Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Ἡ Ὁσία Πελαγία


Ζοῦσε στὴν Ἀντιόχεια καὶ ἀνῆκε στὴν τάξη τῶν ἐλαφρῶν γυναικών. Ἦταν πόρνη. Ἡ ζωή της ἦταν βουτηγμένη μέσα στὸν οἶστρο τῶν ἁμαρτωλῶν ἡδονῶν. Ἡ ἀκολασία εἶχε πωρώσει τόσο τὴν συνείδησή της, ὥστε καμιὰ ἔννοια μετανοίας νὰ μὴ μπορεῖ νὰ εἰσχωρήσει στὴν ψυχή της. 


Ἑπομένως, θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανείς, ἦταν καταδικασμένη ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωή της στὸ πῦρ τῆς κολάσεως. Ὅμως ὄχι! Ὁ πολυεύσπλαχνος Κύριός μας, μας διαβεβαίωσε ὅτι «αἱ τελώναι καὶ αἱ πόρνοι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». 


Δηλαδή, οἱ τελῶνες καὶ οἱ πόρνες, ποὺ στὴν ἀρχὴ ἔδειξαν ἀπείθεια στὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ κατόπιν εἰλικρινὰ μετάνιωσαν, προλαμβάνουν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐσᾶς, ποὺ μόνο μὲ τὰ λόγια δείξατε ὑπακοὴ στὸν Θεό, στὴν πράξη ὅμως ὑπήρξατε ἀπειθεῖς καὶ ἄπιστοι.


Πράγματι ἡ Πελαγία τυχαῖα σὲ κάποια σύναξη χριστιανῶν ἄκουσε θερμὸ κήρυγμα περὶ ἁγνότητας, τοῦ ἐπισκόπου Νόννου. 

Τὰ λόγια του ἤλεγξαν καὶ συγκλόνισαν τὴν ψυχή της. Μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπαρνήθηκε τὴν ἄσωτη ζωή της, πούλησε τὰ διάφορα κοσμήματά της καὶ τὰ χρήματα τὰ διαμοίρασε στοὺς φτωχούς.




Ἀφοῦ κατηχήθηκε καὶ βαπτίσθηκε, μετὰ ὀκτὼ ἡμέρες πῆγε στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου μὲ σκληρὴ ἄσκηση πέρασε τὴν ὑπόλοιπη ζωή της.


Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἐξ ἀκανθῶν καθάπερ ῥόδον εὐῶδες, τῇ Ἐκκλησίᾳ Πελαγία ἐδείχθης, ταῖς ἐναρέτοις πράξεσιν εὐφραίνουσα ἡμᾶς· ὅθεν καὶ προσήγαγες, ὡς ὀσμὴν εὐωδίας, τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, τὸν σὸν βίον Ὁσία. Ὃν ἐκδυσώπει σώζεσθαι ἡμᾶς, παθῶν παντοίων, ψυχῆς τε καὶ σώματος.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Πελάγει ἀρετῶν, ἀληθῶς ἰσαγγέλων, τὸ πέλαγος τῶν σῶν, ἐγκλημάτων Ὁσία, πανσόφως ἐβύθισας, καὶ δακρύων τοῖς ῥεύμασιν, ἐναπέπνιξας, τὸν πολυμήχανον ὄφιν· ὅθεν ἤστραψας, ὥσπερ λαμπὰς μετανοίας, τὴν κτίσιν φαιδρύνουσα.

Μεγαλυνάριον.
Φερωνύμως πέλαγος γαληνόν, πλεύσασα Ὁσία, μετανοίας τῆς ἱερᾶς, Μῆτερ Πελαγία, τοῖς ἐν πελάγει βίου, λιμὴν σωτηριώδης, ὤφθης καὶ ἄκλυστος.