Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Εσύ ο ίδιος δεν ακούς την προσευχή σου, και θέλεις να την ακούσει ο Θεός;


Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Πολλοί μπαίνουν στην εκκλησία, λένε διάφορες προσευχές και βγαίνουν. Βγαίνουν, χωρίς να γνωρίζουν τι είπαν. Τα χείλη τους κινούνται, αλλά τ’ αυτιά τους δεν ακούνε.

Εσύ ο ίδιος δεν ακούς την προσευχή σου, και θέλεις να την ακούσει ο Θεός;

“Γονάτισα”, λες. Γονάτισες, αλλά, ενώ το σώμα σου ήταν μέσα, ο νους σου πετούσε έξω. Με το στόμα έλεγες την προσευχή και με τη σκέψη λογάριαζες τόκους, έκανες συμβόλαια, πουλούσες εμπορεύματα, αγόραζες κτήματα, συναντούσες τους φίλους σου. Γιατί ο διάβολος, που είναι πονηρός και γνωρίζει ότι στον καιρό της προσευχής μεγάλα πράγματα κατορθώνουμε, τότε ακριβώς έρχεται και σπέρνει λογισμούς μέσα μας. 

Να, πολλές φορές είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και τίποτα δεν συλλογιζόμαστε· πάμε στην εκκλησία για να προσευχηθούμε, και τότε χίλιες σκέψεις περνούν από το νου μας.

Έτσι χάνουμε τους καρπούς της προσευχής, φεύγοντας από το ναό με άδεια χέρια. Το ίδιο, βέβαια, γίνεται και όταν προσευχόμαστε στο σπίτι μας ή οπουδήποτε αλλού.

Κάθε φορά, λοιπόν, που, καθώς προσευχόμαστε, συνειδητοποιούμε ότι ο νους μας έχει φύγει από το Θεό κι έχει στραφεί σε βιοτικά πράγματα, ας τον φέρνουμε πίσω, αναγκάζοντάς τον να μένει σταθερά και προσεκτικά προσκολλημένος στα νοήματα της προσευχής. 

Ας επαναλαμβάνουμε, μάλιστα, την προσευχή από την αρχή.

Ο θάνατος των αμαρτωλών και ο θάνατος των δικαίων!


Άγιος Λουκάς ο Ιατρός

Πριν γίνει ο προφήτης Δαβίδ βασιλιάς του Ισραήλ υπηρετούσε τον βασιλιά Σαούλ. Ο Σαούλ, επειδή γνώριζε ότι ο Δαβίδ θα πάρει το θρόνο, τον καταδίωκε, προσπαθώντας να τον θανατώσει. Μια φορά όταν η ζωή του κινδύνευε, ο προφήτης Δαβίδ είπε σ' αυτούς που ήταν τότε μαζί του· «Ένα βήμα με χωρίζει από τον θάνατο» (Α' Βασ. 20, 3).

Θυμήθηκα τώρα αυτά τα λόγια γιατί πριν μία εβδομάδα έπρεπε να τα πω και εγώ. Ένα μόνο βήμα με χώριζε από το θάνατο. Για ένα διάστημα ήμουν σχεδόν πεθαμένος, σχεδόν καθόλου δεν είχα σφυγμό και η καρδιά μου παρά λίγο να σταματήσει να χτυπά. Αλλά ο Κύριος με σπλαχνίστηκε. Και τώρα ακόμα είμαι αδύναμος και μόνο καθισμένος μπορώ να μιλάω με σας.

Θέλω να σας πω κάτι πολύ σημαντικό, θέλω να σας πω για την μνήμη του θανάτου, διότι ο θάνατος βρίσκεται πολύ κοντά στον καθένα μας, όπως ήταν τόσο κοντά σε μένα το προηγούμενο Σάββατο. Ο καθένας από μας μπορεί να πεθάνει ξαφνικά, τότε που δεν περιμένει. Γνωρίζετε ότι η ζωή πολλών ανθρώπων τελειώνει ξαφνικά και απρόοπτα.

Να θυμάστε πάντα, χαράξτε στην καρδιά σας τον λόγο αυτό του Χριστού· «Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι» (Λκ. 12, 35). Να θυμάστε πάντα τον λόγο αυτό και ποτέ να μην τον λησμονήσετε. Όταν οι άνθρωποι ετοιμάζονται να περπατήσουν ένα μακρύ δρόμο ή να κάνουν μία δύσκολη εργασία δένουν στη μέση τους το ζωνάρι. Και όταν περπατάνε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας έχουν μαζί τους λυχνάρια και είναι σημαντικό γι' αυτούς τα λυχνάρια αυτά να είναι πάντα αναμμένα.

Το ίδιο και στην πνευματική μας ζωή, η μέση μας πρέπει να είναι ζωσμένη και τα λυχνάρια μας αναμμένα. Πρέπει να είμαστε ακούραστοι εργάτες του Θεού και να αγωνιζόμαστε πάντα κατά του διαβόλου, ο οποίος σε κάθε μας βήμα προσπαθεί να μας αποτρέψει από τον Χριστό και να μας θανατώσει με τους πειρασμούς. Γι' αυτό ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας έδωσε αυτή την εντολή· «Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι».

Ποτέ να μην λησμονείτε ότι η επίγεια ζωή μας δόθηκε για να προετοιμαστούμε για την ζωή την αιώνια και η τύχη μας στην αιώνια ζωή θα κριθεί απ’ αυτό, πώς ζήσαμε εδώ.

Να είστε πιστοί στον Χριστό, πιστοί με τον τρόπο που ο ίδιος έδειξε στην Αποκάλυψη του αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου. Εκεί Αυτός λέει· «Γίνου πιστός άχρι θανάτου, και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής» (Απ. 2, 10).
Πρέπει να είμαστε πιστοί στον Θεό, πρέπει ακούραστα κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή να υπηρετούμε τον Θεό. Η ζωή μας είναι σύντομη, δεν μπορούμε να σπαταλάμε άσκοπα αυτές τις λίγες ώρες και ημέρες της ζωής μας, πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε την ώρα του θανάτου.

Όλοι οι άγιοι ασκητές είχαν πάντα στο νου τους την μνήμη του θανάτου. Μέσα στα κελλιά τους είχαν κρανίο για να το βλέπουν και να θυμούνται το θάνατο. Με δάκρυα το κοιτούσαν, σκεφτόμενοι ότι και αυτοί θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Υπηρετούσαν ακούραστα τον Θεό και δούλευαν εις τον Κύριον, όπως το έκανε ο όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ.

Εκείνοι, όπως και εσείς, άκουγαν κάθε μέρα στον εσπερινό τα λόγια του 33ου ψαλμού· «Θάνατος αμαρτωλών πονηρός» (Ψαλ. 33, 22). Όπως και εσείς, άκουγαν και αυτοί· «Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των όσιων αυτού» (Ψαλ. 115, 6). 

Φοβερό θάνατο έχουν οι αμαρτωλοί. Και έχω δει πολλά παραδείγματα. Όμως ένα γεγονός που έχω δει πρίν 40 χρόνια τόσο βαθιά αποτυπώθηκε στη μνήμη μου που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Ήμουν τότε επαρχιακός γιατρός και με κάλεσαν στο σπίτι ενός πολύ γνωστού σ' εκείνη την περιοχή πλούσιου γαιοκτήμονα, που ήταν άνθρωπος πολύ κακός. Όταν μπήκα μέσα στο σπίτι του, μου έκανε εντύπωση η ακαταστασία που υπήρχε εκεί. Άνθρωποι έτρεχαν από δω και από κει. Πάνω στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος ένας γέρος με πρόσωπο κατακόκκινο που μόλις με είδε άρχισε κυριολεκτικά να ουρλιάζει. Έλεγε· «Γιατρέ, παρακαλώ, σώσε με! Πεθαίνω και μόνο με τη σκέψη, ότι μπορώ να πεθάνω».

Πού ήταν πριν εκείνος ο άνθρωπος, τι σκεφτόταν όταν ταλαιπωρούσε τους άλλους; Τι σκεφτόταν όταν τους έπαιρνε όλα τους τα χρήματα; Τώρα ο θάνατος ήλθε, είναι εδώ και είναι αργά πλέον να λες· «Πεθαίνω και μόνο με τη σκέψη, ότι μπορώ να πεθάνω». Θα έπρεπε η ζωή σου να ήταν τέτοια ώστε να μην φοβάσαι τον θάνατο.

Ποιος δεν φοβάται τον θάνατο; Μόνο αυτός που ακολουθεί τον Χριστό, που όλη την ζωή του κατευθύνει με σκοπό να τελεί τις εντολές του. Τέτοιοι άνθρωποι δεν φοβούνται τον θάνατο. Γνωρίζουν την υπόσχεση που έδωσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στους μακαρισμούς· «Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς» (Μτ. 5, 12).

Τελείως διαφορετικός ήταν ο θάνατος των αγίων. Ο άγιος Σεραφείμ πέθανε γονατισμένος μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, στην οποία προσευχόταν πάντα. Έτσι στεκόμενος στα γόνατά του κοιμήθηκε και ήταν τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του.

Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός μας λέει· «Περιπατείτε έως το φως έχετε, ίνα μη σκοτία υμάς καταλάβη» (Ιω. 12, 35). Ακόμα έχετε το φως του Χριστού, ακόμα έχετε την δυνατότητα να πηγαίνετε στο ναό, να ακούτε τις εντολές, να ακούτε το Ευαγγέλιο. Να περπατάτε μέσα σ' αυτό το φως. Γιατί, όταν έλθει ο θάνατος, το φως αυτό θα σβήσει για σας. Πέραν του τάφου δεν υπάρχει μετάνοια και θα πάρετε ανταπόδοση σύμφωνη με όσα έχετε κάνει στη ζωή σας.

Περπατάτε λοιπόν στο φως όσο έχετε το φως, για να μην σας καταλάβει το σκοτάδι, το σκοτάδι το αιώνιο, το σκοτάδι του θανάτου. Ο θείος απόστολος Παύλος λέει· «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β' Κορ. 6, 2). 

Τώρα, όσο ζούμε, είναι για μας καιρός ευπρόσδεκτος, καιρός σωτηρίας. Τώρα πρέπει να σκεφτόμαστε την σωτηρία μας και να προετοιμαζόμαστε για την αιώνια ζωή. Αυτό κάνουν όλοι οι χριστιανοί, όλοι όσοι αγαπάνε τον Χριστό.

Πριν 70 χρόνια ζούσε στην Αγία Πετρούπολη ένας γιατρός που λεγόταν Γαάζ. Αυτός υπηρετούσε στις φυλακές και είχε καρδιά αγαθή, καρδιά γεμάτη ευσπλαχνία και αγάπη για τους ανθρώπους. Από την θέση του, του γιατρού των φυλακών, προσπαθούσε όσο μπορούσε να βοηθήσει τους δυστυχισμένους ανθρώπους που κρατιούνταν εκεί. Έβλεπε πως έστελναν στα κάτεργα αλυσοδέσμιους κατάδικους, γνώριζε ότι θα περπατήσουν με τα πόδια χιλιάδες βέρστια μέχρι να φτάσουν στην Σιβηρία και η καρδιά του έσφιγγε από τον πόνο. Για να αισθανθεί τον πόνο τους μια φορά φόρεσε στα πόδια του αλυσίδες και περπατούσε μ' αυτές ώρες στην αυλή του σπιτιού του. Όταν βρισκόταν στην κλίνη του θανάτου, ο άγιος αυτός άνθρωπος και γιατρός, είπε στους συγκεντρωμένους γύρω του ανθρώπους τα εξής θαυμαστά λόγια, τα οποία πρέπει να τα βάλουμε καλά στο νου μας· «Να βιάζεστε να κάνετε καλό για τους άλλους». Να βιάζεστε γιατί ο θάνατος όλους μας περιμένει. Να μην είστε επιπόλαιοι, να είστε πιστοί μέχρι θανάτου και θα σας δώσει ο Θεός το στέφανο της ζωής.

Ο προφήτης Ησαΐας είπε ένα λόγο, τον οποίο επίσης πρέπει καλά να θυμόμαστε και που πρέπει βαθιά να αποτυπωθεί στην καρδιά μας· «Έκστητε, λυπήθητε, αι πεποιθυΐαι, εκδύσασθε, γυμναί γένεσθε, περιζώσασθε σάκκους τας οσφύας» (Ησ. 32, 11).

Τρέμετε ανέγνοιαστες, να έχετε την μνήμη του θανάτου, να σκέφτεστε πάντα την ώρα όταν θ' αφήσετε αυτή την ζωή και ποτέ να μην το ξεχνάτε. Και για να μην το ξεχνάμε, για να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε την οδό του Χριστού και να μην φοβόμαστε τον θάνατο, χρειαζόμαστε βοήθεια από τον Παντοδύναμο Θεό. Χωρίς αυτή την βοήθεια δεν θα νικήσουμε τους πειρασμούς του διαβόλου, γι' αυτό πρέπει να ζητάμε να μας στείλει ο Θεός την χάρη του. Κύριε, ελέησε μας τους αμαρτωλούς, Κύριε, βοήθησε μας!

Πολλοί από μας έχουν ζωή που δεν αρμόζει στους χριστιανούς. Πολλοί είναι βεβαρημένοι με διάφορες αμαρτίες, πολλοί έχουν ξεχάσει τον λόγο του Θεού· «Το κέντρον του θανάτου η αμαρτία» (Α' Κορ. 15, 56). 

Ο θάνατος πληγώνει αυτόν που είναι δούλος της αμαρτίας. Τότε, αν είμαστε τόσο αδύναμοι, αν το ένδυμα της ψυχής μας είναι όλο μαύρο από τις αμαρτίες μας, δεν είμαστε και εμείς σαν τα σκυλιά, δεν πρέπει και εμείς να κράζουμε προς τον Θεό, όπως έκραζε εκείνη η Χαναναία γυναίκα; «Κύριε, είμαι σαν το σκυλί, αλλά ελέησόν με!»

«Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι». 
Αμήν.


ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ 
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΜΟΣ Γ’
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Σαν σήμερα (14/27 Φεβρουαρίου), το 1998, κοιμήθηκε ο Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης


Το αφιέρωμα αυτό αποτελεί παραγωγή του Γραφείου Τύπου της Ιεράς Μητροπόλεως Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας και παρουσιάστηκε σε εκδήλωση στο πλαίσιο των Παυλείων.


1ο μέρος


2ο μέρος

Άγιος Ραφαήλ, επίσκοπος Μπρούκλιν - Η.Π.Α (+27 Φεβρουαρίου 1915)


Ἀραβικῆς καταγωγῆς, γεννήθηκε τό 1860 στήν Συρία. Τό 1879 ἔγινε μοναχός ἀπό τόν Πατριάρχη Ἀντιοχείας Ἱερόθεο, ὁ ὁποῖος τόν προσέλαβε στήν προσωπική του ὑπηρεσία. 

Φοίτησε στήν Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης, μέ ὑποτροφεῖα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Διάκονος χειροτονήθηκε τό 1885 καί Πρεσβύτερος τό 1886. Ἀπό τόν Πατριάρχη Ἀντιοχείας Γεράσιμο (τοῦ ὁποίου ἦταν μόνιμος συνοδός - Ἱεροκήρυκας), στάλθηκε στήν Ρωσία γιά ἀνώτερες θεολογικές σπουδές καί φοίτησε στήν Θεολογική Ἀκαδημία τοῦ Κιέβου. Τό 1889 χειροθετήθηκε ἀρχιμανδρίτης ἀπό τόν Μητροπ. Μόσχας Ἰωαννίκιο καί ἀνέλαβε τόν Ναό τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας στήν Μόσχα.


Μετά τήν μετάθεση τοῦ Πατριάρχου Γερασίμου στόν Θρόνο τῶν Ἱεροσολύμων, ὁ π. Ραφαήλ ἀρθρογράφησε ὑπέρ τῆς ἐκλογῆς Ἄραβος Πατριάρχου στήν Ἀντιόχεια, μέ ἀποτέλεσμα νά ἔρθει σέ σύγκρουση μέ τόν Κυπριακῆς καταγωγῆς Πατριάρχη Κ/Πόλεως Σπυρίδωνα καί νά τεθεῖ σέ ἀργία. Μετά τήν συμφιλίωσή του μέ τόν Πατριάρχη Σπυρίδωνα, ὑπήχθηκε στήν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας καί ἀνέλαβε τήν ἕδρα τῶν Ἀραβικῶν Σπουδῶν στήν Θεολογική Ἀκαδημία τοῦ Καζάν.


Τό 1895 προσκλήθηκε ἀπό τήν Φιλανθρωπική Ἕνωση Συρορθοδόξων τῆς Νέας Ὑόρκης καί ἀνέλαβε τήν ἱεραποστολική αὐτή θέση, ἐργαζόμενος ὑπό τόν ἐπ. Τύχωνα, ἔπειτα Πατριάρχη Ρωσίας. Τό 1904 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Μπρούκλιν (ἦταν ὁ πρῶτος Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος πού χειροτονήθηκε στήν Ἀμερικανική ἥπειρο). Μετά τήν μετάθεση τοῦ ἐπ. Τύχωνος συνέχισε τήν ἱεραποστολική του ἐργασία ὑπό τόν Μητροπ. Πλάτωνα, ἐργαζόμενος ἑνωτικά μεταξύ τῶν διαφόρων ἐθνικοτήτων Ὀρθοδόξων τῆς Ἀμερικῆς.

 

Ὅταν κοιμήθηκε ἄφησε πίσω του 25.000 περίπου πιστούς, μέ 30 ἐνορίες καί πολλούς Κληρικούς.
Κοιμήθηκε τό 1915 μετά ἀπό σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα. Τό Λείψανό του βρέθηκε ἀδιάφθορο κατά τήν μεταφορά του στό Ἀντιοχειανό χωριό Λιγκονιέρ τῆς Πενσυλβάνια, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται.
Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε τόν Μάρτιο τοῦ 2000 ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἀμερικῆς καί τήν Ἀρχιεπισκοπή Βορείου Ἀμερικῆς τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας.

Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 27η Φεβρουαρίου.

Τί μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους;


π. Σεραφείμ Ρόουζ

Το ακόλουθο περιστατικό μας δείχνει πόσο σημαντική είναι η τέλεση μνημοσύνου στη θεία λειτουργία. 

Πριν την αφαίρεση των λειψάνων του Αγ. Θεοδοσίου του Τσερνίγκωφ (1896), ο φημισμένος Στάρετς Αλέξιος (1916), ιερομόναχος του Ερημητηρίου του Γκολοσεγιέφσκυ της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου, ο οποίος διεξήγαγε την ανακομιδή των λειψάνων, αποκαμωμένος καθώς καθόταν δίπλα στα λείψανα, λαγοκοιμήθηκε και είδε μπροστά του τον άγιο, ο οποίος του είπε: « Σ’ ευχαριστώ που κοπιάζεις για μένα και σε παρακαλώ θερμά, όταν τελέσεις τη θεία λειτουργία, να μνημονεύσεις τους γονείς μου» - και έδωσε τα ονόματά τους.

«Πώς μπορείς εσύ, ω Άγιε, να ζητάς τις δικές μου προσευχές, όταν εσύ ο ίδιος στέκεσαι στον ουράνιο Θρόνο και ικετεύεις το Θεό να δωρίσει στους ανθρώπους το έλεός Του»; ρώτησε ο ιερομόναχος.

«Ναι, αυτό είναι αλήθεια», απάντησε ο άγιος Θεοδόσιος, «αλλά η προσφορά στη θεία λειτουργία έχει περισσότερη δύναμη από την προσευχή μου».

Έτσι λοιπόν, οι παννυχίδες και η κατ’ οίκον προσευχή για τους νεκρούς είναι ευεργετικές για την ψυχή τους, όπως εξάλλου είναι και οι εις μνήμην τους αγαθοεργίες, όπως ελεημοσύνες ή συνεισφορές στην εκκλησία. Όμως ιδιαιτέρως ευεργετική είναι η τέλεση μνημόσυνου στην Θεία Λειτουργία. 

Πολλές εμφανίσεις νεκρών και άλλα περιστατικά τα οποία έχουν σημειωθεί επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Πολλοί άνθρωποι που πέθαναν εν μετανοία, αλλά που δεν μπόρεσαν να εκφράσουν έμπρακτα τη μετάνοιά τους όσο ζούσαν, ελευθερώθηκαν από τα μαρτύρια και βρήκαν ανάπαυση. 

Στην Εκκλησία πάντοτε προσφέρονται προσευχές υπέρ αναπαύσεως των νεκρών, και μάλιστα την ημέρα της Καθόδου του Αγίου Πνεύματος, στον εσπερινό της γονυκλισίας, υπάρχει μία ειδική ευχή «για τους ευρισκομένους στον άδη».

Οι προσευχές της Εκκλησίας δεν μπορούν να σώσουν τον οιονδήποτε δεν επιθυμεί τη σωτηρία του, ή αυτόν που ποτέ δεν αγωνίστηκε ο ίδιος να την κατακτήσει κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Κατά μία έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι προσευχές της Εκκλησίας ή του κάθε χριστιανού ξεχωριστά για κάποιο νεκρό δεν προκύπτουν παρά ως αποτέλεσμα του τρόπου ζωής του: κανείς δεν θα προσευχόταν γι’ αυτόν εάν δεν είχε κάνει κάτι όσο ζούσε που να εμπνέει μία τέτοια προσευχή μετά το θάνατό του.

Ο καθένας από εμάς που επιθυμεί να εκφράσει την αγάπη του για τους νεκρούς και να τους βοηθήσει ουσιαστικά, μπορεί να το επιτύχει προσευχόμενος υπέρ των ψυχών τους, και ειδικότερα μνημονεύοντας αυτούς στη Θεία Λειτουργία, όταν οι μερίδες που αποκόπτονται για ζώντες και νεκρούς αφήνονται να πέσουν μέσα στο Αίμα του Κυρίου με τις λέξεις: «Απόπλυνον Κύριε τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τω Αίματί σου τω Αγίω….».

Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε καλύτερο ή σπουδαιότερο για τους κεκοιμημένους από το να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, προσφέροντάς τους μνημόσυνο στη Θεία Λειτουργία. Το έχουν πάντα ανάγκη, ειδικά κατά τη διάρκεια εκείνων των σαράντα ημερών όπου η ψυχή του απελθόντος πορεύεται προς τις αιώνιες κατοικίες…

Αξίζει λοιπόν να φροντίσουμε γι’ αυτούς που έφυγαν για τον άλλο κόσμο πριν από εμάς, προκειμένου να κάνουμε ότι μπορούμε για τις ψυχές τους, ενθυμούμενοι ότι: « Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί θα ελεηθούν».


από το βιβλίο: "Η ψυχή μετά τον Θάνατο"
π. Σεραφείμ Ρόουζ
Εκδ: Μυριόβιβλος

Νὰ ὑπομένεις ἀνδρείως τοὺς πειρασμούς. Χωρὶς δικαιολογίες νὰ λέγεις “Εὐλόγησον”! Καὶ χωρὶς νὰ σφάλλεις, νὰ μετανοεῖς ὅτι ἔσφαλες


π. Ἰωσὴφ Ἡσυχαστής


«Ὁ θυμὸς καθ' ἑαυτὸν εἶναι φυσικός. Ὅπως τὰ νεῦρα στὸ σῶμα. Εἶναι καὶ αὐτὸς νεῦρον ψυχῆς καὶ ὀφείλει νὰ τὸν μεταχειρίζεται ὁ καθεὶς ἐναντίον τῶν δαιμόνων, ἀνθρώπων αἱρετικῶν, καὶ παντὸς κωλύοντος ἀπὸ τὴν ὅδόν τοῦ Θεοῦ. 

Ἐὰν δὲ θυμώνεις κατὰ τῶν ὁμοψύχων ἀδελφῶν ἤ, ἐκτὸς ἑαυτοῦ γενόμενος, χαλᾶς τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου, γίνωσκε ὅτι κενοδοξίαν νοσεῖς καὶ κάμνεις παράχρησιν τοῦ νεύρου τῆς ψυχῆς. Ἁπαλλάττεσαι δὲ διὰ τῆς ἀγάπης πρὸς πάντας καὶ ἀληθοῦς ταπεινώσεως.

Διὰ τοῦτο ὅταν σοὶ ἔλθει θυμὸς κλεῖσε τὸ στόμα σου δυνατὰ καὶ μὴ ὁμιλήσεις εἰς τὸν ὑβρίζοντα ἢ ἀτιμάζοντα ἢ ἐλέγχοντα ἢ πολυειδῶς σὲ πειράζοντα ἄνευ λόγου.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος ἥμερος καὶ λογικὸς καὶ ἑπομένως ὁ θυμὸς δὲν ἁρμόζει οὐδέποτε εἰς τὴν φύσιν του, ἐνῶ μὲ τὴν ἀγάπην πάντοτε εὐδοκιμεῖ καὶ ὑποτάσσεται. Μὲ τὸ καλὸ καὶ μὲ τὴν ἀγάπην μπορεῖς νὰ κάμεις πολλοὺς νὰ ἡμερέψουν καὶ ἂν κανεὶς εἶναι καλοπροαίρετος, τὸν κάμνεις ὀγλήγορα νὰ συμμορφωθεῖ, νὰ γένη Ἄγγελος Θεοῦ».

«Μὴ ζητήσεις ποτέ σου νὰ εὐρεῖς τὸ δίκαιον, διότι τότε ἔχεις τὸ ἄδικον. Ἀλλὰ μάθε νὰ ὑπομένεις ἀνδρείως τοὺς πειρασμούς, οἰουσδήποτε καὶ ἂν ἐπιτρέψει ὁ Κύριος. 

Χωρὶς πολλὲς δικαιολογίες νὰ λέγεις «Εὐλόγησον»! Καὶ χωρὶς νὰ σφάλλεις νὰ μετανοεῖς ὅτι ἔσφαλες. Ἐν ἐπιγνώσει ψυχῆς καὶ ὄχι ἀπ' ἔξω, δὶ΄ ἔπαινον, νὰ λέγεις πὼς ἔσφαλες καὶ μέσα νὰ...κατακρίνεις. 

Μὴ ζητᾶς εἰς τὶς θλίψεις σου παράκληση ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, διὰ νὰ παρακληθεῖς ἀπὸ τὸν Θεόν. Μὴ νομίζεις ἀνάπαυσιν ὁπόταν ὁμιλήσεις, ἐὰν ζητήσεις νὰ εὐρεῖς τὸ δίκαιον. Τὸ δίκαιον εἶναι νὰ ὑπομείνεις ἀνδρείως τὸν ἐπερχόμενον πειρασμὸν διὰ νὰ βγὴς νικητὴς καν ἑπταισες ἢ δὲν ἑπταισες. Εἰ δὲ καὶ λέγεις «μὰ διατί;» μάχεσαι τὸν Θεόν, τὸν ἀποστείλαντα λυπηρὰ διὰ τὴν ἐμπαθῆ σου κατάσταση».


Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ τοῦ Ἠσυχαστοῦ-διδασκαλίες, «Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας», ἐκδόσεις Ι. Μ. Φιλοθέου -Ἄγ. Ὅρος

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Τόν ταπεινό «ὑψώνει» καί δοξάζει ὁ Θεός

Ποιος έχει δει άνθρωπο πού να λάμπει με τις αρετές του, αλλά να φαίνεται ευκαταφρόνητος στους ανθρώπους; Που η ζωή του να είναι φωτεινή και να είναι σοφός στη γνώση, αλλά να έχει ταπεινό φρόνημα; 

Μακάριος είναι όποιος κατά Θεόν ταπεινώνει τον εαυτό του σε όλες τις περιστάσεις και μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, γιατί αυτός θα δοξαστεί γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, που ταπεινώνει τον εαυτό του και τον μικραίνει, από το Θεό δοξάζεται. Και αν κανείς υπομένει και πείνα και δίψα για την αγάπη του Θεού, όπως οι Απόστολοι και οι Μάρτυρες, θα τον μεθύσει ο Θεός με τα επουράνια αγαθά του.
Και όποιος δεν έχει να ντυθεί για την αγάπη του Θεού, τον ντύνει ο Θεός με τη στολή της αφθαρσίας και της δόξας.Και όποιος ζει στη φτώχεια για την αγάπη του Θεού, ο Θεός τον παρηγορεί με τον αληθινό του πλούτο. Ταπείνωσε τον εαυτό σου για την αγάπη του Θεού, όπως ο Κύριος και οι Άγιοι, και χωρίς να το καταλάβεις θα δοξαστείς πολύ σε όλη σου τη ζωή. Να θεωρείς τον εαυτό σου αμαρτωλό, για να είναι δίκαιη όλη η ζωή σου. Μη φανερώνεις τη σοφία σου, για να μην υψηλοφρονήσεις, και μη κάνεις το σοφό, ενώ είσαι αμαθής. Και εάν τον αφελή και τον αμαθή η ταπείνωσή του τον υψώνει, πόσης άραγε τιμής θα γίνει πρόξενος (η ταπείνωση) για τους μεγάλους και σπουδαίους ανθρώπους;

Να φεύγεις μακριά από την κενοδοξία, και θα δοξαστείς. Να φοβάσαι την υπερηφάνεια, και θα θεωρείσαι σπουδαίος. Η κενοδοξία δε δόθηκε στους ανθρώπους από το Θεό, ούτε η υψηλοφροσύνη στις γυναίκες. Αν με τη θέλησή σου απαρνήθηκες, μοναχέ, όλα τα κοσμικά πράγματα, για τιποτένιο πράγμα σε καμιά περίπτωση να μη φιλονικήσεις. Αν σιχάθηκες την κενοδοξία, φεύγε μακριά άπ’ αυτούς πού την κυνηγούν. Να αποφεύγεις αυτούς πού αγαπούν τίς περιουσίες και να μη ζητάς αλλά αποκτήματα.
Να συναναστρέφεσαι με αυτούς πού έχουν ταπείνωση, και θα μάθεις και συ τους τρόπους τους. Γιατί αν το να βλέπεις τους ταπεινούς είναι ωφέλιμο, πόσο μάλλον η διδασκαλία τους.
Να τιμάς τον πλησίον σου.
Πίεσε τον εαυτό σου, όταν συναντήσεις ένα άλλον άνθρωπο, να τον τιμήσεις πάνω από την αξία του. Φίλησε του τα χέρια και τα πόδια, και κράτησε τα χέρια του με πολλή τιμή και βάλε τα στα μάτια σου, και παίνεψε τον και γι’ αυτά πού δεν έχει. Και όταν αποχωρισθεί από σένα, πες γι’ αυτόν ότι καλό και σπουδαίο γιατί με αυτό τον τρόπο, ή με παρόμοιους τρόπους, τον προσελκύεις στο καλό, και τον αναγκάζεις να ντρέπεται για τα καλά λόγια πού του απηύθυνες. Και σπέρνεις μέσα του σπέρματα αρετής. Κι όσο για σένα, από μια τέτοια συνήθεια πού αποκτάς με τον καιρό, τυπώνεται μέσα σου αγαθός χαρακτήρας, και αποκτάς πολλή ταπείνωση, και χωρίς κόπο κατορθώνεις μεγάλες αρετές. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κι αν έχει αυτός κάποια ελαττώματα, καθώς εσύ τον τιμάς, με ευχαρίστηση δέχεται εκ μέρους σου τη θεραπεία από συστολή για την τιμή πού του απέδωσες.
Αγίου Ισαάκ του Σύρου

Λόγος ΙΕ΄ – Η Υπεραγία Θεοτόκος απευθύνεται στους κερδοσκόπους, στούς ασώτους και κάθε είδους κακούργους, οι οποίοι ελπίζουν να Την ευαρεστήσουν με κανόνες και ψαλμούς


Όταν δώ ότι με τα έργα σου εκτελείς τις εντολές του Υιού μου, ότι αποφεύγεις γενικώς κάθε κακό, την ασωτία, το ψεύδος, την υπερ­ηφάνεια, τον δόλο και την άδικη αρπαγή ξένης περιουσίας, θα με ευχαριστεί το «Χαίρε!» πού μου ψάλλεις συχνά, το οποίο είναι δημιούργημα του σοφού Θεού. Όσο όμως κάνεις αυτές τις πράξεις, και μάλιστα τις χαίρεσαι, όσο πίνεις χαρούμενα το αίμα των πτωχών με διπλούς τόκους και ρουφάς το μεδούλι από τα κόκαλά τους με αμέτρητα καταναγκαστικά έργα, μέχρι τότε δεν θα διαφέρεις για εμένα σε τίποτα από τον αλλόθρησκο, τον Σκύθη ή τον οποιονδήποτε διώκτη του Χριστού, όσο και αν καυχιέσαι για το βάπτισμά σου. Δεν θα εισακούσω καθόλου τις προσευχές σου, έστω και αν μου ψάλλεις με ευχάριστη φωνή. «Έλεος θέλω και ου θυσίαν και επίγνωσιν Θεού ή ολοκαυτώματα» [1].

Εσύ όμως σαν χοίρος παραδίδεσαι σε κάθε ασέλγεια και σαν άγριος λύκος αρπάζεις ξένες περιουσίες και αδικείς δυστυχισμένες χήρες. Είσαι πλεονέκτης σε όλα και πλήρης ανόμων πράξεων, σαν Τατάρος, καθώς διασκεδάζεις και μεθάς, παίζοντας πάντοτε το γούσλι [2]
και απολαμβάνοντας αισχρά και ακόλαστα τραγούδια. Έχεις διώξει από την ψυχή σου εντελώς τον φόβο του Θεού, ελπίζεις δε να με ευχαριστήσεις με τους πολλούς κανόνες και τα στιχάρια, ψάλλοντάς τα με δυνατή φωνή; 

Δεν ακούς τον Απόστολο πού λέγει ότι όσοι πράττουν αυτά δεν κληρονομούν την βασιλεία του Θεού [3], 
αλλά μάλλον εκείνα τα πικρά βάσανα κάτω από την γή; Μην εξαπατάς τον εαυτό σου! Αν όμως επιθυμείς να γλυτώσεις από τα βάσανα και να κληρονομήσεις την βασιλεία του Θεού μαζί με όλους τους εναρέτους, τότε να απαρνηθείς όλες απολύτως τις κακές πράξεις σου και να αγαπήσεις ολόψυχα τις αρετές, να στηρίξεις την σκέψη σου στον φόβο του Θεού και στην αγάπη και την επιθυμία των ουράνιων αγαθών. Αλλιώς δεν θα μπορέσεις να γλυτώσεις από την τιμωρία ούτε να εξιλεωθείς πριν από την φοβερή Κρίση.

Αν δεν ακούσεις αυτές τις συμβουλές μου, ανόητε, και συνεχίσεις να παραμένεις στο άνομο ήθος σου, θα καταλάβεις την ανοησία σου, όταν βρεθείς αλυσοδεμένος χειροπόδαρα, επειδή δεν θα έχεις την κατάλληλη για τον πνευματικό γάμο ενδυμασία. Θα σε ρίξουν στα υποχθόνια ατελείωτα πύρινα βάσανα, όταν σαν τα άχρηστα ψάρια σε πετάξουν έξω, όπως εκείνον πού δεν ανατράφηκε στα καθαρά νερά της ευσεβείας, αλλά σε θολά αμαρτωλά έλη και ζούσε μέσα στην ασωτία, θεωρώντας ζωή για τον εαυτό του την απόλαυση της επιθυμίας και θα ακούσεις τα λόγια: «Αμήν λέγω υμίν, ουκ οίδα υμάς» [4]. 

Απομακρυνθείτε από μένα, αφού διαπράξατε την ανομία. Τότε θα κλείσει για εσένα η πύλη του νοερού γάμου, καθώς δεν δέχθηκες στο σκεύος σου το έλαιο, αλλά νικημένος από την φιλαργυρία δεν έπαψες ποτέ να αδικείς τους πάντες χωρίς λόγο και να μισείς τους πένητες. Τότε, ανόητε, θα μάθεις αληθινά και θα κλαίς μάταια και άσκοπα, όταν κατανοήσεις πλήρως ότι είναι αψευδείς αυτές οι εντολές του Υιού μου, με τις οποίες Αυτός προανήγγειλε την τιμωρία και τα αιώνια αγαθά. Έτσι, σε όσους ακούν τον λόγο Του έχει ετοιμασθεί η αγαλλίαση, ενώ στους ανυπάκουους το αιώνιο πύρ [5].

Επομένως, αν πράγματι επιθυμείς να έχεις την βοήθειά μου και να ευχαριστήσεις τον Θεό, τον Βασιλέα των όλων, τότε να προσπαθείς να μου ψάλλεις «Χαίρε!» με σωφροσύνη και ελεημοσύνη προς τους πένητες.


Πηγή: Άπαντα Αγίου Μαξίμου Γραικού, Αγίου Μαξίμου Γραικού Λόγοι, Τόμος Α΄, Μετάφραση: Μάξιμος Τσυμπένκο – Τιμόθεος Γκίμον, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2011.

———————————————
———————————–———————————–————————

[1]. Ωσ. 6,6.

[2]. Παραδοσιακό ρωσικό έγχορδο όργανο.

[3]. Πρβλ. Α´ Κορ. 6,10.

[4]. Ματθ. 25, 12.

[5]. Βλ. Ματθ. 25,41.

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Επαφή με τα πεπτωκότα πνεύματα


π. Σεραφείμ Ρόουζ


Παρότι οι δαίμονες, κατά την εμφάνισή τους στους ανθρώπους, συνήθως προσλαμβάνουν την εμφάνιση φωτεινών αγγέλων προκειμένου να τους εξαπατήσουν πιο εύκολα, παρότι επίσης πασχίζουν μερικές φορές να τους πείσουν ότι είναι ανθρώπινες ψυχές και όχι δαίμονες – αυτός ο τρόπος εξαπάτησης στις μέρες μας είναι πολύ της μόδας μεταξύ των δαιμόνων, λόγω της ιδιαίτερης προδιάθεσης των σημερινών ανθρώπων να πιστεύουν κάτι τέτοιο- παρότι μερικές φορές προλέγουν το μέλλον, παρότι αποκαλύπτουν μυστήρια ακόμα κι αν αυτά συμβαίνουν, ωστόσο, ο άνθρωπος δεν πρέπει να τους εμπιστεύεται κατά κανένα τρόπο.

Οι δαίμονες μπερδεύουν την αλήθεια με το ψέμα, ενίοτε χρησιμοποιούν την αλήθεια μόνο και μόνο για να πετύχουν μια πιο βολική εξαπάτηση. Όπως λέει ο απόστολος Παύλος : «Αυτός γαρ ο Σατανάς μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός…και οι διάκονοι αυτού μετασχηματίζονται ως διάκονοι δικαιοσύνης»(Προς Κορινθ. 11:14,15).

Ένας γενικός κανόνας για όλους τους ανθρώπους είναι να μην εμπιστεύονται για κανέναν λόγο τα πνεύματα όταν εμφανίζονται με αισθητή μορφή, να μην ξεκινούν συζήτηση μαζί τους, να μην τους δίνουν καμία προσοχή, να αναγνωρίζουν την εμφάνισή τους ως έναν πολύ μεγάλο και πολύ επικίνδυνο πειρασμό. Όσο διαρκούν αυτές οι εμφανίσεις, ο άνθρωπος θα πρέπει να κατευθύνει το νου και την καρδιά του προς το Θεό με μία προσευχή στην οποία θα Του ζητά να τον ελεήσει και να τον απαλλάξει από τον πειρασμό. 

Η επιθυμία να δει κανείς πνεύματα, η περιέργεια να μάθει τα πάντα γι’ αυτά και από αυτά, είναι σημάδι υπέρτατης ανοησίας καθώς και πλήρους άγνοιας των παραδόσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας σχετικά με την ηθική και πνευματική ζωή. Η γνώση των πνευμάτων αποκτάται τελείως διαφορετικά απ’ ότι υποθέτει ο μη έμπειρος και απερίσκεπτος πειραματιζόμενος. Για τον μη έμπειρο η ανοικτή κοινωνία με τα πνεύματα αποτελεί τη μεγαλύτερη συμφορά, ή γίνεται αιτία για τις μεγαλύτερες συμφορές!

…Τα πεπτωκότα πνεύματα ενεργούν πάνω στους ανθρώπους, φέρνοντάς τους αμαρτωλές σκέψεις και συναισθήματα, ελάχιστοι όμως άνθρωποι κατορθώνουν να έχουν αισθητή αντίληψη των πνευμάτων.

Η ψυχή, ενδεδυμένη με ένα σώμα το οποίο την αποκλείει και τη χωρίζει από τον κόσμο των πνευμάτων, σταδιακά εξασκείται μέσω της μελέτης του νόμου του Θεού, δηλαδή μέσω της μελέτης του Χριστιανισμού, και αποκτά την ικανότητα να διακρίνει το καλό από το κακό.

Όπως αναφέρει ο απόστολος Παύλος: «τελείων δε εστίν η στερεά τροφή, των δια την έξιν τα αισθητήρια γεγυμνασμένα εχόντων προς διάκρισιν καλού τε και κακού» (προς Εβραίους 5:14). 

Τότε της παραχωρείται η αντίληψη των πνευμάτων μέσω των πνευματικών οφθαλμών, και εάν αυτό βρίσκεται σε συμφωνία με τους σκοπούς του Θεού ο Οποίος την οδηγεί, της παραχωρείται και η αντίληψή τους μέσω των σωματικών οφθαλμών, αφού τώρα η ψυχή κινδυνεύει λιγότερο από την αυταπάτη και την παραπλάνηση, ενώ η πείρα και η γνώση που έχει αποκτήσει την ενδυναμώνουν.

Κατά τον αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα μέσω του ορατού θανάτου, εισέρχεται πάλι στην τάξη και την κοινωνία των πνευμάτων. Είναι φανερό ότι για μία επιτυχή είσοδο στον κόσμο των πνευμάτων χρειάζεται απαραιτήτως να ασκήσουμε έγκαιρα τον εαυτό μας στο νόμο του Θεού, καθώς και ότι ακριβώς για να ολοκληρώσουμε αυτήν την εκπαίδευση μας έχει δοθεί ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, καθορισμένο από το Θεό για κάθε πρόσωπο για το προσκυνηματικό του ταξίδι στη γη. 

Aυτό το προσκυνηματικό ταξίδι ονομάζεται επίγεια ζωή.

Στὸν κάθε πλησίον ὑπάρχει ὁ Χριστός


Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος 


 Ὅλοι οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ οφείλουμε να σκεπτόμαστε ότι στὸν κάθε άλλο πιστό υπάρχει ο Χριστὸς καὶ πρέπει να έχουμε τόσην αγάπη προς αυτόν, ώστε να εἴμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε προς χάρη του την ψυχή μας.


Δὲν έχουμε δε δικαίωμα να ονομάζουμε ή να θεωρούμε κάποιον κακό, αλλά πρέπει να τους βλέπουμε όλους σαν καλούς.


Ἂν δεις κάποιον να ἐνοχλείται από τα πάθη, μη μισήσεις τον αδελφό, μα τα πάθη που τον πολεμούν, κι αν τὸν δεις να τυραννιέται από κακὲς ἐπιθυμίες, πιο πολύ νὰ τον σπαχνισθείς, μη τυχόν καὶ συ πειρασθείς, αφού είσαι τρεπτός και ευάλωτος στην ευπερίστατη αμαρτία.

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Εβδομαδιαίο Πρόγραμμα Ιερών Ακολουθιών


Κυριακάτικο Κήρυγμα (Τελώνου & Φαρισαίου)

(ΛΟΥΚ. ΙΗ΄, 10-14)

Σήμερα, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἀνοίγει τὸ Τριώδιο. Τί σημαίνει Τριώδιο; Τριώδιο, θὰ πῆ κάποιος ποὺ δὲν συχνάζει στὴν ἐκκλησία, εἶναι μιὰ περίοδος ποὺ ὁ ἄνθρωπος ξεσκάει. Χοροὶ, τραγούδια, ξεφαντώματα, καρναβάλια· αὐτὸ σημαίνει Τριώδιο. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι τὸ Τριώδιο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας του· αὐτὸ εἶναι τὸ τριώδιο τοῦ διαβόλου, τὸ ἀντι-Τριώδιο.

Τί εἶναι λοιπὸν Τριώδιο; Τριώδιο εἶναι μία ἁγία περίοδος 70 ἡμερῶν. Μία περίοδος ποὺ ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας, τὸ μεγάλο αὐτὸ σχολεῖο τοῦ Θεοῦ, προσπαθεῖ νὰ προετοιμάση τοὺς μαθητάς της γιὰ νὰ ἑορτάσουν κατάλληλα τὰ ἄχραντα Πάθη καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ μας. Καὶ ὅπως στὸ δημόσιο σχολεῖο οἱ μαθηταὶ στὶς πρῶτες τάξεις δὲν μαθαίνουν ἀνώτερα μαθηματικὰ καὶ δὲν διαβάζουν Ὅμηρο ἢ Πλάτωνα καὶ ἄλλους ἀττικοὺς συγγραφεῖς, ἀλλὰ μαθαίνουν πρῶτα τὰ εὔκολα, τὸ ἀλφαβητάριο, καὶ σιγὰ - σιγὰ προχωροῦν στὰ δύσκολα, ἔτσι καὶ οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ· οἱ Χριστιανοὶ τὴν περίοδο τοῦ Τριωδίου σιγὰ - σιγὰ μυοῦνται στὸ μεγάλο μυστήριο τοῦ Πάθους καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Εἴπαμε, ὅτι Τριώδιο εἶναι μία ἁγία περίοδος 70 ἡμερῶν, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἕνα μεγάλο σχολεῖο, καὶ ὅτι ὅλοι μας εἴμαστε μαθηταί. Σὰν σχολεῖο ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει 30 περίπου βιβλία. Τὸ ὡραιότερο βιβλίο, τὸ πνευματικώτερο βιβλίο, εἶναι τὸ Τριώδιο. Βιβλίο λοιπὸν τὸ Τριώδιο. Καὶ τί περιέχει τὸ βιβλίο αὐτό; Περιέχει ἐρωτικὰ τραγούδια, τραγούδια ὅμως ποὺ δὲν ὑμνοῦν τοὺς κοσμικοὺς ἔρωτες ἀλλὰ τὸν θεῖο ἔρωτα. Ὁ Χριστός, ὁ θεῖος ἔρωτας, στὶς τελευταῖες σελίδες τοῦ Τριωδίου βλέπουμε νὰ πάσχη ὡς ὁ χειρότερος κακοῦργος, ὑψωμένος ἐπάνω στὸ Σταυρό. «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου…», θὰ ἀκούσωμε τὴ Μεγάλη Πέμπτη τὸ βράδυ. Τότε τὰ μάτια μας θὰ ὑγρανθοῦν βλέποντας τὸν «οὐρανοῦ καὶ γῆς ποιητὴν ἐπὶ Σταυροῦ κρεμάμενον».

Τὸ Τριώδιο λοιπὸν εἶναι καὶ βιβλίο. Καὶ σὰν βιβλίο διαιρεῖται σὲ τρία μέρη. Τὸ πρῶτο μέρος, ποὺ λέγεται καὶ εἴσοδος στὸ Τριώδιο, ἀποτελεῖται ἀπὸ τρεῖς ἑβδομάδες καὶ ἔχει τέσσερις Κυριακές· εἶναι τρόπον τινὰ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Βιβλίου. Τὸ δεύτερο μέρος ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕξι ἑβδομάδες καὶ ἔχει πέντε Κυριακὲς καὶ λέγεται Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Καὶ τὸ τρίτο μέρος εἶναι ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα ποὺ ἀρχίζει μὲ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων καὶ τελειώνει τὸ Μέγα Σάββατο. Δεῦτε προσκυνήσωμεν, προσκλαύσωμεν καὶ προσπέσωμεν τῷ ὑπὲρ ἡμῶν παθόντι καὶ ταφέντι Χριστῷ τῷ Θεῷ.

Ἡ πρώτη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου, ἡ Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, ἔχει ὡς θέμα τὴν προσευχή. Ἡ σύγκρισις τῆς προσευχῆς τοῦ Φαρισαίου μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Τελώνου μᾶς δείχνει ποιά ἀπὸ τὶς δύο φτάνει στὰ αὐτιὰ τοῦ Θεοῦ.

Ἡ δεύτερη Κυριακή, ἡ Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ, μᾶς δείχνει τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στὸ σπίτι τοῦ Πατέρα, δηλαδὴ τὴν μετάνοια.

Ἡ τρίτη Κυριακή, ἡ Κυριακὴ τῶν Ἀπόκρεω, μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν μέλλουσα κρίσι, τὸ παγκόσμιο δικαστήριο ποὺ θὰ στήση Χριστός, ὁ δίκαιος Κριτής, γιὰ νὰ ἀποδώση ἀμερόληπτα στὸν καθένα μας ὅ,τι τοῦ ἀνήκει, τὸν παράδεισο ἢ τὴν κόλασι.

Ἡ τετάρτη Κυριακή, ἡ Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς, μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν ἔξωσι τῶν πρωτοπλάστων (τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας) ἀπὸ τὸν παράδεισο, καὶ γεννᾶ στὶς ψυχές μας τὸν πόνο γιὰ τὴν ἐξορία, τὴν κατάνυξι, τὸν πόθο τῆς ἀπολαύσεως τοῦ Παραδείσου.

Αὐτὰ εἶναι τὰ μηνύματα τῶν τεσσάρων εἰσαγωγικῶν Κυριακῶν τοῦ Τριωδίου· ἡ προσευχή, ἡ μετάνοια, ἡ μέλλουσα κρίσι, καὶ ὁ ἀπωλεσθεὶς παράδεισος.

Σήμερα διαβάστηκε τὸ εὐαγγέλιο τῆς παραβολῆς τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου. «Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν στὸ ναὸ νὰ προσευχηθοῦν, ὁ ἕνας Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε μόνος καὶ ἔκανε αὐτὴ τὴν προσευχή· “Θεέ, σ᾽ εὐχαριστῶ, διότι δὲν εἶμαι ὅπως οἱ ὑπόλοιποι ἄνθρωποι, ποὺ εἶναι κλέφτες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὅπως τοῦτος ὁ τελώνης. Νηστεύω δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα, δίνω τὸ ἕνα δέκατο ἀπ᾽ ὅλα ὅσα κατέχω”. Καὶ ὁ τελώνης στάθηκε μακριὰ (πολὺ πίσω) καὶ δὲν τολμοῦσε οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώση στὸν οὐρανό, ἀλλὰ κτυποῦσε τὸ στῆθος του λέγοντας· “Θεέ μου, σπλαχνίσου με καὶ συγχώρησέ με τὸν ἁμαρτωλό”. Σᾶς βεβαιώνω· κατέβηκε αὐτὸς δικαιωμένος στὸ σπίτι του καὶ ὄχι ἐκεῖνος. Διότι καθένας ποὺ ὑψώνει τὸν ἑαυτό του θὰ ταπεινωθῇ, ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του θὰ ὑψωθῆ» (Λουκ. ιη΄ 10-14).

Γιὰ τὴν προσευχὴ μᾶς μιλάει τὸ εὐαγγέλιο. Ἡ προσευχὴ εἶναι κάτι πολὺ ἀναγκαῖο στὴ ζωή μας. Εἶναι ἡ ἀναπνοὴ τῆς ψυχῆς μας. Ὅπως τὸ σῶμα χωρὶς ἀναπνοὴ πεθαίνει, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ χωρὶς προσευχὴ πεθαίνει.

Προσεύχονται οἱ ἄνθρωποι, προσεύχονται οἱ ἄγγελοι, προσεύχονται τὰ πουλιά, προσεύχονται ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη, ὅλη ἡ κτίσις προσεύχεται. Ἂς ἑνώσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν προσευχή μας μὲ ὅλη τὴν κτίσι.

Ἐγὼ προσεύχομαι, θὰ πῆ κάποιος, ἀλλὰ ὁ Θεὸς περιφρονεῖ τὴν προσευχή μου, δὲν τὴν ἀκούει. Ὄχι, αὐτὸ μὴν τὸ ξαναπῆς. Ὁ Θεὸς ἀκούει τὶς προσευχὲς ὅλων μας καὶ ἀπαντᾶ στὶς προσευχὲς ἐκείνων ποὺ προσεύχονται σωστά. Ποιά ὅμως εἶναι τὰ γνωρίσματα τῆς σωστῆς προσευχῆς;

Πρῶτον· προσεύχομαι μὲ πίστι. Μὲ τὴν ἀκλόνητη πίστι ὅτι τὴν ὥρα ἐκείνη μιλῶ μὲ τὸ Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς μὲ ἀκούει. Ἂν ἔχω ἔστω καὶ μιὰ μικρὴ ἀμφιβολία, ἡ προσευχή μου ἀχρηστεύεται. Πιστεύω λοιπόν, ὄχι ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ ἀλλὰ ἑκατὸν ἕνα τοῖς ἑκατό, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μοῦ δώση αὐτὸ ποὺ τοῦ ζητῶ, ἐὰν βέβαιο εἶναι γιὰ τὸ καλό μου, γιὰ τὸ πνευματικὸ συμφέρον μου. Αὐτὴ ἡ προσευχὴ κάνει θαύματα, θεραπεύει ἀκόμη καὶ καρκίνους.

Δεύτερον· προσεύχομαι μὲ ἀγάπη. Τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς ἡ καρδιὰ γίνεται πέλαγος - ὠκεανὸς ἀγάπης. Ἐὰν τὴν ὥρα ἐκείνη ὑπάρχη στὴν καρδιὰ ἔστω καὶ ἐλάχιστο μῖσος, αὐτὸ ἐμποδίζει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νὰ ἔλθη κοντά μας. Μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἀπολαύσουμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Τρίτον· προσεύχομαι μὲ ταπείνωσι. Αὐτὸ βλέπουμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Εἴδατε πῶς μπῆκε ὁ Φαρισαῖος καὶ πῶς στάθηκε στὸ ναό; Σὰν νὰ ἤτανε ποιός ξέρει ποιός. Καὶ τί εἶπε· Μὲ βλέπετε; ἐγὼ εἶμαι ὁ καλύτερος ἄνθρωπος.., ὄχι κανένας παλιάνθρωπος, ὅπως αὐτὸς ἐδῶ ὁ Τελώνης.

Κοιτάξτε τώρα καὶ τὸν ἄλλο, τὸν ἁμαρτωλὸ τελώνη. Καθὼς μπαίνει στὸ ναό, πάει καὶ κρύβεται σὲ μιὰ γωνιά, ἀθέατος. Τὰ μάτια του κάτω. Νομίζει πὼς ἡ γῆ θ᾽ ἀνοίξη νὰ τὸν καταπιῆ. Δὲν κατακρίνει κανένα. Αἰσθάνεται τὴ δική του ἁμαρτωλότητα, νιώθει τὴ δική του ἐνοχή. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Κύριος τὸν δικαιώνει καὶ τὸν ἐλεεῖ.

Μὲ τέτοια λοιπὸν ταπείνωσι νὰ προσευχώμαστε καὶ ἐμεῖς. Νὰ μὴ νομίζουμε πὼς εἴμαστε σπουδαῖοι. Δὲν εἴμαστε τίποτε, εἴμαστε ἕνα μηδέν. Καὶ ὅπως ὁ τελώνης ἂς γονατίσουμε καὶ ἂς ποῦμε· «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. ιη΄13).

Καλὸ καὶ εὐλογημένο τὸ ἅγιο Τριώδιο, ἀδελφοί· ἀμήν.

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

† Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013 (ΙΣΤ' Λουκά) (Τελώνου & Φαρισαίου)


᾿Ιωάννου προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ
ἐπὶ τῇ μνείᾳ τῆς α΄ καὶ β΄ εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς αὐτοῦ (452).


Ευαγγελική Περικοπή,

Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν
Κεφ. ιη' : 10-14

Ε
ἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην· Ἂνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι· ὁ εἷς Φαρισαῖος, καὶ ὁ ἕτερος Τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· Ὁ Θεός εὐχαριστῶ σοι, ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ Τελώνης. Νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ Τελώνης μακρόθεν ἑστὼς, οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ἢ ἐκεῖνος. Ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν, ταπεινωθήσεται· ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν, ὑψωθήσεται.



Απόστολος,

Πρὸς Κορινθίους Β’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀναγνωσμα
Κεφ. δ' : 6-15

δελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ῎Εχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν, ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλύμενοι, πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. Ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ ᾿Ιησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν.Ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. Ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, «Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα», καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ ᾿Ιησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν.Τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.



Εἰς τόν Ὄρθρον

Τὸ Ε΄ Ἑωθινόν Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν

Κεφ. κδ' : 12-35

Τ
ῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὁ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα· καὶ ἀπῆλθε πρὸς ἑαυτόν, θαυμάζων τὸ γεγονός. Καὶ ἰδοὺ, δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην, ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ ῾Ιερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα ᾿Εμμαούς· καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν, καὶ αὐτὸς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐγγίσας, συνεπορεύετο αὐτοῖς· οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες, καί ἐστε σκυθρωποί; Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ εἷς, ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν· Σὺ μόνος παροικεῖς ἐν ῾Ιερουσαλὴμ καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις; Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ποῖα; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Τὰ περὶ ᾿Ιησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ· ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν· ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν, ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν ᾿Ισραήλ· ἀλλά γε σὺν πᾶσι τούτοις, τρίτην ταύτην ἡμέραν ἄγει σήμερον ἀφ᾿ οὗ ταῦτα ἐγένετο. Ἀλλὰ καὶ γυναῖκές τινες ἐξ ἡμῶν ἐξέστησαν ἡμᾶς, γενόμεναι ὄρθριαι ἐπὶ τὸ μνημεῖον· καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ σῶμα αὐτοῦ, ἦλθον, λέγουσαι καὶ ὀπτασίαν Ἀγγέλων ἑωρακέναι, οἳ λέγουσιν αὐτὸν ζῆν. Καὶ ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ἡμῖν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ εὗρον οὕτω καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον· αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον. Καὶ αὐτὸς εἶπε πρὸς αὐτούς· Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ Προφῆται. Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ; Καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν Προφητῶν διηρμήνευεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς Γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ. Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο· καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο πορρωτέρω πορεύεσθαι. Καὶ παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες· μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα· Καὶ εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ᾿ αὐτῶν, λαβὼν τὸν ἄρτον, εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς. Αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν· καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ᾿ αὐτῶν. Καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους· οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς; Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς, λέγοντας· Ὅτι ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως καὶ ὤφθη Σίμωνι. Καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ· καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.

Ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος καί πῶς σώζεται

Ὁ μακαριστός Γέρων Πορφύριος εἶχε μία ὀρθοδοξότατη θεώρηση γιά τόν ἄνθρωπο (ἀνθρωπολογία).

Ἐκτός ἀπό μιά ἀλάνθαστη Χριστολογία–Θεολογία εἶχε καί μιά βαθειά, 
ἀληθινά ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία–σωτηριολογία.

Τόσο οἱ ἀπόψεις του 

α) γιά το ποιος εἶναι ὁ ἄνθρωπος (ὁ προπτωτικός, ὁ μεταπτωτικός, ὁ ἀναγεννημένος ἐν Χριστῷ), 

β) ποιές εἶναι οἱ προδιαγραφές τῆς σωστῆς του λειτουργίας, ὅσο καί 

γ) γιά τό ποιός εἶναι ὁ προορισμός του,

ὅλα εἶναι σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας. Οἱ 
λεπτότατες παρατηρήσεις του ἔχουν τεράστια σημασία γιά τόν σύγχρονο, ψυχικά ἄρρωστο, «χριστιανό».

Ἡ ἀντίληψη του γιά τήν ἁμαρτία ἐκφράζεται μέ τή χαρακτηριστική του 
φράση: «Ἡ ἁμαρτία κάνει τόν ἄνθρωπο πολύ μπερδεμένο ψυχικά».

Ὁ Θεός κρούει στήν πόρτα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐ
πὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν͵ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ΄ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ΄ ἐμοῦ. Ὁ νικῶν δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ΄ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου» [1], λέγει ὁ Κύριος στήν Ἀποκάλυψη. Ὁ Χριστός κινεῖται πρῶτος πρός τόν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος ἄν ἄνοίξει τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς του καί ἀποδεχθεῖ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ θεραπεύεται.

Ἔλεγε ὁ σοφός Γέροντας: «Ἡ ἁμαρτία κάνει τόν ἄνθρωπο πολύ μπερ
δεμένο ψυχικά. Τό μπέρδεμα δέν φεύγει μέ τίποτε. Μόνο μέ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ γίνεται τό ξεμπέρδεμα. Τήν πρώτη κίνηση κάνει ὁ Χριστός. “Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες…”.

Μετά ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἀποδεχόμαστε αὐτό τό φῶς μέ τήν ἀγαθή μας 
προαίρεση, πού τήν ἐκφράζουμε μέ τήν ἀγάπη μας ἀπέναντί Του, μέ τήν προσευχή, μέ τά μυστήρια» [2].

Ἐνδεικτική τῆς σοφίας τοῦ Γέροντα, τῆς «ἄνωθεν κατερχομένης», εἶναι 
μιά καίρια, ὅσο καί λεπτότατη, ἀνθρωπολογική παρατήρηση του, πού σχετίζεται μέ τήν ἀνθρώπινη βούληση-αὐτεξούσιο.

Ἔλεγε ὅτι, γιά νά κάνουμε τό καλό πρέπει πρῶτα νά τό ἐπιθυμήσουμε 
καί νά τό ἀγαπήσουμε. Τό κάθε καλό «ἄνωθεν ἐστι καταβαῖνον, ἐκ τοῦ Πατρός τῶν φώτων» [3]. Ὅμως γιά νά τό οἰκειωθοῦμε προσωπικά, πρέπει νά τό θελήσουμε ἐλεύθερα καί νά τό ἀγαπήσουμε· τότε καί ὁ Θεός ἐνεργεῖ.

Γι’ αὐτό καί ὁ γέροντας δίδασκε: «Ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο νά ζητάει μό
νος του νά γίνει καλός, νά τό ἐπιθυμεῖ μόνος του καί νά γίνεται, τρόπον τινα, σάν δικό του τό κατόρθωμα, ἐνῶ στήν πραγματικότητα, προέρχεται ἀπ’ τή χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἔρχεται πρῶτα στό σημεῖο νά τό θέλει, νά τό ἀγαπάει, νά τό ἐπιθυμεῖ καί κατόπιν ἔρχεται ἡ θεία χάρις καί τό κατορθώνει» [4].

Δέ χρειάζεται νά κυνηγᾶμε τό κακό. Δέν κυνηγᾶμε τό σκοτάδι, ἀλλά 
στρεφόμαστε πρός τό Φῶς, δηλαδή τόν Χριστό. Ἔλεγε, χαρακτηριστικά, στά πνευματικά του παιδιά, γιά νά τά βοηθήσει στή πνευματική τους παλαίστρα:

«Γιατί νά κυνηγᾶμε τά σκοτάδια; Νά, θά ἀνάψουμε τό φῶς καί τά σκοτάδια 
θά φύγουν μόνα τους. Θά ἀφήσουμε νά κατοικήσει σ' ὅλη τήν ψυχή μας ὁ Χριστός καί τά δαιμόνια θά φύγουν μόνα τους...

Στήν ψυχή, πού ὅλος ὁ χῶρος της εἶναι κατειλημμένος ἀπό τό Χριστό, 
δέ μπορεῖ νά μπεῖ καί νά κατοικήσει ὁ διάβολος, ὅσο κι ἂν προσπαθήσει, διότι δέν χωράει, δέν ὑπάρχει κενή θέση γι' αὐτόν» [5].

Ἡ σωτηριολογία, ὁ τρόπος τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα γιά τήν κάθαρση, 
τόν φωτισμό καί τήν θέωση, πού διδάσκει ὁ Γέροντας, εἶναι θεμελιωμένος ἁγιοπατερικά καί ἐπιβεβαιωμένος ἐμπειρικά στή ζωή τῶν ἁγίων μας. Δίδασκε ὅτι τό διάβολο καί τά πάθη πρέπει νά τά περιφρονοῦμε. Ἡ ψυχή εἶναι σάν ἕνα δωμάτιο.

-Ἄν τό δωμάτιο τό γεμίσουμε μέ τό καλό, ποῦ νά χωρέσει τό κακό;...

Ὅταν ἀνοίγουμε τό φῶς, αὐτόματα φεύγει τό σκότος. Διά τοῦτο ἔλεγε ὁ 
σοφός καί διακριτικός Γέρων ὅτι τό ἔργο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά μπεῖ μέσα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ καί νά μήν ἀσχολεῖται καθόλου μέ τό σκοτάδι, δηλ. μέ τά πάθη, τόν διάβολο καί τόν κόσμο.

Ὁ Χριστός, πού εἶναι τό πᾶν, κάνει τά πάντα γιά τήν σωτηρία μας.

Δικό μας ἔργο εἶναι ἡ κατάφαση στή Θεία Ἐνέργεια, τό «ἄνοιγμα» πρός 
τόν Θεόν, τό «Ναί» πού πρέπει νά εἶναι σταθερό, διαρκές, γνήσιο καί πλῆρες.

Ἕνας εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος γιά τόν Γέροντα, ὥστε νά μποροῦμε νά 
λέμε συνεχῶς καί σωστά αὐτό τό «Ναί»: τό νά ἀγαπήσουμε, νά ἐρωτευθοῦμε τόν Χριστό. «Ἔργο μας εἶναι» ἔλεγε ὁ Γέροντας «νά προσπαθοῦμε νά βροῦμε ἕναν τρόπο νά μποῦμε μέσα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι νά κάνει κανείς τά τυπικά.

Ἡ οὐσία εἶναι νά εἴμαστε μαζί μέ τόν Χριστό. Νά ξυπνήσει ἡ ψυχή καί 
ν΄ ἀγαπήσει τόν Χριστό, νά γίνει ἁγία. Νά ἐπιδοθεῖ στόν θεῖο ἔρωτα. Ἔτσι θά μᾶς ἀγαπήσει κι Ἐκεῖνος. Θά εἶναι τότε ἡ χαρά ἀναφαίρετη. Αὐτό θέλει πιό πολύ ὁ Χριστός, νά μᾶς γεμίζει ἀπό χαρά, διότι εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς. Αὐτή ἡ χαρά εἶναι δῶρο τοῦ Χριστοῦ» [6].

Γιά νά γνωρίσουμε ὅμως τόν Χριστό καί νά φωτισθοῦμε πρέπει, πρῶτα 
Ἐκεῖνος νά μᾶς γνωρίσει, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου [7].

Μᾶς γνωρίζει δέ ὅταν ταπεινωθοῦμε καί ἀγαπήσουμε ἀνιδιοτελῶς.

Ἔλεγε ὁ σοφός, βιβλικότατος Γέρων: «Τόν Χριστό δέν θά μπορέσουμε 
νά Τόν γνωρίσουμε, ἄν Ἐκεῖνος δέν μᾶς γνωρίσει. Δέν μπορῶ νά τά ἐξηγήσω ἀκριβῶς αὐτά, εἶναι μυστήρια... Οὔτε μποροῦμε νά Τόν ἀγαπήσουμε, ἄν ὁ ἴδιος δέν μᾶς ἀγαπήσει.

Ὁ Χριστός δέν θά μᾶς ἀγαπήσει, ἅμα ἐμεῖς δέν εἴμαστε ἄξιοι νά μᾶς 
ἀγαπήσει. Γιά νά μᾶς ἀγαπήσει, πρέπει νά βρεῖ μέσα μας κάτι τό ἰδιαίτερο... Ποιό εἶναι αὐτό; Εἶναι ἡ ταπείνωση. Ἄν δέν ὑπάρχει ταπείνωση, δέ μποροῦμε ν΄ ἀγαπήσουμε τόν Χριστό. Ταπείνωση καί ἀνιδιοτέλεια στή λατρεία του Θεοῦ.

"Μή γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου". Κανείς νά μή σᾶς 
βλέπει, κανείς νά μήν καταλαβαίνει τίς κινήσεις τῆς λατρείας σας πρός τό Θεῖον. Ὅλ’ αὐτά κρυφά, μυστικά, σάν τούς ἀσκητές» [8]. Τότε ἡ ψυχή θεραπεύεται. Τότε ὅλα ἀλλάζουν.

Γιά νά ἔρθει ὁ Χριστός μέσα στόν ἄνθρωπο πρέπει ἡ καρδιά νά εἶναι 
καθαρή καί νά ὑπάρχει ἀγάπη καί ταπείνωση. Ἔλεγε χαρακτηριστικά:

«Πολλοί λένε ὅτι ἡ χριστιανική ζωή εἶναι δυσάρεστη καί δύσκολη, ἐγώ λέω 
ὅτι εἶναι εὐχάριστη καί εὔκολη, ἀλλά ἀπαιτεῖ δυό προϋποθέσεις: ταπείνωση καί ἀγάπη...

Ἄν ἔρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅλοι καί ὅλα ἀλλάζουν, ἔλα ὅμως πού γιά 
νά ἔρθει, χρειάζεται πρῶτα νά ταπεινωθοῦμε!» [9]. 

Ἔλεγε πάλι: «…Μόνος Του θά ἔλθει ὁ Χριστός καί θά ἐγκύψει στήν ψυχή μας, ἀρκεῖ νά βρεῖ ὁρισμένα πραγματάκια πού νά Τόν εὐχαριστοῦν, ἀγαθή προαίρεση, ταπείνωση καί ἀγάπη...» [10].

Ἡ χριστιανική ζωή φαίνεται δύσκολη διότι θέλουμε νά τήν συμβιβά
σουμε μέ τήν κοσμική. Δέν θέλουμε νά προχωρήσουμε περισσότερο ἀπό τό ἐπίπεδο τοῦ «μέχρι ἐκεῖ πού δέν κολάζει», ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Παΐσιος.

Ὅμως ἄν θέλουμε νά μήν δυσκολευτοῦμε πολύ, θά πρέπει νά ξεπε
ράσουμε τή μέση ὁδό τοῦ Χριστιανοῦ, θά πρέπει νά μήν ἁμαρτάνουμε. Ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ ἀγωνιστής π. Πορφύριος: «Πρέπει παιδί μου, νά μήν ἀκολουθοῦμε τή μέση ὁδό τοῦ Χριστιανοῦ, γιατί αὐτή εἶναι πολύ δύσκολη.

Πρέπει νά ξεπεράσουμε τό στάδιο αὐτό καί ν’ ἀνέβουμε ψηλά. Τότε εἶναι 
ὅλα εὔκολα. Ὅταν δέν πέφτουμε σέ ἁμαρτίες τότε εἴμεθα ἐκτός τῆς μέσης ὁδοῦ καί εἴμεθα οἱ πραγματικοί Χριστιανοί».

Κάποιος τόν ἐρώτησε: - Πῶς μποροῦμε Παππούλη μου, νά ἀγαπήσουμε 
τόν Χριστό;

-«Ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Χριστό, παιδί μου, πραγματοποιεῖται ὡς ἑ
ξῆς: Σηκώνουμε τόν ἐσωτερικό μας ἑαυτό πρός τόν Θεό καί Τόν ἐπικαλούμεθα. Βλέποντας ὅμως τή φύση, τά δένδρα, τά λουλούδια, τά πουλιά, τίς μέλισσες, τά ἄνθη, τή θάλασσα, τά ψάρια, τά ἄστρα, τό φεγγάρι, τόν ἥλιο, καί τά τόσα ἄλλα ὑπέροχα δημιουργήματά Του, στρέφουμε τό νοῦ πρός τόν Θεόν καί δοξάζοντάς Τον μέσα ἀπ’ αὐτά, προσπαθοῦμε νά τά καταλάβουμε πόσο ὡραῖα καί θαυμάσια εἶναι καί ἀγωνιζόμαστε νά τά ἀγαπήσουμε. Ὅταν τά ἀγαπήσουμε ὅλα αὐτά, τότε ἡ ἀγάπη μας ἀνεβαίνει πρός τόν Δημιουργό μας καί ἔτσι πραγματικά καί ἀληθινά Τόν ἀγαπᾶμε.

Ἀπαραίτητη προϋπόθεση εἶναι ἡ ἀγάπη τῶν δημιουργημάτων, ἀλλά ἀ
κόμη περισσότερη πρέπει νά εἶναι ἡ ἀγάπη μας πρός τόν συνάνθρωπό μας.

Γι’ αὐτό πρέπει νά πραγματοποιοῦμε ἐπισκέψεις στά Νοσοκομεῖα, στίς Φυ
λακές, στά Ὀρφανοτροφεία, στά Γηροκομεῖα κ.λ.π. καί γι’ αὐτό τό σκοπό καί μόνο θά πρέπει νά γίνονται αὐτές. Τότε ἡ ἀγάπη μας εἶναι εἰλικρινής» [11].

Τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη, τήν μετάνοια καί τήν ὑπακοή, ὅλα αὐτά 
πού δίδασκε, τά εἶχε πρῶτα, βιώσει ὁ ἴδιος καί συνέχισε μέχρι τέλους νά τά ζεῖ. Ὁ Γέροντας μιλοῦσε σάν τούς ἀρχαίους Πατέρες, διότι τόν φώτιζε τό ἴδιο Ἁγιο Πνεῦμα, πού φώτιζε καί ἐκείνους.

Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἄλλά καί ὅλη ἡ Δημιουργία, ζητάει τόν Θεό, ζητάει 
τόν οὐρανό. «Πάντα δι' Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν ἔκτισται» [12].

Ὅλα τά ὄντα στρέφονται πρός τόν Θεό. Αὐτό διακήρυσσε ὁ σεβαστός 
Γέροντας ὅταν ἔλεγε: «Ὁ ἄνθρωπος ζητάει στόν οὐρανό τή χαρά καί τήν εὐτυχία. Ζητάει τό αἰώνιο μακριά ἀπ' ὅλους κι ἀπ' ὅλα, ζητάει νά βρεῖ τή χαρά στόν Θεό. Ὁ Θεός εἶναι μυστήριο. Εἶναι σιωπή, εἶναι ἄπειρος, εἶναι τό πᾶν.

Τήν τάση τῆς ψυχῆς γιά τόν οὐρανό τήν ἔχει ὅλος ὁ κόσμος· ὅλοι ζητᾶνε κάτι 
τό οὐράνιο. Σ' Αὐτόν στρέφονται ὅλα τά ὄντα, ἔστω καί ἀσυνειδήτως» [13].

Ὅμως καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα μυστήριο. Φέρει μέσα του ὅλο τό καλό 
καί ὅλο τό κακό ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι σήμερα ὅπως ἔλεγε [14] ὁ ἅγιος καί χαρισματοῦχος Γέρων. «Γι' αὐτό» τόνιζε «πρέπει ν΄ ἀποθάνομε κατά τόν παλαιό ἄνθρωπο καί νά ἐνδυθοῦμε τόν νέο» [15].

----------------------------------------------------------------------------------------------------

[1] Ἀποκ. 3, 20-21.

[2] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, Ἱερά Μονή

Χρυσοπηγῆς, ζ΄ἔκδοση, Χανιά 2006, σελ. 368. Στό ἑξῆς: Γέροντος Πορφυρίου

Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι (Ὅταν δέ γίνεται ἀναφορά σέ ἔκδοση ἐν-

νοεῖται ἡ Ζ΄).

[3] Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Θεία Λειτουργία.

[4] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 407-
408.

[5] http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/porphyrios_sayi

ngs.htm, Κ. Γιαννιτσιώτη: Κοντά στό γέροντα Πορφύριο.

[6] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 221-
224.

[7] Γαλ. 4, 9: "νῦν δέ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δέ γνωσθέντες ὑπό Θεοῦ".

[8] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 238-
239.

[9] 
http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/porphyrios_sayings.ht,

ἀπό τό βιβλίο τοῦ Κ. Γιαννιτσιώτη: Κοντά στό γέροντα Πορφύριο.

[10] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 248-
250

[11] Ἀν. Σ. Τζαβάρα, Ἀναμνήσεις ἀπό τόν γέροντα Πορφύριο, τόν διο-

ρατικό καί προορατικό πνευματικό μας πατέρα.

[12] Κολ. 1, 16.

[13] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 245.

[14] Ὅ. π. σελ. 285.

[15] Ὅ. π.

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Οἱ Ἅγιοι Ἐννέα Μάρτυρες τῆς Κολὰ ἐν Γεωργίᾳ


Η μνήμη των εννέα παιδιών που μαρτύρησαν εν Κολά της Γεωργίας, τιμάται στις 22 Φεβρουαρίου.

Τὸ μαρτύριο τῶν ἐννέα παιδομαρτύρων ἔγινε τὸν 6ο αἰῶνα μ.Χ. στὴ Γεωργία.

Σὲ ἕνα μεγάλο χωριὸ τῆς νοτιοδυτικῆς Γεωργίας, στὴν πεδιάδα Κολά, ὅπου βρίσκονται οἱ πηγὲς τοῦ ποταμοῦ Κύρου, ζοῦσαν ἐλάχιστοι Χριστιανοί. Οἱ περισσότεροι κάτοικοι ἦταν ἀκόμη εἰδωλολάτρες. Τὰ παιδιὰ τῶν Χριστιανῶν ἔπαιζαν μὲ τὰ παιδιὰ τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ μόλις ὁ ἱερεὺς κτυποῦσε τὴν καμπάνα γιὰ τὸν Ἑσπερινό, ἄφηναν τὸ παιχνίδι καὶ ἔτρεχαν στὴν Ἐκκλησία. 

 ἀκολουθοῦσαν ὅμως πάντοτε ἐννέα ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῶν εἰδωλολατρῶν: ὁ Γουαράμ, ὁ Μπακάρ, ὁ Βάτσε, ὁ Μπατζίμι, ὁ Τάτσι, ὁ Τζουανσέρι, ὁ Ραμάζι καὶ ὁ Παρσμάν. Μὰ σὰν ἔφθασαν στὴν πύλη τοῦ ναοῦ, οἱ Χριστιανοὶ δὲν ἐπέτρεπαν σὲ αὐτὰ νὰ εἰσέλθουν στὸ ναό. Αὐτὸ ἔγινε ἀρκετὲς φορές. Τὰ παιδιὰ ἐπέμεναν καὶ ἀποφάσισαν νὰ βαπτισθοῦν Χριστιανοί.

Ὁ ἱερεὺς τοῦ χωριοῦ, ἕνας σεβάσμιος καὶ ἅγιος λευΐτης, τὰ κατήχησε καὶ τὰ δίδαξε τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές. Δὲν τολμοῦσε ὅμως νὰ τὰ βαπτίσει τὴν ἡμέρα, διότι φοβόταν τοὺς εἰδωλολάτρες. Μία νύχτα, λοιπόν, τὰ πῆρε μαζί του καὶ τὰ ὁδήγησε στὸν ποταμό. Πολλοὶ Χριστιανοὶ τὸν ἀκολούθησαν.

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὸ ποτάμι ἦταν παγωμένο. Μὰ μόλις τὰ παιδιὰ μπῆκαν μέσα, γιὰ νὰ βαπτισθοῦν, τὸ νερό, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἔγινε ζεστό. Τὸ ἐξαίσιο αὐτὸ θαῦμα τὸ ἀκολούθησε ἕνα ἄλλο θαυμαστὸ γεγονός: Ἄγγελοι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κατέβηκαν καὶ νὰ ἔνδυσαν μὲ λευκοὺς χιτῶνες.

Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα οἱ εἰδωλολάτρες γονεῖς ἀναζήτησαν τὰ παιδιά τους. Τὰ βρῆκαν στὰ σπίτια τῶν Χριστιανῶν καὶ πληροφορήθηκαν τί εἶχε συμβεῖ. Ἔγιναν ἔξαλλοι καὶ ὀργίσθηκαν. Ἄρχισαν νὰ τὰ κτυποῦν καὶ νὰ προσπαθοῦν νὰ τὰ πείσουν νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Ἐκεῖνα ὅμως ὁμολογοῦσαν μὲ ἀθῳότητα καὶ ἀνδρεία τὴν πίστη τους στὸν Κύριο.

Ἔτσι ἀποφάσισαν νὰ τὰ φονεύσουν, πρὸς παραδειγματισμὸ καὶ τῶν ὑπολοίπων συγχωριανῶν τους. Μὲ ἐπικεφαλὴς τὸν ἡγεμόνα πῆγαν κοντὰ στὸν ποταμὸ καὶ ἔσκαψαν ἕνα βαθὺ λάκκο, ὅπου ἔριξαν μέσα τοὺς μικροὺς Ἁγίους. Ἤσαν ὅλοι ἀπὸ ἑπτὰ μέχρι ἐννέα χρόνων.

Ο άρτος που έγινε πέτρα!


Στην εποχή του ιερού Χρυσοστόμου (4ος αι.) ζούσε κάποιος πλούσιος, πού ανήκε μαζί με τη γυναίκα του, στην αίρεση του Μακεδονίου. Κάποτε, ακούγοντας τη διδαχή του αγίου, μετανόησε και επέστρεψε στην αλήθεια της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας. 

Η γυναίκα του όμως, ενώ με το στόμα ομολογούσε την πίστη της στο ορθόδοξο δόγμα, με την καρδιά της ακολουθούσε την αίρεση.

Σε μία μεγάλη γιορτή λοιπόν της Εκκλησίας, που συνήθιζαν να κοινωνούν πολλοί χριστιανοί, συνέβη το εξής περιστατικό: 
Η γυναίκα του πλουσίου πήγε κρυφά στους ιερείς των αιρετικών για να κοινωνήσει. Δεν κοινώνησε όμως, αλλά αφού πήρε στα χέρι της τον άρτο τον έδωσε κρυφά στη δούλη της να τον φυλάξει χωρίς κανείς άλλος ν' αντιληφθεί κανείς αυτό που έκανε.

Όταν αργότερα γινόταν η θεία λειτουργία των ορθοδόξων, η γυναίκα πήγε φανερά με τον άνδρα της στην εκκλησία για νά κοινωνήσει.

Σαν ήρθε η σειρά της, πήρε τον άγιο Άρτο από το χέρι του ιερού Χρυσοστόμου, αλλά δεν τον έβαλε στο στόμα της μετάλαβε κρυφά τον άρτο των αιρετικών.

Αμέσως όμως συγκλονίστηκε από ένα θαύμα: ο άρτος των αιρετικών μετατράπηκε σε πέτρα μέσα στο στόμα της!

Η γυναίκα φοβήθηκε και με δυνατή φωνή διηγήθηκε σ` όλους το περιστατικό και πίστεψε ολόψυχα στην ορθόδοξη εκκλησία.

Ο άγιος Ιωάννης τοποθέτησε την πέτρα εκείνη στο σκευοφυλάκιο, για να θυμίζει το θαύμα.



ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής

Η αμετανόητη γυναίκα!


Κάποτε, μία γυναίκα ζούσε με νηστείες και προσευχές.
Φαινόταν εξωτερικά ευλαβής, είχε όμως πολλή υπερηφάνεια και πίστευε πώς ήταν αγία.

Είχε επίσης τόση μνησικακία, πού, αν μάλωνε με κάποια άλλη, όχι μόνο δεν τη συγχωρούσε, μα ούτε ήθελε νά την ξαναδεί στα μάτια της.

Κάποτε αρρώστησε και κάλεσε τον πνευματικό, άλλά δεν εξομολογήθηκε καθαρά.

Αυτό το συνηθίζουν μερικοί επιπόλαιοι χριστιανοί, πού κρύβουν τις μεγάλες αμαρτίες και φανερώνουν τις μικρές.

Τέλος, όταν ο ιερέας έφερε τα Άγια για να την κοινωνήσει, εκείνη γύρισε στον τοίχο το πρόσωπο και δεν μπορούσε ούτε να αντικρίσει τον Θείο μαργαρίτη.

Την ίδια στιγμή, με θεία παραχώρηση, ομολόγησε με δυνατή φωνή : Όπως εγώ από υπερηφάνεια δεν συγχωρούσα όσους μου έφταιγαν, αλλά τούς αποστρεφόμουν, έτσι τώρα αποστρέφει και ο Κύριος Το πρόσωπό Του από μένα και δεν θέλει να μπει στην ανάξια ψυχή μου. 

Δεν θα τον δω στην ουράνια βασιλεία, αλλά θα καίγομαι στην αιώνια κόλαση!

Και μ' αυτά τα λόγια ξεψύχησε...


ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Οι Ιστορικές εικόνες της " Πρόσφυγος " Παναγίας στον Ελλαδικό χώρο

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Τα δύο μεγάλα ιστορικά γεγονότα της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού(1919) και της Μικρασιατικής καταστροφής(1922) έγιναν αφορμή να μεταφερθούν ιερές Θεομητορικές εικόνες από τον Πόντο και την Μικρά Ασία στην Ελλάδα. 
Μερικές από αυτές αναφέρονται παρακάτω :

Παναγία Σουμελά


Η Μονή Παναγίας Σουμελά ή Μονή Σουμελά, είναι ένα πασίγνωστο χριστιανικό ορθόδοξο μοναστήρι κοντά στην Τραπεζούντα, σύμβολο επί 16 αιώνες του Ποντιακού Ελληνισμού.

Σύμφωνα με την παράδοση, το 386 οι Aθηναίοι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν στις απάτητες βουνοκορφές του Πόντου μετά από αποκάλυψη της Παναγίας, με σκοπό να ιδρύσουν το μοναχικό της κατάλυμα. Eκεί, σε σπήλαιο της απόκρημνης κατωφέρειας του όρους, σε υψόμετρο 1063 μέτρα, είχε μεταφερθεί από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Aθηνιώτισσας, την οποία, πάντα κατά την παράδοση, εικονογράφησε ο Eυαγγελιστής Λουκάς.

Oι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος έκτισαν με τη συμπαράσταση της γειτονικής μονής Bαζελώνα κελί και στη συνέχεια εκκλησία μέσα στη σπηλιά, στην οποία είχε μεταφερθεί θαυματουργικά η εικόνα.

Mε ενέργειες του πρωθυπουργού της Eλλάδας Eλευθερίου Bενιζέλου, το 1930, όταν στα πλαίσια της προωθούμενης τότε ελληνοτουρκικής φιλίας ο Tούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού επισκέφτηκε την Αθήνα, δέχτηκε μια αντιπροσωπεία να πάει στον Πόντο και να παραλάβει τα σύμβολα της ορθοδοξίας και του ελληνισμού.

Tο 1930 ζούσαν μόνο δύο καλόγεροι του πανάρχαιου ιστορικού μοναστηριού. O υπέργηρος Iερεμίας στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρνήθηκε να πάει λόγω και της προχωρημένης ηλικίας του και γιατί δεν ήθελε να ξαναζήσει τις εφιαλτικές σκηνές της τουρκικής βαρβαρότητας και ο Aμβρόσιος Σουμελιώτης, προϊστάμενος στην εκκλησία του Aγίου Θεράποντα της Tούμπας στη Θεσσαλονίκη. Aπό τον μοναχό Iερεμία έμαθε ο Aμβρόσιος την κρύπτη των ανεκτίμητων κειμηλίων.

Στις 14 Οκτωβρίου έφυγε ο Aμβρόσιος, εφοδιασμένος με ένα κολακευτικό συστατικό έγγραφο της τουρκικής πρεσβείας για την Kωνσταντινούπολη και από εκεί για την Tραπεζούντα, με προορισμό την Παναγία Σουμελά. Λίγες μέρες αργότερα επέστρεφε στην Aθήνα όχι μόνο με τα σύμβολά μας, αλλά και με τον Πόντο, όπως είχε γράψει τότε ο υπουργός Προνοίας της κυβέρνησης του Eλευθερίου Bενιζέλου Λεωνίδας Iασωνίδης: «Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Mε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος».

H εικόνα φιλοξενήθηκε για 20 χρόνια στο Bυζαντινό Mουσείο της Aθήνας. Πρώτος ο Λεωνίδας Iασωνίδης πρότεινε το 1931 τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε κάποια περιοχή της Eλλάδας.

Πράγματι, το 1951 ο Kρωμναίος οραματιστής και κτήτωρ Φίλων Kτενίδης έκανε πράξη την επιθυμία όλων των Ποντίων, με τη θεμελίωση της Νέας Παναγίας Σουμελά στις πλαγιές του Βερμίου στην Καστανιά της Βέροιας.


Παναγία η Μηχανιώτισσα


Η Νέα Μηχανιώνα συνδέεται άρρηκτα με την Παναγία Φανερωμένη, στην οποία οφείλει και την μεγάλη φήμη της. Είναι ο νέος τόπος, τον οποίο «ηρετίσατο εις κατοικίαν εαυτής», όταν, μετά την φοβερή Μικρασιατική καταστροφή, οι ξεριζωμένοι Μηχανιώτες της Χερσονήσου της Κυζίκου εγκαταστάθηκαν, ως πρόσφυγες, εδώ, φέρνοντας μαζί τους ό,τι πιο ιερό είχαν, την Αγία και Θαυματουργό Εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης, η οποία ήταν γι΄αυτούς πάντοτε «εν ταις θλίψεσι βοηθός» και «εν τοις κινδύνοις ρύστις και προστάτις εν τοις πειρατηρίοις .»


Παναγία η Βουρλιώτισσα


Η Παναγία η επονομαζόμενη Βουρλιώτισσα της οποίας ο ιερός Ναός βρίσκεται στην συμβολή της ομώνυμης οδού με την οδό Βρυούλων, τιμάται ως πολιούχος της Νέας Φιλαδέλφειας, μιας αμιγώς προσφυγικής μητρόπολης. Ο εορτασμός της Ιεράς Θαυματουργού εικόνας της Θεοτόκου της Οδηγήτριας, η οποία φυλάσσεται ως πολύτιμο θησαύρισμα από το έτος 1927, οπότε και μεταφέρθηκε από τα μαρτυρικά Βουρλά της Μικράς Ασίας, πραγματοποιείται την πρώτη Κυριακή του μήνα Οκτωβρίου όπως άλλωστε έχει ήδη αποφασιστεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά από πρόταση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ.κ Κωνσταντίνου.

Ο χώρος που βρέθηκε το εικόνισμα της Παναγίας, ήταν έρημος και γεμάτος βουρλιές, γι’ αυτό και τα Βουρλά πήραν το όνομά τους, διότι ο τόπος τριγύρω είχε πολλές βουρλιές. Ενας βοσκός που έβοσκε εκεί το κοπάδι του, έβλεπε τις νύχτες να φέγγει ανάμεσα στα χόρτα, κάποιο φως, αλλά και την ημέρα έβλεπε κάποιο πρόβατο να πηγαίνει προς τα κει και να χάνεται μέσα στη πυκνή βλάστηση.

Το παρακολούθησε ο βοσκός και τότε ανακάλυψε ότι εκεί έτρεχε ένα μικρό ποταμάκι σαν Αγίασμα, αλλά υπήρχε και μια εικόνα, θαυμαστής τέχνης. Ο βοσκός γονάτισε, σταυροκοπήθηκε και πήρε την εικόνα. Το γεγονός μαθεύτηκε και οι Χριστιανοί με ευλάβεια, έχτισαν καταρχήν μικρή εκκλησία για να φυλάξουν το μικρό εικόνισμα και την ονόμασαν Εύρεση.

Το 1689, ανεγέρθη τρίκλιτος ναός που ξεχώριζε διότι το τέμπλο του, ξύλινο, σκαλισμένο, ήταν ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας. Οι εικόνες του ήταν όλες ασημοσκεπασμένες με αργυρόχρυσα καντήλια. Αριστερά της ωραίας πύλης, στο τέμπλο, ήταν θρονισμένη η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Βουρλιώτισσας.

Η εικόνα παρίστανε την Παναγία την Οδηγήτρια και ήταν πολύ παλιά με φθαρμένα τα χαρακτηριστικά των προσώπων με έντονα τα σημάδια από το διάβα των χρόνων.

Λέγεται ότι η εικόνα είχε ζωγραφιστεί από τον Αγιο Λουκά. Σε Βουρλιώτικη εφημερίδα το 1873, γράφει ότι ήταν βυζαντινών χρόνων και επειδή μόλις διακρινόταν τα χαρακτηριστικά του προσώπου, οι Τούρκοι την αποκαλούσαν Καρά – Παναγία, δηλαδή Μαύρη – Παναγιά. Όλο το εικόνισμα ήταν σκεπασμένο, με ασημένιο κάλυμμα, έξοχης τέχνης, ενώ τα χέρια και τα φωτοστέφανα της Παναγίας και του Χριστοιύ, ήταν σκεπασμένα με φύλλο χρυσού. Είχαν δε πρόσθετα στέφανα, όπου πάνω ήταν πολύτιμα πετράδια. Πάνω δε στο στέμμα της Παναγίας, υπήρχαν δέκα διαμαντόπετρες, μεγάλης αξίας.

Για τη θαυματουργή αυτή εκόνα μιλούσαν όχι μόνο στη Σμύρνη αλλά και σε όλη τη Μικρά Ασία. Μάλιστα, και οι Τούρκοι λένε πως τους έκανε θαύματα η Παναγία. Το δεκαπενταύγουστο σύρρεε στα Βουρλά, πληθώρα προσκυνητών. Ξεκινούσαν τις παραμονές από τις πόλεις και τα χωριά, με αραμπάδες και με καΐκια από τα Καράμπουρνα και τις Φώκεες.

Η ακτοπλοϊκή εταιρεία Σμύρνης, έβαζε έκτακτα δρομολόγια με τα καραβάκια της προς τη σκάλα των Βουρλών. Το 1853 εφημερίδα της Σμύρνης γράφει: “Το μικρό καραβάκι “Μπουρνόβας” μεταφέρει διαρκώς προσκυνητές προς τα Βουρλά”. Τρεις μέρες κρατούσε το πανηγύρι. Ήταν παρόμοιο με της Παναγίας της Τήνου. Οι πιστοί έπαιρναν βαμβάκι με το οποίο έτριβαν το πρόσωπο τη Παναγίας και σταύρωναν ό,τι ήθελαν να γίνει καλά. Αλλά το κρατούσαν και πάνω τους σαν φυλακτό.

Το δεκαπενταύγουστο του 1822, ενώ τελούνταν η θεία λειτουργία, ένα νέφος μπήκε στο ναό, σαν μια νεφέλη, και πήγε προς την εικόνα της Παναγίας, όπου είδαν να βγαίνει φωτιά αφού πρώτα ακούστηκε μια φωνή να λέει: “Φωτιά! Φωτιά!
 και μετά να εξαφανίζεται η νεφέλη. Μετά από λίγες μέρες, κάηκαν τα Βουρλά και μαζί και η εκκλησία της Παναγίας της Βουρλιώτισσας.

Στο σημείο που βρέθηκε η εικόνα φτιάχτηκε ένα μικρό εκκλησάκι της Ευρέσεως και δίπλα η μεγάλη εκκλησία όπου μέσα εκεί φυλασσόταν η εικόνα. Το 1922 μετά τις 15 Αυγούστου, οι Τούρκοι μπήκαν στα Βουρλά και τα κατέστρεψαν. Βεβήλωσαν, έκλεψαν και στο τέλος έκαψαν την εκκλησία. Άγνωστο πως και από ποιον η εικόνα βρέθηκε στην Νέα Φιλαδέλφεια.

Σώζεται επίσης και η εξής ιστορία:
Ένας Βουρλιώτης ονόματι Παναγιώτης είχε αμφιβολίες για το αν αυτή είναι η εικόνα. Το βράδυ στον ύπνο του φανερώθηκε η Παναγία λέγοντάς του: Παναγιώτη παιδί μου γιατί δεν με πιστεύεις, είμαι η Βουρλιωτίνα. Η Εικόνα της Παναγίας υπέστη φθορές από ακόμα μία φωτιά η οποία συνέβη την παραμονή της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο και ανήμερα της επετείου των εγκαινίων της εκκλησίας. Το ασημένιο κάλυμμα τοποθετήθηκε στη Φιλαδέλφεια ως ευγνωμοσύνη προς την Παναγία τους από μία Βουρλώτισσα η οποία πήρε κάποιο σεβαστό ποσό από το ταμείο ανταλλαξίμων μετά την καταστροφή. Έχει επιτελέσει πληθώρα θαυμάτων και αποτελεί πόλο έλξης για τους Χριστιανούς, Μικρασιάτες και μη.


Παναγία η Γρηγορούσα


Μεταξύ των αρχαιολογικών χώρων της Βιβλιοθήκης του Αδριανού και της Ρωμαϊκής Αγοράς βρίσκεται ο ναός των Ταξιαρχών (Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ), ο οποίος ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων το 1852. Αλλά και ο νεότερος ναός, εγγεγραμμένος σταυροειδής μετά τρούλου (με αξιοσημείωτη εικονογράφηση του επταννήσιου αγιογράφου Δ. Πελεκάση), υπέστη με τη σειρά του εκτεταμένη ανακαίνιση το 1922.

Το 1945 αφιερώθηκε στο ναό η μικρασιατική εικόνα της Παναγίας της Γρηγορούσας και το 1948 αναγνωρίστηκε ως προσκύνημα.


Παναγία Γουμερά


Βρίσκεται βόρεια και σε μικρή απόσταση από την Κοινότητα Μακρυνίτσας, στις νότιες υπώρειες του όρους Μπέλλες. Η επωνυμία της «Παναγία Γουμερά» αποτελεί ανάμνηση ομώνυμης μονής που υπήρχε σε περιοχή του Πόντου από το 10
ο αιώνα.

Η μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου κτίστηκε το 1971 από τον εδρεύοντα στην Αθήνα σύλλογο «Παναγία Γουμερά», αποτελούμενο από πρόσφυγες του Πόντου και συγκεκριμένα από την περιοχή της «Παναγίας Γουμερά».

Οι πρόσφυγες μετέφεραν από τη μονή του Πόντου παλαιό ευαγγέλιο, φορητή εικόνα της Θεοτόκου και κειμήλια εναποκείμενα σήμερα στη νέα ομώνυμη μονή. Το καθολικό της μονής είναι μονόκλιτη βασιλική με τρούλο.


Γοργοεπήκοος Μάνδρα Αττικής


Γύρω στα 1800 κάποιος μοναχός από το Άγιον Όρος ξεκίνησε να πάει στη Μικρά Ασία όπου υπήρχαν μετόχια αγιορείτικα, φέρνοντας μαζί του και αγιογραφημένες εικόνες για να τις πουλήσει. Μια από αυτές τις εικόνες, ποιος ξέρει με πόσες νηστείες και προσευχές αγιογραφημένη, ήταν της Παναγίας της επονομαζόμενης Γοργοεπηκόου. Την εικόνα αγόρασε στη Σμύρνη μια οικογένεια ευσεβής, που με τα χρόνια την έδινε πολύτιμη κληρονομιά σε κάθε πρωτότοκο. Έτσι ήρθε και στα χέρια της Ιφιγένειας.

Πρώτο γνωστό θαύμα :
Μία μέρα του 1907, όταν η Ιφιγένεια Αναπλιώτου, ἠταν βρέφος στην κούνια, όπως της διηγούντο οι γονείς της συνέβη το έξης θαυμάσιο:

Οι γονείς γευμάτιζαν στον κάτω όροφο του σπιτιού τους, όταν από τον επάνω όροφο, πού ήταν η κούνια με το παιδί, ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος πού όλοι ξαφνιάστηκαν, ιδίως η μητέρα της Ελευθερία, που φώναξε τρομαγμένη μήπως της απήγαγαν το παιδί, και αμέσως έτρεξαν να δουν τί συμβαίνει.

Και αυτό που αντίκρισαν ήταν κάτι το απίστευτο. Η εικόνα μόνη της είχε κατέβει από το εικονοστάσι, που ήταν στο ίδιο δωμάτιο, και είχε σταθεί όρθια στο κιγκλίδωμα της κούνιας, ενώ το βρέφος κοιμόταν ήσυχο και αμέριμνο. Τρόμαξαν, σάστισαν, έτρεξαν και φώναξαν τον ιερέα και έκαναν μια κατανυκτική παράκληση στην Παναγία και με δέος την έβαλαν πάλι στο εικονοστάσι. Αυτό το θαυμάσιο γεγονός το γιόρταζαν την ίδια μέρα κάθε χρόνο, στις 8 Σεπτεμβρίου, κάνοντας αγρυπνία στο σπίτι τους.

Όταν το 1922 έγινε η Μικρασιατική καταστροφή και ο διωγμός, η οικογένεια της Ελευθερίας κατόρθωσε να περάσει στη Μυτιλήνη. Μέσα στα ελάχιστα πράγματα που μπόρεσαν, όπως όλοι, να πάρουν μαζί τους, πρώτη ήταν η εικόνα αυτή της Παναγίας. Στη Μυτιλήνη όπου εγκαταστάθηκαν η μητέρα της Ιφιγένειας, Ελευθερία, κάθε 8
η Σεπτεμβρίου γιόρταζε την Παναγία εις ανάμνησιν του μεγάλου θαύματός της στη Σμύρνη.

Φλεγόμενη και μη καιόμενη μια χρονιά, 8 Σεπτεμβρίου, θα γιόρταζαν την Παναγία και όπως πάντα η Ελευθερία κατέβασε την εικόνα να την περιποιηθεί. Με πολλή ευλάβεια την καθάρισε και έτριψε το φωτοστέφανο της να γυαλίσει με αμμωνία, χωρίς να ξέρει φυσικά, ότι προκαλούσε φθορά στην εικόνα, που υπάρχει ως τώρα. Αφού την τακτοποίησε, την ακούμπησε στο τραπέζι που ήταν ακριβώς κάτω από το εικονοστάσι, όπου υπήρχαν και θρησκευτικά βιβλία. Κάποια στιγμή, που βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο, φύσηξε δυνατός αέρας από το ανοικτό παράθυρο και σήκωσε το πετσετάκι που ακουμπούσε το αναμμένο καντήλι στο εικονοστάσι.

Πήρε φωτιά μια άκρη, έπεσε ένα αναμμένο κομμάτι στο τραπέζι άναψαν τα βιβλία, κάηκε το τραπέζι και στη στιγμή μεταδόθηκε η φωτιά σ΄ όλο το δωμάτιο. Η Ελευθερία, καίτοι κάπως βαρήκοη λόγω της ηλικίας της, άκουσε κάποιους χτύπους.

Απορώντας τί να είναι, βγήκε στη πόρτα, αλλά δεν είδε κανέναν. Οι χτύποι όμως συνεχίζονταν πιο έντονα, και τότε ανέβηκε επάνω και μόλις άνοιξε την πόρτα του δωματίου, πετάχτηκαν φλόγες και καπνοί. Ζαλίστηκε, δεν μπορούσε να αναπνεύσει και με κόπο μπόρεσε να φωνάξει τους γειτόνους να σβήσουν τη φωτιά.

Όταν τελικά μπόρεσε να μπει στο δωμάτιο, και έψαχνε με τα μάτια μέσα να διακρίνει κάτι στις φλόγες, που ακόμα κρατούσαν, Θεέ μου μεγαλοδύναμε, τί ήταν αυτό που αντίκρισε. Η εικόνα της Παναγίας, ανάμεσα στις φλόγες και στους καπνούς την κοίταζε από μακρυά, χαμογελαστή, με κείνο το γλυκύτατο της μειδίαμα, ανέγγιχτη από τη φωτιά, και από τους καπνούς ώστε να λάμπει έτσι όπως την είχε γυαλίσει η ίδια.

Οι φλόγες την είχαν σεβαστεί, και μήτε ίχνος καπνού την είχε αμαυρώσει. Όλη η οικογένεια φύλαγαν και αυτό το θαύμα σαν πολύτιμο μαργαριτάρι στην καρδιά τους.

Η δημιουργία της Μονής.
Τέσσερις Μοναχές ξεκίνησαν να κτίσουν ένα Μοναστήρι Ησυχαστήριο. Μια μέρα (Ιανουάριο του 1965), ήρθαν στην Αθήνα, και έμεναν προσωρινά στο πατρικό σπίτι μιας εξ΄ αυτών, που ήταν εξοχικό, στα Μελίσσια. Εκεί, εκτελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, και συγχρόνως έψαχναν, για έναν κατάλληλο τόπο, για να κτίσουν σιγά-σιγά το Μοναστήρι τους.

Τέλος, βρήκαν έναν τόπο στο Καπανδρίτι, τους άρεσε, και έδωσαν και μια προκαταβολή. Η σκέψη τους ήταν, να παραγγείλουν στο Άγιον Όρος μια Εικόνα της Παναγίας της Γοργοεπηκόου, στο όνομα της οποίας θα αφιέρωναν το Μοναστήρι.

Μια μέρα ήρθε να τις επισκεφθεί μια γυναίκα. Η Ιφιγένεια Αναπλιώτου. Αφού έμεινε αρκετά μαζί τους, σηκώθηκε να φύγει, λέγοντας:
- Πρέπει να πηγαίνω, γιατί έχω να περάσω από την εκκλησία, να πάρω μια Εικόνα μου, που την πήγα για τους «Χαιρετισμούς». Ξέρετε, μαθεύτηκε πως είναι πολύ θαυματουργή, και μου ζήτησαν να την πάω, να την προσκυνήσουν. Αλλά την ξύνουν οι γυναίκες, και φοβάμαι, πως θα μου την αλλοιώσουν. Μετά, τους διηγήθηκε, ότι την έφερε άπ’ τη Σμύρνη. Ότι ήταν Εικόνισμα οικογενειακό, και από γενιά σε γενιά, ερχόταν πάντα στο πρώτο παιδί της οικογενείας, και τελευταία, ήρθε στα χέρια της….

Σε ποια Χάρη της Παναγίας είναι η Εικόνα; Ρώτησαν εκείνες πολύ συγκινημένες 
- Είναι η Παναγία, η Γοργοεπήκοος, απάντησε η γυναίκα.
- Ω, γλυκεία αγαλλίαση, κι ω, τρυφερή λαχτάρα, που πλημμύρισε την καρδιά, των τεσσάρων αφοσιωμένων Μοναχών.
- Και μεις, στην Γοργοεπήκοο θα αφιερώσουμε το Μοναστήρι μας, είπαν. Δεν μας την δίνεις την Εικόνα;

Αρνήθηκε ευγενικά, και κείνες δεν επέμεναν. Αυτά, έγιναν στα μέσα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Προς το Πάσχα, τους στέλνει ένα μήνυμα, ότι θα τους δώσει την Εικόνα, όταν θα κτίσουν το μοναστήρι. Είπε ακόμα, πως και κείνη πάντα ονειρευόταν να της κτίσει μία εκκλησία, αλλά δεν είχε την οικονομική δυνατότητα. Φαντάζεστε τη χαρά όλων, και πόσες ευχαριστίες έκαναν στην Παναγία, και στη Θεία Οικονομία οι Μοναχές, κατασυγκινημένες. Από τότε, πέρασαν μερικοί μήνες.

Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, το 1965, την παρακάλεσαν να τους δώσει, για λίγο, την Εικόνα, για να βγάλουν μερικές φωτογραφίες της, γιατί θα έκαναν την πρώτη τους υπαίθρια Λειτουργία, στο Καπανδρίτι. Την έδωσε ευχαρίστως και όταν πήγαν να την επιστρέψουν τους είπε:« Κρατήστε την»…

Από κείνη την ευλογημένη ώρα, το Εικόνισμα της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Γοργοεπηκόου, βρίσκεται στα χέρια τους, και με την χάρη της και τη δύναμή της, κτίστηκε η Ιερά Μονή Μάνδρας.

πηγή: Χρυσούλας Χατζηγιαννιού, Η Κυρία Γοργοεπήκοος: Από την αιματωβαμένη Σμύρνη στα βουνά της Μάνδρας, έκδοσις Ε΄, Ιεράς Κοινοβιακής Μονής «Παναγίας της Γοργοεπηκόου», Μάνδρα Αττικής, 2002.



Παναγία η Σκουπιώτισσα



Τα Νέα Ρόδα είναι παραθαλάσσιος οικισμός του νομού Χαλκιδικής. Βρίσκεται στο στενότερο σημείο της χερσονήσου του Άθω και βρέχεται από τη θάλασσα από δύο πλευρές.


Κύρια ασχολία των κατοίκων του χωριού είναι η γεωργία , η αλιεία και ο τουρισμός. Απέχει 6 χιλιόμετρα από την Ιερισσό.

Κύριος ναός είναι ο ναός της Θεοτόκου και του Αγ. Νικολάου, στον οποίο βρίσκεται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που μεταφέρθηκε από τους πρώτους κάτοικους, πρόσφυγες από τα Σκοπιά της νήσου Αλώνης, της θάλασσας του Μαρμαρά.



Η Παναγία της Άγκυρας



Εικόνα από την έκθεση με τα κειμήλια των ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ από τον Πόντο και την Μικρά Ασία..(18
ος αιώνας)



Η Παναγία η Περαμιώτισσα



Σύμφωνα με την παράδοση και τις μαρτυρίες των κατοίκων που πέρασαν από γενιά σε γενιά μέχρι τις μέρες μας, το λιμάνι της Νέας Περάμου χρησιμοποιήθηκε το 1919 για την επιβίβαση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, με προορισμό τα παράλια της Μικράς Ασίας.


Το τελευταίο βράδυ πριν από την αναχώρηση, ένας στρατιώτης ονειρεύτηκε την εικόνα της Παναγίας στον τόπο όπου κατασκήνωσαν. Το όνειρο κρίθηκε ως θεϊκό σημάδι και την επομένη, σκάβοντας, βρέθηκε μια μικρή εικόνα σε οβάλ σχήμα, που αναπαριστούσε τη Θεοτόκο βρεφοκρατούσα.

Οι πρόσφυγες, που το 1922 και το 1923 ήρθαν από την παλιά Πέραμο στην Καβάλα για να εγκατασταθούν και να δημιουργήσουν μια νέα πατρίδα, κατασκεύασαν έναν μικρό ναΐσκο για να φυλάξουν την εικόνα της Παναγίας. Το 1945, στην ίδια θέση, με χρήματα κατοίκων της περιοχής, ανεγέρθη το σημερινό παρεκκλήσι. Δυστυχώς, η οβάλ εικόνα της Παναγίας κλάπηκε το 1977, μαζί με τάματα και αφιερώματα.

Η μοναδική αυτή ιστορία ταυτίζεται με την ιστορία μιας άλλης εικόνας της Παναγίας Φανερωμένης, που βρισκόταν στο Μοναστήρι της Λανγκάδας στην παλιά Πέραμο, την οποία οι κάτοικοι τιμούσαν στις 15 Αυγούστου. Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης ή Περαμιώτισας, μετά την καταστροφή του 1922 μεταφέρθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα.

Οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στη Νέα Πέραμο συνέδεσαν την οβάλ εικόνα της Παναγίας με τη δική τους εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης που δεν μπόρεσαν να φέρουν μαζί τους. Έτσι, αποφάσισαν να τιμούν την εκκλησία που ανέγειραν στην είσοδο της Νέας Περάμου, την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Το 1938, ο μακαριστός ιερέας Δημοσθένης Θεοδωρίδης αγιογράφησε ένα πιστό αντίγραφο της Παναγίας Φανερωμένης, μικρότερων διαστάσεων, που όμως για τους κατοίκους της Νέας Περάμου έχει ιδιαίτερη συναισθηματική και θρησκευτική αξία. Κάθε χρόνο, την παραμονή της μεγάλης Θεομητορικής γιορτής, η εικόνα μεταφέρεται με λιτανεία από το ναό του Αγίου Νικολάου, όπου φυλάσσεται, στο παρεκκλήσι στην είσοδο της Νέας Περάμου για να την προσκυνήσουν οι πιστοί.



Παναγία Φανερωμένη Νέας Ηρακλείτσας



Η Χαριτόβρυτος Εικών της Παναγίας της Φανερωμένης ευρέθη το έτος 1700 μ.Χ. στην παλαιά Ηρακλείτσα της Aνατoλικής Θράκης από τρεις μοναχές των οποίων τα ονόματα είναι Aγνή, Tατιανή και Παϊσία.


Κατά την παράδοση λοιπόν που διατηρήθηκε ζωντανή μέχρι και τις μέρες μας υπήρχε ένας εκεί ένας παλαιότατoς πύργος εγκαταλελειμμένος, στον οποίο οι μοναχές θέλησαν να μονάσουν. Μυστηριώδεις κρότοι έκαναν τον κόσμο να φοβάται ακόμα και να πλησιάσει τον Πύργο. Παρά ταύτα όμως οι μοναχές απεφάσισαν να βρουν την αιτία των θορύβων.

Μία εξ αυτών η Tατιανή, ψάχνοντας βρήκε ένα σημείο στον τοίχο του Πύργου και σκάβοντας ανακάλυψαν μία κρύπτη εντός της οποίας ήταν εντοιχισμένο το θαυματουργό Εικόνισμα της Παναγίας. Το ανερμήνευτo από κάθε λoγική πλευρά είναι το γεγονός ότι μπροστά στην Εικόνα έκαιγε αναμμένο ένα καντηλάκι.

Μόλις όμως οι μοναχές επεχείρησαν να πάρουν το καντήλι μπροστά από την Εικόνα για να την βγάλουν από την κρύπτη το καντήλι έσβησε! Η απoστoλή του να φωτίζει την εικόνα μέσα στη κρύπτη είχε πλέον ολοκληρωθεί. Πιθανόν η Εικόνα να είχε εντοιχιστεί μέσα στον τοίχο για να διαφυλαχθεί κατά τα χρόνια των Εικονομάχων.

Tα χρόνια πέρασαν από τότε... κτίσθηκε μεγαλoπρεπής Ναός στο σημείο της Ευρέσεως ο οποίος ήταν μετόχι της Ιεράς Aυτoκρατoρικής Moνής των Iβήρων του Αγίου Όρους. Ο Ναός αυτός γκρεμίσθηκε από τους Τούρκους κι μετετράπη σε στάβλο!

Με την καταστρoφή του 1922 η Εικόνα μεταφέρθηκε για ασφάλεια στην μoνή των Iβήρων του Αγίου Όρους. Η Ιερά Moνή απέδωσε την Εικόνα στους κατοίκους της Ηρακλείτσας 10 χρόνια μετά το 1932 και έπειτα από πολλές προσπάθειες.

Η αγία Εικών έχει δύο ονομασίες. Παναγία Φανερωμένη επειδή φανερώθηκε με θαυματουργικό τρόπο και Παναγία της Κρύπτης διότι βρέθηκε μέσα στην κρύπτη. Με την πάροδο των χρόνων όμως επεκράτησε η πρώτη ονομασία δηλαδή Φανερωμένη.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά στο βιβλίο από τις εκδόσεις του Ιερού Πρoσκυνήματoς Παναγίας Φανερωμένης Νέας Ηρακλείτσης «ΕΛΠΙΣ ΑΠΗΛΠΙΣΜΕΝΩΝ» στο οποίο περιγράφονται με ιστορικά στοιχεία όλες οι λεπτομέρειες που αφορούν την εύρεση της Αγίας Εικόνος.

Επίσης πρέπει να τονίσουμε πώς η αγία Εικών βρίσκετε στον Ιερό Ναό της Παναγίας από το 1932 και επιτελεί καθημερινά εκατοντάδες θαύματα στους πιστούς που κάθε χρόνο κατά χιλιάδες προσέρχονται στο μικρό χωριό της Νέας Ηρακλείτσας για να πρoσκυνήσoυν από κοντά την Αγία Εικόνα.



Η Παναγία η Φανερωμένη Νέας Αρτάκης



Ο Ναός της Παναγίας της Φανερωμένης, βρίσκεται στην πόλη της Νέας Αρτάκης και σε απόσταση περίπου 8 χλμ από τη Χαλκίδα. Ο ναός κτίστηκε το 1951 και ονομάστηκε έτσι από το θαύμα της εμφάνισης της Παναγίας, ενώ θεωρείται από τα σημαντικότερα προσκυνήματα της Εύβοιας.


Γιορτάζει στις 23 Αυγούστου και κατασκευάστηκε από τους Αρτακιανούς πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Είναι εύκολα προσβάσιμη με όλα τα μέσα και συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό πιστών καθώς θεωρείται θαυματουργή.

Το όνομά Της, Φανερωμένη, μας φέρνει σε αλησμόνητους τόπους και μας γυρνά πολύ πίσω στο χρόνο. Στην αγιασμένη γη της Μικράς Ασίας, στους πρόποδες του Όρους Δινδύμου, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Κύζικο, κατά τον 12ο αιώνα μ. Χ.

Εκεί, όπως η παράδοση μας πληροφορεί, ανακαλύφθηκε, κατά θαυμαστό τρόπο, ανάμεσα στους θάμνους, στον τόπο του ναού της αρχαίας θεάς Κυβέλης, Ιερά και Σεβασμία Εικόνα της Θεοτόκου, την οποία οι κάτοικοι της Κυζίκου ονόμασαν Φανερωμένη.

Στο τόπο της ευρέσεως της Ιεράς Εικόνος, μάλιστα, ανήγειραν ομώνυμη Ιερά Μονή της «Παναγίας της Φανερωμένης», όπου και φυλασσόταν η Ιερά Εικόνα μέχρι το έτος 1922, οπότε οι κάτοικοι της Κυζίκου αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές εστίες τους και να αναζητήσουν νέα πατρίδα. Φεύγοντας από τον τόπο τους, πρώτον απ’ όλους τους πολύτιμους θησαυρούς τους πήραν την Ιερά Εικόνα της Φανερωμένης.

Πορευόμενοι οι Αρτακινοί προς την Ελλάδα, διήλθαν από την Κωνσταντινούπολη. Εκεί, αφού το Οικουμενικό Πατριαρχείο έλαβε γνώση της παρουσίας της Ιεράς Εικόνος στην Πόλη, την παρέλαβαν Κληρικοί του με τις πρέπουσες τιμές και την εναπέθεσαν στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα.

Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ

Τρεις δεκαετίες μετά το βίαιο αποχωρισμό των Αρτακινών από τη μάνα Μικρασιατική γη και τη Μητέρα τους Παναγία τη Φανερωμένη, τη μεσημβρία της 29ης Απριλίου 1951, Κυριακής του Πάσχα, συνέβη, στη νέα τους πατρίδα, τη Νέα Αρτάκη Ευβοίας, ένα θαυμαστό γεγονός, το οποίο επρόκειτο να σημαδέψει την εκκλησιαστική ζωή τους.

Οκτώ κορίτσια, ηλικίας 10 – 12 ετών, βρίσκονταν σε παραλιακή τοποθεσία και μέσα στο αναστάσιμο κλίμα της ημέρας έπαιζαν και τραγουδούσαν. Ξαφνικά, σε μικρή απόσταση από τον τόπο που βρίσκονταν πρόσεξαν μία μαυροφορεμένη, εξαιρετικά όμορφη γυναίκα, γονατιστή και σε στάση προσευχής. Στα χέρια Της φορούσε χρυσά επιμανίκια και στο κεφάλι Της είχε μαύρη καλύπτρα και φωτοστέφανα.

Μπροστά σ’ αυτό το θέαμα ταράχτηκαν και γεμάτα φόβο έφυγαν από τον τόπο για να ειδοποιήσουν τους γονείς τους. Όμως, όταν εκείνοι κατέφθασαν στον τόπο, η μαυροφορεμένη γυναίκα είχε εξαφανισθεί. Όχι όμως και τα ίχνη της παρουσίας της. Τα αποτυπώματα των γονάτων της βρίσκονταν ακόμη στο χώμα.

Τα μικρά κορίτσια ανέφεραν τα γεγονότα στον Εφημέριο του χωριού, τον μακαριστό π. Σπυρίδωνα Αθανασίου και εκείνος στον επίσης μακαριστό Μητροπολίτη Χαλκίδος Γρηγόριο (Πλειαθό) (1922 – 1968), ο οποίος κάλεσε τα κορίτσια που του επιβεβαίωσαν το θαύμα, λέγοντάς του μάλιστα ότι η γυναίκα εμφανίσθηκε και στον ύπνο τους, λέγοντάς τους ότι είναι η Παναγία και ότι στον τόπο της εμφανίσεώς Της έπρεπε να χτίσουν Εκκλησία. Μετά από αυτά τα γεγονότα, ο Μητροπολίτης έδωσε την κανονική ευλογία του για να ανεγερθεί Ιερός Ναός προς τιμήν της Παναγίας, ο οποίος αργότερα έλαβε τη νομική μορφή του Ιερού Προσκυνήματος.

ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΙΕΡΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ

Ο θεμέλιος λίθος του Ιερού Ναού κατατέθηκε από τον Μητροπολίτη Γρηγόριο την 12η Αυγούστου 1951. Από τότε ξεκίνησε η προσφορά των ανθρώπων προς την Παναγία, η οποία συνεχίζεται ως τις μέρες μας, ως πολύτιμη παρακαταθήκη που κατέλιπαν σε εμάς οι πρόγονοί μας.

Το Ιερό Προσκύνημα ανοικοδομήθηκε και απέκτησε ένα θαυμάσιο Ιερό Ναό, για να δοξολογείται το όνομα του Θεού και να μεγαλύνεται το όνομα της Παναγίας Μητέρας Του, του οποίου τα Εγκαίνια τελέσθηκαν το 1969 από τον μακαριστό Μητροπολίτη Χαλκίδος Νικόλαο (Σελέντη) (1968 - 1974).

Στον τόπο της Παναγιοφανείας ανηγέρθη Ιερόν Παρεκκλήσιον, άνωθεν δε αυτού το κωδωνοστάσιον του Ιερού Ναού.