Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Ἀνακοίνωση Ἑσπερινοῦ


Ἡ εὐαγγελική διδασκαλία


Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένων ἀπό τά «Πνευματικά Γυμνάσματα» 
τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου


Συλογίσου, ἀγαπητέ, ὅτι ὁ διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ διδάσκαλος τῶν διδασκάλων καί ὁ ἱεροκήρυκας τῶν ἱεροκηρύκων. Μᾶλλον ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἕνας καί μοναδικός διδάσκαλος, ὅπως ὁμολόγησε ὁ νυκτερινός μαθητής Νικόδημος:

«Ῥαββί, οἴδαμεν ὅτι ἀπό Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος»1. Ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μιλώντας στό λαό καί τούς μαθητές Του, εἶπε: «Ὑμεῖς δέ μή κληθῆτε ῥαββί· εἶς γάρ ὑμῶν ἐστιν ὁ διδάσκαλος, ὁ Χριστός»2. Γι᾿αὐτό ἦρθε στόν κόσμο, ὄχι μόνο γιά νά τόν λυτρώσει, ἀλλά καί νά τόν διδάξει τήν ἀλήθεια, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος πάλι: «Ἐγώ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τόν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ»3. 

Καί γιά νά ἐπιβεβαιώσει αὐτή τή διδασκαλία ὁ οὐράνιος Πατέρας, μᾶς πρόσταξε ν᾿ ἀκοῦμε αὐτό τό διδάσκαλο – «αὐτοῦ ἀκούεττε»4 –, ὅταν μάλιστα δέν διδάσκει μόνο μέ λόγια, ἀλλά πολύ περισσότερο μέ ἔργα.

Ὑπολόγισε τώρα, πόσο βαρύ φορτίο σήκωσε ὁ Λυτρωτής μας, γιά νά μᾶς διδάξει τήν ἀλήθεια. Γιατί, ἐνῶ γιά τή δημιουργία ὅλων τῶν ὄντων δέν ξόδεψε παρά μόνο ἕνα λόγο – «ὅτι αὐτός εἶπε, καίἐγενήθησαν, αὐτός ἐνετείλατο, καί ἐκτίσθησαν»5 –, ὅμως, γιά νά μᾶς διδάξει τά θελήματά Του καί τούς θησαυρούς τῆς σοφίας Του, γυμνώθηκε ἀπό τή μεγαλειότητά Του, πῆρε μορφή δούλου καί σχῆμαἀνθρώπου ἁμαρτωλοῦ – «μορφήν λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος», κατά τόν Ἀπόστολο,6 – καί μ᾿ αὐτή τή μορφή ὑποβλήθηκε σέ τόσους κόπους, σ᾿ ὅσους δέν ὑποβλήθηκαν ποτέ οἱ δάσκαλοι καίκήρυκες τοῦ θείου λόγου.

Τί λοιπόν περισσότερο μποροῦσε νά κάνει ἡ ἄψευστη Ἀλήθεια, παρά νά γίνει, μέ τήν αὐτοπρόσωπη διδασκαλία Της, καί δική μας ἀλήθεια; «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια»7. Μέ ποιόν ἄλλο τρόπο μποροῦσε νά δείξει πώς μᾶς ἀγαπάει ὁ γλυκύτατός μας διδάσκαλος, παρά μέ τό νά ὑποφέρει τόσους κόπους, τρέχοντας ἐδῶ κι ἐκεῖ καί ὀργώνοντας ὅλη τήν Ἰουδαία μέ τά ἴδια Του τά πόδια; «Καί περιῆγεν ὅλην τήν Γαλιλαίαν ὁἸησοῦς διδάσκων... καί κηρύσσων τό εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας»8. Καί δέν ἔφτανε αὐτό. Ὑπέμεινε ἐπιπλέον καί τήν ἀτίμωση, ἀφοῦ Τόν ὀνόμαζαν φάγο, οἰνοπότη καί δαιμονισμένο, μόνο καί μόνο γιά νά μᾶςδιδάξει τό δρόμο πού ὁδηγεῖ στή ζωή.

Λοιπόν, ποιά δικαιολογία θά βρεῖς νά πεῖς στόν Κύριο, πού δέν δέχθηκες τή θεία Του διδασκαλία καί δέν φωτίστηκες ἀπό τό φῶς Του; «Εἰ μή ἦλθον καί ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δέπρόφασιν οὐκ ἔχουσι περί τῆς ἀμαρτίας αὐτῶν»9.

Νά ντραπεῖς λοιπόν, πού τόσες φορές ἀκολούθησες τίς ἀπατηλές διδασκαλίες τοῦ κόσμου, τῆς σάρκας καί τοῦ διαβόλου· πού προτίμησες τίς συμβουλές τῆς ἐπίγειας σοφίας, τῆς τιποτένιας καί δαιμονικῆς,ἀπό τίς συμβουλές τῆς θείας σοφίας· πού δέν θέλησες τίποτ᾿ ἄλλο ψηλότερο, παρά ἔκανες τό πᾶν γιά ν᾿ ἀποκτήσεις δόξα καί τιμή ἀνθρώπινη· πού ἀγωνίστηκες νά ἱκανοποιήσεις τίς αἰσθήσεις καί τά πάθη σου,ν᾿ ἀπολαύσεις τίς ἡδονές καί, τέλος, νά μαζέψεις χρήματα.

Ὑπάρχει μεγαλύτερο χάρισμα ἀπ᾿ αὐτό πού σοῦ δόθηκε, ν᾿ ἀκοῦς δηλαδή ἀπό τό ἴδιο τό στόμα τοῦ σαρκωμένου Λόγου ἐκεῖνα τά λόγια, πού θέλησαν ν᾿ ἀκούσουν προφῆτες καί βασιλεῖς καί δέν τ᾿ἄκουσαν; «Λέγω ὑμῖν, ὅτι πολλοί προφῆται καί βασιλεῖς ἠθέλησαν... ἀκοῦσαι ἅ ἀκούετε, καί οὐκ ἤκουσαν»10. Ὅταν ἀνοίγεις γιά νά διαβάσεις τό Εὐαγγέλιο, πού περιέχει τή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νά τόκάνεις σά ν᾿ ἀνοίγεις τόν ἴδιο τόν οὐρανό, ὅπως λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Ἡ τῶν γραφῶν ἀνάγνωσις τῶν οὐρανῶν ἐστιν ὑπάνοιξις»11. Πρέπει νά τό μελετᾶς μέ φόβο καί τρόμο, σά νά μιλᾶς μέ τόν ἴδιο τό Θεό.Ἐσύ ὅμως δέν αἰσθάνεσαι κανένα φόβο στήν καρδιά σου, ὅταν ἀκοῦς νά σοῦ μιλάει μέ τό στόμα Του ὁ Θεός, σάν τόν φόβο πού αἰσθανόταν ἀκόμα καί ὁ σκληροκάρδιος λαός τοῦ Ἰσραήλ, καί ἔλεγε στό Μωϋσῆ:

«Λάλησον σύ ἡμῖν, καί μή λαλείτω πρός ἡμᾶς ὁ Θεός, μή ἀποθάνωμεν»12.

Συλλογίσου τή διδασκαλία πού κάνει σ᾿ ὅλο τό θεῖο Εὐαγγέλιο Αὐτός ὁ οὐράνιος διδάσκαλος, ἰδιαίτερα ὅμως στήν ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία Του, καί ἐξέτασε τίς τρεῖς ποιότητες πού περιέχει ἡ θεία διδασκαλία: τό ὕψος, τήν ἀλήθεια καί τήν ὠφέλεια.

Τό ὕψος τῆς διδασκαλίας, πού ἦταν κρυμμένο καί ἀκατανόητο μέχρι τότε ἀπό τή διάνοια ὅλων τῶν σοφῶν, γίνεται φανερό μ᾿ ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Κύριος: «Ἐρεύξομαι κεκρυμμένα ἀπό καταβολῆςκόσμου»13. Γιατί μέχρι ἐκείνη τήν ἐποχή ὁ κόσμος νόμιζε, ὅτι εὐτυχισμένος εἶν᾿ ἐκεῖνος πού ἔχει περισσότερα πλούτη, τιμές καί ἀπολαύσεις. 

Ἄς συλλογιστοῦμε λοιπόν πόσο ἐκστατικό ἔμεινε τό ἀνθρώπινογένος, ὅταν γιά πρῶτη φορά ἄκουσε τόν Κύριο νά διατυπώνει μιά τόσο ὑψηλή καί οὐράνια διδασκαλία, ὅτι δηλαδή εἶναι μακάριοι οἱ φτωχοί, οἱ ταπεινοί, οἱ πρᾶοι, οἱ πεινασμένοι, οἱ εἰρηνοποίοι, οἱ καθαροί στήνκαρδιά, αὐτοί πού καταδιώκονται καί κατηγοροῦνται ἄδικα. Καί ἀπεναντίας, ὅτι ἄθλιοι καί ταλαίπωροι εἶναι οἱ πλούσιοι, πού ἔχουν τήν καρδιά τους προσκολλημένη στ᾿ ἀγαθά τοῦ κόσμου, οἱ χορτασμένοι μέ τίςτρυφές, ἐκεῖνοι πού χαίρονται, πού γελοῦν, πού ξεφαντώνουν, πού τιμῶνται καί θαυμάζονται ἀπό τούς ἀνθρώπους.

Ποιός μπορεῖ ὅμως νά καταλάβει τό ἀκατάληπτο ὕψος πού περιέχει ἡ διδασκαλία τοῦ θείου Εὐαγγελίου; Γι᾿ αὐτό πολύ σοφά ὁ ἀπόστολος Βαρθολομαῖος ὀνόμασε τό Εὐαγγέλιο μικρό καί μεγάλο: Μικρόστό μῆκος, καί μεγάλο στό πλάτος καί στό ὕψος τῶν νοημάτων (Διονυσίου, κεφ. α΄ τῆς μυστικῆς θεολογίας). 

Τό Εὐαγγέλιο, προσθέτει ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος, εἶναι ἕνα πέλαγος, ὅπου βρίσκεται τό σύνολο τῶνχαρισμάτων καί ἡ θάλασσα τῶν πνευματικῶν μυστηρίων, καί ὅπου πλέει ὁ μυστικός ΙΧΘΥΣ – Ἰησοῦς Χριστός Θεοῦ Υἱός Σωτήρ, κατά τήν ἀρχαία συμβολική ἀκροστιχίδα. Ἐπιτομή τῆς θεολογίας ὀνόμασεἀκόμα τό Εὐαγγέλιο ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος. 

Ἄν τώρα ὁλόκληρη ἡ Ἀγία Γραφή χαρακτηρίζεται ἀπό τόν ἱερό Αὐγουστίνο σάν ἐγκυκλοπαίδεια ὅλων τῶν ἐπιστημῶν, καί ἀπό τό Μέγα Βασίλειο σάν ἐργαστήριοψυχῶν καί ἀποθήκη τῶν πνευματικῶν βοτάνων, καταλαβαίνουμε πόσο ὑπερέχει τό Εὐαγγέλιο, ἡ Καινή Διαθήκη, πού ἐπικυρώθηκε μέ τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καί εἶναι, κατά τόν ἁγιο Μάξιμο, «πρεσβεία Θεοῦπρός ἀνθρώπους, δι᾿ Υἱοῦ σαρκωθέντος, μισθόν δωρουμένου τοῖς πειθομένοις αὐτῷ τήν ἀγέννητον θέωσιν».

Ἡ ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι αὐταπόδεικτη, γιατί προέρχεται ἀπό τό στόμα τῆς αὐτοσοφίας τοῦ Ὑψίστου, πού εἶναι ἡ Ἀλήθεια: «Ἐγώ (δηλ. ἡ σοφία) ἀπό στόματος Ὑψίστου ἐξῆλθον»14. Κι ἄν ὅλοι μαζί οἱ ἄνθρωποι, ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι τή συντέλεια τοῦ κόσμου, βρεθοῦν ψεῦτες, μόνο ὁ Θεός δέν πρόκειται νά βρεθεῖ ποτέ ψεύτης. Πάντα θά ἐκφράζει τήν ἀλήθεια, ὅπως λέει καί ὁἈπόστολος: «Γινέσθω δέ ὁ Θεός ἀληθής, πᾶς δέ ἄνθρωπος ψεύστης»15.

Ἡ ὠφέλεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι φανερή, γιατί ὁδηγεῖ στή σωτηρία. Δηλαδή δίνει «γνώσιν σωτηρίας τῷ λαῷ»16. Καί ἀκόμα, σάν διδασκαλία τοῦ Θεοῦ, ἔχει μέσα της τό Πνεῦμα καίμεταδίδει ζωή, ὅπως λέει ὁ Κύριος: «Τά ῥήματα ἅ ἐγώ λαλῶ ὑμῖν, πνεῦμα ἐστι καί ζωή ἐστι»17.

Ἡ εὐαγγελική διδασκαλία περιέχει ὅλες τίς ἀρχές τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς. Μᾶς δείχνει ποιό εἶναι τό καλό καί ποιό τό κακό. Βγάζει ἀπό πάνω μας τόν παλιό ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, καί μᾶς ντύνει μέτό νέο, «τόν κατά Χριστόν κτισθέντα». Μεταβάλλει τούς ἀνθρώπους σέ ἀγγέλους.

Ὕστερα ἀπ᾿ αὐτά ἐσύ τί κάνεις; Μήπως δείχνεις μέ τά ἔργα σου μιά πίστη ἀντιφατική; Ὅταν δηλαδή σέ διδάσκει τό Εὐαγγέλιο τίς θεωρητικές ἀλήθειες καί τά δόγματα τῆς πίστεως, ἐσύ τά δέχεσαι. Ὅτανὅμως σοῦ ὁρίζει τίς πρακτικές ἀλήθειες, μέ τίς ὁποῖες θά διορθώσεις τά ἤθη σου, τότε ξεσηκώνονται ὅλες οἱ ἐπιθυμίες σου καί σέ πιέζουν νά μή δεχθεῖς τούς νόμους του. Ἔτσι, ἀπό τή μιά πιστεύεις, ὅπως λές, γι᾿ἀληθινή τή διδασκαλία του, κι ἀπό τήν ἄλλη ζεῖς σά νά τήν πίστευες γιά ψεύτικη. Πρόσεξε ὅμως, γιατί αὐτό τό ἴδιο τό Εὐαγγέλιο θά σέ καταδικάσει, καθώς βεβαιώνει ὁ Κύριος:

«Ὁ μή λαμβάνων τά ῥήματά μου, ἔχει τόν κρίνοντα αὐτόν· ὁ λόγος ὅν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτόν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ»18.

Χρειάζεται λοιπόν ἔμπρακτη πίστη. Γιατί, θεωρητικά μόνο, «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι»19. Ἡ ἔμπρακτη πίστη ὅμως εἶναι τό χαρακτηριστικό τῶν ἀληθινῶν χριστιανῶν: «κἀγώ δείξω σοιἐκ τῶν ἔργων μου τήν πίστιν μου»20.

Ξύπνα λοιπόν κι ἔλα στόν ἑαυτό σου. Ἄναψε πάλι μέσα σου τή φλόγα τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης στό θεῖο σου Διδάσκαλο. Νά ντρέπεσαι, γιατί μέχρι τώρα ἔθρεψες τήν καρδιά σου μέ πράγματαἀντίθετα ἀπό κεῖνα πού Αὐτός δίδαξε μέ τό παράδειγμα καί τά λόγια Του.

Παρακάλεσε, τέλος, τό Χριστό νά κάνει τήν καρδιά σου ταπεινή, ὑπάκουη καί γενναία, γιά νά ἐφαρμόζεις ἐκεῖνα πού σέ διδάσκει. «Οὐ γάρ οἱ ἀκροαταί τοῦ νόμου δίκαιοι παρά τῷ Θεῷ ἀλλ᾿ οἱ ποιηταίτοῦ νόμου δικαιωθήσονται»21.


______________


1 Ἰω. γ΄:2.
2 Ματθ. Κγ΄:8.
3 Ἰω. ιη΄:37.
4 Ματθ. Ιζ΄:5.
5 Ψαλμ. 148:5.
6 Φιλιπ. Β΄:7.
7 Ἰω. Ιδ΄:6.
8 Ματθ. Δ΄:23.
9 Ἰω. Ιε΄:22.
10 Λουκ. Ι΄:24.
11 Λόγ. Β΄ εἰς τόν Ἡσαΐαν.
12 Ἐξ. Κ΄:19.
13 Ματθ. Ιγ΄:35.
14 Σοφ. Σειρ. 24:3.
15 Ρωμ. Γ΄:4.
16 Λουκ. Α΄:77.
17 Ἰω. Στ΄:63.
18 Ἰω. Ιβ΄:48.
19 Ἰακ. Β΄:19.
20 Ἰακ. Β΄:18.
21 Ρωμ. Β΄:13.


(Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ»,
Ἐκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς)

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Πρόσκληση του Συλλόγου Προσκυνητών Αγίου Όρους ‘’ Παναγία η Πορταΐτισσα ‘’



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ο Σύλλογος Προσκυνητών Αγίου Όρους 
‘’ Παναγία η Πορταΐτισσα ‘’

θα τελέσει Πανηγυρική Θεία Λειτουργία προς τιμήν της Παναγίας Πορταΐτισσας
την Δευτέρα 31 Αυγούστου στον 
Ιερό Ναό Γενεσίου της Θεοτόκου (Παντάνασσα)
στα Καταφυγιώτικα Κατερίνης.

Στη Λειτουργία θα χοροστατήσει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Γεώργιος

Καλούνται τα μέλη, φίλοι και προσκυνητές του συλλόγου μας, να τιμήσουν με την παρουσία τους την εορτή της Παναγίας μας.

Θα ακολουθήσει καφές και κέρασμα στην αίθουσα της Εκκλησίας.

Ἑβδομαδιαῖον Πρόγραμμα Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν


Κυριακάτικο Κήρυγμα


Κυριακή ΙΓ' Ματθαίου
(Ματθ. 21, 33-42)


Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή ο Κύριός μας παρομοιάζει τη Βασιλεία του Θεού με αμπελώνα, τον οποίο ο οικοδεσπότης εμπιστεύεται σε άξιους γεωργούς για να τον καλλιεργήσουν. Όταν όμως έφτασε ο καιρός της συγκομιδής οι γεωργοί εκείνοι όχι μόνο δεν απέδωσαν τους καρπούς, αλλά έδιωξαν κακήν κακώς τους δούλους που έστειλε ο κύριος του αμπελώνα για να συλλέξουν τη σοδειά. Και όταν τελικά έστειλε τον ίδιο του το γιο, οι γεωργοί εκείνοι τον σκότωσαν, θέλοντας να σφετεριστούν την περιουσία του κυρίου τους. 

Στη συνέχεια ο Χριστός ρωτάει τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους τί θα πρέπει να πράξει ο οικοδεσπότης της παραβολής, κι εκείνοι αποκρίνονται ότι θα πρέπει να τους τιμωρήσει με θάνατο και να δώσει τον αμπελώνα σε άλλους γεωργούς. Και ο Ιησούς, επισφραγίζοντας την κρίση τους, επιβεβαιώνει ότι ο Θεός θα εμπιστευτεί τη Βασιλεία Του σε εκείνο το έθνος που θα εργάζεται τις εντολές του Θεού και θα αποδίδει τους καρπούς των έργων του.

Με την παραβολή αυτή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός θέλει να τονίσει καταρχάς ότι το «έθνος άγιον» ή αλλιώς ο «λαός του Θεού» δεν είναι απλά εκείνοι οι άνθρωποι που διάλεξε ή διαλέγει ο Θεός, αλλά εκείνοι που εργάζονται τίμια τη διδασκαλία και τις εντολές που τους εμπιστεύεται. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός επέλεξε τον λαό του Ισραήλ να Τον υπηρετήσει, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι όμως καλλιέργησαν στο λαό την πεποίθηση ότι η Βασιλεία του Θεού τούς ανήκει δικαιωματικά, επειδή απλά ήταν απόγονοι των Πατριαρχών, του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Αυτή τους η αλαζονεία τούς οδήγησε διαχρονικά όχι μόνο να μην υπακούσουν στους απεσταλμένους του Θεού, τους Προφήτες, τους Κριτές και τους Δίκαιους της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και να τους εξορίσουν και θανατώσουν. Και βέβαια, όταν ο Θεός απέστειλε τον Υιό αυτού, του επεφύλαξαν το Πάθος και τον σταυρικό θάνατο.

Για το λόγο αυτό ο Χριστός τονίζει ότι για τον Θεό δεν μετρούν τα φυλετικά κριτήρια, δεν ανήκει δηλαδή κανείς στο «έθνος το άγιον» εξαιτίας της καταγωγής του. Θα μας πει μάλιστα ότι μητέρα Του και αδελφούς Του θεωρεί εκείνους που ακούν και εφαρμόζουν στη ζωή τους τον λόγο του Θεού[1]. 

Και τούτο γιατί ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης, δεν κάνει δηλαδή διακρίσεις αλλά αγαπά εξίσου όλους τους ανθρώπους και επιθυμεί όλοι να γνωρίσουν την αλήθεια και να σωθούν[2]. 

Αν ο Θεός επέλεξε τον λαό του Ισραήλ ως «περιούσιο λαό» Του, στην πραγματικότητα τον προσκάλεσε να γίνει λαός του Θεού, να γίνει το παράδειγμα για τους άλλους λαούς και με τον τρόπο αυτό να ελκύσει ολόκληρη την ανθρωπότητα στην γνώση της αληθείας του Θεού. 

Οι Ισραηλίτες όμως θεώρησαν την πρόσκληση αυτή ως κεκτημένο τους δικαίωμα, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μη γίνουν πρότυπο πιστού έθνους, αλλά να ζηλέψουν και να υιοθετήσουν οι ίδιοι τις συνήθειες των άλλων εθνών, την σκληρότητά τους, τα έθιμά τους, ενίοτε και τους θεούς τους.

Ο Χριστός με το σωτήριο έργο Του και με τη διδασκαλία Του προσκαλεί κάθε άνθρωπο, ανεξαρτήτως καταγωγής, να γίνει μέλος του άγιου έθνους των χριστιανών. Στη βασιλεία Του δεν έχουν θέση εκείνοι που απλά έτυχε να έχουν βαπτιστεί χριστιανοί, αλλά εκείνοι που εργάζονται την μία και μοναδική εντολή της Αγάπης που ο ίδιος δίδαξε και εφάρμοσε με την σταυρική θυσία Του και την Ανάστασή Του.

Η σημερινή παραβολή απευθύνεται επομένως και σε όλους εμάς που θέλουμε να είμαστε και να λεγόμαστε παιδιά Του και μέλη του ενός σώματος της Εκκλησίας. Το χρέος μας και το έργο μας είναι απλό και συνίσταται σε δύο άξονες. Ο πρώτος είναι να γνωρίζουμε την Αλήθεια, να μελετάμε δηλαδή το Ευαγγέλιο και να αναζητούμε στον λόγο του Θεού τις απαντήσεις για την ζωή μας, για την ύπαρξή μας, για το σκοπό που ζούμε και κινούμαστε επάνω στη γη, για τη σχέση μας τόσο με τους συνανθρώπους μας όσο και με τον ίδιο το Θεό. 

Και ο δεύτερος είναι να εργαζόμαστε τον πνευματικό αμπελώνα του Κυρίου και να αποδίδουμε τους καρπούς του, που σημαίνει να εφαρμόζουμε το Ευαγγέλιο στη ζωή μας με τέτοιο τρόπο που να μεταμορφώνει την προσωπικότητά μας και να αντανακλά στους ανθρώπους γύρω μας.

Συχνά ως άνθρωποι παρασυρόμαστε και τείνουμε να υιοθετούμε πρότυπα και συμπεριφορές άλλων ανθρώπων, που κινούνται έξω από την κατά Θεόν ζωή. Ο Χριστός σήμερα μάς προσκαλεί και μάς υπενθυμίζει ποιός είναι ο δικός μας ρόλος ως παιδιά Του και αδέλφια Του: να γίνουμε εμείς το πρότυπο και το φως του κόσμου, και να ζηλεύουμε όχι τα επίγεια, αλλά τα επουράνια, ως γνήσια τέκνα Του και συγκληρονόμοι της Βασιλείας Του.



π. Χερουβείμ Βελέτζας

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

† Κυριακῇ 30 Αὐγούστου 2015 (ΙΓ' Ματθαῖου)

Εὐαγγελική Περικοπή,

Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον
Κεφ. κα΄: 33-42

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ἄνθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅς τις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα, καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε, καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν, καὶ ᾠκοδόμησε πύργον· καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς, καὶ ἀπεδήμησεν. Ὅτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς, λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ. Καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ, ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν. Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν πρώτων· καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως. Ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, λέγων· Ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου. Οἱ δὲ γεωργοὶ, ἰδόντες τὸν υἱὸν, εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· Οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε, ἀποκτείνωμεν αὐτὸν, καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. Καὶ λαβόντες αὐτὸν, ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος, καὶ ἀπέκτειναν. Ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις; Λέγουσιν αὐτῷ· Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς· καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν. Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· Οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς Γραφαῖς· Λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;



Ἀπόστολος,

Πρὸς Κορινθίους Α’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
Κεφ. ιστ΄: 13-24

δελφοί, γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε. Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω. Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί· οἴδατε τὴν οἰκίαν Στεφανᾶ, ὅτι ἐστὶν ἀπαρχὴ τῆς ᾿Αχαΐας καὶ εἰς διακονίαν τοῖς ἁγίοις ἔταξαν ἑαυτούς· ἵνα καὶ ὑμεῖς ὑποτάσσησθε τοῖς τοιούτοις καὶ παντὶ τῷ συνεργοῦντι καὶ κοπιῶντι. Χαίρω δὲ ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ Στεφανᾶ καὶ Φουρτουνάτου καὶ ᾿Αχαϊκοῦ, ὅτι τὸ ὑμῶν ὑστέρημα οὗτοι ἀνεπλήρωσαν· ἀνέπαυσαν γὰρ τὸ ἐμὸν πνεῦμα καὶ τὸ ὑμῶν. Ἐπιγινώσκετε οὖν τοὺς τοιούτους. ᾿Ασπάζονται ὑμᾶς αἱ ἐκκλησίαι τῆς ᾿Ασίας. Ἀσπάζονται ὑμᾶς ἐν Κυρίῳ πολλὰ ᾿Ακύλας καὶ Πρίσκιλλα σὺν τῇ κατ᾿ οἶκον αὐτῶν ἐκκλησίᾳ. Ἀσπάζονται ὑμᾶς οἱ ἀδελφοὶ πάντες. Ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ. ῾Ο ἀσπασμὸς τῇ ἐμῇ χειρὶ Παύλου. Εἴ τις οὐ φιλεῖ τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα. Μαρὰν ἀθᾶ. ῾Η χάρις τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μεθ᾿ ὑμῶν. Ἡ ἀγάπη μου μετὰ πάντων ὑμῶν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· ἀμήν.



Εἰς τόν Ὄρθρον
Τὸ B΄ Ἑωθινόν Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατά Μάρκον 
Κεφ. ιστ΄: 1-8

Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ, καὶ Μαρία ἡ τοῦ ᾿Ιακώβου καὶ Σαλώμη, ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν τὸν᾿Ιησοῦν. Καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς Σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; Καὶ ἀναβλέψασαι, θεωροῦσιν, ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. Ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· ᾿Ιησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε, ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. Ἀλλ᾿ ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχύ, ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις· καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.

Ο θάνατος ως αίσθημα απώλειας



π. Αντώνιος Μπλουμ Μητροπολίτης Σουρόζ


Η πρώτη και η πλέον συνεχής επαφή μας με το θάνατο πραγματοποιείται μέσα από το αίσθημα της απώλειας. 

Μαθαίνοντας να κατανοούμε το θάνατο των άλλων και να τον βιώνουμε μέσα στους άλλους και στον εαυτό μας, μπορούμε να μάθουμε να τον αντικρίζουμε, και τελικά να αντιμετωπίζουμε το δικό μας θάνατο, κατ' αρχάς ως δυνατότητα -και όντως ως μια βεβαιότητα, μια βεβαιότητα όμως που τόσο συχνά και τόσο εμφανώς έχει απομακρυνθεί από μας, ώστε να μην τη χαρακτηρίζουμε πλέον βεβαιότητα- και κατόπιν ως την ίδια την πραγματικότητα που μας πλησιάζει.

Ένα από τα άμεσα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόσωπο εκείνο που πενθεί, είναι η εμπειρία της μοναξιάς, το γεγονός ότι το μόνο πρόσωπο που κατά καιρούς τον ενδιέφερε, το πρόσωπο εκείνο που γέμιζε όλο το χώρο και το χρόνο και όλη την καρδιά του τον άφησε. 

Κι αν ακόμη το πρόσωπο που μας άφησε δεν μας είχε δώσει όλη του την καρδιά, αφήνει ωστόσο πίσω του ένα τεράστιο κενό. Όσο το πρόσωπο είναι άρρωστο προσφέρουμε πολύ περισσότερο χρόνο στη σκέψη. Οι δραστηριότητές μας συγκεντρώνονται και κατευθύνονται προς αυτό. 

Όταν το πρόσωπο πεθάνει, πολύ συχνά αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι η δραστηριότητά τους είναι πλέον άσκοπη, δεν έχουν τουλάχιστον κάποιον άμεσο σκοπό, κέντρο και κατεύθυνση. 

Μια ζωή, όσο οδυνηρή και αγωνιώδης κι αν ήταν, έτρεχε σαν το ποτάμι. Τώρα όμως καταντάει ένας βάλτος.

Μοναξιά επίσης σημαίνει ότι δεν υπάρχει ούτε ένα πρόσωπο με το οποίο να μπορεί κάποιος να μιλήσει ή να το ακούσει, ή να το προσέξει, που να ανταποκρίνεται και να αντιδρά, και στο οποίο αυτός να αντιδρά και να ανταποκρίνεται. 

Το πρόσωπο που μας αφήνει είναι πολύ συχνά το πρόσωπο εκείνο που, στα δικά μας μάτια, μας έδινε την έσχατη αξία: 
το πρόσωπο εκείνο για το οποίο αξίζαμε, το πρόσωπο εκείνο που διεκδικούσε την ύπαρξη και τη σημασία μας.

Περισσότερο από μια φορά έχω αναφέρει, με την ευκαιρία κάποιου γάμου, τη φράση του Λέων Μπλόυ: «Το να πεις σε κάποιον "σ' αγαπώ" ισοδυναμεί με το να του λες "δεν θα πεθάνεις ποτέ"». 

Αυτό ισχύει και σ' αυτό το πλαίσιο. 
Το πρόσωπο που μας αφήνει δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να διακηρύσσει την έσχατη αξία μας, την έσχατη σημασία μας. 
Αυτό το πρόσωπο δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να μπορεί να πει «σε αγαπώ», και γι' αυτό χάνεται η αιώνια επιβεβαίωση και αναγνώρισή μας. 

Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. 
Δεν είναι κάτι που πρέπει να το παραμερίσουμε, να το ξεχάσουμε ή να το παρακάμψουμε. 

Δημιουργείται ένα κενό και αυτό το κενό δεν πρέπει ποτέ να γεμίσει με τεχνητά πράγματα, που δεν αξίζουν μπροστά σ' αυτά που αντικαθιστούν.

Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε ότι ο πόνος είναι μία από τις εκφράσεις της αγάπης. 

Αν ισχυριζόμαστε ότι αγαπούμε αληθινά το πρόσωπο που μόλις αναχώρησε από αυτήν τη ζωή, πρέπει να είμαστε και έτοιμοι να το αγαπούμε μέσα από τον πόνο, με τον ίδιο τρόπο που κάποτε το αγαπήσαμε μέσα από τη χαρά - τη χαρά της επιβεβαίωσης, τη χαρά της κοινής ζωής. 

Aυτό απαιτεί θάρρος, και νομίζω ότι πρέπει πολλά να εξηγηθούν από την άποψη αυτή σήμερα, όταν τόσοι άνθρωποι, για να ξεφύγουν από τον πόνο, στρέφονται στα ηρεμιστικά, στο αλκοόλ ή σε οποιαδήποτε διασκέδαση, για να ξεχάσουν. Πιθανώς να επισκιάζεται ό,τι συμβαίνει σε μιαν ανθρώπινη ψυχή, συνεχίζει όμως να προχωρά, και αν δεν λυθεί, αφήνει το πρόσωπο φτωχότερο. 

Ένα άλλο πράγμα που πρέπει το πρόσωπο που πενθεί να μάθει να μην κάνει ποτέ είναι να μιλά για τη σχέση αγάπης που υπήρχε σε αόριστο χρόνο. 

Ποτέ δεν πρέπει κάποιος να πει: «Αγαπούσαμε ο ένας τον άλλο». Πρέπει πάντοτε να λέει: «Αγαπούμε ο ένας τον άλλο».
Αν επιτρέψουμε στην αγάπη μας να μεταβληθεί σε αντικείμενο του παρελθόντος, πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν πιστεύουμε στη συνέχιση της ζωής του προσώπου που πέθανε. 

Αν το κάνουμε, πρέπει να ομολογήσουμε ότι είμαστε άπιστοι και άθεοι, με τη χειρότερη έννοια, και ότι αντιμετωπίζουμε τη ζωή από διαφορετική γωνία. 

Αν δεν υπάρχει Θεός, αν δεν υπάρχει αιώνια ζωή, τότε ο θάνατος πού επήλθε δεν έχει καμιά μεταφυσική σημασία. 
Αποτελεί ένα γεγονός της φυσικής ιστορίας. 

Είναι μια νίκη των νόμων της φυσικής και της χημείας, και ο άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει όχι ως πρόσωπο αλλά ως μέρος της φύσης. 

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αντιμετωπίσουμε κατάματα είτε την πίστη μας, είτε την έλλειψη πίστης και να ενεργήσουμε ανάλογα.

Πολύ συχνά, αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι το πρόσωπο που έφυγε δεν είναι μόνο μια δική τους απώλεια, αλλά μια απώλεια που στερεί όλους γύρω από κάτι το πολύτιμο - από μια λογική, μια καρδιά και μια θέληση, από κάποιον που ενεργούσε όμορφα και σωστά. Και αυτός που έχασε το πρόσωπο μένει επίσης με την απώλεια. 

Σ' αυτό το σημείο πρέπει να θυμηθούμε -πράγμα ουσιαστικό- ότι όποιος ζει θέτει ένα παράδειγμα: ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς καλά ή ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς άσχημα. 

Πρέπει να μαθαίνουμε από όλους, ζώντες ή κεκοιμημένους, αυτό που είναι λάθος για να το αποφεύγουμε και αυτό που είναι σωστό για να το μιμούμαστε.

Όποιος έχει γνωρίσει κάποιον που τώρα έχει πεθάνει, θα πρέπει να στοχαστεί βαθιά το σημάδι που η ζωή αυτού του ανθρώπου άφησε στη ζωή του. 

Πρέπει να στοχαστεί το είδος του σπόρου που σπάρθηκε στη ζωή αυτού του ανθρώπου και τον καρπό που αυτός έφερε.
Υπάρχει μια φράση στο Ευαγγέλιο που λέει πως «εάv μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. Εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει». 

Αυτό ακριβώς μπορεί να συμβεί, αν στοχαζόμαστε με όλη μας την καρδιά, με το πνεύμα και με τη μνήμη, με όλη την ευαισθησία μας και την αίσθηση δικαιοσύνης, τη ζωή εκείνων που έχουν αναχωρήσει από αυτήν τη ζωή.

Αν είχαμε το κουράγιο να χρησιμοποιήσουμε αυτό το ξίφος -που είναι ο λόγος του Θεού για να χωρίσουμε το φως από το σκοτάδι, να χρησιμοποιήσουμε όλη μας τη διάκριση για να ξεχωρίσουμε την ήρα από το σιτάρι, τότε, έχοντας συγκεντρώσει όσο σιτάρι θα είχαμε τη δυνατότητα να ξεχωρίσουμε, θα μπορούσε ο καθένας μας, ο καθένας που είχε γνωρίσει τον κεκοιμημένο, να φέρει πολύ καρπό στη ζωή του. 

Μπορούμε να ζήσουμε σύμφωνα μ' ένα παράδειγμα που προσφέρεται και λαμβάνεται, να χωνέψουμε όσα αξίζουν να χωνευθούν από τη ζωή αυτού του προσώπου.

Στη Νεκρώσιμη Ακολουθία κρατούμε αναμμένα κεριά. 
Πιστεύω ότι αυτό υποδηλώνει δύο πράγματα. 
Το πρώτο, που είναι πολύ εμφανές, είναι ότι αναγγέλλουμε την ανάσταση. Στεκόμαστε κρατώντας αναμμένα κεριά με τον ίδιο τρόπο που στεκόμαστε στην εκκλησία το βράδυ της Ανάστασης. Στεκόμαστε επίσης δίνοντας τη μαρτυρία μας μπροστά στον Θεό ότι το πρόσωπο αυτό έφερε τουλάχιστον μια σπίθα φωτός στο λυκόφως του κόσμου, ότι αυτό το πρόσωπο δεν έζησε μάταια. 

Θα φυλάξουμε, θα προστατεύσουμε και θα μοιραστούμε αυτό το φως, έτσι ώστε να φωτίζει όλο και περισσότερους ανθρώπους, και αν είναι δυνατό να γίνει εκατονταπλάσιο.

Αν ξεκινήσουμε να ζήσουμε μ' αυτό τον τρόπο, να γίνουμε η συνέχεια της επίγειας ζωής του κεκοιμημένου, αν ξεκινήσουμε να γίνουμε η συνέχεια όλων όσα ήταν ευγενικά, καλά, αληθινά και άγια σ' αυτό το πρόσωπο, τότε αυτό το πρόσωπο πράγματι δεν έχει ζήσει μάταια και θα αισθανθούμε κι εμείς ότι πράγματι δεν ζούμε μάταια. 

Δεν θα υπάρξει μέσα μας χώρος για ελπίδες ενός άμεσου θανάτου, επειδή πρέπει να επιτελέσουμε κάποια λειτουργία.

Μένουμε πίσω για να κάνουμε δυνατά όλα όσα είδαμε, όλα όσα ακούσαμε, όλα όσα νιώσαμε, να τα πολλαπλασιάσουμε και να τα σκορπίσουμε και να γίνουμε μια νέα αλυσίδα φωτός πάνω στη γη. 

Αν μπορέσουμε όμως να ομολογήσουμε πως το πρόσωπο που αναχώρησε από αυτήν τη ζωή ήταν για μας ένας θησαυρός, τότε «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών».

Πρέπει, μαζί μ' αυτόν που εισήλθε στην αιωνιότητα, να ζήσουμε κι εμείς όσο το δυνατόν τελειότερα και βαθύτερα, στην αιωνιότητα. Επειδή είναι ο μόνος τόπος όπου μπορούμε να είμαστε μαζί με τον κεκοιμημένο. 

Αυτό σημαίνει ότι, καθώς όλο και περισσότερα αγαπημένα πρόσωπα αφήνουν αυτό το επίγειο προσκύνημα και εισέρχονται στη σταθερότητα και στη γαλήνη της αιώνιας ζωής, θα πρέπει να αισθανόμαστε όλο και περισσότερο ότι ανήκουμε όλο και τελειότερα και πληρέστερα σ' εκείνο τον κόσμο, και ότι σταδιακά οι αξίες του γίνονται δικές μας.

Αν μάλιστα ένα από τα πολυαγαπημένα μας πρόσωπα, αν ένας από τους πολυτιμότερους θησαυρούς μας λέγεται Ιησούς Χριστός, τότε μπορούμε αληθινά, όσο είμαστε ακόμη πάνω στη γη, να λαχταρούμε, όπως ο απόστολος Παύλος, με όλη μας την ψυχή και όλο μας το μυαλό, με όλο μας το σώμα και όλη μας την καρδιά, την ημέρα που θα ενωθούμε αδιαίρετα μαζί Του.

Η αντιμετώπιση του δικού μας θανάτου είναι κάτι που το κάνουμε με τρόπους πολύ διαφορετικούς, σύμφωνα με την ηλικία μας και τις περιστάσεις. Αντιλαμβανόμαστε το θάνατο με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές καταστάσεις και ηλικίες. 

Σκεφτείτε τα παιδιά που ακούν τη λέξη «θάνατος». Ίσως να διαθέτουν μια πολύ ασαφή ιδέα γι' αυτόν ή ίσως να έχουν ήδη χάσει κάποιο γονιό και να στενοχωριούνται στη μοναξιά τους. Τον αντιλαμβάνονται ως απώλεια, αλλά όχι ως θάνατο καθαυτό.

Ένα παιδί μπορεί να πληροφορηθεί για το θάνατο με κάποιον τερατώδη τρόπο, που θα τον καταστήσει έτσι αποκρουστικό στα μάτια του, ή αντίθετα με κάποιον λογικό και υγιή τρόπο, όπως μας δείχνει η ακόλουθη ιστορία. 

Μια πολυαγαπημένη γιαγιά πέθανε μετά από μακρά και οδυνηρή ασθένεια. Με κάλεσαν στο σπίτι της και, όταν έφθασα, ανακάλυψα ότι τα παιδιά είχαν απομακρυνθεί.
 
Ρώτησα γιατί και οι γονείς μου είπαν: «Δεν έπρεπε να αφήσουμε τα παιδιά να μείνουν στο σπίτι όπου υπήρχε ένας πεθαμένος».
«Γιατί;»
«Επειδή ξέρουν τι είναι θάνατος».
«Και τι είναι θάνατος;» ρώτησα.
«Είδαν κάποια μέρα ένα κουνελάκι κατακομματιασμένο από μία γάτα στον κήπο, και έτσι γνωρίζουν τι είναι θάνατος».

Σκέφτηκα πως αν αυτή είναι η εικόνα του θανάτου που είχαν αυτά τα παιδιά, τότε θα ήταν υποχρεωμένα όλη τους τη ζωή να ζουν με μια αίσθηση τρόμου, οποτεδήποτε άκουγαν αυτήν τη λέξη, οπουδήποτε παρακολουθούσαν ένα μνημόσυνο, οπουδήποτε έβλεπαν ένα φέρετρο - ανείπωτος τρόμος κρυμμένος μέσα σ' αυτό το ξύλινο κουτί.

Μετά από μακρά συζήτηση, κατά τη διάρκεια της οποίας οι γονείς μου είπαν ότι τα παιδιά θα κατέρρεαν ψυχολογικά αν τους επιτρεπόταν να δουν τη γιαγιά τους και πως η διανοητική τους κατάσταση θα ήταν δική μου ευθύνη, έφερα πίσω τα παιδιά.

Η πρώτη τους ερώτηση ήταν: 
«Τι είχε πράγματι συμβεί στη γιαγιά;» 
Τους είπα: «Την ακούσατε πολλές φορές να λέει ότι λαχταρούσε να συναντήσει τον άνδρα της στη Βασιλεία του Θεού, όπου αυτός είχε προηγηθεί. Τώρα πήγε και αυτή».
«Έτσι, είναι ευτυχισμένη» είπε ένα από τα παιδιά.
«Ναι» είπα.

Κατόπιν πήγαμε στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η γιαγιά. 
Η ησυχία ήταν όμορφη. Η ηλικιωμένη γυναίκα, που το πρόσωπό της είχε ρητιδωθεί τα τελευταία χρόνια από τον πόνο, κειτόταν απόλυτα ακίνητη και ήρεμη. 

Ένα από τα παιδιά είπε: «Αυτός λοιπόν είναι ο θάνατος».
Και το άλλο συμπλήρωσε: «Τι ωραία».
Εδώ έχουμε δύο μορφές της ίδιας εμπειρίας. 
Πρόκειται να επιτρέψουμε στα παιδιά να δουν το θάνατο σύμφωνα με το κατακομματιασμένο από κάποια γάτα κουνελάκι, ή θα τα αφήσουμε να δουν την ηρεμία και την ομορφιά του θανάτου;

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία φέρνουμε τον νεκρό στο ναό όσο γρηγορότερα μπορούμε.  Προσευχόμαστε μπροστά στο ανοιχτό φέρετρο. Το πλησιάζουν ενήλικες και παιδιά. Ο θάνατος δεν είναι κάτι που πρέπει να το κρύψουμε: είναι κάτι απλό και μέρος της ζωής. Και τα παιδιά μπορούν να παρατηρούν τον κεκοιμημένο και να βλέπουν τη γαλήνη στο πρόσωπό του. Ασπαζόμαστε τον κεκοιμημένο. 

Αυτή δε τη στιγμή δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε να προειδοποιήσουμε τα παιδιά όταν θα ασπασθούν το μέτωπο του νεκρού που ήταν πάντοτε ζεστό, ότι τώρα θα το βρουν κρύο, και να τους πούμε, «αυτό είναι το σημάδι του θανάτου». 

Η ζωή είναι ζεστή. 
Ο θάνατος είναι ψυχρός. 
Τότε το παιδί δεν θα τρομοκρατηθεί, επειδή διαθέτει την εμπειρία από ζεστά και κρύα πράγματα, που το καθένα έχει το χαρακτήρα και το νόημά του.

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Άκαιρη και άστοχη


Ο κενόδοξος δείχνει ότι είναι πιστός, ενώ είναι ειδωλολάτρης. 

Φαινομενικά μεν σέβεται τον Θεό, αλλά στην πραγματικότητα επιζητεί να αρέσει στους ανθρώπους και όχι στον Θεό. Κενόδοξος είναι κάθε επιδεικτικός άνθρωπος. Του κενόδοξου η νηστεία είναι χωρίς μισθό και η προσευχή άκαιρη και άστοχη. 

Διότι και τα δύο τα κάνει για τον ανθρώπινο έπαινο.


Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος

Ο άνθρωπος που βγάζει από τη ζωή του τον Θεό

Γαβριήλ ηγούμενος 1974 w

Ο άνθρωπος, που βγάζει από τη ζωή του το Θεό, εύκολα καταντάει να ψάχνει για παρηγοριά και ικανοποίηση σε κάποια υποκατάστατα της αληθινής πίστης. 

Πελαγωμένοι σήμερα οι άνθρωποι στα αδιέξοδα και στα προβλήματά τους, εύκολα παγιδεύονται στις σκοτεινές παγίδες του πονηρού, του εχθρού της σωτηρίας μας. Και αντί να βρουν λύτρωση, πέφτουν σε χειρότερο μπλέξιμο και σε μεγαλύτερη ταλαιπωρία.


Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης

Αγιοπατερικά περί αρετής και απογνώσεως


Να ωθούμε τον εαυτό μας στην αρετή

«Εκείνος που θέλει να σωθεί πρέπει, ακόμη καί με τη βία, να ωθεί τον εαυτό του προς το καλό και ας μη θέ­λει η καρδιά.

Γιατί λέει ό άψευδής Κύριος: "Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται καί βιασταί άρπάζουσιν αύτην" καί πάλι: 

"Αγωνίζεσθε είσελθείν δια της στενής πύλης". 

Πρέπει, λοιπόν, καί χωρίς να θέλουμε, να ωθούμε τον εαυτό μας στην αρετή: δηλαδή στην αγάπη, ενώ δεν έχουμε αγάπη, στην πραότη­τα, ενώ αυτή μας λείπει, στο να έχουμε συμπαθή καί φιλανθρωπη καρδιά, να ανεχόμαστε τίς προσβο­λές καί τον παραμερισμό καί να εγκαρτερούμε, ενώ ακόμη δεν έχουμε αυτή τη συνήθεια, στην προσευχή, αν καί δεν έχουμε ακόμη πνευματική προ­σευχή. 

Αν ό Θεός δει ότι αγωνιζόμαστε έτσι καί ωθούμε με τη βία τον εαυτό μας προς το καλό, έστω κι αν η καρδιά μας αντιστέκεται, τότε θα μας γεμί­σει με όλους τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος».


ΑΓ. ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ




Περί απογνώσεως


«Αν συμβεί να πέσουμε, καλό είναι να μην απελπιζόμαστε καί αποξενωνόμαστε από τη φιλανθρωπία του Κυρίου. 

Γιατί μπο­ρεί καί θέλει να δείξει έλεος στην ασθένεια μας. Μόνο να μη φεύγουμε από Αυτόν, καί να μην αποκάμουμε. Ούτε να βιαζόμαστε, ούτε να λυγί­ζουμε, αλλά διαρκώς να βάζουμε αρχή. 

Έπεσες; Σήκω. Καί πάλι έπεσες; Σήκω πά­λι. Μόνο τον γιατρό να μην αφήσεις, καί κα­ταδικαστείς χειρότερα από τον αυτόχειρα λόγω της απογνώσεως. 

Μείνε κοντά Του καί Αυτός θα δείξει έλεος, είτε με την επιστροφή σου, είτε δια μέσου πειρασμών, είτε με άλλο τρό­πο της πρόνοιας Του, χωρίς να το γνωρίζεις».


ΟΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Να γίνεις όπως Εκείνος


Αν ο Χριστός είναι μέσα σου με τη συχνή θεία κοινωνία, τότε πρέπει και συ να γίνεις όπως Εκείνος. 

Να είσαι πράος και ταπεινός, μακρόθυμος, γεμάτος αγάπη, να μην έχεις προσκόλληση στα εγκόσμια αγαθά, ο νους σου να θεωρεί τα ουράνια, να είσαι υπάκουος και λογικός. 

Φρόντιζε να κατοικεί μέσα σου το Πνεύμα Του. Μην είσαι υπερήφανος, ανυπόμονος, δοσμένος στα υλικά αγαθά, άπληστος και γαστρίμαργος.



Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Το χάδι της προσευχής

20150508-1

Το παιδί θέλει κοντά του ανθρώπους θερμής προσευχής. Όχι ν’ αρκείται η μητέρα στο αισθητό χάδι για το παιδί της, αλλά να προσφέρει συγχρόνως και το χάδι της προσευχής. 

Το παιδί αισθάνεται στο βάθος της ψυχής του το πνευματικό χάδι, που μυστικά στέλνει η μητέρα του, και έλκεται προς αυτήν.


Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Όλες οι προσευχές καλές και άγιες είναι, αλλά η νοερά προσευχή, είναι η βασίλισσα αυτών


Όλοι οι Άγιοι Πατέρες φωνάζουν την πρώτη θέση στη ζωή του κάθε χριστιανού την κατέχει η προσευχή. Θέλεις να κάνεις κατάσταση;

Προσεύχου. Θέλεις να σωθείς; Προσεύχου. 

Όλες οι προσευχές καλές και άγιες είναι, αλλά η νοερά προσευχή, είναι η βασίλισσα αυτών. 

“Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Απ’ αυτήν τη μικρούλα αλλά παντοδύναμη προσευχή, ξεκίνησαν οι Άγιοι Πατέρες και έγιναν φωστήρες της εκκλησίας. Λέγε συνεχώς όσο μπορείς περισσότερες φορές την ημέρα και τη νύχτα αυτή την ευχούλα και αυτή θα σε διδάξει αυτά που θέλεις, αυτά που δεν γνωρίζεις. 

Βιάσου σ’ αυτήν την ευχούλα.


Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

Η άλλη ένωση

20150508-2

Αυτό που γίνεται στη Θεία Ευχαριστία γίνεται και στο Μυστήριο του Γάμου. 

Οι σύζυγοι ενώνονται με το Χριστό και διά του Χριστού μεταξύ τους σε μία αιωνία και θεανθρώπινη ένωση. Από μία ένωση του παλαιού, αρρωστημένου κόσμου μεταμορφώνονται σε μία υγιή «εν Χριστώ» ένωση μέσα στην καινή κτίση της Βασιλείας του Θεού.


Γέροντας Γεώργιος Καψάνης 
Προηγούμενος Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους (+)

H πνευματική ένωσις

dd55f-05

Τώρα τελευταία κάθε δεκαπέντε μέρες, κάθε είκοσι βλέπω τον Γέροντα Ιωσήφ. 

Τώρα τελευταία του λέω: «Γέροντα, εκεί που είσαι προσεύχεσαι για μας;» 
«Πώς, λέει, προσεύχομαι και για σάς». (Στον ύπνο, στο όνειρο). 

Έχει τώρα δεκαπέντε μέρες, τον είδα πάλι, πήγα και τον φίλησα. 
Λέει: «Ο Γέροντάς σου εγώ είμαι». 

Βλέπετε; Όχι μόνο εδώ που ζει, αλλά και στον ουρανό που βρίσκεται υπάρχει αυτή η πνευματική ένωσις, υπάρχει.


Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, 
Έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ» 
Κατουνάκια Αγίου Όρους, Α’ έκδοση 2000

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν


Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης

«Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν»

Η εμφάνιση της σατανικής υπερηφάνειας στους ανθρώπους

Η υπερηφάνεια συνηθέστατα κάνει την εμφάνισή της στον άνθρωπο με τον εξής τρόπο: Ο άνθρωπος που δέχτηκε τη μόλυνσή της, εξισώνει με τον εαυτό του τους πάντες ή τουλάχιστον πολλούς ανωτέρους ή μεγαλύτερούς του στην ηλικία, την εξουσία ή τις ικανότητες, και δεν ανέχεται να βρίσκεται χαμηλότερά τους. 

Αν ο υπερήφανος άνθρωπος είναι υφιστάμενος, δεν σέβεται – όπως και πρέπει – τον προϊστάμενό του, δεν θέλει να του υποκλίνεται με σεβασμό, δεν σέβεται τις εντολές του και τις εκτελεί απρόθυμα, από φόβο: εξισώνει τον εαυτό του με όλους τους μορφωμένους ανθρώπους και δεν παραχωρεί την υπεροχή πάνω από τον εαυτό του σε κανένα ή, αν το κάνει αυτό, το κάνει για πολύ λίγους ανθρώπους. 

Αν είναι είτε μορφωμένος είτε αμόρφωτος, είτε γιός είτε κόρη, δεν αποδίδει τον προσήκοντα σεβασμό στους γονείς και τους ευεργέτες του, ιδιαίτερα τους απλοϊκούς και τους απαίδευτους, θεωρώντας τους ίσους με τον εαυτό του, ακόμα και υποδεέστερους.

Πρέπει να προσέχεις, στο έπακρο, να μην συγκρίνεις τον εαυτό σου με τους άλλους, από οποιαδήποτε άποψη, αλλά να τοποθετείς τον εαυτό σου χαμηλότερα απ” όλους έστω κι αν στην πραγματικότητα είσαι σ” οτιδήποτε καλύτερος από πολλούς ή ίσος με πάρα πολλούς. 

Κάθετι μέσα μας είναι από τον Θεό· δεν είναι δικό μας. «… Τούτο ουκ εξ υμών, Θεού το δώρον, ουκ εξ έργων, ίνα μη τις καυχήσηται» (Εφεσ. 2,8-9). «Πάντα δε ταύτα ενεργεί το έν και το αυτό Πνεύμα» (πρβλ. Α” Κορ.12,4·11). Και πώς μπορώ να υπερηφανεύομαι για κάτι καλό που δεν είναι δικό μου και να συγκρίνω τον εαυτό μου με κείνους που από τον ίδιο τον Θεό και την εμπιστοσύνη της κοινωνίας τοποθετήθηκαν πιο ψηλά από μένα; 

Έτσι λοιπόν, όταν κληθής υπό τινος εις γάμους, μη κατακλιθής εις την πρωτοκλισίαν, μήποτε εντιμότερός σου ή κεκλημένος υπ” αυτού, … Ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται και ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 14, 8· 11).

Η φιλαυτία μας και η υπερηφάνειά μας φανερώνεται ιδιαίτερα στην ανυπομονησία μας και στο ευέξαπτο του χαρακτήρος μας, όταν κάποιος από μας δεν υπομένει ούτε το πιο μικρό δυσάρεστο πράγμα, που άλλοι μας προξενούν, είτε με πρόθεση είτε και χωρίς πρόθεση να το κάνουν, όταν δεν υπομένει κάποιο εμπόδιο που οι άνθρωποι ή το περιβάλλον μας στήνουν στον δρόμο μας δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, είτε σκόπιμα είτε όχι. 

Η φιλαυτία και η υπερηφάνειά μας θάθελαν πάντα να γίνεται το δικό μας, θάθελαν να μας περιβάλλουν όλες οι τιμές και οι ανέσεις του πρόσκαιρου βίου: θάθελαν ακόμα μ” ένα μας νεύμα να υποτάσσονται και να υπακούουν σε μας σιωπηλά και γρήγορα όλοι οι άνθρωποι και ακόμα – μέχρι που φτάνει η υπερηφάνειά μας! – η φύση όλη· ενώ, αλλοίμονο! εμείς οι ίδιοι είμαστε πολύ βραδείς στην πίστη και σε κάθε καλό και αγαθό έργο, αλλά και στο να ευαρεστήσουμε τον μόνο Κύριο των πάντων!

Χριστιανέ μου, οφείλεις οπωσδήποτε να είσαι ταπεινός, πράος και μακρόθυμος ενθυμούμενος ότι είσαι πηλός και σποδός (στάχτη) και ένα τίποτα, ενθυμούμενος ότι είσαι ακάθαρτος και πως κάθε τι το καλό μέσα σου είναι από τον Θεό, πως από τον Θεό είναι οι δωρεές της ζωής σου, της αναπνοής σου, όλα σου τα χαρίσματα· ενθυμούμενος ακόμη ότι για το αμάρτημά σου της ανυπακοής και της ακράτειας πρέπει τώρα να εξαγοράσεις την μέλλουσα μακαριότητά σου στον Παράδεισο με μακροθυμία, που είναι αναγκαία στον κόσμο των ατελειών και αναρίθμητων αμαρτημάτων πεπτωκότων ανθρώπων, που ζουν μαζί μας και αποτελούν τα αμέτρητα μέλη της μιας ανθρωπότητος, της μολυσμένης και καταβεβλημένης από τις αμαρτίες. 

«Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού» (Γαλ. 6,2). Όποιος δεν είναι υπομονετικός και εξάπτεται εύκολα δεν γνώρισε ούτε τον εαυτό του ούτε τους ανθρώπους γενικά και δεν είναι άξιος να ονομάζεται Χριστιανός! Λέγοντας αυτό κατακρίνω τον εαυτό μου, γιατί εγώ πρώτος πάσχω από την ασθένεια της ανυπομονησίας και εύκολα εξάπτομαι.

Ο υπερήφανος άνθρωπος, όταν άλλοι μιλάνε για τις αρετές οποιουδήποτε ανθρώπου, νοιώθει ένα πονηρό φόβο μέσα του: φοβάται μήπως ο άνθρωπος, για τον οποίο μιλάνε, στέκει πιο ψηλά στις αρετές και τον επισκιάσει, γιατί ο υπερήφανος τοποθετεί τον εαυτό του ψηλότερα απ” όλους και δεν φαντάζεται να βρεθούν όμοιες ή καλύτερες αρετές από τις δικές του σ” άλλους ανθρώπους. Συμφορά του η άμιλλα των άλλων.

Τι είναι το πιο επιθυμητό πράγμα για τον άνθρωπο; Είναι η αποφυγή της αμαρτίας, η άφεση και συγχώρηση των αμαρτημάτων και η απόκτηση της αγιότητος. Γιατί; Διότι οι αμαρτίες, όπως για παράδειγμα η υπερήφανη και κακή συμπεριφορά προς τον πλησίον, η καχυποψία, η απληστία, η φιλαργυρία, ο φθόνος κ.ο.κ. μας χωρίζουν από τον Θεό, την Πηγή της Ζωής, μας απομακρύνουν από την επικοινωνία και την επαφή με τους ανθρώπους και μας ρίχνουν σε πνευματικό θάνατο· τουναντίον, η με πραότητα, ταπείνωση και ακακία συμπεριφορά μας προς όλους, ακόμα και προς τους εχθρούς μας, η απλότητα και η αφελότητα της καρδιάς, η ανιδιοτέλεια, η ολιγάρκεια, η γενναιοδωρία προς όλους και άλλες πράξεις αρετής μας ενώνουν με τον Θεό, την Πηγή της Ζωής, και μας καθιστούν αγαπητούς στους ανθρώπους. 

Γι” αυτό, Κύριε, δίνε μας τη δύναμη να αποφεύγουμε ολότελα την αμαρτία και να συνηθίσουμε τον εαυτό μας σε κάθε αρετή με τη Χάρη Σου. Ναι, Δέσποτα Κύριε, «όντες πονηροί» (Ματθ. 12, 34), χωρίς Εσένα δεν μπορούμε να πράττουμε κανένα καλό.

Μερικές φορές ο εχθρός (δηλαδή ο διάβολος) μας εξαπατά με τον εξής τρόπο: όταν βλέπουμε οποιοδήποτε αμάρτημα ή ελάττωμα σε κάποιο Αδελφό ή στην κοινωνία, τότε εμβάλλει στην καρδιά μας αδιαφορία και ψυχρότητα ή μάλλον μια επαίσχυντη δειλία έτσι, που να μην πούμε ένα λόγο σταθερό και επικριτικό ενάντια στην αδικία και στο ψεύδος και να συντρίψουμε τη δύναμη του αμαρτωλού. 

Χριστέ Βασιλιά μου! Χάριζέ μου ζήλο Αποστολικό και το πυρ του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά μου έτσι, ώστε πάντα να ξεσηκώνομαι με παρρησία και τόλμη ενάντια στην αυθάδη κακία, ιδιαίτερα εκείνη που μόλυνε πολλούς, και να μη φείδομαι κανενός για τη δική τους σωτηρία και τη σωτηρία όλου του λαού Σου και για να μη σκανδαλίζονται βλέποντας το ξεχείλισμα τόσων κακών και πέσουν: 

«Ος δ” αν σκανδαλίση ένα των μικρών τούτων των πιστευόντων εις εμέ, συμφέρει αυτώ ίνα κρεμασθή μύλος ονικός εις τον τράχηλον αυτού και καταποντισθή εν τω πελάγει της θαλάσσης… Ήλθε γαρ ο υιός του ανθρώπου σώσαι το απολωλός» (Ματθ. 18,6· 11).

Οι κόλακες είναι μεγάλοι εχθροί μας: μας τυφλώνουν τα μάτια και δεν μας επιτρέπουν να βλέπουμε τις μεγάλες μας ελλείψεις. Γι” αυτό και μας φράζουν το δρόμο προς την τελειότητα, ιδιαίτερα αν είμαστε εγωιστές και δεν βλέπουμε μακριά. Γι” αυτό είναι ανάγκη πάντοτε να σταματούμε τους κόλακες που μας απευθύνουν λόγια κολακευτικά ή να τους αποφεύγουμε. Συμφορά σ” όποιον περιβάλλεται από κόλακες· καλό γίνεται σ” όποιον περιβάλλεται από απλοϊκούς, αφελείς στην καρδία ανθρώπους, που δεν κρύβουνε την αλήθεια, έστω κι αν αυτή είναι δυσάρεστη, για παράδειγμα όταν φανερώνουν τις αδυναμίες και τα αμαρτήματά μας, τα πάθη μας και τα σφάλματά μας.

Όταν σου έρθει στο νου κάποια σκέψη ασύνετη – να λογαριάζεις δηλαδή για παράδειγμα τα οποιαδήποτε καλά σου έργα – , τότε αμέσως να διορθώσεις αυτό σου το σφάλμα: είναι προτιμότερο να λογαριάσεις τις αμαρτίες σου, τις ασταμάτητες και αναρίθμητες προσβολές σου προς τον Πανάγαθο και δίκαιο Κύριό μας· θα βρεις τότε πως είναι πολλές όπως η άμμος της θάλασσας και πως οι αρετές – αν τις συγκρίνεις με κείνες τις προσβολές – ισοδυναμούν με το μηδέν, είναι σχεδόν ανύπαρκτες.


Απόσπασμα από το βιβλίο: «Η μετάνοια και η Θεία Μετάληψη»,
Εκδόσεις ΤΗΝΟΣ

Μην κατακρίνεις ακόμη και αν βλέπεις


Δὲν εἶναι ὅλοι παλιάνθρωποι, ἐκεῖνοι ποὺ κάνουν ἐγκλήματα 
Ἀκόμη κι ἂν εἶναι ἀναίσθητος, ἂν θέλετε, ποὺ ἐλάχιστοι εἶναι οἱ πωρωμένοι καὶ οἱ ἀναίσθητοι. Οἱ ἄλλοι βρίσκονται σὲ μιὰ δύσκολη ὥρα, ἀτείχιστοι, καὶ τοὺς ἁρπάζει τὸ κακὸ καὶ τοὺς βάζει καὶ κάνουν τὰ μύρια ὅσα. 

Ἔτσι ἔλεγε ὁ Γέροντας Πορφύριος: “Δὲν εἶναι, βρέ, ὅλοι φονιάδες, οὔτε ὅλοι παλιάνθρωποι ποὺ κάνουν ἐγκλήματα, ἀλλ’ εἶναι ἀτείχιστοι, δὲν ἀγωνίζονται, δὲν ἐξομολογοῦνται, δὲν μεταλαβαίνουν, δὲν προσεύχονται, δὲν προσπαθοῦν. Κι εἶναι καλὲς ψυχές, ἀλλὰ μένουν ἔτσι, ξέφραγα ἀμπέλια, ὅπως λέει ἡ λαϊκὴ ἔκφραση. Καὶ τοὺς πιάνει καὶ τοὺς σκηκώνει τὸ κακό. Καὶ τοὺς βάνει νὰ κάνουνε φόνο καὶ νὰ κάνουν τόσα καὶ μετά, μετὰ ἀπὸ λίγο μετανοιώνουνε, στενοχωριοῦνται, ὑποφέρουνε, νιώθουν σὰν νά ‘ναι στὴν κόλαση”. 

Δὲν θέλω νὰ δικαιολογήσω κανένα ἔγκλημα, ἀλλὰ ὁ ἐγκληματίας καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς δὲν παύει νὰ εἶναι ἄνθρωπος καὶ ἐκεῖνος πληγωμένος, ὅπως περισσότερο πληγωμένα εἶναι τὰ θηρία, βέβαια, καὶ οἱ συγγενεῖς τῶν θυμάτων”. 

Μὴν κατακρίνεις, ἀκόμη κι ἂν βλέπεις...
Νὰ προσέχεις τὴν κατάκριση, μοῦ λέει μιὰ ἄλλη μέρα ὁ Γέροντας, καὶ μοῦ εἶπε τὸ ἑξῆς περιστατικό, γιὰ νὰ ἀποφεύγω κάθε συζήτηση γι’ αὐτή, ὅσο δίκαιο καὶ ἂν νομίζω πὼς ἔχω.

-Εἶχε πάει μιὰ μέρα μιὰ γυναίκα σὲ ἕναν παπᾶ γιὰ νὰ ἐξομολογηθεῖ. Ἦταν ἀπὸ κάποιο χωριὸ ποὺ φοροῦν καὶ μεσοφόρια. Τὰ ξέρεις;.
– Τὰ ξέρω, τοῦ λέω. 
– Λοιπόν, ἀφοῦ ἐξομολογήθηκε, σηκώθηκε νὰ φύγει. Ὅμως δὲν ἔκανε πέρα, ἂν δὲν τοῦ ἄφηνε κάτι γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσει καὶ ἐπειδὴ ἔτσι αἰσθανόταν καλύτερα. 

Προσπάθησε λοιπὸν νὰ σηκώσει τὸ πάνω φόρεμα γιὰ νὰ βγάλει ἀπὸ τὸ μεσοφόρεμα κάτι χρήματα ποὺ εἶχε, ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὸ πανωφόρι πιάνει καὶ τὸ μεσοφόρι μαζὶ κατὰ λάθος, τὸ σηκώνει ψηλά, καὶ τῆς φανῆκαν τὰ πόδια της. Τὴ στιγμὴ αὐτὴ μπῆκε κάποιος μέσα καὶ εἶδε τὴ στάση τῆς γυναίκας καὶ πῆγε καὶ κατήγγειλε τὸν παπᾶ γιὰ ἄσεμνες πράξεις καὶ τὸν τιμώρησαν μάλιστα μὲ τρεῖς μῆνες ἀργία. 

Σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα τῆς ἀργίας του ὁ παπᾶς αὐτὸς εὐχαριστοῦσε καὶ δοξολογοῦσε τὸν Θεὸ γι’ αὐτὴ τὴ δοκιμασία ποὺ τοῦ ἔδωσε. Τὸ χάρηκε πάρα πολύ! Εἶδες, ὅμως, τί ἕπαθε ὁ ἀδελφός μας, παιδί μου; Ἐνῶ εἶδε κάτι τὸ ἄσεμνο, καὶ κατέκρινε τὸν παπᾶ, δὲν ἦταν ἔτσι ὅπως τοῦ τὸ παρουσίασε ὁ πονηρός. 

Γι’ αὐτὸ σοῦ λέω, πρόσεχε πολύ, πρόσεχε! 
– Ναί, Παππούλη μου, τοῦ εἶπα, θὰ προσέχω… 


Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν Γέροντος Πορφυρίου,
σελ. 231-232-233

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Συμβολισμοὶ τοῦ δικεφάλου ἀετοῦ


Ἰωάννης Κων. Νεονάκης MD, MSc, PhD

Μετὰ τὴν υἱοθέτησή του ὡς αὐτοκρατορικὸ ἔμβλημα ἀπὸ τὸν Ἰσαάκιο Κομνηνὸ (1057-1059) ὁ δικέφαλος ἀετὸς ταυτίστηκε πλήρως μὲ τὴ Ρωμανία (Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία) καὶ τὸ ρωμαίικο πολιτισμό. 

Κατὰ τὴν Τουρκοκρατία, ἀλλὰ καὶ μέχρι τὶς μέρες μας, ἡ Ἐκκλησία θὰ προσλάβει τὸ σύμβολο αὐτὸ καὶ σήμερα εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον ἀναγνωρίσιμα σύμβολα στὸν τόπο μας. 

Ἐκφράζοντας ὅμως καὶ τὴν κοινὴ ρωμαίικη παράδοση τῶν βαλκανικῶν καὶ σλαβικῶν λαῶν ὁ δικέφαλος ἀετὸς ἀπαντάται σήμερα στὰ ἐθνόσημα κι στὶς σημαῖες τῆς Ρωσίας, τῆς Σερβίας, τῆς Ἀλβανίας καὶ τοῦ Μαυροβουνίου.

Ἀνέκαθεν ὁ δικέφαλος ἀετὸς ὑπῆρξε σύμβολο ὑπέρτατης δύναμης καὶ κυριαρχίας. Κατὰ καιροὺς ἐξέφρασε τὰ αὐτοκρατορικὰ δικαιώματα τῆς Ρωμανίας τόσο στὴν Εὐρώπη ὅσο καὶ στὴν Ἀσία, ἀλλὰ καὶ τὴ διαφοροποίηση καὶ τούς συνεχεῖς ἀγῶνες τῆς Ρωμανίας τόσο μὲ τὴ Δύση ὅσο καὶ τὴν Ἀνατολὴ ἀναδεικνύοντας ἔτσι καὶ ἐκφράζοντας ζωντανὰ τὴν ἰδιοπροσωπία τοῦ γένους τῶν Ρωμηῶν. 

Συχνὰ ἐπίσης θέλησε νὰ ἐκφράσει τὴ διπλὴ ἐξουσία του φέροντος τὸ ἔμβλημα τόσο δηλαδὴ τὴν πνευματικὴ ὅσο καὶ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία. Βαθύτερα, θέλησε νὰ ἐκφράσει τὸ δισυπόστατο τῆς Θεανθρωπότητας. Τῆς νέας ὀντολογικῆς κατάστασης ποὺ ξεκίνησε ὁ Χριστός, τῆς ἐν ταυτῶ ἑνώσεως τῆς ἀνθρωπίνης καὶ θείας φύσεως. 

Αὐτός, ὁ πρῶτος...
Θεάνθρωπος ἀνοίγοντας καὶ γιὰ μᾶς τὸ δρόμο τῆς Θεανθρωπίας ὡς δῶρο, ὡς χάρη. Περαιτέρω, μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἀλλεπάλληλων πληγῶν ποὺ ὑπέστη τὸ γένος ὁ δικέφαλος ἀετὸς ἑδραιώθηκε στὶς συνειδήσεις ὡς τὸ ἀδιαμφισβήτητο σύμβολο τῆς συνέχειας τοῦ γένους μας, τῆς διατήρησης καὶ πιστότητας τῶν παραδόσεών του, τῆς ἀγωνιστικότητας καὶ ἀποφασιστικότητάς του, ἐνῶ συνεχῶς ὑπομιμνήσκει καὶ θέτει τὸ ἀδιαπραγμάτευτο αἴτημα βιώσεως τοῦ ρωμαίικου πολιτισμοῦ στὸ τώρα.

Ἡ ἀγαπητικὴ σχέση τῶν τριῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, τῶν τριῶν ὑποστάσεων μεταξύ τους εἶναι ἕνα μέγα καὶ ἀνερμήνευτο μυστήριο. Μόνο προσεγγίσεις μποροῦν νὰ γίνουν καὶ μάλιστα ἀπὸ θεοφόρους πατέρες ποὺ ἔχουν τὰ ἐχέγγυα καὶ φυσικά, πάντα μέχρι τὰ ὅρια τῆς δικῆς τους χωρητικῆς, ὑπαρξιακῆς δυνατότητας ἀντοχῆς ὡς πρὸς τὴ θεία ἀποκάλυψη. 

Ἀπὸ τὶς βασικὲς προσεγγίσεις ποὺ μᾶς ἔχουν δοθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες μας ἀναφορικὰ μὲ τὶς σχέσεις τῶν προσώπων στὴν Ἁγία Τριάδα εἶναι καὶ ἡ βασικὴ θέση τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ «ἀσυγχήτως καὶ ἀδιαιρέτως». 

Δηλαδὴ τὰ πρόσωπα στὴν Ἁγία Τριάδα εἶναι ἐν ταυτῶ ἀσύγχητα καὶ ἀδιαίρετα. Τὸ «ἀδιαιρέτως» ἐκφράζει τὴ συνεχῆ ἀγαπητικὴ ἑνότητα, τὸ ἕνα, ἐνῶ τὸ «ἀσυγχήτως» ἐκφράζει τὸ ἴδιο, τὴν ἑτερότητα καὶ τὴν ἐλευθερία τοῦ κάθε προσώπου. 

Τὸ «ἀσυγχήτως καὶ ἀδιαιρέτως» παραδίδεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὡς ἑρμηνευτικὸ κλειδὶ καὶ ἀνυπέρβλητο πρότυπο ὅλων τῶν σχέσεων προσώπων, ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων. Από τὶς σχέσεις τῶν μελῶν μίας οἰκογένειας, ἀπὸ τὶς σχέσεις τῶν ἀγαπημένων καὶ τῶν φίλων ἕως τὶς σχέσεις τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων ἢ ἀκόμα καὶ τῶν λαῶν. Υπάρχουμε σὲ μία ἀγαπητικὴ σχέση ὡς ἑνότητα, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἀφομοιωνόμαστε, διατηρώντας συνεχῶς τὴν ἰδιοπροσωπία καὶ ἐλευθερία μας. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρότυπο τοῦ καθ’ ἠμᾶς τρόπου ζωῆς.

Καὶ αὐτὸ τὸ πρότυπο νομίζω ὅτι τὸ ἐκφράζει καὶ τὸ σχηματοποιεῖ μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὸ σύμβολο τοῦ δικέφαλου ἀετοῦ. Ὑπάρχει τὸ κοινὸ σῶμα, ἡ ἑνότητα, ἡ ἀγαπητικὴ σχέση ποὺ μετεξελίσσει τὰ ἄλλως διεστῶτα μέρη στὸ ὀντολογικὸ (καὶ ὄχι φανταζόμενο ἢ νοητὸ) ὑπαρξιακὸ ἕνα, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὑπάρχουν τὰ ρωμαλαία δύο πρόσωπα τῶν ἀετῶν ὡς ἐκφραστὲς τῶν προσώπων ποὺ τόλμησαν γενναίῳ τῷ τρόπῳ τὴ σχέση. 

Πρόσωπα δύο, πρόσωπα διαφορετικά, πρόσωπα ἀδιαπραγμάτευτης ἑτερότητας καὶ συνεχοῦς ἐλευθερίας. Ἡ ἑνότητα καὶ ἡ ἰδιοπροσωπία ἐν ταυτῶ, σὲ μία ὁλότητα, σὲ μία νέα, καινή, ἑδραία, ὀντολογία πληρότητας, ὁλοκλήρωσης καὶ τέλους. 

Μὲ τὰ κεφάλια στραμμένα σὲ διαφορετικὲς κατευθύνσεις ἔνδειξη τοῦ ἡσυχασμοῦ, ἀναστοχασμοῦ καὶ συνεχοῦς ἐσωτερικοῦ ἀγώνα γιὰ τὴ διασφάλιση καὶ πιστότητα τῆς ἀγαπητικῆς σχέσης καὶ τῆς διατήρησης τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ ὡς ἔνδειξη συνεχοῦς διεύρυνσης, αἰώνιας κίνησης ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, πρόσληψης καὶ συμπερίληψης τοῦ σύμπαντος κόσμου.