Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας


Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας γεννήθηκε στὴ Μελιτηνὴ τῆς Ἀρμενίας τὸ ἔτος 377 μ.Χ. κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Γρατιανοῦ (375 – 383 μ.Χ.). 

Οἱ γονεῖς του Παῦλος καὶ Διονυσία, ἀνῆκαν σὲ ἐπίσημη γενιά. Ἄτεκνοι ὄντες, ἀξιώθηκαν νὰ ἀποκτήσουν παιδί, τὸ ὁποῖο ἀφιέρωσαν στὴ διακονία τοῦ Θεοῦ στὸ ὁποῖο καὶ κατὰ θεία ἐπιταγὴ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Εὐθύμιος, ἀφοῦ μὲ τὴν γέννησή του τοὺς χάρισε τὴν εὐθυμία, τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀγαλλίαση.

Σὲ ἡλικία μόλις τριῶν ἐτῶν ὁ Εὐθύμιος ἔχασε τὸν πατέρα του. Τότε ἡ χήρα μητέρα του τὸν παρέδωσε στὸν εὐλαβὴ Ἐπίσκοπο τῆς Μελιτηνῆς Εὐτρώϊο, ὁ ὁποῖος, μαζὶ μὲ τοὺς ἀναγνῶστες Ἀκάκιο καὶ Συνόδιο ποὺ ἔγιναν ἀργότερα Ἐπίσκοποι Μελιτηνῆς, τὸν ἐκπαίδευσε καλῶς καί, ἀφοῦ τὸν κατέταξε στὸν ἱερὸ κλῆρο, τὸν τοποθέτησε ἔξαρχο τῶν μοναστηρίων.

Ἀπὸ τὴ Μελιτηνὴ ὁ Ὅσιος μετέβη, περὶ τὸ 406 μ.Χ., στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ κλείσθηκε στὸ σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Θεοκτίστου, ὅπου καὶ ἀσκήτευε μὲ αὐστηρότητα καὶ ἀναδείχθηκε μοναζόντων κανόνας καὶ καύχημα. Τόσο δὲ πολὺ πρόκοψε στὴν ἀρετή, ὥστε πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Σαρακηνοὺς πίστεψαν στὸν Χριστό. Τὰ μεγάλα πνευματικά του χαρίσματα γρήγορα τὸν ἀνέδειξαν καὶ ἡ φήμη του ὡς Ἁγίου ἁπλώθηκε παντοῦ. Γύρω του συγκεντρώθηκαν πάμπολλοι μοναχοί, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐξέλεξαν ἡγούμενό τους.

Την ελπίδα της σωτηρίας ποτέ μη χάνης και να βοάς προς τον Θεόν και να κλαις

Αποτέλεσμα εικόνας για Πνευματικό νταμάρι οἱ ἀκολουθίες

Την ελπίδα της σωτηρίας ποτέ μη χάνης και να βοάς προς τον Θεόν και να κλαις. Ο Θεός ποτέ δεν παραβλέπει μίαν ψυχήν που θέλει να σωθή και μετανοεί, όσον και αν τραυματίζεται εις τον αγώνα. 

Γνωρίζει ο Θεός, πόσον ασθενής είναι η φύσις μας. Πόθεν θα εύρη την δύναμιν ο πηλός να βαστάζη την πίεσιν του νερού, εάν ο Θεός δεν τον ψήση με την χάριν του Αγίου Πνεύματος;

Γνωρίζει ως αλάνθαστος οφθαλμός ότι μόλις μας αφήση, πίπτομεν και χανόμεθα. Δια τούτο δεν μας αφήνει να πειρασθώμεν, όσον ο διάβολος επιθυμεί. 

Εάν μας άφηνε, συσσώμους θα μας έρριπτε εις την κόλασιν, αλλά ο αγαθός Θεός τον εμποδίζει και τον αφήνει τόσον, όσον δύναται να βαστάξη η κάθε ψυχή. Όσον και αν τραυματισθώμεν εις τον αγώνα, ας μη αποθαρρυνθώμεν, αλλά ας επιμεληθώμεν τας πληγάς μας και ας συνεχίσωμεν τον αγώνα. 

Η προσευχή της μετανοίας

Αποτέλεσμα εικόνας για η προσευχη τησ μετανοιασ

Η προσευχή αύτή του άγίου Έφραίμ του Σύρου, πού λέγεται συνήθως στήν περίοδο τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής, είναι μία α­πλή, σύντομη, άλλά γεμάτη άπό δύναμη καί πλούτο πνευματικό προσευχή, τήν όποία μπορούσε νά γράψη μόνο ό μεγάλος Πατήρ Έφραίμ ό Σύρος, «η κιθάρα του Πνεύματος».

Τό τυπικό προβλέπει νά άπαγγέλεται μέ τά μάτια του σώματος καί τά χέρια κατεβασμένα πρός τήν γή, ένώ τά νοερά μάτια άνεβασμένα στόν ούρανό. Νά συνοδεύεται μέ ταπείνωσι, δάκρυα, φόβο Θεού, μετάνοιες προσκυνητές καί έδαφιαίες. Όταν προφέρεται μέ μία τέτοια αίσθηση καί νοερά συμμετοχή, μεταποιεί καί άνακαινίζει ολόκληρη τήν πνευματική ζωή τής ψυχής. Έάν έπιμείνουμε λίγο ε­πάνω στό περιεχόμενο της, θά άποκαλύψουμε ένα θαυμαστό πλού­το μετανοίας, ώστε νά δικαιώνουμε τήν ονομασία της ώς προσευ­χής τής μετανοίας.

Ή προσευχή αύτή λέγεται σ’ όλες τίς έκκλησιαστικές άκολου­θίες του ήμερονυκτίου: στόν έσπερινό, άπόδειπνο, μεσονυκτικό, όρθρο, ώρες καί τυπικά συνολικά εννέα φορές καί οκτώ όταν τελείται ή Λειτουργία τών Προηγιασμένων. Ό άριθμός οκτώ καί έννέα μάς ύπενθυμίζει τόν μέλλοντα αιώνα, πού συμβολίζεται μέ τόν άριθμό ο­κτώ καί τό έννέα τά άγγελικά τάγματα. Είναι ώσάν νά μάς λέγη ότι μόνη η μετάνοια μπορεί νά μάς άξιώση τής μακαρίας ζωής καί κοι­νωνίας μέ τούς άγγέλους.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός Ἐπίσκοπος Ἐφέσου


Ὁ Ἅγιος Μάρκος γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1392 καὶ 1393 «ἔκ τινος πατρωνυμίας Εὐγενικὸς καλούμενος». 

Ὁ πατέρας του Γεώργιος ἦταν διάκονος καὶ σακελλίων τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, μετέπειτα δὲ ἔγινε πρωτέκδικος, πρωτονοτάριος καὶ μέγας χαρτοφύλαξ, ἡ δὲ μητέρα του ὀνομαζόταν Μαρία καὶ ἦταν θυγατέρα τοῦ ἰατροῦ Λουκᾶ.

Σπούδασε σὲ μεγάλους διδασκάλους, στὸν Γεώργιο Πλήθωνα, τὸν Μητροπολίτη Σηλυβρίας Χορτασμένο, τὸν Μανουὴλ Χρυσόκκο, τὸν Ἰωσὴφ Βρυέννιο καὶ ἄλλους καὶ εἶχε ἔξοχη παιδεία.

Στὴ συνέχεια προσῆλθε στὸ μοναχικὸ βίο, κατὰ τὸ ἔτος 1418, σὲ κάποια μονὴ στὰ Πριγκηπόννησα καὶ τάχθηκε ὑπὸ τὴν πνευματικὴ ἐπιστασία τοῦ ἐνάρετου μοναχοῦ Συμεών, ὁ ὁποῖος τὸν ἔκειρε μοναχὸ καὶ τὸν μετονόμασε ἀπὸ Μανουήλ, Μᾶρκο.

Ἑβδομαδιαῖον Πρόγραμμα Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν

Κυριακάτικο Κήρυγμα



ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ
«Ἰησοῦ, ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς»

Ἡ εὐαγγελική διήγηση περί τῶν δέκα λέπρῶν ἀναδεικνύει τήν δύναμη τῆς προσευχῆς ἐν ταπεινώσει ἀλλά καί τήν ἀχαριστία πρός τόν Θεό. Οἱ δέκα λεπροί ἐκαθαρίστησαν ἀπό τήν ἀσθένειά τους κατόπιν τῆς ἱκεσίας τους ἀλλά μόνο ὁ ἕνας ἐπέστρεψε νά δοξάσει τόν Θεό.

Ἡ φθορά καί ὁ θάνατος εἶναι συνέπειες τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἐκ τοῦ Παραδείσου.

Ἡ θαυματουργή ἴασις παραπέμπει στήν μέλλουσα ζωή ὅπου δέν ὑπάρχει ἀσθένεια ἤ θάνατος, παράλληλα δέ, ἀναγνωρίζει στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τόν Βασιλέα τῆς ζωῆς. Ἡ ζωή δέν εἶναι μιά κατάσταση τῆς ὕλης ἀλλά ἕνα πρόσωπο, ὁ Χριστός( «Ἐγώ εἰμί ἡ ζωή»). 

Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει ἀληθινή πίστη προσεύχεται στόν Θεό ἔχοντας ἐπίγνωση ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ ὤν, δηλαδή αὐτός που ὑπάρχει ἀφ’ἑαυτοῦ του, ὁ αὐθύπαρκτος. Ὅλα τά ἄλλα: οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἄγγελοι, ἡ ἔμβια φύση, ὅλη ἡ κτίση λαμβάνουν τήν ὕπαρξή τους ἀπό τόν ὅντως ὄντα Θεό. 

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

† Κυριακῇ 18 Ἰανουαρίου 2026 (ΙΒ' Λουκᾶ)



† Μνήμη τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν, καὶ μεγάλων Ἀρχιεπισκόπων Ἀλεξανδρείας, Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου


Τὸ Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν 
Κεφ. ιζ' : 12-19

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσερχομένου τοῦ ᾿Ιησοῦ εἴς τινα κώμην, ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόῤῥωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν, λέγοντες· ᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. Καὶ ἰδὼν, εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς Ἱερεῦσι. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς, ἐκαθαρίσθησαν. Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ, εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης.

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας


Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 295 μ.Χ. στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ Χριστιανοὺς γονεῖς.

Ἔτυχε ἐπιμελημένης ἐκπαιδεύσεως φιλοσοφικῆς καὶ θεολογικῆς. Κατὰ τὴ νεανική του ἡλικία συνδέθηκε μὲ τὸν Μέγα Ἀντώνιο καὶ ἀσκήτευσε μαζί του στὴν ἔρημο.

Στὴν ἀρχὴ χειροθετήθηκε ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τὸ 318 μ.Χ. ἦταν ἤδη διάκονος. 

Τὸ ἔτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τὸν γέροντα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο στὴ Νίκαια, ὅπου συγκλήθηκε ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, «τοῦ χοροῦ τῶν διακόνων ἡγούμενος». Ἐκεῖ, χάρη στὴ μόρφωσή του καὶ μάλιστα στὴ θερμουργὸ καὶ ἀκλόνητη πίστη του, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς θαρραλέους ἀγωνιστὲς κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου. 

Μάλιστα δέ, ὅπως ἀποφάνθηκε ἡ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Σύνοδος τοῦ 399 μ.Χ., κυρίως ὁ Ἀθανάσιος «τὴν νόσον τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἔστησεν». Κανένας, ἴσως, ἄλλος ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, τῆς περιόδου ἐκείνης, δὲν ἀντιμετώπισε τόσο σπουδαία ἐκκλησιαστικὰ καὶ θεμελιώδη προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἦταν τὰ περὶ Θεοῦ, κόσμου, ἀνθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οἰκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας


Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408 – 450 μ.Χ.) καὶ γεννήθηκε περὶ τὸ 370 ἢ 375 μ.Χ. στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ εὔπορους γονεῖς τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας τῆς πόλεως. 

Ἦταν θερμοῦ καὶ ζωηροῦ χαρακτῆρος, ἀνήσυχος, τολμηρός, ἐνεργητικὸς καὶ πολὺ δραστήριος. Διακρινόταν γιὰ τὴν εὐστροφία, τὴν ταχύτητα καὶ ἀποφασιστικότητα τῶν ἐνεργειῶν του καί, κυρίως, γιὰ τὴν ἐπιμονή, ὁρμητικότητα καὶ τὸ ἀνυποχώρητο στὶς ἐπιδιώξεις τῶν σκοπῶν γιὰ τοὺς ὁποίους ἀγωνιζόταν. 

Εἶχε ἰσχυρὸ τὸ αἴσθημα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα, ἡ δὲ συναίσθηση τοῦ καθήκοντος καὶ ὁ ἁγνὸς ἐνθουσιασμός του γιὰ τὴν ἀλήθεια τὸν καθιστοῦσαν ἄφοβο στὴν ἐπιτέλεση τῆς διακονίας του καὶ ἱκανὸ ἀγωνιστὴ ὑπὲρ τῆς ἀλήθειας μέχρι θανάτου. Γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ χαρίσματα δικαίως θεωρεῖται ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς Μεγάλους Πατέρες καὶ Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν ὑπερασπιστὴς τῆς ἱερᾶς παραδόσεως.

Ὁ Μέγας Ἀντώνιος καί ὁ κυνηγός

Αποτέλεσμα εικόνας για η προσευχη τησ μετανοιασ

Δ ι ά κ ρ ι σ ι ς εἶναι ἡ ἱκανότης νά διακρίνη κανείς τήν ἀλήθεια, νά κρίνη μέ δικαιοσύνη, ν᾿ ἀποφασίζη καί νά ἐνεργῆ σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον.

Κατά τόν Μ. Ἀντώνιο εἶναι ἡ μεγίστη τῶν ἀρετῶν, διότι ὁδηγεῖ μέ ἀσφάλεια στόν δρόμο τῆς σωτηρίας. Κατά τόν ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος εἶναι «ἡ τοῦ θείου θελήματος ἀσφαλήςκατάληψις ἐν παντί καιρῷ καί τόπῳ καί πράγματι..., σκοτίας λύχνος, πεπλανημένων ἐπάνοδος,μυωπαζόντων φωτισμός».

Στοιχειώδη διάκρισι ἔχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Θολώνει ὅμως καί σκοτίζεται μέ τά διάφορα πάθη. Ἐνῶ λεπτύνεται καί φωτίζει μέ τήν πνευματική καλλιέργεια, τήν προσευχή, τήν μελέτη, τήν ταπείνωσι, τήν ἐγκράτεια, τήν κάθαρσι γενικά ἀπό τά πάθη.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Ὁ Ἅγιος νεομάρτυς Γεώργιος, ὁ ἐν Ἰωαννίνοις ἀθλήσας


Ὁ Ἅγιος Γεώργιος γεννήθηκε τό 1808 στό χωριό Τσούρχλι τῆς ἐπαρχίας Γρεβενῶν (σήμερα φέρει τήν ὀνομασία Ἅγιος Γεώργιος) ἀπό γονεῖς πτωχούς, τόν Κωνσταντῖνο καί τή Βασίλω, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνταν μέ τή γεωργία. Λόγῳ τῆς πτωχείας τῆς οἰκογένειάς του παρέμεινε ἀγράμματος∙ ἀνετράφη, ὅμως, «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου». 

Σέ μικρή ἡλικία, μόλις 8 ἐτῶν, ὀρφάνεψε καί ἔμεινε ὑπό τήν προστασία τοῦ μεγαλύτερου ἀδερφοῦ καί τῆς ἀδερφῆς του, πτωχῶν καί τούτων γεωργῶν. Ὅταν ἐνηλικιώθηκε, πῆγε στά Ἰωάννινα, ὅπου ὁ Γεώργιος, ἔρημος καί άπροστάτευτος, προσκολλήθηκε σέ διάφορους ἀγάδες γιά να καταλήξει ἱπποκόμος τοῦ Χατζῆ Ἀβδουλᾶ, ἀξιωματικοῦ τοῦ ᾿Ιμίν Πασᾶ τῶν Ἰωαννίνων, κοντά στόν ὁποῖο παρέμεινε γιά ὀκτώ χρόνια.

Ὁ Ἀβδουλά εἶχε ὅλον τόν καιρό νά ἐκτιμήσει τόν ὑπηρέτη του ὡς ἁπλό, πρᾶο, ἄκακο, αὐθεντικό, ἠθικά ἀκέραιο. Τόν ἐμπιστεύτηκε καί τόν περιέβαλε μέ τή στοργή καί τήν ἀγάπη του, ἐνῷ τοῦ ἐπέτρεπε νά ἐκτελεῖ ἀκώλυτα τά θρησκευτικά του καθήκοντα καί νά συχνάζει στούς ναούς τῶν Ἰωαννίνων.

Ἡ ὁλοφάνερη εὔνοια τοῦ Ἀβδουλᾶ πρός τόν χριστιανό Γεώργιο προκάλεσε τή ζηλοφθονία τῶν συνυπηρετῶν του, οἱ ὁποῖοι τόν ἀποκαλοῦσαν «γκιαβούρ Χασάν», δηλαδή ἄπιστο Χασάν. Ἔτσι, μέ τον καιρό καί τή συνήθεια ἑδραιώθηκε ἡ πίστη ὅτι ὁ Γεώργιος ἦταν μουσουλμάνος. Ὁ ἴδιος, βέβαια, παρέμενε στέρεος στήν ὁμολογία τῆς ἁγίας καί ἀμωμήτου πίστεως.

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας


Ὁ Μέγας Ἀντώνιος γεννήθηκε περὶ τὸ 251 μ.Χ. στὴν πόλη Κομὰ τῆς Ἄνω Αἰγύπτου, κοντὰ στὴ Μέμφιδα, ἀπὸ γονεῖς εὐλαβεῖς καὶ εὔπορους. Ἔζησε στὰ χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοὺ (285 – 305 μ.Χ.) μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ εὐσεβοῦς αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου καὶ τῶν παιδιῶν του.

Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἦταν ὀλιγαρκὴς καὶ αὐτάρκης, «μόνοις δὲ οἷς εὕρισκεν ἠρκεῖτο καὶ πλέον οὐδὲν ἐζήτει». Σὲ νεαρὴ ἡλικία, περίπου 20 ἐτῶν, ἔχασε τοὺς γονεῖς του. Ἕξι μῆνες μετὰ τὴν κοίμηση τῶν γονέων του, ἄκουσε στὴν ἐκκλησία τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ τοῦ πλουσίου νεανίσκου, στὴν ὁποία ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶπε στὸν πλούσιο νέο : «πώλησον τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ δὸς πτωχοῖς». 

Τόση μεγάλη ἐντύπωση προξένησε ἡ Εὐαγγελικὴ αὐτὴ προτροπὴ στὴν ψυχὴ τοῦ Ἀντωνίου, ὥστε ἀμέσως διένειμε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς πτωχοὺς καὶ ἐνδεεῖς, ἀφοῦ φύλαξε τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα γιὰ τὴν συντήρηση αὐτοῦ καὶ τῆς μικρῆς του ἀδελφῆς, τὴν ὁποία φρόντισε νὰ παραδώσει σὲ Χριστιανὲς νέες παρθένους ποὺ εἶχαν ἀφιερωθεῖ στὴ χριστιανικὴ ἀρετή, βέβαιος ὅτι κοντά τους θὰ εἶναι κατὰ πάντα ἀσφαλής.