Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Η θεολογία της Εικόνος


Η Εκκλησία, έχοντας συνείδηση της πνευματικής αξίας και σημαντικότητος των αγίων εικόνων, ως μέσου αγιασμού και κοινωνίας των πιστών μετά των ιστορουμένων αρχετύπων, τις είχε ανέκαθεν σε μεγάλη εκτίμηση, ευλάβεια και σεβασμό. 

Θεωρούνται και είναι ένα σημαντικότατο εποπτικό μέσο διδασκαλίας, μια εικαστική γλώσσα της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Βασίλειος αποφαίνεται: «α γαρ ο λόγος της ιστορίας δι” ακοής παρίστησι, ταύτα γραφική σιωπώσα δια μιμήσεως δείκνυσι». 

Μάλιστα η Ζ” Οικουμενική Σύνοδος έθεσε τις άγιες εικόνες στο ίδιο επίπεδο με το Ευαγγέλιο και τον Τίμιο Σταυρό. Το θέμα των αγίων εικόνων απασχόλησε ανά τους αιώνας τους θεολόγους και τους ερευνητές και ιδίως κατά τον εικοστό αιώνα. Πραγματικά είναι σημαντικό να προβληθεί η σπουδαιότητα της εικόνας και η αξία που έχει για τον άνθρωπο ως μέλος της Εκκλησίας. Μέσα σ” αυτά τα πλαίσια ας ψαύσουμε άκρω δακτύλω – εφόσον το παρόν πόνημα δεν αποτελεί μια συστηματική έρευνα του θέματος – τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας για την εικόνα, όπως αυτή κατοχυρώνεται στα συγγράμματα των Αγίων Πατέρων και στα πρακτικά της Ζ” Οικουμενικής Συνόδου. 

Η λέξη «εικόνα» προέρχεται ετυμολογικά από το ρήμα «είκω» ή «έοικα» και σημαίνει ομοίωμα, δηλαδή αποτύπωση των χαρακτηριστικών κάποιου πρωτοτύπου. Αυτό σημαίνει ότι η εικόνα δεν έχει δική της υπόσταση αλλά η αξία της βρίσκεται στην ομοιότητά της με το πρωτότυπο. 

«Άλλο γαρ εστί εικών και άλλο το εικονιζόμενον», λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Η εικόνα λοιπόν, αποτελεί το αισθητό μέσο ανάμεσα στους πιστούς και στο πρωτότυπο, το οποίο είναι αθέατο γι” αυτούς. Ο Μέγας Βασίλειος κάνει ένα διαχωρισμό της εικόνος σε «φυσική» και «τεχνητή». 

Και τα δύο αυτά είδη εικόνων έχουν ένα κοινό γνώρισμα, την ομοιότητα με το πρωτότυπο που εικονίζουν. Διαφέρουν όμως στο εξής. Η ομοιότητα της φυσικής εικόνας προς το πρωτότυπο αναφέρεται στην ουσία του εικονιζομένου πρωτοτύπου, διατηρώντας την διαφορά ως προς την υπόσταση. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα φυσικής εικόνας είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού σε σχέση με τον Θεό Πατέρα. Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει ότι «ο Χριστός εστίν εικών του Θεού του αοράτου»( Κολ. 1,15). Είναι δηλαδή ο Υιός «απαράλλακτος εικών του Όντος» όπως αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ταυτίζεται με τον Θεό Πατέρα απόλυτα κατά την ουσία. 

Εκείνο που κάνει τον Υιό να διαφέρει από τον Πατέρα είναι η υπόστασίς Του και συγκεκριμένα το ιδίωμα του γεννητού. 

Από την άλλη πλευρά, η τεχνητή εικόνα ομοιάζει με το εικονιζόμενο πρόσωπο ως προς την μορφή αλλά διαφέρει ως προς την ουσία. Εφόσον η τεχνητή εικόνα αναφέρεται μόνο στην μορφή του εικονιζομένου προσώπου άρα αυτό που εικονίζεται δεν είναι η φύση αλλά η υπόσταση του πρωτοτύπου, όπως αναφέρει ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης:

«παντός εικονιζομένου, ουχ η φύσις, αλλ” η υπόστασις εικονίζεται». Αυτή η ομοιότητα εικόνος και εικονιζομένου αποτελεί τον όρο ύπάρξεως της τεχνητής εικόνας. Γι” αυτό και οι ορθόδοξες εικόνες δεν είναι γέννημα της φαντασίας του εκάστοτε καλλιτέχνη, αλλά τα πρωτότυπα (ο Κύριος, η Παναγία, οι Άγιοι) είναι ιστορικά πρόσωπα με τα ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά τους. Σαφέστατα παρατηρούν οι Πατέρες της Ζ” Οικουμενικής Συνόδου: «Ιδόντες τον Κύριον, καθώς είδον, ιστορήσαντες εζωγράφησαν. Ιδόντες Ιάκωβον τον αδελφόν του Κυρίου, καθώς είδον, αυτόν ιστορήσαντες εζωγράφησαν…». 

Σ” αυτό το σημείο μπορούμε να αναφερθούμε στη διάκριση της εικόνας από το είδωλο. Δύο είναι τα βασικά στοιχεία που αποκλείουν τον ταυτισμό εικόνας-ειδώλου. Πρώτον η ιστορικότητα των εικονιζομένων προσώπων και δεύτερον η ομοιότητα των εικόνων με τα αρχέτυπά τους. 

Κατά τον άγιο Νικηφόρο «το δε είδωλον ανυπάρκτων τινών και ανυποστάτων ανάπλασμα». Με άλλα λόγια, το αρχέτυπο του ειδώλου είναι ένα φανταστικό πρόσωπο ενώ της εικόνας είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο. Οποιαδήποτε προσπάθεια απεικονίσεως του Κυρίου πριν την Σάρκωσή Του θα ήταν εσφαλμένη εφόσον δεν υπήρχε πρωτότυπο. Μετά, όμως, τη Σάρκωση του Λόγου του Θεού, δεν μιλάμε για είδωλο εφόσον ο Κύριος έλαβε συγκεκριμένη ανθρώπινη μορφή. 

Σ” αυτό το σημείο έσφαλλαν οι εικονομάχοι (726-843 μ.Χ.) διότι υποστήριζαν ότι μια εικόνα πρέπει να είναι της ίδιας φύσεως με το πρωτότυπο, διαφορετικά είναι είδωλο. Γι” αυτό και θεωρούσαν ως εικόνα του Κυρίου μόνο τον Άγιο Άρτο και Οίνο της Θείας Ευχαριστίας. Για τους ορθόδοξους όμως, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Λ. Ουσπένσκυ «Τα Τίμια Δώρα δεν μπορούν να αναγνωρισθούν σαν εικόνα του Χριστού, γιατί ακριβώς είναι ταυτόσημα με Αυτόν, που είναι το Πρωτότυπό τους». 

Μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση της εικονοκλαστικής συνειδήσεως επέφεραν και τα θρησκεύματα του Ιουδαϊσμού και Μωαμεθανισμού, εξαιτίας της ανεικονικής διδασκαλίας που τους διέκρινε. Κατηγορούσαν, μάλιστα, τους Χριστιανούς ως ειδωλολάτρες και δεισιδαίμονες. Γενικά το πρόβλημα των εικονομάχων ήταν ότι δεν μπορούσαν να κατανοήσουν το κοσμοσωτήριο γεγονός της Θείας Οικονομίας. Ο Θεός έγινε άνθρωπος «ίνα τον άνθρωπο θεόν ποιήση». 

Εφόσον η εικόνα είναι μια τρανταχτή απόδειξη της Σαρκώσεως του Θεού Λόγου, άρα η άρνηση της εικόνας κατ” επέκταση σημαίνει την απόρριψη της εν Αγίω Πνεύματι ενανθρωπήσεως του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος. Ο Ιησούς Χριστός προσέλαβε για την δική μας σωτηρία σάρκα και αίμα. Αυτό μας δίνει το δικαίωμα να τον ζωγραφίζουμε με βάση την συγκεκριμένη ανθρώπινη μορφή Του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι χωρίζουμε την σάρκα Του από την θεότητά Του. Είναι πολύ λογικό, ότι αν δεν απεικονίσουμε τον Κύριο τότε είναι σαν να αρνούμαστε την ανθρώπινη φύση Του. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης έλυσε το θεολογικό αυτό πρόβλημα διδάσκοντας, ότι η εικόνα εξεικονίζει όχι την φύση αλλά την υπόσταση του εικονιζομένου προσώπου. 

Σημαντικό ακόμη στοιχείο για την σωστή κατανόηση της ορθοδόξου εικόνας είναι και η σημασία που αποδίδει η Εκκλησία στα πρότυπα των εικόνων της. Τα πρότυπα αυτά μπορούν να είναι μόνο τα ίδια τα ιστορικά πρόσωπα που εικονογραφούνται και ποτέ άλλα άσχετα πρόσωπα, όπως έγινε στη Δυτική εικονογραφία. Για όσους ζωγράφους δεν υπάρχουν κανόνες και όρια, το έργο τους μπορεί να μοιάζει με εικόνα, αλλά μπορεί να αγγίζει και τα όρια της βλασφημίας. 

Ο Μέγας Βασίλειος διακηρύττει ότι «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει». Βεβαίως εδώ ο Άγιος αναφέρεται στην σχέση του Υιού προς τον Θεό Πατέρα, όμως η θέση αυτή χρησιμοποιήθηκε και από την Ζ” Οικουμενική Σύνοδο για τη δικαίωση των αγίων εικόνων. Σημειώνει η Ζ” Οικουμενική Σύνοδος, ότι η προσκύνηση των εικόνων είναι σχετική και τιμητική, ενώ η λατρευτική προσκύνηση αναφέρεται μόνο στον Θεό. Έτσι, λοιπόν, συμπερασματικά δεχόμαστε, ότι η τιμή της εικόνας του αγίου αναφέρεται στο πρωτότυπό της και μέσω του εικονιζομένου αγίου απονέμεται στον ίδιο τον Θεό. 

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι η τυχόν αδεξιότης του αγιογράφου να αποδώσει επιτυχώς τα χαρακτηριστικά του εικονιζομένου προσώπου, δεν παραβλάπτει την λειτουργικότητα της εικόνας, διότι η προσκύνηση της εικόνας δεν αναφέρεται στις υπάρχουσες ατέλειες αλλά στην ταύτισή της με το εικονιζόμενο πρόσωπο. Μας ενδιαφέρει, δηλαδή, το τι κοινό έχει η εικόνα με το πρωτότυπό της. Αυτό ακριβώς διδάσκει και ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γράφοντας: «Ου γαρ ή υπολέλειπται της εμφερείας αλλ” ή ομοίωται, η προσκύνησις». 

Πάρα πολύ σημαντική παράμετρος στο θέμα των αγίων εικόνων είναι και η παρουσία του Αγίου Πνεύματος σ” αυτές. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός παρατηρεί: «οι άγιοι και ζώντες πεπληρωμένοι ήσαν Πνεύματος Αγίου και τελευτησάντων αυτών, η χάρις του Αγίου Πνεύματος ανεκφοιτήτως ένεστι και ταις ψυχαίς και τοις σώμασιν εν τοις τάφοις, και τοις χαρακτήρσι, και ταις αγίαις εικόσιν αυτών». 

Χάρις, λοιπόν, στην παρουσία του Αγίου Πνεύματος στα εικονιζόμενα πρωτότυπα και οι εικόνες της Εκκλησίας είναι «Πνεύματος Αγίου πεπληρωμέναι». Συνεπώς πρέπει να προσέξουμε ότι οι εικόνες δεν είναι απλά αντικείμενα τέχνης αλλά εκφράζουν μια πνευματική πραγματικότητα, μας τονίζουν το σκοπό της χριστιανικής ζωής, που είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος. Βεβαίως, η ύπαρξη του Αγίου Πνεύματος στις εικόνες δεν είναι κατ” ουσίαν αλλά χαρισματική. 

Όμως, η χάρις των εικόνων μετέχεται από τους πιστούς και τους αγιάζει. Κατά την θέα των εικονιζομένων προσώπων ο αγιασμός που πηγάζει από τις εικόνες γίνεται μεθεκτός από τους πιστούς, όχι βεβαίως κατά τρόπο μηχανικό. Βασικές προϋποθέσεις καρπώσεως αγιασμού είναι η πίστη και η εσωτερική καθαρότητα, με τις οποίες οι πιστοί προσεγγίζουν τους εικονιζομένους αγίους. 

Αναφέρεται στα πρακτικά της Ζ” Οικουμενικής Συνόδου: «ούτως καγώ δέχομαι και ασπάζομαι και περιπτύσσομαι τας ιεράς εικόνας, ως αρραβώνα της σωτηρίας μου ούσας». Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι οι εικόνες αποτελούν αρραβώνα της σωτηρίας των πιστών λόγω της μετοχής αγιασμού των πιστών από την προσκύνηση των εικόνων. 

Και σε αυτό το σημείο οι εικονομάχοι λόγω της αρνητικής τοποθετήσεως τους έναντι των εικόνων, γίνονται θεομάχοι, στερώντας τους πιστούς από μια βασική δυνατότητα για την πνευματική τελείωσή τους. 

Ο Ρωμαιοκαθολικισμός απορρίπτοντας την διάκριση ανάμεσα στην άκτιστη ουσία, η οποία είναι αμέθεκτη και απρόσιτη, και στην άκτιστη χάρη του Θεού, η οποία είναι προσιτή από τους ανθρώπους, άφησε στο περιθώριο τη χαρισματική παρουσία του Θεού στις εικόνες και κατά συνέπεια τον αγιαστικό χαρακτήρα των εικόνων. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους, για τους οποίους οι δυτικοί ζωγράφοι χρησιμοποιούν στα έργα τους πρότυπα άσχετα από τα εικονιζόμενα πρωτότυπα και μάλιστα πολλές φορές ηθικώς διαβεβλημένα. Πολύ σωστά ο καθηγητής Δ. Τσελεγγίδης παρατηρεί, ότι η δυτική ζωγραφική δεν αποτελεί παρακμή της πρωτοβουλίας του ζωγράφου αλλά παρεκτροπή της δυτικής θεολογίας, η οποία όμως αποτελεί έκφραση της εσφαλμένης εκκλησιαστικής ζωής της. 

Τέλος, ας αναφερθούμε και στον πνευματικό χαρακτήρα των αγίων εικόνων της ορθοδόξου αγιογραφίας. Το θέμα αυτό γίνεται περισσότερο αντιληπτό εαν εστιάσουμε την προσοχή μας στον σκοπό της ορθοδόξου ζωγραφικής. Η ορθόδοξη εικόνα περιγράφει την ύπαρξη του εικονιζομένου στην εσχατολογική του μορφή, εκφράζει την μακαριότητα του ανακαινισμένου εν Χριστω ανθρώπου. Όταν ερωτήθη ο αείμνηστος Φ. Κόντογλου γιατί η βυζαντινή τέχνη δεν είναι φυσική, απάντησε τα εξής: «Δεν είναι φυσική διότι δεν έχει σκοπό να εκφράσει μονάχα το φυσικό, αλλά και το υπερφυσικό». 

Θέλοντας, λοιπόν, η Εκκλησία να μας εισαγάγει στον κόσμο της Βασιλείας του Θεού, παραμέρισε από τις άγιες εικόνες το φυσικό κάλλος, την απεικόνιση του φυσικού ανθρώπου και προσπάθησε να μας διδάξει την πραγματικότητα και την αναγκαιότητα της αγιότητας. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατ” εικόνα Θεού. Ο μεταπτωτικός άνθρωπος αμαύρωσε αυτό το εκ Θεού γνώρισμά του. Μέσα, όμως , στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας ο αμαρτωλός άνθρωπος πετυχαίνει πάλι την επιστροφή του στον κόσμο της μακαριότητος του καινού ανθρώπου, στο ανακαινισμένο κατ” εικόνα. 

Αυτοί οι πραγματικά σημαιοφόροι της εν Χριστώ θεώσεως είναι οι Άγιοι, οι οποίοι πέτυχαν τον αγιασμό εις το μέγιστο, κατά το δυνατόν, βαθμό. Θέλοντας, λοιπόν, η ορθόδοξη αγιογραφία να αποδώσει το αρχέγονον κάλλος μετασχηματίζει την πραγματικότητα, εικονίζει το κατ” εικόνα – όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν – όπως κατ” ανάλογο τρόπο το ανακαινισμένο κατ” εικόνα εικονίζει το Λόγο του Θεού, που είναι η φυσική εικόνα του Θεού Πατέρα. 

Για τους παραπάνω λόγους και τα εκφραστικά μέσα της αγιογραφίας ακολούθησαν το πνεύμα της. Οι αναλογίες των σωμάτων δεν είναι φυσικές – συνήθως τα σώματα είναι επιμήκη -, διακρίνουμε έντονο το στοιχείο της ολικής σχηματοποίησης, οι οφθαλμοί είναι μεγάλοι φανερώνοντας μια βαθιά πνευματικότητα, υπάρχει έλλειψη της τρίτης διάστασης (προοπτική) ως βασικό αντινατουραλιστικό στοιχείο, χρήση του στοιχείου της λιτότητας στην σύνθεση, στα σχήματα, ως απόρροια ασκητικής διαθέσεως, αλλά και για να κυριαρχεί στην εικόνα το κεντρικό θέμα και άλλα πολλά στοιχεία, τα οποία στο σύνολό τους εκφράζουν την κατάσταση της Θείας χάριτος, την αγιότητα του προσώπου.

Δυστυχώς πολλοί σημερινοί Χριστιανοί έχουν παρεξηγήσει τις ορθόδοξες εικόνες ως αφύσικες και άσχημες. Σαφώς επηρεασμένοι από τις θρησκευτικές ζωγραφιές της Δύσης, δυσκολεύονται να συλλάβουν το πνευματικό νόημα της ορθόδοξης τέχνης. Παραμερίζουν το γεγονός, ότι τα εικονιζόμενα πρόσωπα ζουν πλέον σε ένα χώρο ουράνιο και άφθαρτο, όχι σ” αυτόν εδώ τον εφήμερο και φθαρτό και δεν ευαισθητοποιούνται από τους λόγους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού ότι «το εκ της σαρκός σαρξ εστιν», ενώ «το εκ του πνεύματος πνεύμα εστιν». 

Ας κλείσουμε το θέμα μας με τις εύστοχες θεολογικές παρατηρήσεις του π. Βασιλείου Ιβηρίτη: «Η εικόνα έρχεται από μακριά και οδηγεί μακριά, στην υπέρβαση της εικόνας, στην κατάσταση την πέρα από τα φαινόμενα και τα νοούμενα, πέρα από τα σύμβολα και τους εικονισμούς. Αν η εικόνα μας έκλεινε στην ίδια την εικόνα, το σχήμα, το χρώμα, την αισθητική, την ιστορία, τον κτιστό κόσμο, θα ήταν είδωλο και δεν θα άξιζε να χυθεί τόσο αίμα για την αναστήλωσή της. Δεν συμβαίνει όμως αυτό. Η λειτουργική εικόνα είναι συνέπεια και καρπός της σαρκώσεως του Θεού Λόγου και μαρτυρία, οδηγός της θεώσεως του ανθρώπου. 


Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος, Μελισσοχώρι

Όσο κανείς ασκείται, τόσο αναγνωρίζει την αδυναμία του


Όσο κανείς ασκείται, τόσο αναγνωρίζει την αδυναμία του. Και όσο αναγνωρίζει την αδυναμία του, τόσο πλουτίζει σε ταπείνωσι και κατάνυξι. Και όσο αποκτά ταπείνωσι και κατάνυξι, τόσο φωτίζεται η διάνοιά του και διαπιστώνει ότι χωρίς τον Κύριο δεν είναι τίποτα και δεν έχει τίποτα.


Άγιος Δημήτριος του Ροστώφ

Πολιτικός ή θρησκευτικός γάμος;


Συζητοῦσα μέ μιά ὁμάδα νέων γιά τό θέμα τοῦ γάμου, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ προγραμματισμένου γάμου μιᾶς ἀπό τίς κοπέλες τῆς παρέας. Ἡ κουβέντα ξεκίνησε ὅταν ἡ κοπέλα ἀνακοίνωσε ὅτι παντρεύεται τόν ἄλλο μήνα, μέ πολιτικό ὅμως γάμο. Ἕνας νεαρός ἐπεσήμανε ὅτι οἱ πολιτικοί γάμοι ἔχουν πολλαπλασιαστεῖ ἐνῶ οἱ θρησκευτικοί γάμοι ἀποφεύγονται. 

«Πολλοί φίλοι καί γνωστοί μου παντρεύονται μέ πολιτικό γάμο, γιατί ἄραγε;» σχολίασε. Ἡ κοπέλα ἀπάντησε ἀμέσως ὅτι ὁ θρησκευτικός γάμος κοστίζει πάρα πολλά χρήματα ἐνῶ ὁ πολιτικός κοστίζει ἐλάχιστα. «Τόσα πολλά χρήματά σου ζήτησε ἡ Ἐκκλησία;» ρώτησα κι ἐγώ. «Ὄχι», ἔσπευσε νά διορθώσει ἡ κοπέλα. «Τό τραπέζι πού ἀκολουθεῖ κοστίζει τά χρήματα!» 

Ἔχει ἐπικρατήσει λοιπόν, ἕνα κοινωνικό συμβόλαιο σύμφωνα μέ τό ὁποῖο οἱ νέοι μποροῦν νά παντρεύονται στό Δημαρχεῖο χωρίς νά τούς κοστίζει τίποτε, ἐνῶ ἄν παντρευτοῦν στήν Ἐκκλησία θά πρέπει νά ἔχουν πολλά χρήματα νά διαθέσουν, διότι βγαίνοντας ἀπό τήν Ἐκκλησία πρέπει νά τραπεζώσουν ὅλους τους συγγενεῖς! 

Δέν μπορεῖ νά μήν ἀναρωτηθεῖ κανείς, μέ πόση εὐκολία ἀποδέχθηκε ἡ σημερινή κοινωνία αὐτήν τήν παραδοχή, ἡ ὁποία εἶναι παντελῶς παράλογη; Καί εἶναι παράλογη διότι δέ νομίζω νά στέκει στή λογική ἑνός νοήμονος ἀνθρώπου ἡ ἄποψη ὅτι ἄν παντρευτεῖς στήν Ἐκκλησία πρέπει νά κάνεις μεγάλα τραπέζια, ἐνῶ ἄν παντρευτεῖς στό Δημαρχεῖο θά καλέσεις λίγους καί καλούς, χωρίς μεγάλο κόστος! 

Γιατί δηλαδή, νά μήν καλέσεις λίγους καί καλούς στήν Ἐκκλησία; Σέ στέλνει κανένας ἱερέας σέ τραπέζια; Τό τραπέζι τί σχέση ἔχει μέ τό Μυστήριο τοῦ Γάμου; Ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιά νά παντρευτοῦν οἱ ἄνθρωποι; Τό ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία; Ὄχι! Ἄν τό ὅριζε ἡ Ἐκκλησία δέν θά τό ἀκολουθοῦσε κανείς! Ἐδῶ εἶναι τό πρόβλημα τῆς ἐποχῆς μας! 

Ὅ,τι ὁρίζει ὁ Ἱερός Νόμος, τό ὁποῖο εἶναι πρός οἰκοδομήν τοῦ ἀνθρώπου, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος τό ἀπορρίπτει καί τό θεωρεῖ ὀπισθοδρομικό. Αὐτά ὅμως πού ὁρίζουν οἱ ἄγραφοι κοινωνικοί νόμοι, ὅσο παράλογα κι ἄν εἶναι, τά τηροῦν οἱ ἄνθρωποι μέ εὐλάβεια!! 

Θεωρεῖται πιό σημαντικό στή σημερινή μας κοινωνία νά κάνουν οἱ νεόνυμφοι μεγάλα τραπέζια καί γλέντια, νά ξοδεύουν περιουσίες καί νά καλοῦν ὅλους τούς συγγενεῖς, τούς ὁποίους στήν πλειοψηφία τους δέν θά τούς ξανασυναντήσουν στή ζωή τους, παρά νά ἀκολουθήσουν τόν ἀσφαλῆ καί ἐγγυημένο λόγο τῆς Ἐκκλησίας πού εὔχεται μέ ἀληθινή ἀγάπη γιά τούς ἀνθρώπους: 

«…Διαφύλαξον αὐτούς, Κύριε ὁ Θεός ἠμῶν, ὡς διεφύλαξας τούς ἁγίους τρεῖς Παίδας ἐκ τοῦ πυρός, καταπέμψας αὐτοῖς δρόσον οὐρανόθεν· καί ἔλθοι ἐπ’ αὐτούς ἡ χαρά ἐκείνη, ἥν ἔσχεν ἡ μακαρία Ἑλένη, ὅτε εὗρε τόν Τίμιον Σταυρόν..» 

Τό κοινωνικό συμβόλαιο, ὅσο κι ἄν δυσκολεύει τή ζωή τῶν ἀνθρώπων, γίνεται ἀποδεκτό ἀπό ὅλους, χωρίς δεύτερη σκέψη, ἐνῶ ὁ Ἱερός Νόμος τῆς Ἐκκλησίας πού ἐξασφαλίζει καί εὐλογεῖ τή ζωή τῶν ἀνθρώπων θεωρεῖται ὀπισθοδρομικός καί ξεπερασμένος! 

Πῶς διαμορφώνονται ἄραγε αὐτές οἱ κοινωνικές ἀντιλήψεις; Καί μέ πόση εὐκολία τίς ἀποδέχεται ὁ δῆθεν σκεπτόμενος σύγχρονος ἄνθρωπος; Πόση εὐθύνη ἔχουμε ἐμεῖς οἱ γονεῖς, πού ἀνατρέφουμε τά παιδιά μας μέ αὐτά τά στερεότυπα, ὑποχρεώνοντάς τα νά τά ἀποδέχονται χωρίς δεύτερη σκέψη; Ἐπιβάλλουμε στά παιδιά τήν ἄποψη ὅτι οἱ συγγενεῖς κατά σάρκα εἶναι πολύ σημαντικοί στή ζωή τους, ἄσχετα ἐάν δέν ἔχουν καμμία σχέση μεταξύ τους, ἄσχετα μέ τό ἄν ἔχουν ἄλλες νοοτροπίες, ἄλλα πιστεύματα, ἄλλη θεώρηση γιά τή ζωή. Ἐπειδή καί μόνο εἶναι συγγενεῖς ὀφείλουν τά παιδιά νά τούς συγκεντρώσουν ὅλους γύρω ἀπό ἕνα τραπέζι καί μετά… ἄς μήν τούς ξαναδοῦν ποτέ! Αὐτό, βέβαια, θά πρέπει νά τό ἐπαναλάβουν καί στή βάπτιση τῶν παιδιῶν τους καί γι’ αὐτό θά προσανατολιστεῖ ἡ σύγχρονη κοινωνία σέ λίγο νά καταργήσει τό Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καί νά τό ἀντικαταστήσει μέ τήν τελετή ὀνοματοδοσίας στό Δημαρχεῖο! 

Μέ πόσο ὕπουλο καί δόλιο τρόπο καθιερώνεται στήν Πατρίδα μας ἡ ἀποστασία ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τήν ἀληθινή Ζωή καί ἐμεῖς, οἱ ὑποτιθέμενοι Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες, μέ πόση ἀφέλεια καί χωρίς καθόλου ἀντιστάσεις ἔχουμε παραδοθεῖ στόν παραλογισμό τῆς ἐποχῆς μας!! Οἱ ἀντιστάσεις μας καί ἡ ἀντίδρασή μας ἐξαντλοῦνται μόνο πρός τόν λόγο τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία θέλουμε νά ἐξαφανίσουμε ἀπό τήν Πατρίδα μας. Αὐτή θεωροῦμε ὅτι εἶναι ὀπισθοδρομική καί ξεπερασμένη! 

Οἱ σύγχρονες πεποιθήσεις μας, ὅμως, ὅσο παράλογες καί ἄν εἶναι, εἶναι κατά τήν κρίση μᾶς γνήσιες καί ἀληθινές! Πόσος ἀκόμη παραλογισμός χωράει στήν ἐποχή μας; 

Περιοδικό "Ενοριακή Ευλογία" (orthognosia.blogspot.gr) (pentapostagma.gr)

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Ἑβδομαδιαῖον Πρόγραμμα Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν


Κυριακάτικο Κήρυγμα


Κυριακή ΙΓ΄ Λουκά
«Ὁ δέ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γάρ πλούσιος σφόδρα».

Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της ΙΓ΄ Κυριακής Λουκά, όπως αυτή ονομάζεται από την Εκκλησία μας, είδαμε ένα νέο να ζητάει ένα εισιτήριο. Ένα εισιτήριο για πού; Για την αιώνιο ζωή. Κι από ποιον το ζητούσε; Από το πρόσωπο εκείνο, που μόνο αυτό μπορεί να δώσει τέτοια εισιτήρια. Και το πρόσωπο αυτό είναι ο Ιησούς Χριστός. Σ’ αυτόν προσήλθε ο νέος και του είπε: «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;».

Τελικά τι έγινε; Απέκτησε το πολυπόθητο εισιτήριο; Αν και είχε πολλά χρήματα «ἦν γάρ πλούσιος σφόδρα», δεν κατόρθωσε να το αποκτήσει. Ο πλούσιος αυτός νέος βρισκόταν μεταξύ των επιγείων και των ουρανίων θησαυρών· μεταξύ των υλικών αγαθών της γης και των πνευματικών αγαθών του παραδείσου· μεταξύ του Θεού και του μαμωνά.

Ήθελε την βασιλεία των ουρανών στην οποία πίστευε, ποθούσε όμως και τα πλούτη της γης, τα οποία είχε. Προσπαθούσε να συμβιβάσει και τα δύο, τις ανέσεις και την εφήμερη δόξα του πλούτου με την λαμπρότητα και την μακαριότητα του ουρανού. Δεν μπόρεσε να κατανοήσει ότι δεν μπορεί κανείς να είναι δούλος του πλούτου και παράλληλα ελεύθερος πολίτης της βασιλείας του Θεού. Γι’ αυτό όταν ο καρδιογνώστης Κύριος του συνέστησε να ελευθερώσει τον εαυτό του από τα δεσμά και την τυραννία του πλούτου και να γίνει απόστολος, εκείνος «περίλυπος ἐγένετο· ἦν γάρ πλούσιος σφόδρα».

Ο πλούτος και σ’ αυτήν την περίπτωση δημιούργησε μεγάλη λύπη στον άρχοντα, όπως ίσως και άλλες φορές στην ζωή του. Έγινε, όπως μάς λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς «περίλυπος», λυπήθηκε και πικράθηκε πάρα πολύ. Κι η λύπη του αυτή θα ήταν μεγαλύτερη, καθώς θα περνούσαν οι ημέρες, ίσως και ισόβια εάν δεν σκεφτόταν να μετανοήσει και να ελευθερώσει την καρδιά του από την τυραννική κυριαρχία του πλούτου. 

Ο πόνος θα γινόταν αθεράπευτος. Η απερίγραπτη οδύνη ότι θα καταδικαζόταν αιώνια, θα ήταν χειρότερη. Αυτές κατά κανόνα είναι οι ολέθριες συνέπειες του πλούτου στην ψυχή του ανθρώπου, ακόμη και στο σώμα, σε εκείνον που έχει δώσει την καρδιά του στους επίγειους θησαυρούς και για χάρη τους καταφρονεί την αιώνια μακαριότητα της βασιλείας του Θεού. 

Ο πλούτος, παρά την επιφανειακή του λάμψη, είναι στην πραγματικότητα σκοτάδι, και πηγή πόνων και οδύνης. Υπόσχεται την ευτυχία, αλλά φέρνει την δυστυχία. Τόσο εκείνοι που δεν έχουν πλούτη, ποθούν και αγωνίζονται για να τα αποκτήσουν, όσο και εκείνοι οι οποίοι τα έχουν αποκτήσει, αν θελήσουν να μιλήσουν με ειλικρίνεια για τον πλούτο, θα πουν πολλά για τις θλίψεις και τις πικρίες που προκαλεί.

Ο Απόστολος Παύλος γράφει· «οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίμπτουσιν εἰς πειρασμόν καί παγίδα καί ἐπιθυμίας πολλάς ἀνοήτους καί βλαβεράς, αἳτινες βυθίζουσι τούς ἀνθρώπους εἰς ὂλεθρον καί ἀπώλειαν». Δεν λέει «οἱ πλούσιοι» αλλά «οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν», εκείνοι δηλαδή που δεν είναι πλούσιοι, αλλά ποθούν και θέλουν και αγωνίζονται να αποκτήσουν με κάθε τρόπο πλούτη. Όλοι αυτοί, λοιπόν, πέφτουν και μπλέκονται σε πολλούς πειρασμούς. 

Καταστρώνουν διάφορα σχέδια, κάνουν άδικους υπολογισμούς, πονηρούς συνδυασμούς, οι περισσότεροι από τους οποίους αποτυγχάνουν με αποτέλεσμα να γεμίζουν από λύπη και στεναχώρια. Και αν κάποια φορά πετύχουν «οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν», έρχονται αντιμέτωποι με άλλου είδους πειρασμούς και πικρίες. Φοβούνται, μήπως ανακαλυφθούν οι παράνομοι τρόποι, τους οποίους μεταχειρίστηκαν για να πλουτίσουν. Τρέμουν από φόβο μήπως πέσουν στα χέρια της δικαιοσύνης. Δυσφορούν από την δίκαιη κατακραυγή των άλλων. Έχουν τύψεις συνειδήσεως. Δημιουργούν προβλήματα μέσα στην οικογένεια, αντεγκλήσεις με εκείνους με τους οποίους συναλλάσσονται. Δεν μπορούν να ησυχάσουν, ούτε μέρα ούτε νύκτα.

Έχουν πέσει στην παγίδα που τους έστησε ο διάβολος και γίνονται δούλοι του για την διάπραξη του κακού. Είναι κυριευμένοι, από πολλές μωρές και επιβλαβείς επιθυμίες, οι οποίες βυθίζουν τους ανθρώπους στον όλεθρο του σώματος και στην απώλεια της ψυχής. Όσοι επιθύμησαν, προσθέτει ο Απόστολος Παύλος, τον αμαρτωλό πλούτο «ἀπεπλανήθησαν ἀπό τῆς πίστεως καί ἑαυτούς περιέπειραν ὀδύναις πολλαῖς».

Ξέπεσαν από την πίστη και την σωτηρία και σαν με μυτερά καρφιά, διαπέρασαν την καρδιά τους, με πολλούς πόνους και αγωνίες. Αυτός που αγαπά τα χρήματα είναι δυνατόν να παρασυρθεί σε όλα τα κακά, σε κάθε παρανομία, για να απολαμβάνει έτσι την ταραχή, την πικρία και την οδύνη.
Αλλά και εκείνος που είτε έχει κληρονομήσει είτε έχει αποκτήσει χρήματα, δεν βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση. Βλέπει ότι δεν ικανοποιείται, όπως υπολόγιζε, όπως ήλπιζε, από τα πλούτη. Αντίθετα τον καταλαμβάνει μελαγχολία και θλίψη. Κυριεύεται από αηδία και απογοήτευση.

Την ματαιότητα του πλούτου και των απολαύσεων την περιγράφει με πολύ παραστατικό τρόπο ο Σολομώντας. «Εγώ, λέει, έκτισα μεγαλοπρεπείς οικοδομές για τον εαυτό μου. Φύτευσα αμπέλια. Περιέφραξα κήπους και δεντρόκηπους. Φύτευσα σ’ αυτούς κάθε είδος καρποφόρου δέντρου. Διέταξα και κτίσθηκαν δεξαμενές νερού, για να ποτίζονται απ’ αυτές οι κήποι μου. Αγόρασα δούλους και δούλες. Συγκέντρωσα για τον εαυτό μου ασήμι και χρυσάφι, θησαυρούς από βασιλιάδες, περιουσίες ολόκληρων περιοχών. Για να διασκεδάζω είχα τραγουδιστές και τραγουδίστριες, οινοχόους για να με κερνούν κρασί. Έκανα δικές μου και γνώρισα κάθε είδους διασκέδαση και απόλαυση των ανθρώπων. Κάθε τι τερπνό που είδαν τα μάτια μου δεν το στερήθηκα. Κάθε διασκέδαση και απόλαυση που πόθησε η καρδιά μου την απόλαυσα…».

Και ενώ από πολλούς ίσως να θεωρούνταν ο Σολομώντας ως ο ευτυχέστερος άνθρωπος του κόσμου, γεμάτος απογοήτευση και πικρία, ομολογεί· «έπειτα από όλες αυτές τις τέρψεις και τις απολαύσεις έριξα μια ματιά σε όλα όσα έκανα, σε όλα όσα κατασκεύασαν τα χέρια μου, σε όλα όσα με κόπο και ταλαιπωρία αγωνίστηκα να αποκτήσω και έβγαλα το συμπέρασμα ότι όλα αυτά είναι ματαιότητα. Κούφια ορμή ανέμου, η οποία παρέρχεται».

Αξίζει, λοιπόν, χάρη του πλούτου να χάσει κανείς τους θησαυρούς του ουρανού; Για χάρη των απολαύσεων που υπόσχεται ο πλούτος και οι οποίες στην πραγματικότητα είναι ταραχή, πικρία και όλεθρος να χάσει την ανεκλάλητη αιώνια χαρά που προσφέρει ο Κύριος και Θεός μας;

Τι κέρδισε ο πλούσιος νέος, του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος, ο οποίος εξαιτίας του πλούτου καταφρόνησε την πρόσκληση του Χριστού; Την θλίψη, την απογοήτευση, την καταδίκη.

Τι θα κέρδιζε αν ακολουθούσε τον Χριστό; Τα πάντα. Θα γινόταν ένδοξος Απόστολος. Το όνομά του θα δοξαζόταν και οι άνθρωποι θα τον τιμούσαν. Και το σπουδαιότερο, θα καθόταν και αυτός σε ένδοξο θρόνο στα δεξιά του Χριστού. 
Ποτέ ας μη μάς πλανήσει ο πλούτος. Ακόμη και η σκέψη για την απόκτηση του πλούτου είναι μεγάλη αμαρτία. Ποτέ ας μη καταφρονήσουμε τα ουράνια αντί των επιγειών. Αμήν.


Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Φωτογραφίες από τις προετοιμασίες των παιδιών του Κατηχητικού




† Κυριακῇ 29 Νοεμβρίου 2015 (ΙΓ΄ Λουκᾶν)

Εὐαγγελική Περικοπή,

Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν 
Κεφ. ιη΄: 18-27

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπος τις προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ, πειράζων αὐτὸν, καὶ λέγων· Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς, ὁ Θεός. Τὰς ἐντολὰς οἶδας· Μὴ μοιχεύσῃς· μὴ φονεύσῃς· μὴ κλέψῃς· μὴ ψευδομαρτυρήσῃς· τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. Ὁ δὲ εἶπε· Ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου. Ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. Ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα. Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπε· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! Εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. Εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· Καὶ τίς δύναται σωθῆναι; Ὁ δὲ εἶπε· Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις, δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν.



Ἀπόστολος,

Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
Κεφ. ε΄:  8-19

δελφοί, ὡς τέκνα φωτὸς περιπατεῖτε· ― ὁ γὰρ καρπὸς τοῦ Πνεύματος ἐν πάσῃ ἀγαθωσύνῃ καὶ δικαιοσύνη καὶ ἀληθείᾳ· ― δοκιμάζοντες τί ἐστιν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ. Καὶ μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους, μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε· τὰ γὰρ κρυφῆ γινόμενα ὑπ᾿ αὐτῶν αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν· τὰ δὲ πάντα ἐλεγχόμενα ὑπὸ τοῦ φωτὸς φανεροῦται· πᾶν γὰρ τὸ φανερούμενον φῶς ἐστι. Διὸ λέγει· Ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός. Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ᾿ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι. Διὰ τοῦτο μὴ γίνεσθε ἄφρονες, ἀλλὰ συνιέντες τί τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. Καὶ μὴ μεθύσκεσθε οἴνῳ, ἐν ᾧ ἐστιν ἀσωτία, ἀλλὰ πληροῦσθε ἐν Πνεύματι, λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ.



Εἰς τόν Ὄρθρον 
Τὸ Δ΄ Ἑωθινόν Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν 
Κεφ. κδ΄: 1-12

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, ὄρθρου βαθέος, ἦλθον γυναῖκες ἐπὶ τὸ μνῆμα φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σὺν αὐταῖς. Εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου· καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου, καὶ ἰδοὺ δύο ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις. Ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν, καὶ κλινουσῶν τὸ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν, εἶπον πρὸς αὐτάς· Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔστιν ὧδε, ἀλλ᾿ ἠγέρθη· μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν ἔτι ὦν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, λέγων· Ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. Καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ· καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. Ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ᾿Ιωάννα καὶ Μαρία ᾿Ιακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς Ἀποστόλους ταῦτα. Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς. Ὁ δὲ Πέτρος, ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον· καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα· καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτόν θαυμάζων τὸ γεγονός.

Περί εσωστρεφείας


Πολύ τόνιζε ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ την ευταξία στη σωματική εργασία, ως καθήκον για την πνευματική πρόοδο επειδή, κατά τον πατερικό όρο, «πράξις θεωρίας επίβασις». 

Το προοίμιο της εσωστρέφειας κατά τον οσιότατο Γέροντα αρχίζει με τη λεγόμενη φυσική θεωρία, με τη μελέτη της αρχής του ανθρώπου, της εναλλαγής των φυσικών νόμων και της υποταγής του στη φθορά. 

«Ξέρετε, βέβαια, πως η κτίση υποτάχθηκε κι αυτή στη φθορά, όχι γιατί έφταιγε αλλά γιατί έτσι θέλησε αυτός που την υπέταξε. Έχει όμως πάντοτε την ελπίδα, κι αυτή ακόμα η κτίση, πως θα απελευθερωθεί από την υποδούλωσή της στη φθορά, και θα μετάσχει στην ελευθερία που θα απολαμβάνουν τα δοξασμένα παιδιά του Θεού. Ξέρουμε καλά ότι ως τώρα όλη η κτίση στενάζει και κραυγάζει από πόνο. Και όχι μόνο η κτίση. Το ίδιο κάνουμε κι εμείς: έχουμε ως αρραβώνα του νέου κόσμου το Άγιο Πνεύμα, εσωτερικά όμως κι εμείς στενάζουμε, γιατί λαχταρούμε να γίνουμε για πάντα παιδιά του Θεού και να γλιτώσει το σώμα μας από τη φθορά»(Ρωμ. 8, 20-23). 

Εάν αυτός που επιθυμεί πολύ την εσωστρέφεια στρέφει το νου του και προς την κοσμοσωτήριο οικονομία, με την οποία όλα έγιναν καινούργια, τον γυμνάζει να μαζεύεται από τον μετεωρισμό και να μαθαίνει τον αυτοέλεγχο, που είναι η αρχή της εισόδου στη θεωρία, όταν η θεία χάρις παρουσιασθεί. 

Ο Γέροντας θυμίζοντας την πατερική σοφία έλεγε ότι «η φύσις διδάσκει γνώσιν», εννοώντας ως «φύσιν» τις φυσικές, όπως είπαμε, θεωρίες. Από το εγκόλπιό του, το οποίον ήταν το βιβλίο του αββά Ισαάκ του Σύρου, εδανείζετο ο μακάριος Γέροντας συνεχώς εφόδια, προς πιστοποίηση των υποδείξεων με τις οποίες μας συμβούλευε. Ειδικώς όμως τόνιζε τη σπουδαιότητα της ευγνωμοσύνης. Ο ίδιος ο άγιος Ισαάκ λέγει επί λέξει: «Ουδέν χάρισμα μένει άνευ προσθήκης, ει μη το στερούμενον ευγνωμοσύνης». 

Η εκκίνηση στις φυσικές αυτές θεωρίες πρέπει να έχει ευχαριστιακή βάση, δηλαδή ο άνθρωπος να ευχαριστεί εν πρώτοις τον Θεό για την ως τη στιγμή εκείνη προνοητική σκέπη και συμπαράστασή του. Είναι πάμπολλα τα στοιχεία τα οποία συνάγει ο ευγνώμων άνθρωπος για την προνοητική επέμβαση της πατρικής κηδεμονίας του Κυρίου μας, από τη γέννησή του έως τη στιγμή κατά την οποίαν σκέφθηκε να σταθεί ενώπιόν του και να προσευχηθεί. Και το σπουδαιότερο, ότι είναι και παραμένει πιστός. 

Σε ποιόν άλλον ανήκει, παρά σ’ αυτόν που είπε «κανένας δεν μπορεί να έλθει κοντά μου, αν δεν τον ελκύσει ο Πατέρας που με έστειλε;» (Ιω. 6, 44). Τί να σκεφθούμε για την μακροθυμία του, η οποία τόσες φορές νίκησε την δικαιοσύνη του; «Κατακαυχάται έλεος κρίσεως» (Ιακ. 2, 13) και δεν μας ανταπέδωσε αντάξια των αμαρτωλών μας πράξεων, όσες φορές γίναμε παραβάτες, αλλά κάλυπτε με τη μακροθυμία του τα λάθη, μέχρι να δει τη δική μας μετάνοια. 

Οι ευγνώμονες και ευχαριστήριες αυτές διαθέσεις, όταν διακατέχουν τον νου, προκαλούν την μαχητικότητά του και αυξάνουν την διόρασή του, ώστε να επισημαίνει τα πάθη και γενικώς την «παρά φύσιν» ζωή. Παραμένοντας σ’ αυτή την προσπάθεια, αμύνεται προς τους εχθρούς και τα πάθη – «τους μισούσα με τέλειον μίσος και αυτοί έγιναν εχθροί μου» (Ψαλμ. 138, 22) – και ατενίζει με ζήλο και προσπάθεια προς τις θείες εντολές, γνωρίζοντας ότι μέσω αυτών θεραπεύει τα παλαιά του τραύματα και επιτυγχάνει την υγεία. Ο φόβος ότι η αμαρτωλότητα είναι το πανωλέθριο κακό τον τρομάζει.

Έτσι παραμένει «από φυλακής πρωΐας μέχρι νυκτός» (Ψαλμ. 129, 6) σε μνήμη και επίκληση του σωτηρίου ονόματος του Χριστού μας. Ακολούθως μένει η συστολή των αισθήσεων και η κάθαρση, την οποίαν ακολουθεί η πνευματική θεωρία με την ενέργεια της θείας χάριτος. Ήδη εκεί, όπου το «βδέλυγμα της ερημώσεως ίστατο εν τόπω αγίω» (Βλ. Ματ. 24, 15), ο εγωκεντρισμός και η φιλαυτία, παραμερίζονται με τη χάρη του Χριστού και ίσταται η νέα κιβωτός, όπου θα συναχθούν αυτά που αρμόζουν στη λατρεία του ζώντος Θεού.

Ο θείος φόβος, ως αδέκαστος πλέον φρουρός και φύλακας, δίνει εντολή για τα νέα καθήκοντα ερεθίζοντας με ζήλο την φιλοπονία. Ο θείος ζήλος συνεχώς περιστρεφόμενος εκριζώνει τα πάθη, παραμερίζει τις αιτίες που τα προκαλούν και τοποθετεί ως «λύχνον τοις ποσί» του αγωνιστή τον θείο νόμο. Τότε όχι μόνον δεν θεωρεί βαριά την τήρηση των εντολών, αλλά και εάν φυλάξει τα διατεταγμένα, λέγει με πεποίθηση «ότι είναι αχρείος δούλος και έκανε αυτό που όφειλε να κάνει» (Λουκ. 17, 1ο).

Επαναλαμβάνουμε σαν επίλογο τον καρπό, τον οποίον παράγει η ευταξία και ο προγραμματισμός. Πρώτος απ’ όλους είναι ο θείος φόβος και η καλή συνήθεια, η οποία αφαιρεί τον κόπο της προσπάθειας, ο οποίος χρειάζεται για να επικρατήσουν τα καλά έναντι της πρώτης συνήθειας. 

Ακολουθεί η προέκταση στον πνευματικόν τομέα και το πρώτον το οποίον καρποφορεί είναι το ταπεινό φρόνημα αντί της φιλαυτίας, της μητέρας των κακών. Ο θείος ζήλος, πραγματοποιούμενος ως περιεκτική φιλοπονία, παρέχει σύμφωνα με τη Γραφή στον άνθρωπο «το εργάζεσθαι». Το ταπεινό πάλιν φρόνημα, γέννημα και αυτό της φιλοπονίας, υπηρετεί το δεύτερον σκέλος της εντολής, το «φυλάσσειν».

«Και έλαβε Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον, ον έπλασεν, και έθετο αυτόν εν τω παραδείσω εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν»(Γεν. 2, 15). Η προσπάθεια να διατηρεί ο άνθρωπος το ταπεινό φρόνημα, χωρίς τη σύμπραξη της θείας χάριτος μοιάζει με εικόνα πράγματος, δεν είναι όμως το ίδιο το πράγμα. 

Όταν όμως ο θείος ζήλος εφαρμόζεται πρακτικά και η τήρηση των εντολών γίνει μόνιμο καθήκον, τότε αναβλύζει στην θεωρία του νου η οσμή της ταπεινώσεως, η οποία ως νοητό αλάτι συντηρεί τις πράξεις και τα νοήματα του αγωνιστή, για να μη κλαπούν ή φθαρούν. Τότε αρχίζει η πραγματική αίσθηση να διακρίνει το πλάτος της θείας αγαθότητος, πως ο Θεός έπλασε και συνέχει την κτίση και ειδικώς τον άνθρωπο.


(Γέροντος Ιωσήφ, «Αθωνική Μαρτυρία», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 2, 
εκδ. Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου, σ. 167-170)

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

Λόγοι Αγίων Πατέρων για τον φθόνο


Τέτοιος είναι ο φθόνος. Δεν ενέχεται να βλέπει την ευτυχία των άλλων, διότι νομίζει ότι η ευτυχία του πλησίον είναι δική του συμφορά και λιώνει για όλα τα καλά του πλησίον του. 

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος 


Όπως η σκουριά φθείρει το σίδηρο, έτσι και ο φθόνος φθείρει την ψυχή που τον κατέχει. 

Μέγας Βασίλειος 


Ο φθόνος είναι δίδαγμα του διαβόλου, αρραβώνας κολάσεως, εμπόδιο στην ευσέβεια, πρόσθετη σπορά εχθρού, δρόμος για την κόλαση, στέρηση της βασιλείας του ουρανού. 

Μέγας Βασίλειος 


Ο φθόνος κατατρώει εσωτερικά την καρδιά σαν τη φωτιά που κατακαίει κάποιο συμπιεσμένο σωρό από άχυρα. Και κρύβει μεν από ντροπή την αρρώστια, αλλά δεν είναι δυνατός να την κρύψει παντοτινά. 

Άγιος Γρηγόριος Νύσσης 


Όποιος με φθονερό βλέμμα κοιτάζει την αξιότητα του άλλου, αυτού η καρδιά δεν είναι εντελώς καθαρή. 

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης 


Οι φθονεροί άνθρωποι είναι χειρότεροι και από τους δαίμονες. Διότι οι δαίμονες αισθάνονται άσπονδη έχθρα εναντίον μας, εναντίον όμως των άλλων δαιμόνων κανένα κακό δεν σκέπτονται. 

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Άγ. Ιάκωβος ο Πέρσης: Μια ευχή για κάθε κομμένο δάκτυλο!


Ο Ιάκωβος γεννήθηκε από χριστιανούς γονείς στην περ­σική πόλη Έλαπα ή Βηλάτ, ανατράφηκε με τα νάματα της Πίστεως και νυμφεύθηκε μια χριστιανή κοπέλα. Ο Πέρσης βασιλιάς Ισζδιγέρδης εκτιμούσε τον Ιάκωβο για τα χαρίσματα και τις δεξιότητες του και τον κατέστησε αξιωματούχο στην αυλή του. Κολακευμένος ο Ιάκωβος από την αγάπη του βασιλιά, παραπλανήθηκε και άρχισε να θυσιάζει κι αυτός στα είδωλα που προσκυνούσε ο Πέρσης ηγεμόνας.

Πληροφορήθηκαν το γεγονός η μητέρα και η σύζυγος του Ιακώβου. Του έγραψαν τότε μια επιστολή επιτιμητική, θρη­νολογώντας για το κατάντημά του να γίνει αποστάτης της Πίστεως και πνευματικά νεκρός και, τέλος, τον ικέτευαν να μετανοήσει και να επιστρέψει στον Χριστό. Συγκλονισμένος από την επιστολή που διάβασε ο Ιάκωβος μετάνιωσε πικρά και με παρρησία πήγε στον βασιλιά και ομολόγησε την πίστη του στον Κύριο Ιησού Χριστό. 

Οργισμένος ο βασιλιάς, τον καταδίκασε σε θάνατο μ’ ένα ιδιαίτερα φρικτό μαρτύριο: θα κατατεμάχιζαν το σώμα του, σταδιακά, μέχρι να εκπνεύσει. 

Η Παιδαγωγία της Μουσικής και ο Όσιος Παΐσιος

MUSPAIS2


Το ήθος της Βυζαντινής μουσικής

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική έχει μόνο ύφος και όχι ήθος. Βέβαια το ήθος αφορά τα πρόσωπα κι όχι τα πράγματα. Αλλά εδώ γίνεται λόγος για το φορέα της εκκλησιαστικής μουσικής. Όντως είναι σημαντικό το ύφος της ιεράς ψαλμωδίας, αλλά πρωτεύοντα ρόλο στον τρόπο ψαλμώδησης των ύμνων παίζει το ήθος του ιεροψάλτη με την ευρύτερη έννοια του όρου. 

Το ερώτημα που αναδύεται είναι: Ο ιεροψάλτης ψάλλει με ηδυπάθεια και αυταρέσκεια ή προσευχητικά και εν μετανοία; Εκτελεί μουσικά μαθήματα με κοσμικό τρόπο ή με ήθος συντετριμμένης και τεταπεινωμένης καρδίας; Τον αγγίζουν αυτά που ψάλλει ή του είναι αδιάφορα; Μήπως ισχύει αυτό που αναφέρεται σε σχετικό ύμνο της Εκκλησίας; 

«Πολλάκις την υμνωδίαν εκτελών, ευρέθην την αμαρτίαν εκπληρών…τη μεν γλώττη άσματα φθεγγόμενος τη δε ψυχή άτοπα λογιζόμενος…;». 

Ο Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης γράφει, ότι εκείνος που παρακαλεί και δέεται διά της ψαλμωδίας, «πρέπει να έχει ήθος ταπεινόν και κατανενυγμένον· το δε να κραυγάζει τινάς, δηλοί ήθος θρασύ και ανευλαβές». Όσα ακολουθούν μπορούν να εμπνεύσουν τους ιεροψάλτες μας και κυρίως τα νέα παιδιά που κοσμούν τα αναλόγια των εκκλησιών μας.



Στο Αναλόγιο γίνεται εμμελής διδαχή της πίστης

Η εκκλησιαστική υμνογραφία διδάσκει το δόγμα και το ήθος της Εκκλησίας· ερμηνεύει αυθεντικά το μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας· μυσταγωγεί στην ορθόδοξη πίστη και την εν Αγίω Πνεύματι ζωή. 

Σημαντικό ρόλο στη λειτουργική ζωή δεν παίζουν μόνο ο κληρικοί αλλά και οι ιεροψάλτες, οι οποίοι διακονούν την εκκλησιαστική λατρεία. Το αναλόγιο είναι χώρος μύησης στα ιερά κείμενα της Εκκλησίας μας· σχολείο εντρύφησης στην εκκλησιαστική ποίηση· χώρος προσευχητικής αναφοράς στον Τριαδικό Θεό. 

Η ψαλμωδία δεν είναι δημοτικό τραγούδι, -έστω κι αν συγγενεύει με αυτό-, δεν είναι φωνή άτακτη, βίαιη και εκκωφαντική, δεν είναι επίδειξη σπάνιων λαρυγγισμών μέσω μεγαφώνων. Η ιερά ψαλμωδία είναι φωνή αύρας λεπτής, προσευχή εμμελής, διδαχή σωστική και σωτήριος, μύηση στο υπέρλογο μυστήριο της πίστεως.

Οι ύμνοι έχουν θεολογικό, μυσταγωγικό, παιδαγωγικό, εκκλησιολογικό και αναγωγικό χαρακτήρα. Η Εκκλησία μέσω της υμνολογίας υπομνηματίζει, αναδεικνύει και ερμηνεύει το υπερφυές μυστήριο της θείας οικονομίας. 

Συνθέτει σε θεία αρμονία λόγο και μέλος. Η εμμελής ψυχαγωγία και ηδονή γεννά αγνούς και σώφρονες λογισμούς διδάσκει ο Μ. Βασίλειος και συμπληρώνει: 

Το Άγιο Πνεύμα, βλέποντας ότι το ανθρώπινο γένος είναι «δυσάγωγον προς αρετήν και επιρρεπές προς την ηδονήν», «το εκ της μελωδίας τερπνόν τοις δόγμασιν εγκατέμιξεν», ώστε να δέχεται χωρίς αντίδραση την ωφέλεια των λόγων που θα ακούγονται γλυκόηχα και απαλά.

Το μέλος παιδαγωγεί και συμβάλλει στη διαρκή μνήμη των θείων αληθειών με έμμεσο τρόπο: «Δία τούτο τα εναρμόνια μέλη των ψαλμών ημίν επινενόηται (επινοήθηκαν), ίνα οι παίδες την ηλικίαν, η και όλως νεαροί το ήθος, τω μεν δοκεί μελωδώσι, τη δε αληθεία τας ψυχάς εκπαιδεύονται», επισημαίνει ο Μ. Βασίλειος.

Η ψαλμωδία αποβλέπει στη ένωση, συνάρμοση και ενότητα του λαού του Θεού μέσω της αγάπης. Συναρμονίζει το λαό του Θεού στη συμφωνία ενός χορού. Γράφει ο ιερός Πατέρας: «…το μέγιστον των αγαθών την αγάπην η ψαλμωδία παρέχεται, οιονεί σύνδεσμον τινά προς την συνωδίαν επινοήσασα, και εις ενός χορού συμφωνίαν τον λαόν συναρμόζουσα» .

Για να βρουν όμως εφαρμογή οι λόγοι του Μ. Βασιλείου χρειάζεται να κατεβούμε –κληρικοί, λαός και ιεροψάλτες- από το θρόνο της ατομικότητας και του εγωισμού και εν ταπεινώσει να «ποιήσωμεν εαυτούς στρογγύλους» σύμφωνα με τη Φιλοκαλία. Να έχουμε ήθος όπως τα γλυκόηχα γυρίσματα της βυζαντινής μουσικής, που μοιάζουν με τους κουμπέδες και τους στρογγυλούς θόλους των εκκλησιών μας.


Ο όσιος Παΐσιος για «τα γλυκόηχα γυρίσματα»

Γράφει εύστοχα ο όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: «Και τι γλυκά γυρίσματα έχει η βυζαντινή μουσική!… άλλα λεπτά σαν το αηδόνι, άλλα σαν απαλό κυματάκι, άλλα δίνουν μια μεγαλοπρέπεια. 

Όλα αποδίδουν, τονίζουν τα θεία νοήματα. Όμως σπάνια να ακούσης αυτά τα όμορφα γυρίσματα. Οι περισσότεροι που ψέλνουν τα λένε λειψά, κουτσουρεμένα, καλουπωμένα. 

Αφήνουν κενά, τρύπες! Και το κυριώτερο, τα λένε χωρίς τόνο. Απορώ· δεν έχουν οξείες τα βιβλία τους; … Όλα τα πάνε ίσια, λες και πέρασε οδοστρωτήρας και τα ισοπέδωσε όλα! 

«πα-νη-ζω, πα-νη-ζω», πανίζουν-πανίζουν το φούρνο και ψωμί δε βγάζουν! Ἄλλοι πάλι τονίζουν όλα δυνατά, … όλα καρφωτά, και νομίζεις ότι χτυπούν καρφιά με το σκεπάρνι».

Και συνεχίζει ο όσιος Παΐσιος αναφερόμενος στους σύγχρονους ψάλτες: Ναι, αλήθεια ψάλλουν, «η τελείως άτονα η σκληρά! Δεν σε ξεσηκώνουν εσωτερικά· δε σε αλλοιώνουν. Ενώ πόσο γλυκειά είναι η καθαρή βυζαντινή μουσική! Ειρηνεύει, μαλακώνει την ψυχή. 

Η σωστή ψαλμωδία είναι ξεχείλισμα της εσωτερικής πνευματικής καταστάσεως. Είναι θεία ευφροσύνη… Όταν συμμετέχει κανείς σ’ αυτό που ψάλλει, τότε αλλοιώνεται, με την καλή έννοια, και ο ίδιος και οι άλλοι που τον ακούνε».

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Η βοήθεια της Παναγίας...


Διάβασα, ένα ωραίο διήγημα, για μια πόρνη που έδινε τα λεφτά της ελεημοσύνη, τάιζε τα γατιά της γειτονιάς και μεγάλωνε την μονάκριβή κόρης της, η οποία βέβαια ήταν νεκρή εδώ και χρόνια, αλλά εκείνη δεν ήθελε να το αποδεχτεί. Γι αυτό έλεγε στους πελάτες της, "σιγά σιγά, θα μου ξυπνήσετε το παιδί". 

Ένα πρωί την είδαν να θυμιάζει το σπίτι, και να ανοίγει δειλά δειλά την πόρτα και τα παράθυρα. Όποιος ερχόταν, τον έδιωχνε, λέγοντας, ότι δεν θα δουλέψει. 

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Πέρσης


Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος, ἔζησε τὸν 4ο μ.Χ. αἰ. ἐπὶ βασιλέως Ἀρκαδίου. Ζοῦσε στὴν Βηθλαδὰ τῆς Περσίας καὶ καταγόταν ἀπὸ ἐπίσημο γένος. Ἦταν φίλος μὲ τὸν βασιλιὰ τῶν Περσῶν, Ἰσδιγέρδη.

Παρασυρμένος ἀπὸ αὐτὴ τὴ φιλία του, ὁ Ἰάκωβος ἀπαρνήθηκε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Ἰσδιγέρδη, ἄφησε τὸν ἑαυτό του νὰ χαθεῖ μέσα στὴν ψευδαίσθηση τοῦ πλούτου τῶν ἀνακτόρων. 

Ὅταν τὸ ἔμαθαν αὐτὸ ἡ μητέρα καὶ ἡ γυναίκα του, οἱ ὁποῖες ἦταν εὐσεβεῖς καὶ πιστὲς χριστιανὲς λυπήθηκαν καὶ ἐξοργίστηκαν. Καὶ οἱ δυὸ λοιπὸν τὸν ἐπιπλήξανε γιὰ τὴ στάση του καὶ τοῦ δήλωσαν ὅτι δὲν ἤθελαν καμία σχέση, μαζί του. Αὐτὸ τὸ μικρὸ πλῆγμα, ἐπανέφερε τὸν Ἰάκωβο στὸν ἴσιο δρόμο. Τὸν ἔκανε νὰ διαπιστώσει τὸ χάσμα τὸ ὁποῖο δημιούργησε.

Ἔτσι ὁ Ἰάκωβος ἀποφάσισε νὰ ἐξαγνίσει τὸ ἀτόπημά του καὶ νὰ ἐπανέλθει στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπόφαση αὐτή, πῆγε στὸν βασιλιὰ καὶ ὁμολόγησε μπροστά του τὴν μία καὶ ἀληθινὴ πίστη στὸν Χριστό. 

Ὁ Ἰσδιγέρδης ἐξεπλάγη γι’ αὐτὴ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ Ἰακώβου καὶ προσπάθησε νὰ τὸν μεταπείσει. Ὁ Ἰάκωβος παρέμεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη του καὶ γι’ αὐτὸ διατάχθηκε νὰ τὸν βασανίσουν.

Μαρτύρησε μὲ ἀκρωτηριασμὸ τῶν ἄκρων του καὶ κατόπιν μὲ τὸν ἀποκεφαλισμό του. Μὲ αὐτὸ τὸν μαρτυρικὸ τρόπο παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο.



Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὁ Μάρτυς Ἰάκωβος, ὁ τῆς Περσίδος βλαστός, τὸν δόλιον δράκοντα, τοῖς τῶν αἱμάτων κρουνοῖς, ἀθλήσας ἀπέπνιξε· πίστει γὰρ ἀληθείας, μεληδὸν τετμημένος, ὤφθη τροπαιοφόρος, τοῦ Σωτῆρος ὁπλίτης, πρεσβεύων ἀδιαλείπτως, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Πεισθεὶς τῇ καλῇ, συζύγῳ καρτερόψυχε, καὶ τὸ φοβερόν, κριτήριον πτοούμενος, τῶν Περσῶν τὸ πρόσταγμα, καὶ τὸν φόβον, Ἰάκωβε κατέπτυσας, καὶ ἀνεδείχθης μάρτυς σεπτός, τὸ σῶμα ὡς κλῆμα συντεμνόμενος.

Μεγαλυνάριον.
Τίς σου τῆς ἀνδρείας τὸ εὐσταθές, ἐξείπει εἰκότως, καρτερόψυχε Ἀθλητά; μεληδὸν γὰρ ἅπαν, τμηθεὶς τὸ σῶμα ἔστης, Ἰάκωβε ὡς ἄκμων· διὸ δεδόξασαι.

Πότε πανηγυρίζουν τα μοναστήρια στο Άγιο Όρος

Η φωτογραφία είναι του Αλή Σάμη, από την πανήγυρη των Αρχαγγέλων στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου το 1927
(
http://www.athosmemory.com/index.php?option=com_content&task=view&id=43&Itemid=37)

Πανήγυρις: Η ετήσια εορταστική σύναξη ενός Αγιορειτικού σκηνώματος।


Πανηγύρεις οργανώνουν όλα ανεξαίρετα τα οικήματα του Αγίου Όρους, κατά την ημέρα της μνήμης του Αγίου, στον οποίο είναι αφιερωμένος ο ναός του σκηνώματος.

Στη χαρά της πανήγυρης καλούνται οι πάντες με γράμματα (από τις μονές και τις σκήτες) ή προφορικά (από τα κελλιά). Προσκαλούνται με γράμματα: ο Αρχιερέας, τα μέλη της Ιεράς Κοινότητας, οι λοιπές πολιτικές και αστυνομικές Αρχές, οι ψάλτες, οι λοιποί διακονητές.

Η πανήγυρις αρχίζει από την προηγούμενη ημέρα με τον μικρό εσπερινό και συνεχίζεται με την αγρυπνία. Με το τέλος της αγρυπνίας αρχίζει η θεία Λειτουργία και στη συνέχεια η τράπεζα της αγάπης όπου παρακάθονται όλοι οι προσκυνητές.

Οι επιβλητικές κωδωνοκρουσίες, οι ευφρόσυνες ψαλμωδίες, η ανύψωση της βυζαντινής και της ελληνικής σημαίας, η καύση αφθόνου μοσχοθυμιάματος, η διακόσμηση της εισόδου με κλωνάρια της «φιλεόρτου» δάφνης, η παράθεση τραπεζών, τα φιλόφρονα λόγια και ευχές, η εκφώνηση του πανηγυρικού της ημέρας, η προσφορά των κερασμάτων, οι αφειδώλευτες ευλογίες και η χαρίτωση των ψυχών από τις θείες δωρεές είναι τα χαρακτηριστικά μιας αγιορειτικής πανήγυρης।


Εδώ σημειώνονται οι κυριότερες πανηγύρεις των Αγιορειτικών Μονών. 

Με τρία *** η κύρια, με δύο ** των μεγάλων αγίων και με ένα * οι μικρότερες πανηγύρεις.

Οι ημερομηνίες είναι δοσμένες με το Ιουλιανό και, μετά την κάθετο, με το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό Ημερολόγιο (1).



Ιαν. 4/17 Όσιος Ευθύμιος κ.λπ. μάρτυρες (* Μ. Βατοπεδίου)

Ιαν. 6/19 Οσιομάρτυρας Ρωμανός (** Μ. Ιβήρων)

Ιαν. 7/20 Σύναξις Τιμίου Προδρόμου (** Μ. Διονυσίου)

Ιαν. 11/24 Όσιος Θεοδόσιος (* Μ. Φιλοθέου)

Ιαν. 14/27 Άγιος Σάββας Σέρβων (** Μ. Χιλανδαρίου)

Ιαν. 24/6 Φεβρ. Όσιος Διονύσιος εν Ολύμπω και οι 6 Άγιοι της Μονής (* Μ. Φιλοθέου)

Φεβρ. 2/15 Η Υπαπαντή του Κυρίου (*** Μ. Αγ. Παύλου)

Φεβρ. 8/21  Άγιος Σάββας Β΄ (* Μ. Χιλανδαρίου)

Φεβρ. 13/26 Όσιος Συμεών Σέρβων (* Μ. Χιλανδαρίου)

Φεβρ. 23/8 Μαρτ. Όσιος Δαμιανός (* Μ. Εσφιγμένου)

Μαρτ. 9/22 Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες (*** Μ. Ξηροποτάμου)

Μαρτ. 25/7 Απρ. Ευαγγελισμός Θεοτόκου (*** Μ. Βατοπεδίου, *** Μ. Φιλοθέου, ** Μ. Μεγίστης Λαύρας)

Απρ. 19/2 Μαϊ. Όσιος Συμεών Μονοχίτων (* Μ. Φιλοθέου)

Απρ. 19/2 Μαϊ. Όσιος Αγαθάγγελος (* Μ. Εσφιγμένου)

Απρ. 23/6 Μαϊ. Άγιος Γεώργιος Τροπαιοφόρος (*** Μ. Ζωγράφου, *** Μ. Ξενοφώντος, ** Μ. Αγ. Παύλου)

Μαϊ. 9/22  Άγιος Χριστόφορος (* Μ. Καρακάλου)

Μαϊ. 13/26  Όσιοι Ίβηρες (** Μ. Ιβήρων)

Μαϊ. 20/2 Ιουν. Ανακομιδή λειψάνων Α. Νικολάου (* Μ. Γρηγορίου)

Μαϊ. 21/3 Ιουν. Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη (** Μ. Κωνσταμονίτου)

Μαϊ. 21/3 Ιουν. Όσιος Παχώμιος (* Μ.Μεγίστης Λαύρας, * Μ.Παύλου)

Μαϊ. 22/4 Ιουν. Οσιομ. Παύλος (* Μ. Μεγίστης Λαύρας)

Ιουν. 24/7 Ιουλ. Γενέσιον Τιμίου Προδρόμου (*** Μ. Διονυσίου)

Ιουν. 25/8 Ιουλ. Όσιος Διονύσιος (** Μ. Διονυσίου)

Ιουν. 29/12 Ιουλ. Άγιοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος (*** Μ. Καρακάλου)

Ιουλ. 5/18 Άγιος Αθανάσιος Αθωνίτης (*** Μ. Μεγίστης Λαύρας)

Ιουλ. 8/21 Όσιος Θεόφιλος Μυροβλήτης (* Μ. Παντοκράτορος)

Ιουλ. 22/4 Αυγ. Αγία Μαρία Μαγδαληνή (** Μ. Σίμωνος Πέτρας)

Ιουλ. 27/9 Αυγ.  Άγιος Παντελεήμων (*** Μ. Παντελεήμονος)

Ιουλ. 28/10 Αυγ. Όσιος Παύλος Ξηροποταμίτης (** Μ. Ξηροποτάμου, ** Μ. Αγ. Παύλου)

Αύγ. 2/15 Άγ. Στέφανος Πρωτομάρτυς (** Μ. Κωνσταμονίτου)

Αύγ. 6/19 Μεταμόρφωσις του Σωτήρος (*** Μ. Κουτλουμουσίου,*** Μ. Παντοκράτορος)

Αύγ. 11/24  Άγιος Νήφων (** Μ. Διονυσίου)

Αύγ. 15/28 Κοίμησις της Θεοτόκου (*** Μ. Ιβήρων, *** Πρωτάτο)

Αύγ. 24/6 Σεπτ.  Άγιος Κοσμάς Αιτωλός (** Μ. Φιλοθέου)

Αύγ. 31/13 Σεπτ.  Τιμία Ζώνη Θεοτόκου (** Μ. Βατοπεδίου)

Σεπτ. 14/27  Τίμιος Σταυρός (** Μ. Ξηροποτάμου)

Σεπτ. 22/5 Οκτ. 26 Οσιομαρτύρων και Οσίου Κοσμά (** Μ. Ζωγράφου)

Οκτ. 1/14  Αγία Σκέπη (** Μ. Παντελεήμονος)

Οκτ. 1/14 Άγιος Κουκουζέλης και Γρηγόριος Δομέστικος (* Μ. Μεγίστης Λαύρας)

Οκτ. 5/18  Όσιος Ευδόκιμος (* Μ. Βατοπεδίου)

Οκτ. 20/2 Νοεμ. Αγιος Γεράσιμος, ανακομιδή ι. Λειψάνου (* Μ. Αγ. Παύλου)

Οκτ. 29/11 Νοεμ.  Άγία Αναστασία (** Μ. Γρηγορίου)

Νοεμ. 8/21 Σύναξις Αγίων Ασωμάτων Δυνάμεων (*** Μ. Δοχειαρίου)

Νοεμ.9/22  Όσιοι Ευθύμιος και Νεόφυτος (** Μ. Δοχειαρίου)

Νοεμ. 21/4 Δεκ. Εισόδια Κυρίας Θεοτόκου (*** Μ. Χιλιανδαρίου)

Νοεμ. 26/8 Δεκ. Άγιος Αλύπιος ο Κιονίτης (* Μ. Κουτλουμουσίου)

Δεκ. 6/19 Άγιος Νικόλαος (***, Μ. Σταυρονικήτα, *** Μ. Γρηγορίου, ** Μ. Δοχειαρίου)

Δεκ. 7/20  Όσιος Γρηγόριος (** Μ. Γρηγορίου)

Δεκ. 25/7 Ιαν. Η κατά σάρκα Γέννησις του Κυρίου (*** Μ. Σίμωνος Πέτρας)

Δεκ. 26/8 Ιαν.  Τίμια Δώρα (* Μ. Αγ. Παύλου)

Δεκ. 27/9 Ιαν. Άγιος Πρωτομάρτυς Στέφανος (*** Μ. Κωνσταμονίτου)

Δεκ. 28/10 Ιαν. Όσιος Σίμων ο Μυροβλήτης (** Μ. Σίμωνος Πέτρας)

Δεκ. 30/12 Ιαν. Οσιομ. Γεδεών, ο δια Χριστόν σαλός (** Μ. Καρακάλου)



Κινητές γιορτές


Σάββατο Δ΄των Νηστειών, Του Ακαθίστου (** Μ. Διονυσίου, ** Μ. Ζωγράφου)

Δευτέρα της Διακαινησίμου Λιτανεία (** Πρωτάτο)

Τρίτη της Διακαινησίμου Λιτανεία (** Όλες οι Μονές)

Γ΄ Κυριακή μετά το Πάσχα, όσιος Γρηγόριος Σιναΐτης κ.λποί (** Μ. Γρηγορίου)

Πέμπτη της στ΄εβδ., Ανάληψις του Κυρίου (*** Μ. Εσφιγμένου)

Β΄ Κυριακή Ματθαίου, Αγιορειτών Πατέρων (** Όλες οι Μονές)

Β΄ Κυριακή Ματθαίου, Λαυριωτών Πατέρων (** Μ. Μεγίστης Λαύρας)



Από το βιβλίο ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ, Μύηση στην Ιστορία και τη Ζωή του, του Δωροθέου Μοναχού εκδόσεις ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη. Τόμος Β΄ σελ. 59-63



(1) Το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό Ημερολόγιο

Τα ημερολόγια που ακολουθεί ο χριστιανικός κόσμος δεν είναι μόνο το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό, αλλά και το ακριβέστερο του κόσμου, το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά τους.

Μετά τη Γρηγοριανή μεταρρύθμηση του ημερολογίου, το 1582 το νέο ημερολόγιο έγινε αμέσως αποδεκτό από τις καθολικές χώρες, όχι όμως και από τις διαμαρτυρόμενες οι οποίες το αποδέχτηκαν σταδιακά. Στις αρχές του 20ού αιώνα άρχισαν να το αποδέχονται ως πολιτικό ημερολόγιο και οι ορθόδοξες χριστιανικές χώρες. Όσον αφορά τους Έλληνες Ορθοδόξους μόλις στις 16 Φεβρουαρίου του1923 αποφάσισαν να δεχτούν το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Επειδή , όμως, υπήρχε μία καθυστέρηση περίπου13 ημέρων, η 16η Φεβρουαρίου στο παλαιό ημερολόγιο ονομάστηκε 1η Μαρτίου του νέου. Η Εκκλησία της Ελλάδος το 1924 αποδέχτηκε - αφού συμβουλεύτηκε το Οικουμενικό Πατρειαρχείο- όχι το Γρηγοριανό, αλλά το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο, το οποίο έκτοτε ακολουθεί.

Πράγματι, ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Δ΄ (ο Μεταξάκης, 1922-1923) συγκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη Πανορθόδοξο Συνέδριο τον Μάϊο του 1923, στο οποίο έλαβαν μέρος το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Πατριαρχείο Ρωσίας, το Πατριαρχείο Σερβίας, το Πατριαρχείο Ρουμανίας και οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες της Ελλάδος και της Κύπρου. Το σημαντικό γεγονός είναι ότι το Πανορθόδοξο Συνέδριο αποφάσισε ότι η αλλαγή του ημερολογίου ήταν επιβεβλημένη, αφού δεν προσέκρουε σε κανένα κανονικό ή δογματικό κώλυμα. Επιπλέον καθόρισε ως ημέρα της αλλαγής του ημερολογίου την 1η Οκτωβρίου του 1923, η οποία θα ονομαζόταν 14η Οκτωβρίου του 1923.

Η απόφαση του Συνεδρίου ήταν ότι δεν θα υιοθετείτο το Γρηγοριανό ημερολόγιο και υπεδείχθη νέος ημερολογιακός κύκλος 900 ετών, ακριβέστερος του γρηγοριανού κύκλου των 400 ετών. Η νέα ημερολογιακή πρόταση που έγινε από τον Σέρβο αστρονόμο Μιλούτιν Μιλάνκοβιτς, όριζε ότι από τα έτη που δείχνουν αιώνες (επαιώνια έτη) δίσεκτα θα θεωρούνται μόνον εκείνα των οποίων ο αριθμός των αιώνων διαιρούμενος δια 9, δίνει υπόλοιπο 2 ή 6. Για τα άλλα έτη ισχύει ο ιουλιανός κανόνας. Συνεπώς αντί των δίσεκτων ετών 400, 800, 1200, 1600, 2000 κ.ο.κ. του Γρηγοριανού ημερολογίου, καθιέρωνε ως δίσεκτα τα έτη 200, 600, 1100, 1500, 2000 κ.ο.κ. Εντός κύκλου 900 ετών περιέρχονται 218 δίσεκτα έτη και έτσι η μέση διάρκεια του προτεινόμενου έτους είναι 365,24222222 ημέρες, δηλαδή το σφάλμα του είναι περίπου 2,03 δευτερόλεπτα ετησίως, που σημαίνει ότι αστρονομικά είναι το ακριβέστερο από όλα τα προταθέντα μέχρι σήμερα ημερολογιακά συστήματα. Εάν τώρα δεν έχει υιοθετηθεί από τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες οι λόγοι ασφαλώς δεν είναι επιστημονικοί.

Όσον αφορά τον εορτασμό του Πάσχα το Συνέδριο πρότεινε ο καθορισμός της εαρινής πανσελήνου να καθορίζεται αστρονομικά με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και η ημερομηνία του να καθορίζεται κατά τον «χρόνο» της Ιερουσαλήμ. Υπέδειξε επιπλέων σε όλα τα Ορθόδοξα Αστεροσκοπεία και Πανεπιστήμια να φτιάξουν πίνακες του Πασχαλίου μεγάλης διάρκειας. Ωστόσο για να τακτοποιηθεί το ημερολογιακό ζήτημα πρότεινε τελικά, έπειτα από συμβιβαστική πρόταση της Εκκλησίας της Ελλάδος, αφενός μεν να προστεθούν οι 13 ημέρες στο Ιουλιανό ημερολόγιο δημιουργώντας το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο, αφετέρου δε να μην γίνει καμία παρέμβαση στον Πασχάλιο κύκλο. Μ' αυτόν τον τρόπο η προσθήκη των 13 ημερών δεν συνιστά κανένα δογματικό ή κανονικό κώλυμα, εφ' όσον δεν θίγεται διόλου το ζήτημα του υπολογισμού του Πάσχα. Επίσης απεφάσισε η κάθε Εκκλησία να αποφασίσει ελεύθερα εάν προτιμά να ακολουθήσει το Ιουλιανό ημερολόγιο ή το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό. Ούτε η μία ούτε η άλλη απόφαση θα επηρεάσει την ενότητα και την κανονική κοινωνία των Ορθοδόξων Εκκλησιών μεταξύ τους.

Τελικά το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο υιοθετήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος τη 10η Μαρτίου του 1924, που θεωρήθηκε 23η Μαρτίου του 1924, γιατί εν τω μεταξύ η διαφορά είχε φθάσει τις 13 ημέρες. Αναφορικά με τα Πατριαρχεία που έλαβαν μέρος στο Συνέδριο, το Ρωσικό αποφάσισε να μην προχωρήσει σε καμία αλλαγή. Το Πατριαρχείο της Σερβίας αρχικά απεδέχθη το Νέο Ιουλιανό ημερολόγιο, αλλά στη συνέχεια υπαναχώρησε.

Από τα Πατριαρχεία που δεν έλαβαν μέρος στο Πανορθόδοξο Συνέδριο, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Αντιοχείας δεν δέχτηκαν την πρόταση του Συνεδρίου εφ' όσον δεν την επικύρωνε απόφαση Οικουμενικής Συνόδου. Επίσης, την ίδια απόφαση πήρε και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, επειδή υποστήριζε ότι με την αλλαγή του ημερολογίου θα άλλαζε και το Πασχάλιο, δημιουργώντας σύγχυση στους πιστούς προσκυνητές που συνέρρεαν στην ιερή πόλη. Λίγα χρόνια αργότερα, την 1η Οκτωβρίου του 1928, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας υιοθέτησε κι αυτό το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο.

Σήμερα το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο ακολουθούν τα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ρουμανίας και Βουλγαρίας. Επίσης οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες Ελλάδος, Κύπρου, Αλβανίας και Πολωνίας, όπως και οι Αυτόνομες Εκκλησίες Τσεχίας και Σλοβακίας. Τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων, Ρωσίας και Σερβίας δεν έχουν αποδεχθεί την ημερολογιακή μεταρρύθμιση και για λόγους παράδοσης διατηρούν μέχρι σήμερα το Ιουλιανό ημερολόγιο. Ακριβώς και για λόγους παράδοσης στην Ελλάδα τα μοναστήρια στο Άγιον Όρος όπως και τα μετόχια του Αγίου Όρους στην υπόλοιπη Ελλάδα διατηρούν το Ιουλιανό (παλαιό) ημερολόγιο, το οποίο διατηρούν και οι «Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί»* (Γ.Ο.Χ.), γνωστοί ως παλαιοημερολογίτες.


*(Αυτοαποκαλούμενοι και όχι κατ’ ουσίαν γνήσιοι)