο μυστήριο. Απελπισία ποτέ! Εδώ παίζεται το μεγάλο παιχνίδι. Όσο και να νοιώθης εγκληματίας, ποτέ μη δέχεσαι την απελπισία. Να κράτησης γερά την ελπίδα. Όχι να σε ρίξη στον βυθό της απελπισίας και να χαθής. Όχι από τον ένα γκρεμό να πέσης στον άλλο. Προσβάλλεις την δόξα του Θεού, κατεβάζεις τον Θεό χαμηλά. Στήσε τον Θεό υψηλά στην καρδιά σου, εκεί στην αξία και στην μεγαλοπρέπεια Του, διότι είναι εις θέσιν Αυτός ο Θεός να σβήση παν αμάρτημα. Εάν ο Θεός εσταυρώθη κι έσβησε τα αμαρτήματα όλης της ανθρωπότητος, τι είναι μπροστά σ’ αυτά, τα δικά σου αμαρτήματα, αμαρτωλέ άνθρωπε;
Γι’ αυτό κι εμείς δεχόμεθα τους πάντες σ’ αυτό το σωτήριο λουτρό, σ’ αυτό το λιμάνι που λέγεται εξομολόγησις. Κι εκεί αράζει το κάθε τσακισμένο καράβι από τις φουρτούνες του ωκεανού. Είτε το έχουν δείρει άνεμοι η φουρτούνες η ληστές, ο,τιδήποτε κι αν είναι αυτό, έρχεται και γωνιάζει σιγά – σιγά. Του έχουν φύγει τα κατάρτια, τα πανιά και το μόνο που περισώζεται είναι το σκάφος, ο σκελετός. Και μπαίνει μέσα στα συνεργεία τα διορθωτικά, διορθώνονται όλα αυτά τα πράγματα και γίνεται πάλι καινούριο το καράβι αυτό.
Έτσι μία ημέρα ήλθε ένα τέτοιο καραβοτσακισμένο πλάσμα˙ ήλθε μία γυναίκα στο μυστήριο -εγώ βέβαια τη λυπήθηκα τρομερά- και μου παρουσιάζει η καημένη πενήντα εκτρώσεις! Βάλε τώρα το γεγονός αυτό να τίθεται στην κρίσι του πνευματικού˙ πενήντα φόνοι παιδιών! Φυσικά εφ’ όσον ο Θεός την έχει στην ζωή ακόμη, είναι εγγύησις του Θεού ότι την ανέχεται και την περιμένει, οπότε ποιος πνευματικός είναι εκείνος, ο οποίος θα της φερθή κατ’ άλλον τρόπον; Την πήρα βέβαια με πολλή στοργή, με πολλή αγάπη, προσπάθησα να την βολέψω και της έδωσα εκείνο το φάρμακο που της χρειαζότανε.
Σκεφθήτε πόσα χρόνια περάσανε˙ την βασάνιζε το αμάρτημα αυτό και δεν είχε την τόλμη να το πή! Και γύρισε πίσω με την ελπίδα της σωτηρίας. Πόσο τρομερή είναι η αγάπη του Θεού! Αλλά και η χαρά των Αγγέλων! «Επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι μεγάλη χαρά γίνεται εν τω ουρανώ» (Λουκ. 15, 7). Δεν είναι μόνον το ότι μετανοεί ο άνθρωπος και κλαίει και οδύρεται την κατάντια του και ο Θεός τον σώζει, αλλά και ότι παραχρήμα γίνεται και στον ουρανό χαρά. Ολόκληρος ο ουρανός πανηγυρίζει και οι Άγγελοι υμνούν και αινούν τον Θεό για την σωτηρία μιας αθανάτου ψυχής!
«Μακάριοι ων αφέθησαν αι ανομίαι και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι» (Ψαλμ. 31, 32)˙ δηλαδή είναι ευτυχής ο άνθρωπος, ο οποίος αξιώθηκε να συγχωρηθούν οι αμαρτίες του. Τι ευχαριστία να αποδώση κανείς στον Θεό! Σκέψου˙ εγώ να έχω ζήσει χίλια χρόνια, να έχω κάνει όλα τα εγκλήματα του μεγαλύτερου εγκληματία και τελικά να με φωτίση το έλεος του Θεού, να επιστρέψω, για μια στιγμή να τα καταθέσω όλα και μέσα σε δύο λεπτά, σε λίγη ώρα να βρεθώ δίκαιος, να βρεθώ λουσμένος, να βρεθώ στους ουρανούς! Μα εκείνα τα χίλια χρόνια τι γίνονται; Πάνε εκείνα˙ μην τα λογαριάζεις, δεν υπάρχουν τώρα, έχουν σβήσει, δεν ζητουνται αυτά πλέον, βγήκαν από τα κατάστιχα των δαιμόνων αμέσως, πάραυτα! Είναι διαταγή του Θεού! Με το κάθε αμάρτημα που καταθέτεις, πατάει το κουμπάκι του «κομπιούτερ», τακ, άφεσις! Τακ, άφεσις! Άφεσις! Με άθροισμα από κάτω «μηδέν». Λευκό μητρώο! Ύστερα, είναι να μην προσκυνής αυτόν τον Θεό, να μην πέσης κάτω και να κλαις από αγάπη και έρωτα και πόθον Θεού;…

Εύχομαι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος να μας επισκιάζη όλους και να μας διατηρή εν Χριστώ. Αμήν.


Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης, 
Η τέχνη της Σωτηρίας, 
§ Το τελειωτικό κτύπημα-ομιλία που έγινε στην Αμερική, 
εκδ. Ιεράς Μ. Φιλοθέου Αγ. Όρους

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Η μετά θάνατον ζωή


Οι υπόδικοι νεκροί

-Γέροντα, όταν πεθάνει ο άνθρωπος, συναισθάνεται αμέσως σε τι κατάσταση βρίσκεται;

Ναι, συνέρχεται και λέει «τι έκανα;», αλλά «φαϊντά γιόκ», δηλαδή δεν οφελεί αυτό. Όπως ένας μεθυσμένος, αν σκοτώσει λ.χ. την μάνα του, γελάει, τραγουδάει, επειδή δεν καταλαβαίνει τι έκανε, και, όταν ξεμεθύσει, κλαίει και οδύρεται και λέει «τι έκανα;», έτσι και όσοι σ' αυτήν την ζωή κάνουν αταξίες είναι σαν μεθυσμένοι. Δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν, δεν αισθάνονται την ενοχή τους. Όταν όμως πεθάνουν, τότε φεύγει αυτή η μέθη και συνέρχονται. Ανοίγουν τα μάτια της ψυχής τους και συναισθάνονται την ενοχή τους, γιατί η ψυχή, όταν βγει από το σώμα, κινείται, βλέπει, αντιλαμβάνεται με μια ασύλληπτη ταχύτητα.

Μερικοί ρωτούν πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία. Για τον άνθρωπο όμως που πεθαίνει γίνεται κατά κάποιον τρόπο η Δευτέρα Παρουσία, γιατί κρίνεται ανάλογα με την κατάσταση στην οποία τον βρίσκει ο θάνατος.

- Γέροντα, πως είναι οι κολασμένοι;

Είναι υπόδικοι, φυλακισμένοι, που βασανίζονται ανάλογα με τις αμαρτίες που έκαναν και περιμένουν να γίνει η τελική δίκη, η μέλλουσα κρίση. Υπάρχουν βαρυποινίτες, υπάρχουν και υπόδικοι με ελαφρότερες ποινές.

- Και οι Άγιοι και ο ληστής;

Οι Άγιοι και ο ληστής είναι στον Παράδεισο, αλλά δεν έχουν λάβει την τέλεια δόξα, όπως και οι υπόδικοι είναι στην κόλαση, άλλα δεν έχουν λάβει την τέλεια καταδίκη. Ο Θεός, ενώ έχει πει εδώ και τόσους αιώνες το «μετανοείτε ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών», παρατείνει-παρατείνει τον χρόνο, επειδή περιμένει εμάς να διορθωθούμε. Αλλά εμείς παραμένοντας στις κακομοιριές μας αδικούμε τους Αγίους, γιατί δεν μπορούν να λάβουν την τέλεια δόξα, την οποία θα λάβουν μετά την μέλλουσα Κρίση.

Η προσευχή και τα μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους

- Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί μπορούν να προ­σεύχοντε;

Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνον ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά, για να μετανοή­σουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μό­νοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περιμένουν από μας βοήθεια. Γι' αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.

Μου λέει ο λογισμός ότι μόνον το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια. Γιατί, τί να τους κάνει ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει τον πατέρα του. Ε, τι να το κάνη αυτό ο πατέρας του; Οι άλλοι όμως υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες τους. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μια ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνει η Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σ' αυτήν την ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήσει και να βοηθήσει έναν υπόδικο, έτσι και αν είναι κανείς «φίλος» με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήσει στον Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρει τους υπόδικους νεκρούς από την μια «φυλακή» σε άλλη καλύτερη, από το ένα «κρατητήριο» σε ένα άλλο καλύτερο. Ή ακόμη μπορεί να τους μεταφέρει και σε «δωμάτιο» ή σε «διαμέρισμα».

Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κ.λπ. που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για την ψυχή τους. Οι προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνει η τελική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχει πλέον δυνατότητα να βοηθηθούν.

Ο Θεός θέλει να βοηθήσει τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για την σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώσει δικαίωμα στον διάβολο να πει: «Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε;». Όταν όμως εμείς προσευχώμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνει. Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός, όταν κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.

Γι' αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν την δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν την ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβο για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι. «Σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία», λέει η Γραφή. Στον κόσμο μερικοί βαριούνται να βράσουν λίγο σιτάρι και πηγαίνουν στην εκκλησία σταφίδες, κουραμπιέδες, κουλουράκια, για να τα διαβάσουν οι ιερείς. Και βλέπεις, εκεί στο Άγιον Όρος κάτι γεροντάκια τα καημένα σε κάθε Θεία Λειτουργία κάνουν κόλλυβο και για τους κεκοιμημένους και για τον Άγιο που γιορτάζει, για να έχουν την ευλογία του.

- Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;

Εμ, όταν μπαίνη καποιος στην φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνει κάτι και γι' αυτούς ο Θεός. Ιδίως, όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός -θέλω να πω, ότι φαινόταν σκληρός, γιατί μπορεί να νομίζουμε ότι ήταν σκληρός, αλλά στην πραγματικότητα να μην ήταν- και είχε και αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε πολλή προ­σευχή, Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για την ψυχή του και να δίνουμε ελεημοσύνη σε φτωχούς για την σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν οι φτωχοί «ν' αγιάσουν τα κόκκαλά του», ώστε να καμφθή ο Θεός και να τον ελεήση. Έτσι, ό,τι δεν έκανε εκείνος, το κάνουμε εμείς γι' αυτόν. Ενώ ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη, ακόμη και αν η ζωή του δεν ήταν καλή, επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.

Έχω υπ' όψιν μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευ­ματικών ανθρώπων. Κάποιος ήρθε στο Καλύβι και μου είπε με κλάματα: «Γέροντα, δεν έκανα προσευχή για κάποιον γνωστό μου κεκοιμημένο και μου παρουσιάσθηκε στον ύπνο μου
» . «Είκοσι μέρες, μου είπε, έχεις να με βοηθήσης με ξέχασες και υποφέρω». Πράγματι, μου λέει, εδώ και είκοσι μέρες είχα ξεχασθεί με διάφορες μέριμνες και ούτε για τον εαυτό μου δεν προσευχόμουν».

- Όταν, Γέροντα, πεθάνη κάποιος και μας ζητήσουν να προσευχηθούμε γι' αυτόν, είναι καλό να κάνουμε κάθε μέρα ένα κομποσχοίνι μέχρι τα σαράντα;

Άμα κάνεις κομποσχοίνι γι' αυτόν, βάλε και άλλους κεκοιμημένους. Γιατί να πάει μια αμαξοστοιχία στον προορισμό της με έναν μόνον επιβάτη, ενώ χωράει και άλλους; Πόσοι κεκοιμημένοι έχουν άνάγκη οι καημένοι και ζητούν βοήθεια και δεν έχουν κανέναν να προσευχηθεί γι' αυτούς!

Μερικοί κάθε τόσο κάνουν μνημόσυνο μόνο για κάποιον δικό τους. Με αυτόν τον τρόπο δεν βοηθιέται ούτε ο δικός τους, γιατί η προσευχή τους δεν είναι τόσο ευάρεστη στον Θεό. Αφού τόσα μνημόσυνα έκαναν γι' αυτόν, ας κάνουν συγχρόνως και για τους ξένους.

- Γέροντα, με απασχολεί μερικές φορές η σωτηρία του πατέρα μου, γιατί δεν είχε καμμιά σχέση με την Εκκλησία.

Δεν ξέρεις την κρίση του Θεού την τελευταία στιγμή. Πότε σε απασχολεί; Κάθε Σάββατο;

- Δεν έχω παρακολουθήσει, αλλά γιατί το Σάββατο;

Γιατί αυτήν την ημέρα την δικαιούνται οι κεκοιμημένοι.

- Γέροντα, οι νεκροί που δεν έχουν ανθρώπους να προσεύχωνται γι' αυτούς βοηθιούνται από τις προσευχές εκείνων που προσεύχονται γενικά για τους κεκοιμημένους;

Και βέβαια βοηθιούνται. Εγώ, όταν προσεύχομαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου, γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω. Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία, κάνω και γενικό μνημόσυνο για όλους τους κεκοιμημένους και εύχομαι για τους βασιλείς, για τους αρχιερείς κ.λπ. και στο τέλος λέω «και υπέρ ων τα ονόματα ουκ εμνημονεύθησαν». Αν καμμιά φορά δεν κάνω ευχή για τους κεκοιμημένους, παρουσιάζονται γνωστοί κεκοιμημένοι μπροστά μου. Έναν συγγενή μου, που είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, τον είδα ολόκληρο μπροστά μου μετά την Θεία Λειτουργία, την ώρα του μνημοσύνου, γιατί αυτόν δεν τον είχα ολόκληρο γραμμένο με τα ονό­ματα των κεκοιμημένων, επειδή μνημονευόταν στην Προσκομιδή με τους ηρωικώς πεσόντες. Κι εσείς στην Αγία Πρόθεση να μη δίνετε να μνημονευθούν μόνον ονόματα ασθενών, αλλά και ονόματα κεκοιμημένων, γιατί μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι κεκοιμημένοι.

Το καλύτερο μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους

Το καλύτερο από όλα τα μνημόσυνα που μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους είναι η προσεκτική ζωή μας, ο αγώνας που θα κάνουμε, για να κόψουμε τα ελαττώματά μας και να λαμπικάρουμε την ψυχή μας. Γιατί η δική μας ελευθερία από τα υλικά πράγμα­τα και από τα ψυχικά πάθη, έκτος από την δική μας ανακούφιση, έχει ως αποτέλεσμα και την ανακούφιση των κεκοιμημένων προπάππων όλης της γενιάς μας. Οι κεκοιμημένοι νιώθουν χαρά, όταν ένας απόγονός τους είναι κοντά στον Θεό. Αν εμείς δεν είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, τότε υποφέρουν οι κεκοιμημένοι γονείς μας, ο παππούς μας, ο προπάππος μας, όλες οι γενεές. «Δες τι απογόνους κάναμε!», λένε και στενοχωριούνται. Αν όμως είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, ευφραίνονται, γιατί και αυτοί έγιναν συνεργοί να γεννηθούμε και ο Θεός κατά κάποιον τρόπο υποχρεώνεται να τους βοηθήσει. Αυτό δηλαδή που θα δώσει χαρά στους κεκοιμημένους είναι να αγωνισθούμε να ευαρεστήσουμε στον Θεό με την ζωή μας, ώστε να τους συναντήσουμε στον Παράδεισο και να ζήσουμε όλοι μαζί στην αιώνια ζωή.

Επομένως, αξίζει τον κόπο να χτυπήσουμε τον παλαιό μας άνθρωπο, για να γίνει καινός και να μη βλάπτει πια ούτε τον εαυτό του ούτε άλλους ανθρώπους, αλλά να βοηθάει και τον εαυτό του και τους άλλους, είτε ζώντες είναι είτε κεκοιμημένοι.

Η παρρησία των δικαίων προς τον Θεό

- Γέροντα, στην προς Αρχαρίους Επιστολή σας γράφετε: «Παρόλο που καταλαβαίνουν οι αληθινοί μοναχοί ότι αυτό που απολαμβάνουν σ' αυτήν την ζωή είναι μέρος της χαράς του Παραδείσου και ότι στον Παράδεισο θα είναι περισσότερη, εν τούτοις από πολλή αγάπη προς τον πλησίον τους θέλουν να ζήσουν επί της γης, για να βοηθούντους ανθρώπους με την προσευχή, να επεμβαίνη ο Θεός και να βοηθιέται ο κόσμος».

Γράψε: «Θέλουν να ζήσουν επί της γης, για να συμπάσχουν με τους ανθρώπους και να τους βοηθούν με την προσευχή».

- Στην άλλη ζωή, Γέροντα, ένας σωστός μοναχός πάλι δεν θα βοηθάει με την προσευχή του τους ανθρώπους;

Και στην άλλη ζωή θα βοηθάει με την προσευχή του, αλλά δεν θα υποφέρει, ενώ τώρα συμπάσχει δεν περνάει χαρούμενα εδώ, «με χαρούμενη την όψη και με βλέμμα λαμπερό»! Όσο όμως υποφέρει για τον πλησίον του, τόσο ανταμείβεται με θεία παρηγοριά, και αυτό είναι κατά κάποιον τρόπο και η πληροφορία ότι βοηθιέται ο άλλος. Αύτη η παραδεισένια χαρά είναι η θεία ανταμοιβή για τον πόνο που νιώθει για τον αδελφό του.

- Δηλαδή, Γέροντα, οι Άγιοι που επικαλούμαστε να μας βοηθήσουν δεν συμπάσχουν μαζί μας;

Εκεί δεν έχει πόνο, βρε παιδάκι μου! Στον Παράδεισο υποφέρουν; «Ένθα ουκ έστι πόνος ου λύπη ου στεναγμός» δεν λέει;

Ύστερα οι Άγιοι έχουν υπ όψιν τους την θεία ανταμοιβή που θα λάβουν όσοι άνθρωποι βασαν­ίζονται σ' αυτήν την ζωή και αυτό τους κάνει να χαίρονται. Μα και ο Ίδιος ο Θεός που έχει τόση αγάπη, τόση ευσπλαχνία, πως αντέχει αυτόν τον μεγάλο πόνο των ανθρώπων; Αντέχει, γιατί έχει υπ' όψιν Του την θεία ανταμοιβή που τους περιμένει. Όσο δηλαδή βα­σανίζονται εδώ οι άνθρωποι, τόσο τους αποταμιεύει εκεί ουράνιο μισθό. Ενώ εμείς αυτά δεν τα βλέπουμε και συμπάσχουμε με όσους υποφέρουν. Γι' αυτό, όταν κάποιος τα βλέπει λίγο αυτά και έχει υπ' όψιν του την ανταμοιβή που θα λάβουν, δεν υποφέρει τόσο πολύ.

- Όταν, Γέροντα, παρακαλούμε τον Θεό να βοηθήσει κάποιον κεκοιμημένο που δεν έχει ανάγκη, πάει χαμένη αυτή η προσευχή;

- Πως να πάει χαμένη; Όταν λέμε «ανάπαυσον τον τάδε» και αυτός είναι σε καλή θέση στην άλλη ζωή, δεν παρεξηγείται ίσα-ίσα συγκινείται. «Για δες, λέει, εγώ είμαι σε καλή θέση και εκείνοι αγωνιούν», οπότε φιλοτιμείται και μας βοηθάει πιο πολύ, πρεσβεύοντας στον Θεό για μας. Αλλά που να ξέρεις σε τι κατάσταση βρίσκεται ο άλλος; Φυσιολογικά κάνεις ευχή πρώτα γι' αυτούς που γνωρίζεις ότι με την ζωή τους λύπησαν τον Θεό και εύχεσαι και για άλλες ανάλογες περιπτώσεις και ύστερα εύχεσαι και για όλους τους κεκοιμημένους.

Η μέλλουσα Κρίση

- Γέροντα, πως εξαγνίζεται η ψυχή;

Όταν ο άνθρωπος εργασθεί τις εντολές του Θεού, κάνει δουλειά στον εαυτό του και καθαρισθεί από τα πάθη, τότε ο νους φωτίζεται, φθάνει σε ύψος θεωρίας, και η ψυχή λαμπρύνεται και γίνεται όπως ήταν πρίν από την πτώση των Πρωτοπλάστων. Σε τέτοια κατάσταση θα βρίσκεται μετά την ανάσταση των νεκρών. Μπορεί όμως ο άνθρωπος να δει την ανάσταση της ψυχής του πριν από την κοινή ανάσταση, αν καθαρισθεί τελείως από τα πάθη. Το σώμα του τότε θα είναι αγγελικό, άυλο, και δεν θα νοιάζεται για τροφή υλική.

- Γέροντα, πως θα γίνη η μέλλουσα Κρίση;

Στην μέλλουσα Κρίση θα αποκαλυφθεί σε μια στιγμή η κατάσταση του κάθε ανθρώπου και μόνος του καθένας θα τραβήξει για 'κει που είναι. Καθένας θα βλέπει σαν σε τηλεόραση τα δικά του χάλια και την πνευματική κατάσταση του άλλου. Θα καθρεφτίζει τον εαυτό του στον άλλον και θα σκύβει το κεφάλι και θα πηγαίνει στην θέση του. Δεν θα μπορεί λ.χ. να πει μια νύφη που καθόταν μπροστά στην πεθερά της σταυροπόδι και η πεθερά της με σπασμένο πόδι φρόντιζε το εγγονάκι: «γιατί, Χριστέ μου, βάζεις την πεθερά μου στον Παράδεισο κι εμένα δεν με βάζεις;», επειδή θα έρχεται μπροστά της εκείνη η σκηνή. Θα θυμάται την πεθερά της που στεκόταν όρθια με σπασμένο πόδι και φρόντιζε το εγγονάκι της και δεν θα έχει μούτρα να πάει στον Παράδεισο, αλλά ούτε και θα χωράει στον Παράδεισο. Ή οι μοναχοί θα βλέπουν τι δυσκολίες, τι δοκιμασίες είχαν οι κοσμικοί και πως τις αντιμετώπισαν και, αν δεν έχουν ζήσει σωστά, θα σκύψουν το κεφάλι και θα τραβήξουν μόνοι τους για εκεί που θα είναι.

Θα δουν εκεί οι μοναχές, που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, ηρωίδες μάνες, που ούτε υποσχέσεις έδωσαν, ούτε τις ευλογίες και τις ευκαιρίες τις δικές τους είχαν, πως αγωνίσθηκαν και σε τι κατάσταση πνευματική έφθασαν, και εκείνες, καλόγριες, με τι μικροπρέπειες ασχολούνταν και βασανίζονταν, και θα ντρέπονται! Έτσι μου λέει ο λογισμός ότι θα γίνη η Κρίση. Δεν θα πει δηλαδή ο Χριστός: «έλα εδώ εσύ, τι έκανες;» η «εσύ θα πας στην κόλαση, εσύ στον Παράδεισο», αλλά ο καθένας θα συγκρίνει τον εαυτό του με τον άλλον και θα τραβήξει για εκεί που θα είναι.

Η μέλλουσα ζωή

- Γέροντα, έφερα γλυκά να κεράσετε.

Δες πως χαίρονται! Στην άλλη ζωή θα λέμε: «Με τι χαζά χαιρόμασταν! Τι μας συγκινούσαν τότε!». Ενώ τώρα σκιρτάει η καρδιά γι' αυτά.

- Γέροντα, πως θα το καταλάβουμε αυτό από τώρα;

Άμα το καταλάβετε αυτό από τώρα, δεν θα το πείτε μεθαύριο στην άλλη ζωή. Πάντως, όσοι βρίσκονται εκεί επάνω, καλά περνούν. Ξέρεις τι εργόχειρο κάνουν εκεί στον Ουρανό; Συνέχεια δοξολογούν τον Θεό.

- Γέροντα, γιατί το σώμα Του νεκρού λέγεται «λείψανο»;

Γιατί είναι ό,τι μένει εδώ στην γη από τον άνθρωπο μετά τον θάνατο. Ο κυρίως άνθρωπος, που είναι η ψυχή, φεύγει στον Ουρανό. Στην μέλλουσα Κρίση θα αναστήσει ο Θεός και το σώμα, για να κριθεί με αυτό ο άνθρωπος, γιατί με αυτό έζησε και αμάρτησε. Στην άλλη ζωή όλοι θα έχουν το ίδιο σώμα - πνευματικό σώμα-, το ίδιο ανάστημα, και οι κοντοί και οι ψηλοί, την ίδια ηλικία, και οι νέοι και οι γέροι και τα μωρά, αφού η ψυχή είναι ίδια. Θα υπάρχει δηλαδή μια αγγελική ηλικία.

- Γέροντα, στην άλλη ζωή όσοι θα είναι στην Κόλα­ση θα βλέπουν αυτούς που θα είναι στον Παράδεισο;

Κοίταξε, όπως αυτοί που είναι την νύχτα έξω στο σκοτάδι βλέπουν όσους είναι μέσα σε ένα δωμάτιο φωτισμένο, έτσι και όσοι θα βρίσκονται στην κόλα­ση θα βλέπουν όσους θα είναι στον Παράδεισο. Και αυτό θα είναι μεγαλύτερη κόλαση. Όπως πάλι όσοι την νύχτα είναι στο φως, δεν βλέπουν αυτούς που είναι έξω στο σκοτάδι, έτσι και αυτοί που θα βρίσκονται στον Παράδεισο δεν θα βλέπουν αυτούς που θα είναι στην κόλαση. Γιατί, αν έβλεπαν τους κολασμένους, θα πονούσαν, θα θλίβονταν για την ταλαιπωρία τους, και δεν θα απολάμβαναν τον Παράδεισο, αλλά εκεί «ουκ εστί πόνος...». Και όχι μόνο δεν θα τους βλέπουν, αλλά ούτε θα θυμούνται αν είχαν αδελφό ή πατέρα ή μητέρα, αν δεν είναι και εκείνοι στον Παράδεισο. «Εν εκείνη τη ημέρα απολούνται πάντες οι διαλογισμοί αυτού» λέει ο Ψαλμωδός. Γιατί, άμα τους θυμούνται, πως θα είναι Παράδεισος; Αυτός μάλιστα που θα είναι στον Παράδεισο, θα νομίζουν ότι δεν θα υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, ούτε θα θυμούνται τις αμαρτίες που είχαν κάνει. Γιατί, αν θυμούνται τις αμαρτίες τους, δεν θα αντέχουν από φιλότιμο στην σκέψη ότι λύπησαν τον Θεό.

Η ποσότητα πάλι της χαράς του καθενός στον Παράδεισο θα είναι διαφορετική. Άλλος θα έχει μια δαχτυλήθρα χαρά, άλλος ένα ποτήρι, άλλος μια ολόκληρη δεξαμενή. Όλοι όμως θα αισθάνονται πλήρεις και κανένας δεν θα ξέρει το μέγεθος της χαράς, της αγαλλιάσεως, του άλλου. Τα κανόνισε έτσι ο Καλός Θεός, γιατί, αν γνώριζε ο ένας ότι ο άλλος έχει περισσότερη χαρά, δεν θα ήταν τότε Παράδεισος, επειδή θα υπήρχε το «γιατί εκείνος να έχει περισσότερη χαρά και εγώ λιγότερη;». Δηλαδή καθένας θα βλέπει στον Παράδεισο την δόξα του Θεού ανάλογα με την καθαρότητα των οφθαλμών της ψυχής του. Η ορατότητα όμως δεν θα καθορισθεί από τον Θεό, άλλα θα εξαρτηθεί από την δική του καθαρότητα.

- Γέροντα, μερικοί δεν πιστεύουν ότι υπάρχει κόλαση και Παράδεισος.

Δεν πιστεύουν ότι υπάρχει κόλαση και Παράδεισος; Πως είναι δυνατόν οι νεκροί να μείνουν στην ανυπαρξία, αφού είναι ψυχές; Ο Θεός είναι αθάνατος και ο άνθρωπος είναι κατά χάριν αθάνατος. Επομένως αθάνατος θα είναι και στην κόλαση. Ύστερα τον Παράδεισο και την κόλαση τα ζει η ψυχή μας σε έναν βαθμό και από αυτήν την ζωή, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Όταν κάποιος έχει τύψεις συνειδήσεως και νιώθει φόβο, ταραχή, άγχος, απελπισία, η είναι κυριευμένος από μίσος, από φθόνο κ.λπ., τότε ζει την κόλαση. Ενώ, όταν μέσα του υπάρχη αγάπη, χαρά, ειρήνη, πραότητα, καλοσύνη κ.λπ., τότε ζει τον Παρά­δεισο. Όλη η βάση είναι η ψυχή, γιατί αυτή είναι που αισθάνεται και την χαρά και τον πόνο. Να, πήγαινε σε έναν πεθαμένο και πες του τα πιο ευχάριστα πράγματα, λ.χ. «ήρθε ο αδελφός σου από την Αμερική» κ.λπ., δεν θα καταλάβει τίποτε. Αν του σπάσεις τα χέρια, τα πόδια, πάλι δεν θα καταλάβει. Επομένως η ψυχή είναι που αισθάνεται. Αυτά όλα δεν τους προβληματίζουν; Ή, ας υποθέσουμε, βλέπεις ένα ωραίο, ένα ευχάριστο όνειρο, χαίρεσαι, χτυπάει γλυκά η καρδιά σου και, δεν θέλεις να τελείωσει. Ξυπνάς και στενοχωριέσαι, γιατί ξύπνησες. Ή βλέπεις ένα άσχημο όνειρο, ότι έπεσες λ.χ. και έσπασες τα πόδια σου, και υποφέρεις, κλαις. Από την αγωνία σου ξυπνάς με δάκρυα στα μάτια, βλέπεις ότι δεν έπαθες τίποτε και λες: «Ευτυχώς όνειρο ήταν!». Δηλαδή συμμετέχει η ψυχή. Από ένα άσχημο όνειρο υποφέρει κανείς περισσότερο από ό,τι στην πραγματικότητα, όπως και ο άρρωστος υποφέρει πιο πολύ την νύχτα απ' ό,τι την ημέρα. Έτσι και όταν πεθάνει ο άνθρωπος, αν πάει στην κόλαση, θα είναι πιο οδυνηρό. Σκεφθήτε να ζει κανείς ένα αιώνιο εφιαλτικό όνειρο και να βασανίζεται αιώνια! 'Εδώ δεν μπορείς να αντέξεις για λίγα λεπτά ένα άσχημο όνειρο, άντε τώρα αιώνια -Θεός φυλάξοι- να είσαι μέσα στην θλίψη. Γι' αυτό καλύτερα να μην πάμε στην κόλαση. 'Εσείς τι λέτε;

- Τόσον καιρό, Γέροντα, κάνουμε αγώνα να μην πάμε στην κόλαση λέτε, εκεί να καταλήξουμε;

Αν δεν έχουμε μυαλό, εκεί θα πάμε. Εγώ εύχομαι ή όλοι στον Παράδεισο ή κανένας στην κόλαση... Καλά δεν λέω; Είναι πολύ βαρύ, μετά από όσα έκανε ο Θεός για μας τους ανθρώπους, να πάμε στην κόλαση και να Τον λυπήσουμε. Ο Θεός να φυλάξει, όχι μόνον άνθρωπος, αλλά ούτε πουλί να μην πάει στην κόλαση. Ο Καλός Θεός ας μας δώσει καλή μετάνοια, για να μας βρει ο θάνατος σε καλή πνευματική κατάσταση και, να αποκατασταθούμε στην Ουράνια Βασιλεία Του. Αμήν.


του Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου 

Από το βιβλίο «Λόγοι Δ' - Οικογενειακή ζωή»

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Κυριακάτικο Κήρυγμα

 
Κυριακὴ Γ΄ Ματθαίου

Το Γενέσιον του Προδρόμου

« Ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελον μου προ προσώπου σου ος παρασκευάσει την οδόν σου έμπροσθεν σου».«Ιδού Εγώ θα αποστείλω τον αγγελιοφόρο μου πριν από σένα , ω Μεσσία , για να προετοιμάσει το δρόμο σου πριν από σένα».



Με τα λόγια αυτά του προφήτου Μωυσή προλέγεται στην ΠΔ το προδρομικό έργο του Βαπτιστή Ιωάννη του οποίου τη γέννηση εορτάζουμε σήμερα. Μεγάλη φυσιογνωμία ο Πρόδρομος! Είναι ο πρώτος πριν απ΄ τον Ένα δηλαδή τον Χριστό. Είναι το πρόσωπο που με τη ζωή και το λόγο του ενώνει τους δύο κόσμους της ανθρώπινης ιστορίας τον καιρό του Νόμου με τον καιρό της χάριτος δηλ. την εποχή της παλαιάς με την εποχή της νέας διαθήκης. Ο άγιος Ιωάννης είναι ο πρώτος και ο κορυφαίος των αρχαίων προφητών αλλά και μακαριότερος αυτών. Γιατί ομίλησε ο Αβραάμ με το Θεό αλλά μόνον μέσα από σύμβολα και σκιές. Ομίλησε και ο Μωυσής με το Θεό πάνω στο όρος Σινά «ενώπιος ενωπίω» αλλά επειδή δεν μπόρεσε να υποφέρει το μεγαλείο της δόξας του Θεού απέστρεψε το πρόσωπο του και είδε μόνον τα νώτα του. Οραματίστηκε επίσης και ο Ησαΐας τον Θεό μέσα στο Ναό και είδε τη δόξα Του και ζωγράφισε με ζωηρά λόγια τη ζωή και τα Πάθη του Χριστού αλλά πως τον είδε; Όχι με τα σαρκικά του μάτια αλλά με τα πνευματικά. Ο άγιος Ιωάννης όμως καταξιώθηκε να δει το ποθούμενο όλων των εποχών τον Θεάνθρωπο Χριστό και Σωτήρα σαρκωμένο. Τον είδε με τα σαρκικά του μάτια και τον άγγιξε με τα χέρια του. Άκουσε με τα αυτιά του τη φωνή του Θεανθρώπου. Άγγιξε την κορυφή του όταν τον βάπτιζε στον Ιορδάνη . Είδε το άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει στην κορυφή Του και την φωνή του Πατέρα να βεβαιώνει τη θεότητα Του. Αλλά η σπουδαιότητα της φυσιογνωμίας του Προδρόμου δεν τελειώνει εδώ. Όχι μόνον ο λόγος του αλλά η ίδια η ζωή του προφητεύει τη ζωή του Μεσσία. Ευαγγελίζεται μετάνοια και θεοσέβεια ο Ιωάννης  πριν ακόμα ευαγγελιστεί μετάνοια και θεοσέβεια ο Χριστός. Συμβουλεύει ο Ιωάννης : « Ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μη έχοντι» πριν ο Χριστός ακόμα διδάξει την αγάπη και τη φιλανθρωπία. Βαπτίζει ο Ιωάννης στο νερό προτυπώνοντας το βάπτισμα εξ ύδατος και πνεύματος που θα φέρει ο Μεσσίας. Αλλά και το μαρτυρικό τέλος του Ιωάννη ένα χρόνο πριν από τον Σταυρό προεικονίζει το μαρτυρικό τέλος του Μεσσία Χριστού διότι ο Ιωάννης δολοφονείται μαρτυρικά και άδικα από τα όργανα του διαβόλου από τους άρχοντες του σκότους και της αμαρτίας μένοντας φωτεινός Μάρτυρας της Αλήθειας ως το τέλος όπως ακριβώς άδικα αλλά εκούσια μαρτυρεί ο Θεάνθρωπος Σωτήρας πάνω στον Σταυρό. Έπρεπε λοιπόν ο Ιωάννης σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού να προηγηθεί του Χριστού και να προετοιμάσει το δρόμο Του. Και η γέννηση του Ιωάννη στον κόσμο δεν γίνεται από κοινούς και αμαρτωλούς ανθρώπους αλλά ούτε με ένα συνηθισμένο τρόπο. Αλλά πως; Γεννιέται ο Ιωάννης από δύο αγίους ανθρώπους από ένα προφητικό ζεύγος τον ιερέα Ζαχαρία και την προφήτιδα Ελισάβετ. Αυτοί οι δύο άνθρωποι μας λέει το σημερινό ευαγγέλιο ήταν δίκαιοι και ζούσαν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Λίγο πριν τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο οι άνθρωποι είχαν απομακρυνθεί απ’το Θεό, είχαν ξεχάσει τις φωνές των προφητών, είχαν κουραστεί να περιμένουν τη σωτηρία και ήταν παραδομένοι στο σκοτάδι της αμαρτίας και του θανάτου. Να όμως που μέσα στο κλίμα αυτό της απελπισίας υπάρχουν και άγιοι άνθρωποι που ζουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Και όπως όλοι οι άγιοι ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ ζούνε μια μεγάλη δοκιμασία έναν μεγάλο πειρασμό : Ενώ η ηλικία τους είναι περασμένη , ενώ βρίσκονται στο τέλος της επίγειας ζωής τους δεν έχουν αποκτήσει ακόμα παιδί. Εκείνη την εποχή η ατεκνία ανάμεσα στους Εβραίους ήταν μεγάλο όνειδος τη θεωρούσαν τιμωρία απ’το Θεό του Ισραήλ. Ο σεβάσμιος ιερέας Ζαχαρίας και η γηραιά Ελισάβετ αντιμετώπιζαν την περιφρόνηση και τις κατηγορίες του κόσμου με πόνο αλλά και βαθιά ταπείνωση. Ο Θεός αργεί αλλά δεν ξεχνά και ρίχνει βλέμμα στοργής πάνω στου δύο αγίους. « Γιατί σε ποιον θα επιβλέψω; Σε ποιόν θα ρίξω βλέμμα συμπαθείας λέει Κύριος ο Θεός; Σε ποιον άλλον παρά μόνον στον πτωχό και τον ταπεινό και τον περιφρονημένο απ’ τους ανθρώπους;» Έτσι αυτός που εθεωρείτο αμαρτωλός και άδικος απ’τους άλλους ιερείς δηλ. ο Ζαχαρίας καταξιώνεται να δει σε όραμα τον άγγελο Γαβριήλ την ώρα της θυσίας που του αναγγέλλει πως θα γεννήσει τον Πρόδρομο του Χριστού. Εκείνη που εθεωρείτο καταραμένη και δυστυχισμένη ανάμεσα στις γυναίκες του Ισραήλ η στείρα Ελισάβετ καρποφορεί και γεννά τον κορυφαίο των προφητών. Αυτό είναι το θαύμα της δεξιάς του Υψίστου. Όπου ο παντοδύναμος Θεός θέλει υποχωρεί η φύση που είναι δουλωμένη απ’την αμαρτία. Εκείνος ανυψοί πτωχόν και από κοπρίας ανιστά πένητα. Εκείνος ευαρεστείται στους ταπεινούς και πτωχούς τω πνεύματι και από εκείνους διαλέγει τους αγίους και τους δούλους του. Αυτός είναι που δεν ξέχασε τον αμαρτωλό άνθρωπο , τον άνθρωπο που πλήγωσε την αγάπη και την ευσπλαχνία Του, τον αχάριστο προς το Θείο θέλημα άνθρωπο και του απόστειλε τους προφήτες αλλά και τον Ίδιο τον Υιό Του για να σωθεί ο κόσμος δι’ Αυτού. Αδελφοί μου, εορτάζοντας σήμερα η Εκκλησία τη γέννηση του Προδρόμου χαίρεται και αγαλλιά γιατί μ’αυτό τον τρόπο προεορτάζει τη γέννηση του Χριστού τον ερχομό του Σωτήρα στον κόσμο. Η γέννηση του Προδρόμου προετοιμάζει τη γέννηση του Μεσσία Χριστού. Με τη γέννηση και εμφάνιση του τελευταίου των προφητών ανοίγει ο δρόμος της χάρης , ανοίγει ο δρόμος της σωτηρίας. Επειδή ανατέλλει το φωτεινό άστρο της Εκκλησίας ο Πρόδρομος εγγίζει και ο καιρός που θα ανατείλει και ο ήλιος της δικαιοσύνης ο Ιησούς Χριστός. Μ’ αυτό το πνεύμα η ορθόδοξη Εκκλησία πανηγυρίζει το γενέθλιο του Προδρόμου. Η μητέρα μας Εκκλησία εορτάζοντας αυτό το γεγονός θέλει να μας πει πως πρέπει να είμαστε συνεχώς προετοιμασμένοι για τη γέννηση του Χριστού δηλ. για την επίσκεψη του Χριστού στις καρδιές μας, να προετοιμάζουμε τις ψυχές μας με ταπείνωση και αγάπη και ελπίδα για τη γέννηση της σωτηρίας μέσα μας , με την ίδια ταπείνωση και αγάπη και ελπίδα που ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ περίμεναν απ’το Θεό ένα παιδί αλλά και τον ίδιο τον Μεσσία. Έτσι θα γίνουμε πρόδρομοι και εμείς της βασιλείας του Θεού που δεν θα έρθει με θόρυβο και παρατηρήσεις όπως λέει το ευαγγέλιο αλλά μέσα απ’ τις ψυχές των ανθρώπων μέσα απ’τις καρδιές των πιστών της Εκκλησίας και τότε θα γίνουμε άξιοι κήρυκες της παρουσίας και της αγάπης του Θεού στον εκτός της Εκκλησίας κόσμο γιατί άλλωστε '' ιδού η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί ''. 
ΔΙΑ ΠΡΕΣΒΕΙΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ Η ΧΑΡΗ ΚΑΙ Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΟΥ ΑΜΗΝ.

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

† Κυριακή 24 Ιουνίου (Γ' Ματθαίου)


† Τὸ γενέθλιον τοῦ προ­δρόμου καὶ βαπτι­στοῦ ᾿Ιωάννου

Ευαγγελική Περικοπή,

Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
Κεφ. α' : 1-25, 57-68, 76, 80


᾿Επειδήπερ πολλοὶ ἐπεχείρησαν ἀνατάξασθαι διήγησιν περὶ τῶν πεπληροφορημένων ἐν ἡμῖν πραγμάτων, καθὼς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ᾿ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ Λόγου, ἔδοξε κἀμοί, παρηκολουθηκότι ἄνωθεν πᾶσιν ἀκριβῶς, καθεξῆς σοι γράψαι, κράτιστε Θεόφιλε, ἵνα ἐπιγνῷς περὶ ὧν κατηχήθης λόγων τὴν ἀσφάλειαν. Εγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις ῾Ηρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς ᾿Ιουδαίας, ἱερεύς τις ὀνόματι Ζαχαρίας, ἐξ ἐφημερίας ᾿Αβιά· καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἐκ τῶν θυγατέρων ᾿Ααρών, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς ᾿Ελισάβετ. Ἦσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασι τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι. Καὶ οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἡ ᾿Ελισάβετ ἦν στεῖρα, καὶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν ἦσαν. ᾿Εγένετο δὲ ἐν τῷ ἱερατεύειν αὐτὸν ἐν τῇ τάξει τῆς ἐφημερίας αὐτοῦ ἔναντι τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἱερατείας, ἔλαχε τοῦ θυμιᾶσαι εἰσελθὼν εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου· καὶ πᾶν τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ ἦν προσευχόμενον ἔξω τῇ ὥρᾳ τοῦ θυμιάματος. Ὤφθη δὲ αὐτῷ Ἄγγελος Κυρίου, ἑστὼς ἐκ δεξιῶν τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος. Καὶ ἐταράχθη Ζαχαρίας ἰδών, καὶ φόβος ἐπέπεσεν ἐπ᾿ αὐτόν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἄγγελος· Μὴ φοβοῦ, Ζαχαρία, διότι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καὶ ἡ γυνή σου ᾿Ελισάβετ γεννήσει υἱόν σοι, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιωάννην· καὶ ἔσται χαρά σοι καὶ ἀγαλλίασις, καὶ πολλοὶ ἐπὶ τῇ γεννήσει αὐτοῦ χαρήσονται. Ἔσται γὰρ μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου· καὶ οἶνον καὶ σίκερα οὐ μὴ πίῃ, καὶ Πνεύματος ῾Αγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πολλοὺς τῶν υἱῶν ᾿Ισραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν· καὶ αὐτὸς προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει ᾿Ηλιού, ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα, καὶ ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι Κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον. Καὶ εἶπε Ζαχαρίας πρὸς τὸν Ἄγγελον· Κατὰ τί γνώσομαι τοῦτο; ἐγὼ γάρ εἰμι πρεσβύτης, καὶ ἡ γυνή μου προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῆς. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἄγγελος, εἶπεν αὐτῷ· Ἐγώ εἰμι Γαβριὴλ ὁ παρεστηκὼς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· καὶ ἀπεστάλην λαλῆσαι πρός σε, καὶ εὐαγγελίσασθαί σοι ταῦτα. Καὶ ἰδοὺ, ἔσῃ σιωπῶν, καὶ μὴ δυνάμενος λαλῆσαι, ἄχρι ἧς ἡμέρας γένηται ταῦτα· ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς λόγοις μου, οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν καιρὸν αὐτῶν. Καὶ ἦν ὁ λαὸς προσδοκῶν τὸν Ζαχαρίαν· καὶ ἐθαύμαζον ἐν τῷ χρονίζειν αὐτὸν ἐν τῷ Ναῷ· ἐξελθὼν δὲ οὐκ ἠδύνατο λαλῆσαι αὐτοῖς· καὶ ἐπέγνωσαν, ὅτι ὀπτασίαν ἑώρακεν ἐν τῷ Ναῷ· καὶ αὐτὸς ἦν διανεύων αὐτοῖς, καὶ διέμενε κωφός. Καὶ ἐγένετο ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. Μετὰ δὲ ταύτας τὰς ἡμέρας, συνέλαβεν ᾿Ελισάβετ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε, λέγουσα ὅτι οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος, ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τὸ ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις. Τῇ δὲ ᾿Ελισάβετ ἐπλήσθη ὁ χρόνος τοῦ τεκεῖν αὐτήν· καὶ ἐγέννησεν υἱόν. Καὶ ἤκουσαν οἱ περίοικοι καὶ οἱ συγγενεῖς αὐτῆς ὅτι ἐμεγάλυνε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ μετ᾿ αὐτῆς, καὶ συνέχαιρον αὐτῇ. Καὶ ἐγένετο ἐν τῇ ὀγδόῃ ἡμέρᾳ ἦλθον περιτεμεῖν τὸ παιδίον, καὶ ἐκάλουν αὐτὸ ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ζαχαρίαν. Καὶ ἀποκριθεῖσα ἡ μήτηρ αὐτοῦ, εἶπεν· Οὐχί, ἀλλὰ κληθήσεται ᾿Ιωάννης. Καὶ εἶπον πρὸς αὐτὴν· ὅτι οὐδείς ἐστιν ἐν τῇ συγγενείᾳ σου, ὃς καλεῖται τῷ ὀνόματι τούτῳ. Ἐνένευον δὲ τῷ πατρὶ αὐτοῦ, τὸ τί ἂν θέλοι καλεῖσθαι αὐτόν. Καὶ αἰτήσας πινακίδιον ἔγραψε, λέγων· ᾿Ιωάννης ἔσται τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Καὶ ἐθαύμασαν πάντες. Ἀνεῴχθη δὲ τὸ στόμα αὐτοῦ παραχρῆμα, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ, καὶ ἐλάλει, εὐλογῶν τὸν Θεόν. Καὶ ἐγένετο ἐπὶ πάντας φόβος τοὺς περιοικοῦντας αὐτούς· καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ὀρεινῇ τῆς ᾿Ιουδαίας διελαλεῖτο πάντα τὰ ῥήματα ταῦτα. Καὶ ἔθεντο πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν, λέγοντες· Τί ἄρα τὸ παιδίον τοῦτο ἔσται; καὶ χεὶρ Κυρίου ἦν μετ᾿ αὐτοῦ. Καὶ Ζαχαρίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἐπλήσθη Πνεύματος ῾Αγίου, καὶ προεφήτευσε λέγων· Εὐλογητὸς Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ ᾿Ισραήλ, ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ. Καὶ σύ, παιδίον, προφήτης Ὑψίστου κληθήσῃ· προπορεύσῃ γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου, ἑτοιμάσαι ὁδοὺς αὐτοῦ. Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε, καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι· καὶ ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις, ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν ᾿Ισραήλ.



Απόστολος,

Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου
Κεφ. ιγ' : 11-14,  ιδ' : 1-4

δελφοί, νῦν ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν. Ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. Ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. Ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, ἀλλ᾿ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας. Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε, μὴ εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν. Ὅς μὲν πιστεύει φαγεῖν πάντα, ὁ δὲ ἀσθενῶν λάχανα ἐσθίει. Ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω· ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο. Σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; Τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει· σταθήσεται δέ· δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν.

Γενέσιον τοῦ Τιμίου ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου


Ἡ Ἐκκλησία, τρία μόνο Γενέθλια τιμᾶ καὶ ἑορτάζει: α. τοῦ Δεσπότου καὶ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, β. τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καὶ γ. τοῦ Τιμίου Προδρόμου.
Τὰ γεγονότα  τῆς γεννήσεως τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ α’ κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του.
Γράφει, λοιπόν, ὅτι στὶς ἡμέρες τοῦ βασιλέως Ἡρώδη ἐζοῦσε στὴν Ἰουδαία κάποιος ἱερέας ποὺ λεγόταν Ζαχαρίας. Εἶχε σύζυγό του τὴν Ἐλισάβετ, ἡ ὁποία ἦταν ἀπόγονος τοῦ Προφήτου Ἀαρών. Ἦσαν καὶ οἱ δύο ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ καὶ ἐζοῦσαν μὲ δικαιοσύνη, φόβο Θεοῦ, εὐλάβεια, σωφροσύνη, καὶ ἐτηροῦσαν τὶς θεῖες ἐντολές. Γιὰ πολλὰ χρόνια ἱκέτευαν τὸν Κύριο νὰ τοὺς εὐλογήσει μὲ τὴ χαρὰ τῆς τεκνογονίας, ἀλλὰ δὲν εἶχαν ἀποκτήσει, παρὰ τὴ θερμὴ προσευχή τους, παιδί. Ὁ Ζαχαρίας καὶ ἡ στείρα σύζυγός του Ἐλισάβετ εἶχαν φθάσει σὲ βαθὺ γήρας καὶ δὲν εἶχαν πλέον ἐλπίδα νὰ τεκνοποιήσουν.
Ἐνῶ ὁ ἱερέας Ζαχαρίας εὑρισκόταν μία ἡμέρα στὸ ναὸ καὶ ἐθυμίαζε στὸ ἱερὸ Βῆμα, ἐφανερώθηκε σ’ αὐτὸν Ἄγγελος Κυρίου, γιὰ νὰ προμηνύσει τὴ γέννηση τοῦ ἐπιγείου καὶ ἔνσαρκου ἄγγελου, τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου. Βλέποντάς τον ὁ Ζαχαρίας ἐταράχθηκε καὶ ἐφοβήθηκε τόσο πολὺ ὥστε ἔμεινε ἐκστατικός. Τότε ὁ Ἄγγελος Κυρίου τοῦ εἶπε: «Μὴ φοβᾶσαι, Ζαχαρία. Γιατὶ ὁ Θεὸς ἐδέχθηκε τὴν προσευχή σου καὶ ἡ γυναίκα σου, ἡ Ἐλισάβετ, θὰ γεννήσει υἱό. Καὶ θὰ τὸν ὀνομάσεις Ἰωάννη. Καὶ θὰ δοκιμάσεις μεγάλη χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση. Πολλοὶ θὰ χαροῦν γιὰ τὴ γέννησή του, γιατὶ θὰ εἶναι μεγάλος καὶ περιφανὴς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Θὰ λάβει ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς Θείας Χάριτος καὶ θὰ γεμίσει ἀπὸ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅταν ἀκόμη θὰ κυοφορεῖται στὴν κοιλία τῆς μητέρας του Ἐλισάβετ. Καὶ μὲ τὸ κήρυγμά του θὰ ἐπιστρέψουν πολλοὶ Ἰσραηλῖτες στὴ γνώση τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ Κυρίου αὐτῶν».
Ἀκούγοντας ἔκπληκτος ὁ Ζαχαρίας τὸ μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου, κατεπλάγη καὶ τὸν ἐρώτησε γεμάτος ἀπορία: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει αὐτό; Καὶ μὲ ποιὸ τρόπο θὰ τὸ γνωρίσω καὶ θὰ τὸ πιστέψω, ὅταν εἶμαι γέροντας στὴν ἡλικία καὶ ἡ γυναίκα μου ὑπέργηρη καὶ στείρα;». Τότε ὁ Ἄγγελος τοῦ εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Γαβριήλ, ποὺ παρουσιάζομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ ἀπέστειλε ὁ Θεὸς νὰ σοῦ φέρω αὐτὴ τὴ χαρμόσυνη ἀγγελία. Καὶ ἰδού, ἐπειδὴ δὲν ἐπίστεψες στὰ λόγια μου, θὰ μείνεις ἄλαλος μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ ἐκπληρωθοῦν ὅσα σοῦ προανήγγειλα, δηλαδὴ μέχρι νὰ γεννηθεῖ ὁ Ἰωάννης».
Πράγματι ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὁ Ζαχαρίας ἔμεινε βουβὸς καὶ ἄλαλος, ἕως ὅτου ἡ Ἐλισάβετ ἔτεκε τὸν Πρόδρομο.
Τὴν ὄγδοη ἡμέρα οἱ συγγενεῖς ἦλθαν γιὰ νὰ ἐκτελέσουν τὴν περιτομὴ τοῦ παιδιοῦ καὶ ἤθελαν νὰ τὸ ὀνομάσουν μὲ τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του, Ζαχαρία. Ἀλλὰ ἡ Ἐλισάβετ τοὺς εἶπε ὅτι θὰ ὀνομαστεῖ Ἰωάννης. Στὴν ἀπορία τους, πῶς θὰ λάβει τὸ ὄνομα αὐτό, ἐπειδὴ κανένας ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς δὲν εἶχε τὸ ὄνομα αὐτό, ὁ Ζαχαρίας ἐζήτησε μία μικρὴ πλάκα ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔγραψε τὰ ἀκόλουθα: «Ἰωάννης εἶναι τὸ ὄνομά του». Καὶ ἐξεπλάγησαν ὅλοι. Ὁ Ζαχαρίας δὲ ἄνοιξε ἀμέσως τὸ στόμα του καὶ εὐλογοῦσε τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του. Ὁ δὲ Ἰωάννης καθημερινὰ ἀναδεικνυόταν ὡς ἔμψυχο ὄργανο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, πλήρης τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήλη κάθε ἀρετῆς καὶ εὐσέβειας.
Κατὰ τοὺς τελευταίους βυζαντινοὺς χρόνους, ἡ ἑορτὴ αὐτὴ ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τοῦ Προδρόμου τῆς Πέτρας, μὲ τὴν παρουσία τοῦ αὐτοκράτορος.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Προφῆτα καὶ Πρόδρομε, τ[πης παρουσίας Χριστοῦ, ἀξίως εὐφημῆσαί σε, οὐκ εὐποροῦμεν ἡμεῖς, οἱ πόθῳ τιμῶντές σε· στείρωσις γὰρ τεκούσης, καὶ πατρὸς ἀφωνία, λέλυνται τῇ ἐνδόξῳ, καὶ σεπτῇ σου γεννήσει, καὶ σάρκωσις Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, κόσμῳ κηρύττεται.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ πρὶν στεῖρα σήμερον, Χριστοῦ τὸν Πρόδρομον τίκτει, καὶ αὐτὸς τὸ πλήρωμα, πάσης τῆς προφητείας· ὃνπερ γὰρ, προανεκήρυξαν οἱ Προφῆται, τοῦτον δή, ἐν Ἰορδάνῃ χειροθετήσας, ἀνεδείχθη Θεοῦ Λόγου, Προφήτης κῆρυξ, ὁμοῦ καὶ Πρόδρομος.

Μεγαλυνάριον.
Ἄνθος τὸ θεόσδοτον ἐκφυέν, σήμερον ἐκ στείρας, εὐωδίας ἁγιασμοῦ, ἔπλησε τὰ πάντα, τὴν ἔρημον τὰ ὄρη, τῶν ποταμῶν τὰ ῥεῖθρα, Χριστοῦ ὁ Πρόδρομος.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Πώς πρέπει να κάθεται ο ησυχαστής στην προσευχή και να μη σηκώνεται γρήγορα...


...Άλλοτε σε σκαμνί, το πιο πολύ, επειδή είναι κουραστικό· άλλοτε πάλι, πιο σπάνια, σε στρωσίδι προσωρινά, για κάποια άνεση. Πρέπει το κάθισμά σου αυτό να γίνεται με υπομονή, όπως λέει ο Απόστολος: «Να επιμένετε καρτερικά στην προσευχή»(Κολ. 4, 2), και να μην αδημονείς και σηκώνεσαι γρήγορα από τον οδυνηρό κόπο και τη νοερή φωνή και το αδιάκοπο σφίξιμο του νου. Γιατί λέει ο Προφήτης: «Με έπιασαν πόνοι σαν τη γυναίκα που γεννάει»(Ησ. 21, 3).

Αλλά σκύβοντας κάτω και μαζεύοντας το νου μεσα στην καρδιά, αν βέβαια αυτή έχει ανοιχθεί, να επικαλείσαι τον Κύριο Ιησού να έρθει να σε βοηθήσει. Αν και θα κουραστούν οι ώμοι σου και συχνά θα πονά το κεφάλι σου, εσύ να έχεις καρτερία σ' αυτά με φιλοπονία και έρωτα, ζητώντας μέσα στην καρδιά σου τον Κύριο. «Η βασιλεία του Θεού ανήκει σ' όσους βιάζουν τον εαυτό τους, και αυτοί την αρπάζουν»(Ματθ. 11, 12).
Με αυτά τα λόγια ο Κύριος υπέδειξε αληθινά να επιμένουμε σ' αυτά και σ' αυτούς τους κόπους. Γιατί η υπομονή και η καρτερία σε όλα είναι που γεννούν τους κόπους και του σώματος και της ψυχής.

Πώς πρέπει να λέμε την ευχή

Οι Πατέρες είπαν ως εξής. Άλλος λέει: "Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με", ολόκληρο. Άλλος το μισό: "Ιησού Υιέ του Θεού ελέησόν με", το οποίο είναι ευκολότερο για την αδυναμία του νου. Γιατί ούτε μπορεί κανείς αφεαυτού να επικαλεστεί μυστικά τον Κύριο Ιησού (Α΄ Κορ. 12, 3) μόνος χωρίς τη χάρη του Πνεύματος —τούτο μόνο με το Άγιο πνεύμα γίνεται καθαρά και τέλεια—, αλλά είναι σαν παιδί που ακόμη ψελλίζει, μην μπορώντας να αρθρώσει την ευχή ολοκληρωμένα.
Δεν πρέπει όμως να αλλάζει συχνά τις επικλήσεις των ονομάτων από ραθυμία, αλλά αραιά για να εξασφαλίζεται η συνέχεια.
Άλλοι τώρα διδάσκουν να λέμε την ευχή με το στόμα, και άλλοι με το νου. Εγώ λέω και με τα δύο. Γιατί άλλοτε αδυνατεί ο νους να τη λέει, από ακηδία, κι άλλοτε το στόμα.
Γι' αυτό πρέπει να προσεύχεσαι και με τα δύο, και με το στόμα και με το νου, πλην όμως ήσυχα και ατάραχα, για να μην προκαλεί σύγχυση η φωνή στην αίσθηση και στην προσοχή του νου και εμποδίζει. Ώσπου να συνηθίσει ο νους στο έργο αυτό και να προκόψει και να δεχθεί δύναμη από το πνεύμα, ώστε να εύχεται ολικά και με δύναμη. Τότε πιά δε χρειάζεται να μιλάει με το στόμα —εξάλλου ούτε που μπορεί— αλλά αρκείται μόνο να κάνει ολόκληρη την εργασία με το νου.

Πώς πρέπει να κρατάμε το νου

Κατάλαβε ότι κανείς δεν μπορεί να κρατήσει το νου, αν δεν τον κρατήσει το πνεύμα. Γιατί ο νους είναι ακράτητος, όχι από τη φύση του ως αεικίνητος, αλλά γιατί οικειοποιήθηκε την περιπλάνηση από την αμέλειά μας και συνήθισε σ' αυτήν απ' την αρχή. Με την παράβαση δηλαδή των εντολών Αυτού που μας αναγέννησε, χωριστήκαμε από το Θεό και χάσαμε τη νοερή αίσθηση και ένωση που είχαμε μαζί Του.
Αφού ο νους γλίστρησε από κει και χωρίστηκε από το Θεό, σέρνεται παντού σαν αιχμάλωτος. Και δεν είναι δυνατό να σταθεί ο νους με άλλο τρόπο, εκτός αν υποταχθεί στο Θεό και τον σταματήσει Εκείνος και ενωθεί μαζί Του με ευφροσύνη και τον παρακαλεί συνεχώς και με επιμονή και του εξομολογείται κάθε μέρα νοερά όσα φταίει.
Και ο Θεός συγχωρεί αμέσως τα πάντα σ' εκείνους που ζητούν και επικαλούνται συνεχώς το άγιο όνομά Του με ταπείνωση και συντριβή. Γιατί λέει ο Ψαλμωδός: «Να εξομολογείστε στον Κύριο και να επικαλείστε το άγιο όνομά Του»(Ψαλμ. 104, 1).
Αλλά και η συγκράτηση της αναπνοής με το σφίξιμο του στόματος κρατάει το νου, αλλά μόνο μερικώς και διασκορπίζεται πάλι. Όταν όμως έρθει η ενέργεια της προσευχής, τότε κυρίως αυτή κρατάει το νου κοντά της και τον ευφραίνει και τον απαλλάσσει από την αιχμαλωσία.
Εν τούτοις καμιά φορά ενώ ο νους προσεύχεται και μένει μέσα στην καρδιά, η διάνοια περιπλανάται και μελετά άλλα. Αυτή δεν υποτάσσεται σε κανέναν, παρά στους τελείους με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, οι οποίοι έφτασαν στην αρρέμβαστη κατάσταση με τη δύναμη του Ιησού Χριστού.

Πώς πρέπει να διώχνομε τους λογισμούς

Κανείς αρχάριος δε διώχνει ποτέ λογισμό, αν δεν τον διώξει ο Θεός. Μόνο οι δυνατοί μπορούν να τους πολεμήσουν και να τους διώξουν. Αλλά και αυτοί δεν τους διώχνουν μόνοι τους, παρά με τη βοήθεια του Θεού κινούνται και πολεμούν εναντίον τους, όντας ντυμένοι την πανοπλία του Θεού.

Εσύ τώρα, όταν έρχονται οι λογισμοί, να επικαλείσαι πυκνά και επίμονα τον Κύριο Ιησού και θα φύγουν επειδή δεν υποφέρουν την καρδιακή θέρμη που αναπηδά από την προσευχή, φεύγουν σαν να τους καίει φωτιά. «Με το όνομα του Ιησού, λέει ο Ιωάννης της Κλίμακος, μαστίγωνε τους εχθρούς». Γιατί ο Θεός μας είναι φωτιά που κατακαίει (Δευτ. 4, 24· Εβρ. 12, 29) τη μοχθηρία τους.

Ο Κύριος που είναι ταχύς στο να βοηθεί, θα κάνει αμέσως την εκδίκηση εκείνων που φωνάζουν ολόψυχα προς Αυτόν μέρα και νύχτα (Λουκ. 18, 7). Εκείνος πάλι που δεν έχει ενέργεια προσευχής, τους κατατροπώνει με άλλον τρόπο, κάνοντας όπως ο Μωυσής (Εξ. 17, 11). Σηκώνεται δηλαδή όρθιος και απλώνει τα χέρια και τα μάτια στον ουρανό, και ο Θεός τους τρέπει σε φυγή· έπειτα κάθεται πάλι και εξακολουθεί την προσευχή με επιμονή. Αυτόν τον τρόπο μεταχειρίζεται εκείνος που δεν έχει ακόμη δύναμη προσευχής.

Αλλά κι εκείνος που έχει την ενέργεια της προσευχής, όταν πρόκειται για σωματικά πάθη, δηλαδή την ακηδία και την πορνεία, που είναι τα σκληρά και βαρύτερα πάθη, πολλές φορές σηκώνεται και απλώνει προς τον ουρανό τα χέρια του ζητώντας βοήθεια. Αλλά αυτό το κάνει λίγες φορές, από το φόβο της πλάνης, και πάλι κάθεται στην προσευχή, μην τυχόν του φέρει καμία φαντασία ο εχθρός από ψηλά, παρουσιάζοντάς του ομοίωμα τάχα της αλήθειας.

Γιατί το να είναι ο νους και πάνω και κάτω και στην καρδιά και παντού χωρίς να σφάλλει πουθενά, αυτό είναι ιδίωμα μόνο των καθαρών και των τελείων, οι οποίοι μπορούν να τον φυλάξουν χωρίς βλάβη.

Πώς πρέπει να ψάλλομε

Άλλοι λένε λίγο, άλλοι πολύ, άλλοι καθόλου. Εσύ μήτε πολύ να ψάλλεις, γιατί αυτό φέρνει σύγχυση, μήτε καθόλου, γιατί ακολουθεί χαύνωση και αμέλεια. Μιμήσου εκείνους που ψάλλουν λίγο. Γιατί, όπως λένε οι άσοφοι σοφοί, παν μέτρον άριστον. Η πολλή ψαλμωδία είναι των πρακτικών εξαιτίας της άγνοιάς τους και του κόπου τους. Δεν είναι των ησυχαστών, οι οποίοι αρκούνται να προσεύχονται μόνο στο Θεό μέσα στην καρδιά τους και να απέχουν από νοήματα.

Γιατί κατά τον Ιωάννη της Κλίμακος, ησυχία είναι η απόθεση των νοημάτων και των αισθητών και των νοητών. Γιατί όταν ο νους εξαντλήσει όλη τη δύναμή του στην πολλή ψαλμωδία, τότε θα εξασθενίσει και δε θα μπορέσει να προσεύχεται με ένταση και επιμονή. Το περισσότερο διάστημα της νύχτας, λέει ο Ιωάννης της Κλίμακος, να το αφιερώνεις στην προσευχή, ενώ στην ψαλμωδία λίγο. Έτσι οφείλεις να κάνεις και συ.

Όταν στο κάθισμά σου δεις ότι ενεργεί μέσα σου η προσευχή και δεν παύει να κινείται μέσα στην καρδιά σου, μην την αφήσεις και σηκωθείς να ψάλλεις, ως τη στιγμή που θα σε εγκαταλείψει αυτή κατ' οικονομίαν Θεού. Γιατί στην περίπτωση αυτή αφήνεις το Θεό μέσα σου και στέκεσαι και του μιλάς απέξω, πέφτοντας από τα ψηλά στα χαμηλά. Εκτός απ' αυτό, φέρνεις και σύγχυση και ταράζεις το νου στη γαλήνη του.

Γιατί η ησυχία κατά το όνομα έχει και την πράξη, γιατί τη διατηρούμε με ειρήνη και γαλήνη. Ο Θεός είναι ειρήνη πέρα από κάθε σύγχυση και κραυγή. Επίσης, πρέπει και η υμνωδία μας να είναι αγγελική σύμφωνα με το μοναχικό μας πολίτευμα, και όχι σαρκική. Γιατί το να ψάλλομε δυνατά, είναι σύμβολο της νοερής κραυγής και μας δόθηκε για τη ραθυμία και απαιδευσία μας, για να επιστρέφομε στα αληθινά.

Σ' εκείνους δηλαδή που δεν γνωρίζουν την προσευχή, η οποία είναι πηγή αρετών κατά τον Ιωάννη της Κλίμακος, και ποτίζει σαν φυτά τις ψυχικές δυνάμεις, σ' αυτούς αρμόζει να ψάλλουν πολύ και χωρίς μέτρο και να έχουν πάντοτε μεγάλη ποικιλία και ποτέ να μη σταματούν, μέχρις ότου από την πολλή και επίπονη πράξη προκόψουν στη θεωρία και βρουν τη νοερά προσευχή να ενεργεί μέσα τους. Γιατί άλλη είναι η πράξη της ησυχίας και άλλη του κοινοβίου.

Ο καθένας εκεί που καλέσθηκε, εκεί ας μένει (Α΄ Κορ. 7, 24), και θα σωθεί. Γι' αυτό φοβούμαι να γράψω, εξαιτίας των πιο αδύνατων, που σε βλέπω να ζεις ανάμεσά τους. Όποιος πάσχει στην προσευχή, σύμφωνα με όσα άκουσε και έμαθε, χάνεται, καθώς δεν έχει άνθρωπο να τον οδηγεί. Ενώ εκείνος που γεύθηκε τη θεία χάρη, οφείλει να ψάλλει με μέτρο, κατά τους Πατέρες, και να ασχολείται τον περισσότερο καιρό με την προσευχή.

Κι όταν τον πιάνει η ραθυμία, να ψάλλει ή να διαβάζει τα πρακτικά κεφάλαια των Πατέρων. Γιατί το πλοίο δε χρειάζεται τα κουπιά όταν ο αέρας φουσκώνει τα πανιά του και ο άνεμος είναι ο κατάλληλος για να σχίζει ανάλαφρα την αλμυρή θάλασσα των παθών, και μόνο όταν σταματήσει το τραβούν με τα κουπιά ή με τη βάρκα.

Αν τώρα κάποιοι προτείνουν με εριστική διάθεση τους αγίους Πατέρες ή μερικούς μοναχούς από εδώ, ότι έκαναν ολονύκτια ορθοστασία και ακατάπαυστη ψαλμωδία, σ' αυτούς δίνομε απόκριση από τις Γραφές, ότι δεν είναι όλα σε όλους τέλεια, επειδή τους λείπει ο ζήλος και στερούνται τη δύναμη.

Αλλά τα μικρά δεν είναι οπωσδήποτε μικρά για τους μεγάλους, και τα μεγάλα για τους μικρούς δεν είναι οπωσδήποτε τέλεια. Ενώ οι τέλειοι τα εκτελούν όλα με ευκολία. Δεν είναι βέβαια πάντοτε όλοι, τώρα ή στην παλιά εποχή, πρακτικοί. Ούτε όλοι βάδισαν ή κράτησαν μέχρι το τέλος τον ίδιο δρόμο. Πολλοί από την πρακτική ήρθαν στη θεωρία και αναπαύθηκαν αφήνοντας τα πάντα και σαββατίζοντας σύμφωνα με τον πνευματικό Νόμο.

Ευφραίνονταν μόνο με το Θεό, χορτασμένοι από τη θεία απόλαυση, και δεν τους επέτρεπε η χάρη να ψάλλουν ή να μελετούν κάτι άλλο· βρίσκονταν πάντοτε σε έκπληξη, μέχρι τον κατάλληλο καιρό, έχοντας φτάσει εν μέρει το τελειότατο απ' ό,τι μπορεί να επιθυμήσει κανείς, σαν προκαταβολή της αιώνιας μακαριότητας.

Άλλοι σώθηκαν αφού παρέμειναν ως το τέλος, μέχρι το θάνατό τους, στο πρακτικό στάδιο, περιμένοντας την ανταπόδοση στον μέλλοντα αιώνα. Μερικοί βεβαιώθηκαν κατά το θάνατό τους και τα σώματά τους ευωδίασαν μετά θάνατον σε ένδειξη της σωτηρίας τους· είχαν βέβαια τη χάρη του βαπτίσματος όπως όλοι, αλλά εξαιτίας της αιχμαλωσίας και της άγνοιας του νου τους δεν την κοινώνησαν μυστικά όσο ήταν ακόμη στη ζωή.

Άλλοι ευδοκιμούν και στα δυο, στην ψαλμωδία και στην προσευχή, και έτσι ζουν, έχοντας πλούσια τη χάρη και αεικίνητη και ποτέ δεν εμποδίζονται από τίποτε. Άλλοι κράτησαν μέχρι τέλους κυρίως την ησυχία, όντας απλοϊκοί, και περιορίζονταν μόνο στην προσευχή, κάνοντας πάρα πολύ καλά, μόνοι ενωμένοι με μόνο το Θεό. Γιατί οι τέλειοι, όπως είπαμε, όλα τα μπορούν με τη χάρη του Χριστού, που τους ενδυναμώνει (Φιλιπ. 4, 13). Σ' Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Τί να πω για την κοιλιά, τη βασίλισσα των παθών; Αν μπορέσεις να τη νεκρώσεις και να την κάνεις σαν μισοπεθαμένη, μην υποχωρήσεις. Εμένα, αγαπητέ, με έχει κατακυριέψει και την λατρεύω σαν δούλος της και συνθηκολογημένος μαζί της, αυτή η συνεργός των δαιμόνων και η κατοικία των παθών. Είναι αυτή που προκαλεί την πτώση μας, αλλά και την έγερσή μας όταν πειθαρχεί. Από αυτή έχομε ξεπέσει τόσο από το πρώτο, όσο κι από το δεύτερο θεϊκό μας αξίωμα. Αφού δηλαδή καταστράφηκε το αρχικό θεϊκό αξίωμά μας, ανακαινιστήκαμε πάλι με τη χάρη του Χριστού.

Και να τώρα πάλι έχομε ξεπέσει από το Θεό, επειδή αμελήσαμε τις εντολές που διατηρούν και αυξάνουν τη χάρη με την προκοπή μας, ακόμη κι αν από άγνοια υπερηφανευόμαστε και νομίζομε ότι είμαστε με το Θεό. Τα σώματα έχουν πολλές διαφορές στην τροφή, όπως έχουν πει οι Πατέρες. Άλλος έχει ανάγκη από πολλή τροφή, άλλος από λίγη για τη διατήρηση της φυσικής δυνάμεώς του, κι ο καθένας τρώει ανάλογα με τη δύναμη και τη σωματική του κατάσταση.

Ο ησυχαστής όμως πρέπει να περνά πάντοτε με στέρηση και να μη χορταίνει. Γιατί όταν βαρύνει το στομάχι, θολώνει ο νους και έτσι ούτε την προσευχή μπορεί να λέει δυνατά και καθαρά. Αλλά από τη χώνευση των πολλών φαγητών νυστάζει και θέλει να κοιμηθεί γρήγορα, οπότε πάρα πολλές φαντασίες ορμούν στο νου κατά τον ύπνο. Για εκείνον λοιπόν που θέλει να σωθεί και βιάζει τον εαυτό του για τον Κύριο να ζει ησυχαστικά, αρκεί νομίζω μιά λίτρα ψωμί και τρία ή τέσσερα ποτήρια νερό και κρασί την ημέρα. Από τα φαγητά που βρίσκονται, να τρώει την κατάλληλη ώρα λίγο απ' όλα, χωρίς να χορταίνει.

Ενεργώντας έτσι σοφά στο θέμα αυτό, θα μπορέσει ν' αποφύγει την υπερηφάνεια, αφού θα τρώει απ' όλα, αλλά και δε θα σιχαθεί τα έργα του Θεού, τα "καλά λίαν" (Γεν. 1, 31), και θα τον ευχαριστεί για όλα. Αυτή είναι η διάκριση των φρονίμων. Για τους ασθενείς όμως στην πίστη και στην ψυχή, η αποχή από τα φαγητά είναι συμφερότερη· σ' αυτούς ο Απόστολος παραγγέλλει να τρώνε χορταρικά (Ρωμ. 14, 2), αφού δεν πιστεύουν ότι θα φυλαχθούν από το Θεό.

Τί να σου πω, που ζήτησες κανόνα και βάρος πολύ, ενώ είσαι γέρος; Δεν μπορούν οι νέοι να κρατήσουν με ζύγι και μέτρο, και πώς θα μπορέσεις εσύ; Πρέπει να κρατάς την ελευθερία σου σε όλα, όταν τρώς κάτι. Αν όμως νικιέσαι, να μετανοείς και να ξαναεπιχειρήσεις, και μην πάψεις να κάνεις έτσι πάντοτε, όταν πέφτεις δηλαδή να σηκώνεσαι κατηγορώντας πάντοτε τον εαυτό σου και όχι άλλον, και θα βρεις ανάπαυση, κερδίζοντας σοφά τη νίκη με πτώσεις, κατά τη Γραφή. Αλλά μην παραβαίνεις τον όρο που σου έθεσα και αυτό σου αρκεί. Γιατί τίποτε δε δυναμώνει το σώμα τόσο, όσο το ψωμί και το νερό.

Γι' αυτό έλεγε ο Προφήτης, παραβλέποντας όλα τ' άλλα: «Υιέ ανθρώπου, θα φας το ψωμί σου με το ζύγι και θα πιεις το νερό με μέτρο» (Ιεζ. 4, 16). Το φαγητό έχει τρεις όρους: εγκράτεια, αυτάρκεια και κόρο. Εγκράτεια είναι να πεινάς μετά το φαγητό. Αυτάρκεια είναι μήτε να πεινάς μήτε να νιώθεις βάρος. Κόρος δε, να νιώθεις λίγο βάρος μετά το φαγητό. Να χορτάσεις τώρα, και να συνεχίσεις να τρως, αυτό είναι η θύρα της γαστριμαργίας, από την οποία μπαίνει η πορνεία. Εσύ, έχοντας καλά αυτά υπόψη σου, διάλεξε το κατά τη δύναμή σου καλύτερο, χωρίς να ξεπερνάς τους όρους. Γιατί μόνον οι τέλειοι μπορούν κατά τον Απόστολο και να πεινούν και να χορταίνουν και να είναι σε όλα δυνατοί (Φιλιπ. 4, 12).

Περί πλάνης και διαφόρων ζητημάτων

Πρόσεξε τί θέλω να γνωρίζεις με ακρίβεια περί της πλάνης, ώστε να φυλάγεσαι απ' αυτήν, μην τυχόν από άγνοια πάθεις μέγιστη βλάβη και χάσεις την ψυχή σου. Το αυτεξούσιο του ανθρώπου εύκολα κλίνει σε κοινωνία με τους δαίμονες, και μάλιστα των ανθρώπων εκείνων που δεν έχουν πείρα, και είναι σαν να κυβερνιούνται από αυτούς.

Γιατί κοντά και γύρω στους αρχαρίους και τους ιδιόρρυθμους περιφέρονται οι δαίμονες ετοιμάζοντας παγίδες λογισμών και λάκκους πτώσεων και όλεθρο διά μέσου φαντασιών. Η πόλη τους δηλαδή βρίσκεται κάτω από την εξουσία των βαρβάρων. Και δεν πρέπει να απορούμε αν κάποιος πλανήθηκε, ή έχασε το νου του, ή δέχθηκε ή δέχεται πλάνη, ή βλέπει πράγματα ξένα προς την αλήθεια, ή λέει από απειρία και άγνοια πράγματα που δεν πρέπει.

Γιατί πολλές φορές κάποιος μιλώντας από αμάθεια για την αλήθεια, και λέγοντας χωρίς να καταλάβει άλλ' αντ' άλλων, δε γνωρίζει να πει τα ορθά, κι έτσι τάραξε πολλούς και με την ανοησία του προκάλεσε ντροπή και γέλια σε βάρος των ησυχαστών. Δεν είναι θαυμαστό να πλανηθεί κάποιος αρχάριος και ύστερα από πολλούς κόπους· αυτό έγινε σε πολλούς και τωρινούς και παλιούς που αναζητούσαν το Θεό.

Η μνήμη του Θεού, δηλαδή η νοερά προσευχή, είναι υψηλότερη απ' όλες τις πνευματικές εργασίες. Αυτή είναι η κεφαλή των αρετών, επειδή είναι αγάπη Θεού. Κι εκείνος που θέλει να πλησιάσει στο Θεό με αναίδεια και θρασύτητα, και βιάζεται να τον ομολογεί καθαρά και να τον αποκτήσει μέσα του, εύκολα θανατώνεται από τους δαίμονες αν το επιτρέψει ο Θεός, γιατί ζήτησε με τόλμη και αυθάδεια όσα δεν ταιριάζουν στην κατάστασή του κι επιδίωξε με αλαζονεία να τα επιτύχει πρόωρα.

Πολλές φορές όμως ο Κύριος, ενώ μας βλέπει τολμηρούς στα μεγάλα και υψηλά, μας σπλαχνίζεται και δε μας παραχωρεί στον πειρασμό, για να αντιληφθεί καθένας μόνος του την υπερηφάνειά του και να μετανοήσει προτού γίνει όνειδος και περίγελως των δαιμόνων και άξιος να τον κλαίνε οι άνθρωποι, και μάλιστα εκείνος που επιζητεί με μακροθυμία και ταπείνωση και, το μεγαλύτερο, με υποταγή και ερώτηση των εμπείρων αυτό το θαυμαστό έργο, μην τυχόν αντί σιτάρι θερίσει χωρίς να καταλάβει αγκάθια και αντί γλυκύτητα πίκρα, και αντί σωτηρία βρει την απώλειά του.

Γιατί μόνον οι δυνατοί και τέλειοι μπορούν να μονομαχούν πάντοτε με τους δαίμονες και να υψώνουν εναντίον τους το ξίφος του Πνεύματος, δηλαδή το λόγο του Θεού (Εφ. 6, 17). Οι αδύνατοι και αρχάριοι έχουν σαν οχυρό τους τη φυγή, με ευλάβεια και φόβο, αποφεύγοντας τον πόλεμο και μη τολμώντας πρόωρα, κι έτσι ξεφεύγουν το θάνατο.

Εσύ λοιπόν, αν ησυχάζεις σωστά, προσδοκώντας να είσαι μαζί με το Θεό, ποτέ να μην παραδεχθείς ό,τι και αν δεις αισθητό ή νοερό, εξωτερικά ή εσωτερικά, ακόμα και οπτασία Χριστού, ή δήθεν Αγγέλου, ή μορφή Αγίου, ή να φαντάζεσαι φως με το νου σου ή να δίνεις σ' αυτόν σχήμα. Γιατί κι ο ίδιος ο νους έχει από τη φύση του τη δύναμη της φαντασίας και εύκολα μπορεί να σχηματίζει τις μορφές όσων επιθυμεί, σ' εκείνους που δεν τον προσέχουν ακόμα με ακρίβεια, και προκαλεί βλάβη και στον εαυτό του.

Ακόμη και η μνήμη των αγαθών ή των κακών, συνηθίζει να δίνει ξαφνικά μορφή στην αίσθηση του νου και να οδηγεί στη φαντασία, οπότε ένας τέτοιος γίνεται μόνος του φανταστής και όχι ησυχαστής. Γι' αυτό πρόσεχε μη συγκατατεθείς και πιστέψεις αμέσως κάτι τί, ας είναι και αγαθό, προτού το εξετάσεις πολύ και ρωτήσεις τους έμπειρους, για να μη βλαφθείς. Σ' αυτό το πράγμα να είσαι διστακτικός κρατώντας πάντοτε το νου σου χωρίς χρώμα, χωρίς μορφή, χωρίς σχήμα.

Πολλές φορές κάτι που έστειλε ο Θεός για δοκιμή και ως στεφάνι, πολλούς τους έβλαψε. Γιατί ο Κύριος μας θέλει να δοκιμάζει το αυτεξούσιό μας, προς τα που κλίνει. Εκείνος που είδε κάτι με τη διάνοια ή με την αίσθησή του, ακόμη κι αν προέρχεται από το Θεό, και το δεχθεί χωρίς τη γνώμη των εμπείρων, εύκολα πέφτει ή θα πέσει σε πλάνη ως εύπιστος.

Ο αρχάριος πρέπει να προσέχει στην καρδιακή ενέργεια που είναι απλανής, κι όλα τα άλλα να μην τα παραδέχεται μέχρις ότου ειρηνεύσει από τα πάθη. Γιατί ο Θεός δεν αγανακτεί εναντίον εκείνου που προσέχει με ακρίβεια τον εαυτό του, από το φόβο της πλάνης, ακόμη και αν αυτός δε δεχθεί εκείνο που του έστειλε, χωρίς να ερωτήσει και να ερευνήσει πολύ· μάλλον τον επαινεί ως σοφό, αν και εναντίον μερικών αγανάκτησε.

Δεν πρέπει όμως όλους να τους ερωτά, παρά ένα, που να του έχουν εμπιστευθεί την καθοδήγηση και άλλων και να έχει ζωή που αστράφτει από αρετή, φτωχό αλλά που να κάνει πλούσιους πολλούς, κατά τη Γραφή (Β΄ Κορ. 6, 10). Γιατί πολλοί άπειροι έβλαψαν πολλούς ανόητους, των οποίων θα έχουν το κρίμα μετά θάνατον. Δεν ταιριάζει σ' όλους να οδηγούν άλλους, αλλά σ' εκείνους που δόθηκε η θεία διάκριση, η οποία ονομάζεται από τον Απόστολο "διάκρισις πνευμάτων" (Α΄ Κορ. 12, 10) και ξεχωρίζει το χειρότερο από το καλύτερο με τη μάχαιρα του λόγου.

Ο καθένας έχει δική του γνώση και διάκριση, φυσική ή πρακτική ή από μάθηση, δεν έχουν όμως όλοι τη διάκριση του Πνεύματος. Γι' αυτό έλεγε ο σοφός Σειράχ: «Οι φίλοι σου, με τους οποίους θα ειρηνεύεις, να είναι πολλοί, οι σύμβουλοί σου όμως ένας στους χίλιους» (Σ. Σειρ. 6, 6). Και δεν είναι μικρός ο αγώνας να βρείς οδηγό που δεν πλανάται και στα έργα και στα λόγια και στα νοήματα.

Ο απλανής οδηγός φαίνεται από το αν η ζωή του και η φρόνησή του συμφωνεί με τις μαρτυρίες των θείων Γραφών κι αν είναι μετριόφρων. Και δεν είναι λίγη η βία που χρειάζεται για να φτάσει κανείς φανερά την αλήθεια και να καθαρθεί από ό,τι είναι αντίθετο στη χάρη. Γιατί ο διάβολος συνηθίζει να παρουσιάζει την πλάνη του με το σχήμα της αλήθειας, και μάλιστα στους αρχαρίους, μετασχηματίζοντας τα πονηρά του σχέδια σε πνευματικά.

Γι' αυτό το λόγο, εκείνος που αγωνίζεται να φτάσει στην καθαρή προσευχή, οφείλει να πορεύεται μέσα στην ησυχία, με μεγάλο τρόμο και πένθος και με ερώτηση των εμπείρων για να τον οδηγούν να κλαίει πάντοτε για τις αμαρτίες του, να λυπάται και να φοβάται μήπως κολαστεί ή χάσει το Θεό και χωριστεί από Αυτόν τώρα ή στο μέλλον.

Όταν λοιπόν δει ο διάβολος κάποιον να ζει μέσα στο πένθος, δε μένει εκεί, γιατί δειλιάζει την ταπείνωση που προξενείται από το πένθος. Αν όμως δει κάποιον να φαντάζεται με υπερηφάνεια ότι θα φτάσει τα υψηλά, έχοντας πόθο σατανικό και όχι αληθινό, τότε εύκολα τον πιάνει στα δίχτυα του σαν υπηρέτη του.

Γι' αυτό είναι πολύ μεγάλο όπλο να κρατά κανείς την προσευχή και το πένθος, για να μην πέφτει από τη χαρά της προσευχής στην υπερηφάνεια, αλλά να προτιμά τη χαρμολύπη κι έτσι να μένει αβλαβής. Γιατί η απλανής προσευχή, η θέρμη δηλαδή μαζί με την προσευχή του Ιησού, ο οποίος έβαλε φωτιά στη γη της καρδιάς μας (Λουκ. 12, 49), είναι που κατακαίει τα πάθη σαν αγκάθια και προκαλεί στην ψυχή ευφροσύνη και ιλαρότητα· και αυτή δεν έρχεται ούτε από δεξιά, ούτε από αριστερά, ούτε από πάνω, αλλά αναβλύζει στην καρδιά σαν πηγή νερού από το ζωοποιό πνεύμα. Αυτή μονάχα πόθησε να βρεις και να αποκτήσεις μέσα στην καρδιά σου, κρατώντας πάντοτε το νου σου χωρίς φαντασίες και γυμνό από νοήματα και λογισμούς· και μη φοβάσαι.

Εκείνος που είπε: «Έχετε θάρρος, εγώ είμαι· μη φοβάστε» (Ματθ. 14, 27), Αυτός είναι μαζί μας (τον οποίο παρακαλούμε να μας υπερασπίζει πάντοτε), και δεν πρέπει να δειλιάζομε ή να στενάζομε όταν επικαλούμαστε το Θεό.

Αν τώρα είναι και μερικοί που παρεξέκλιναν και βλάφθηκαν τα μυαλά τους, πρόσεξε ότι το έπαθαν αυτό από ιδιορρυθμία και υψηλοφροσύνη. Γιατί εκείνος που αναζητεί το Θεό με υποταγή και ερώτηση των άλλων και ταπεινοφροσύνη, δε θα βλαφθεί ποτέ, με τη χάρη του Χριστού, ο οποίος θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν (Α΄ Τιμ. 2, 4).

Κι αν συμβεί κάποιος πειρασμός, γίνεται για δοκιμή και στεφάνι και επισύρει γρήγορα τη βοήθεια του Θεού που τον παραχώρησε, με τρόπους που γνωρίζει Αυτός. Εκείνον που ζει ορθά και ενεργεί άμεμπτα και απέχει από ανθρωπαρέσκεια και υψηλοφροσύνη, ακόμη κι αν προκαλέσει εναντίον του αναρίθμητους πειρασμούς όλη η φάλαγγα των δαιμόνων, δε θα τον βλάψει, όπως λένε οι Πατέρες. Εκείνοι όμως που πορεύονται με αυθάδεια και σύμφωνα με τη δική τους κρίση, αυτοί εύκολα υφίστανται βλάβη.

Γι' αυτό ο ησυχαστής πρέπει πάντοτε να κρατά τη βασιλική οδό. Γιατί την υπερβολή στο κάθε τί, συνήθως την ακολουθεί εύκολα η υπερηφάνεια, την οποία διαδέχεται η πλάνη. Να κρατάς την ανάσα του νου, σφίγγοντας λίγο κατά την προσευχή το στόμα, κι όχι την ανάσα της μύτης, όπως κάνουν οι αμαθείς, για να μη βλαφθείς φουσκώνοντας.

Οι αρετές της ησυχίας είναι τρεις, και πρέπει να τις τηρούμε με ακρίβεια και να εξετάζομε κάθε στιγμή αν βαδίζομε διαρκώς στη γραμμή τους, μην τυχόν παρασυρόμαστε από τη λησμοσύνη και βαδίζομε έξω απ' αυτές. Και είναι οι εξής: η εγκράτεια, η σιωπή και η αυτομεμψία, δηλαδή η ταπείνωση. Είναι περιεκτικές αρετές και υποστηρίζουν η μία την άλλη, κι από αυτές γεννιέται η προσευχή κι ολοένα αυξάνει.

Η αρχή της χάρης στην προσευχή παρουσιάζεται σε μερικούς με διάφορες μορφές και με πολλούς τρόπους παρατηρείται και αναγνωρίζεται η κατανομή των χαρισμάτων του Πνεύματος, σύμφωνα με το θέλημά Του, όπως λέει ο Απόστολος(Εβρ. 2, 4), ώστε να φαίνεται και σ' εμάς κατά το παράδειγμα του προφήτη Ηλία του Θεσβίτη (Γ΄ Βασ. 19, 11-12).

Σε μερικούς δηλαδή, έρχεται σαν φοβερός άνεμος που διαλύει βουνά παθών και συντρίβει πέτρες, δηλαδή τις σκληρές καρδιές, έτσι ώστε από το φόβο η σάρκα καθηλώνεται και γίνεται νεκρή. Σε άλλους παρουσιάζεται στην αρχή σαν σεισμός, δηλαδή αγαλλίαμα στα σπλάχνα (το οποίο και σκίρτημα έχουν πει καθαρότερα οι Πατέρες), άυλο και ουσιώδες· γιατί το ανούσιο είναι ανυπόστατο και ανύπαρκτο.

Σε άλλους τέλος, και μάλιστα σ' εκείνους που πρόκοψαν στην προσευχή, ο Θεός ενεργεί σαν απαλή και ειρηνική αύρα φωτός, καθώς μέσα στην καρδιά τους, όπως λέει ο Απόστολος (Εφ. 3, 17), κατοίκησε ο Χριστός και φανερώνεται μυστικά με τη χάρη του Πνεύματος. Γι' αυτό έλεγε ο Θεός στον Ηλία στο όρος Χωρήβ, ότι «ο Κύριος δεν είναι ούτε στο φοβερό άνεμο, ούτε στο σεισμό (δηλαδή στις μερικές ενέργειες των αρχαρίων), αλλά σε απαλή αύρα φωτός, εκεί είναι ο Κύριος» (Γ΄ Βασ. 19, 11-12). Μ' αυτό μας υπέδειξε την τελειότητα της προσευχής.

Τί θα κάνει κανείς όταν ο δαίμονας μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός (Β΄ Κορ. 11, 14) και παραπλανά τον άνθρωπο;

Γι' αυτό έχει ανάγκη ο άνθρωπος από μεγάλη διάκριση, για να γνωρίζει καλά τη διαφορά του καλού και του κακού. Μην παραδέχεσαι λοιπόν γρήγορα τα φαινόμενα από ελαφρότητα, αλλά να μένεις βαρύς και ύστερα από πολλή δοκιμασία να κρατάς το καλό και να απορρίπτεις το κακό (Α΄ Θεσ. 5, 21-22). Οφείλεις να δοκιμάζεις και να διακρίνεις τα πράγματα, και τότε να πιστεύεις.

Πρέπει να γνωρίζεις ότι είναι φανερές οι ενέργειες της χάρης, τις οποίες ο δαίμονας, όσο κι αν μετασχηματίζεται σε άγγελο, δεν μπορεί να σου τις δώσει. Ούτε πραότητα δίνει, ούτε επιείκεια, ούτε ταπείνωση, ούτε μίσος του κόσμου, ούτε παύει τις ηδονές και τα πάθη· αυτά είναι ενέργειες της χάρης. Η ενέργεια του δαίμονα είναι αλαζονεία και υψηλοφροσύνη και δειλία και κάθε κακία. Από την ενέργεια λοιπόν μπορείς να μάθεις αν το φως που έλαμψε στην ψυχή σου είναι από το Θεό ή από το σατανά.

Το μαρούλι είναι όμοιο στην εμφάνιση με την πικραλίδα και το ξίδι όμοιο στο χρώμα με το κρασί, αλλά ο λάρυγγας καταλαβαίνει και διακρίνει τη διαφορά τους από τη γεύση. Έτσι και η ψυχή, αν έχει διάκριση, αναγνωρίζει από τη νοερή αίσθηση τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και τις φαντασίες του σατανά. 

--------------------------------------------------------------
Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, δ΄τόμος, σελ. 230-239).

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Ἱερὰ Ἐξομολόγηση: Ἐρωτήματα καὶ Ἀπαντήσεις


ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Τι είναι η Εξομολόγηση;

Η Εξομολόγηση είναι ενα από τα βασικά μυστήρια της Εκκλησίας. Μας δίνει τη δυνατότητα νά «συμφιλιωθούμε» με τον Θεό, νά εξετάσουμε την πίστη και τη ζωή μας και νά εξασφαλίσουμε πνευματική υγεία. Είναι πράξη μετανοίας. Και μετάνοια σημαίνει αλλαγή του εαυτού μας, στροφή, μεταμόρφωση. Όταν αμαρτάνουμε απομακρυνόμαστε από τον Θεό. Όταν όμως μετανοούμε, ομολογούμε τις αμαρτίες μας και ζητάμε συγχώρεση, επιστρέφουμε σ’ Αυτόν.

Η Εξομολόγηση μας απαλλάσσει από το βάρος της αμαρτίας. Επιπλέον μας δίνει τήν ευκαιρία νά συζητήσουμε τους βαθύτερους προβληματισμούς μας, νά δεχτούμε συμβουλές και νά ενισχυθούμε πνευματικά.

Πώς καθιερώθηκε; Μήπως πρόκειται για πρόσφατη επινόηση τών κληρικών;

Το μυστήριο καθιερώθηκε από τόν ίδιο τον Χριστό. Αυτός έδωσε στους Αποστόλους τήν εξουσία νά συγχωρούν αμαρτίες (Ιω. 20,23). Στή συνέχεια οι Απόστολοι μετέδωσαν τό χάρισμα αυτό στους επισκόπους και τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας. Έτσι, μέσω της κανονικής χειροτονίας διαιωνίζεται.

Είναι απαραίτητη η Εξομολόγηση για όλους;

Μόνο ένας αναμάρτητος δέ χρειάζεται Εξομολόγηση. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει ότι όποιος θεωρεί τόν εαυτό του αναμάρτητο βρίσκεται σε πλάνη και μακριά από τήν αλήθεια (Α’ Ιω. 1, 8). Αλλά και ο μόνος άναμάρτητος, ο Χριστός, δέχτηκε τό βάπτισμα της μετανοίας από τόν Πρόδρομο και έδειξε τήν αναγκαιότητα του μυστηρίου. Γι’ αυτό η Εξομολόγηση αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο τής ορθόδοξης χριστιανικής ζωής.

Ποιος μπορεί νά εξομολογεί;

Όπως προαναφέραμε, η Εξομολόγηση γίνεται σε έναν πνευματικό. Δηλαδή σε ιερέα ο οποίος έχει επιλεγεί ειδικά γι’ αυτό τό έργο. Χρειάζεται βέβαια να επικοινωνήσουμε μαζί του για να μας ορίσει τον χρόνο και τόν τόπο, εκτός και αν εξομολογεί σέ καθορισμένες τακτικές ημέρες και ώρες, οπότε δεν είναι απαραίτητη η προηγούμενη συνεννόηση.

Και ο πνευματικός έχει αμαρτίες!

Ο πνευματικός δέ συγχωρεί τις αμαρτίες μας με τή δική του αγιότητα ή δύναμη, αλλά με τή χάρη πού του δόθηκε από τόν Θεό· αυτός μεσολαβεί μόνο. ΤΙς δικές του αμαρτίες φροντίζει νά τις εξομολογείται και αυτός σέ κάποιον άλλον πνευματικό.

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Που γίνεται η Εξομολόγηση;

Συνήθως η Εξομολόγηση γίνεται στο ναό. Μπορεί όμως νά γίνει και σέ κάποιο παρεκκλήσι ή άλλον χώρο.

Πώς γίνεται;

Καθόμαστε αντικρίζοντας τις εικόνες και μέ τήν προτροπή του πνευματικού εξομολογούμαστε τις αμαρτίες μας. Μπορούμε επίσης νά συμβουλευτούμε τόν πνευματικό γιά κάποιο θέμα πού μας απασχολεί. Όταν ολοκληρώσουμε τήν εξομολόγηση γονατίζουμε και ο πνευματικός βάζοντας τό πετραχήλι (σύμβολο της ιερατικής λειτουργίας του) πάνω στό κεφάλι μας ζητά από τόν Θεό τήν άφεση των αμαρτιών μας. Φεύγοντας ασπαζόμαστε τό πετραχήλι και το χέρι του πνευματικού.

Τι πρέπει να πώ στην Εξομολόγηση;

Στην Εξομολόγηση εξετάζουμε τα αισθήματα, τις σκέψεις, τα λόγια, τις πράξεις, τη συμπεριφορά, τις συνήθειες, τις αξίες, τις προτεραιότητες, τους στόχους, την κατεύθυνση και τον τρόπο της ζωής μας. Δέν περιοριζόμαστε στην προσωπική μας πνευματική ζωή, αλλά συνεξετάζουμε τις οικογενειακές σχέσεις, τις κοινωνικές σχέσεις, την εργασία, ακόμα και τη διασκέδασή μας. Και αυτό επειδή όλη μας η ζωή πρέπει να φωτιστεί από το Άγιο Πνεύμα. Όχι για να καταδικάσουμε τον εαυτό μας, αλλά για να εξασφαλίσουμε τήν πορεία μας προς τον Χριστό. Μπορούμε λοιπόν να θέσουμε στην κρίση του πνευματικού ζητήματα που μας απασχολούν, ώστε νά πάρουμε αποφάσεις και νά κάνουμε επιλογές πού μας προάγουν πνευματικά αποφεύγοντας ταυτόχρονα άλλες που μπορούν να ζημιώσουν τήν ψυχή μας.

Δε σκότωσα, ούτε έκλεψα… τί νά εξομολογηθώ;

Όταν έχουμε τέτοια απορία, αποκαλύπτουμε ότι δε γνωρίζουμε τή διδασκαλία του Χρίστου. Επειδή ο Χριστός μας διδάσκει ότι και οί αμαρτωλοί λογισμοί ακόμα μας απομακρύνουν από τον Θεό. Επίσης, αμαρτάνουμε όχι μόνο όταν πράττουμε κάτι κακό, άλλα και όταν δέν εφαρμόζουμε τό καλό. Άραγε ποιος μπορεί νά ισχυριστεί ότι εκπληρώνει πραγματικά την εντολή της αγάπης και μάλιστα προς τους εχθρούς του;

Υπάρχει ένας εύκολος τρόπος εξέτασης του εαυτού μου σύμφωνα με τό νόμο του Θεού;

Υπάρχουν οι Δέκα Εντολές και η ερμηνεία τους κάτω από τό πρίσμα της Καινής Διαθήκης. Τό τελειότερο όμως και ακριβέστερο κριτήριο είναι η εντολή της αγάπης προς τον Θεό και προς τόν συνάνθρωπο. Σύμφωνα μέ τά λόγια του Χριστού, σ’ αυτή τήν εντολή περιέχονται όλες οί άλλες εντολές (βλ. Ματθ. 22,40). Δε μπορούμε, για παράδειγμα, να αγαπάμε τόν Θεό και νά παραβαίνουμε τις εντολές Του. Ούτε γίνεται να αγαπάμε τους ανθρώπους και ταυτόχρονα να διαπράττουμε αδικίες σέ βάρος τους. Μάλιστα η γνησιότητα της αγάπης προς τον Θεό αποκαλύπτεται από την αγάπη προς τον συνάνθρωπο (Α’ Ιω. 4,20). Έτσι, όταν αδιαφορούμε για τους άλλους ή τους κακομεταχειριζόμαστε, δείχνουμε ότι δεν έχουμε αγάπη προς τον Θεό. Περιφρονούμε την εντολή Του για την αγάπη προς τον συνάνθρωπο και δέ σεβόμαστε τά δημιουργήματα Του.

Μου φαίνεται δύσκολο νά μιλήσω για τόσο προσωπικά Θέματα. Αισθάνομαι ντροπή. Τί θα σκεφτεί ο πνευματικός;

Πρέπει νά βλέπουμε τό εξομολογητήριο σαν ιατρείο και τον πνευματικό σάν γιατρό. Για εμάς η Εξομολόγηση είναι θέμα ψυχικής -συχνά και σωματικής- υγείας. Για τον πνευματικό πάλι είναι κάτι τό συνηθισμένο. Δεν πρόκειται νά σοκαριστεί από τις δικές μας αμαρτίες. Σίγουρα έχει ακούσει χειρότερες. Εξάλλου, δεν είναι περίεργο η ντροπή, πού μας λείπει την ώρα της αμαρτίας, νά μας κυριεύει τήν ώρα της μετανοίας;

Φοβάμαι μήπως ο πνευματικός φανερώσει τις αμαρτίες μου.

Ο πνευματικός έχει ιερό καθήκον να τηρεί τό απόρρητο της Εξομολογήσεως, τό οποίο μάλιστα αναγνωρίζεται και από τόν νόμο. Σε περίπτωση παράβασης αυτού του καθήκοντος ελέγχεται από τόν Επίσκοπο του και τήν Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη. Όπως αναφέραμε πρωτύτερα, τόν πνευματικό θα πρέπει νά τόν αντιμετωπίζουμε ως θεραπευτή. Έτσι χρειάζεται νά τόν περιβάλλουμε και με ανάλογη εμπιστοσύνη. Γιά τον λόγο αυτόν επιλέγουμε ελεύθερα και με δική μας ευθύνη τον πνευματικό, ώστε νά είναι πρόσωπο μέ πίστη και αρετή και νά έχει τήν καλή μαρτυρία των πιστών. Μάλιστα η παράδοση τής Εκκλησίας μας συνιστά τήν τακτική εξομολόγηση στον ίδιο πνευματικό και τήν αποφυγή της εναλλαγής του. Εξάλλου, έχει διαπιστωθεί ότι συνήθως εμείς οί ίδιοι γινόμαστε αιτία κοινοποίησης τής προσωπικής μας ζωής, όταν τήν εμπιστευόμαστε σε ακατάλληλα πρόσωπα, τά οποία δεν έχουν καν τήν ιδιότητα του πνευματικού.

Πώς πρέπει νά λέγονται οι αμαρτίες στον πνευματικό;

Αρκεί μία απλή, σαφής και σύντομη αναφορά. Δε χρειάζονται ούτε λεπτομέρειες (ιδιαίτερα για τά σαρκικά θέματα), ούτε μακροσκελείς εισαγωγές ή δικαιολογίες. Αν είναι απαραίτητο, θα ζητήσει ο πνευματικός περισσότερες πληροφορίες. Αυτό που σίγουρα χρειάζεται είναι ταπείνωση και συναίσθηση των αμαρτιών μας.

Τι μπορεί να μου πει ο πνευματικός;

Νά εξηγήσει τή σπουδαιότητα μιας αμαρτίας. Να συμβουλεύσει για τήν αποφυγή της. Νά δώσει απάντηση σε κάποιο ερώτημα που του θέσαμε.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Μετά τήν ευχή του πνευματικού έχουν συγχωρεθεί όλες οι αμαρτίες μου; Μήπως κάποιες θα πρέπει νά τις εξομολογηθώ πάλι;

Η ευχή του πνευματικού δίνει τήν άφεση όλων των αμαρτιών πού έξαγορεύσαμε. Συνεπώς τυχόν αμφιβολία μας για τό θέμα αυτό δείχνει έλλειψη πίστης στο μυστήριο και στή δύναμη του Θεού. Αν πάλι δέν αναφέραμε κάτι βασικό σε σχέση με κάποια αμαρτία, χρειάζεται τήν επόμενη φορά νά τό διευκρινίσουμε.

Αν ξεχάσω κάποια αμαρτία; Αν κρύψω κάποια από ντροπή;

Αν ξεχάσαμε κάτι και εφόσον δεν είναι σοβαρό, μπορούμε νά το αναφέρουμε στην επόμενη εξομολόγηση. Αν όμως παραλείψαμε κάποια αμαρτία εσκεμμένα, τότε δεν πρέπει να θεωρούμε ότι μας δόθηκε άφεση και δεν πρέπει νά κοινωνήσουμε, ακόμη και αν πήραμε την άδεια του πνευματικού.

Είναι απαραίτητη η Θεία Κοινωνία μετά την Εξομολόγηση;

Η μετάνοια δεν περιορίζεται στο μυστήριο της Εξομολογήσεως. Η «συμφιλίωση» και η ενωσή μας με τον Θεό δεν ολοκληρώνεται χωρίς τη Θεία Κοινωνία. Αύτη είναι ή μυστηριακή ένωση με τον Θεάνθρωπο Χριστό. Το αποκορύφωμα των μυστηρίων. Η Εξομολόγηση μας προετοιμάζει για τη Θεία Κοινωνία.

Μπορώ νά κοινωνήσω λοιπόν αφού εξομολογήθηκα;

Μετά τήν εξομολόγηση θα πρέπει νά ζητήσουμε από τον πνευματικό τήν άδεια νά μεταλάβουμε. Αυτός θά ορίσει τον χρόνο, τή συχνότητα και τον τρόπο της προετοιμασίας μας (νηστεία, προσευχή, συγχώρεση – συμφιλίωση με τους άλλους).

Όμως, τί νόημα έχει νά εξομολογούμαι τακτικά, όταν γνωρίζω ότι θά επαναλάβω τις ίδιες αμαρτίες;

Όπως κάποιος πού πάσχει από χρόνια ασθένεια δεν παύει νά προσπαθεί για τήν απαλλαγή του, έτσι και εκείνος πού επιθυμεί πραγματικά τήν πνευματική υγεία φροντίζει αδιάκοπα νά τήν αποκτήσει. Αυτός είναι ο πνευματικός αγώνας του ανθρώπου· η διά βίου μετάνοια. Το μυστήριο της Εξομολόγησης εξασφαλίζει ότι καμμιά αμαρτία δε μπορεί νά μας απομακρύνει από τό έλεος του Θεού. Μόνο η έλλειψη μετανοίας μπορεί νά μας καταδικάσει στην αίώνια στέρηση Του.