Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

“Ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ”


Ὁ πονηρός εἶναι ὁ διάβολος, λέγει καί ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: “Πονηρός κατεξοχήν, ἀδελφοί μου, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ διάβολος, διότι εἶναι αἴτιος καί πατέρας κάθε ἁμαρτίας καί ὁ δημιουργός κάθε πειρασμοῦ, ἀπό τοῦ ὁποίου τίς ἐνέργειες καί ἐπιβουλές διδασκόμεθα νά παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μᾶς ἐλευθερώση, πιστεύοντας ὅτι δέν θά μᾶς ἀφήση νά πειρασθοῦμε περισσότερο ἀπό τή δύναμί μας, ὅπως λέγει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: “ἀλλά ποιήσει σύν τῷ πειρασμῷ καί τήν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν”1.

Δηλαδή μαζί μέ τόν πειρασμό θά μᾶς δώση καί δύναμι νά μπορέσουμε νά τόν ὑπομείνουμε. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νά μήν ἀμελήσουμε ἀπό τοῦ νά φωνάζουμε διαρκῶς σ᾿ Αὐτόν μέτεπείνωσι”2. “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με” καί “ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ”.

“Ἡ πονηρία δέν εἶναι συστατικό τῆς φύσεώς μας, διαπιστώνει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, ἐφόσον ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό νά μᾶς ἀπαλλάξη ἀπό αὐτήν: “Ἀποκαλεῖ πονηρό” τόν διάβολο,ὁρίζοντας νά κρατοῦμε ἐναντίον του ἀνειρήνευτο πόλεμο καί δείχνει ὅτι δέν εἶναι συστατικότῆς φύσεώς μας. (Ἡ πονηρία δέν ἀνήκει σ᾿ ἐμᾶς, ἀλλά στόν διάβολο) ἀποκαλεῖται ἔτσι, λόγῳτῆς ὑπερβολικῆς κακίας του, καί ἐπειδή, χωρίς νά τόν ἔχουμε ἀδικήσει σέ τίποτε, αὐτός μᾶς πολεμεῖ συνεχῶς. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Κύριος δέν εἶπε: “ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τῶν πονηρῶν”, ἀλλά “ἀπότοῦ πονηροῦ”.


Μᾶς διδάσκει δηλαδή – συνεχίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος – νά μήν δυσαρεστούμεθα καθόλου ἀπό τούς συνανθρώπους μας γιά ὅ,τι κακό μᾶς κάνουν, ἀλλά νά μεταθέτουμε τήν ἔχθρα μας καί τήν κακία μας ἀπό αὐτούς πρός αὐτόν, τόν διάβολο δηλαδή, ἐπειδή αὐτός εἶναι ὁ αἴτιος ὅλων τῶν κακῶν”3. 

Οὔτε καί νά λέμε τόν ἄνθρωπο “πειρασμέ”, διότι ἔτσι τόν ἀποκαλοῦμε διάβολο. Γίνονται οἱ ἄνθρωποι ὄργανα τοῦ διαβόλου, ἀλλά οἱ ἴδιοι δέν εἶναι ποτέ ὁ πειρασμός προσωποποιημένος. 

Ἁπλῶς αἰχμαλωτιζόμεθα ἀπό τόν διάβολο ἐξ αἰτίας τῶν παθῶν καί τῶν ἀδυναμιῶν πού ἔχουμε, καί ἔτσι, μέ τά πάθη καί τίς ἀδυναμίες μας, τόν ὑπηρετοῦμε. Καί αὐτός τρέφεται ἀπό τίς ἀδυναμίες μας καί τά πάθη μας. Γι᾿ αὐτό τοῦ εἶπε ὁ Θεός: “καί γῆν φαγῇ πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου”4. 

Λένε οἱ Πατέρες ὅτι αὐτό δηλώνει ὅτι θά τρέφεται καί θά χαίρεται ἀπό τά δικά μας πάθη, τίς δικές μας ἀδυναμίες. Μήν τοῦ δίδουμε λοιπόν αὐτή τήχαρά!

Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος Ἐδέσσης λέγει ὅτι χρειάζεται, μαζί μέ τήν προσευχή γιά ἀπελευθέρωσι ἀπό τόν πονηρό, καί ἡ προσωπική ἄσκησις, ὁ προσωπικός μας ἀγώνας γιά τήν ἀντιμετώπισι τοῦ πονηροῦ: Ἔχουμε ἐντολή στήν προσευχή μας νά παρακαλοῦμε τόν Κύριο νά μήν ἐπιτρέψη νά μποῦμε σέ πειρασμό, ἀλλά νά μᾶς γλυτώνη ἀπό τόν πονηρό. 

Γιατί, ἐάν δέν γλυτώσουμε μέ τή δύναμι καί τή βοήθεια τοῦ Χριστοῦ ἀπό “τά βέλη τοῦ πονηροῦ τά πεπυρωμένα”5 καί δέν ἀξιωθοῦμε νά ἐπιτύχουμε τήν ἀπάθεια, μάταια κοπιάζουμε, νομίζοντας ὅτι μποροῦμε μέ τή δική μας δύναμι καί ἐπιμέλεια νά κατορθώσουμε κάτι. “Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν”6.

Ἐκεῖνος πού θέλει νά ἀντισταθῆ στά πανοῦργα τεχνάσματα τοῦ διαβόλου, νά τά κάνη ἀναποτελεσματικά καί νά γίνη μέτοχος τῆς θείας Δόξας, ὀφείλει μέ δάκρυα καί στεναγμούς, μέ ἀχόρταστο πόθο καί ὁλόθερμη ψυχή, νύχτα καί ἡμέρα, νά ζητῆ τή βοήθεια καί τήν ἀντίληψι τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος πού θέλει νά βοηθηθῆ, καθαρίζει τήν ψυχή του ἀπό κάθε ἠδυπάθεια τοῦ κόσμου καί ἀπό τά ἀντίθεα πάθη καί τίς αἰσχρές ἐπιθυμίες.

Ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης κάπου γράφει: “Λύτρωσέ μας ἀπό τόν πονηρό, ἀπό τόνδιάβολο, ὁ ὁποῖος εἶναι σ᾿ ἐμᾶς θανάσιμος ἐχθρός καί ἀκούραστος καί κυριευόμενος ἀπό μανία καί ἐμεῖς χωρίς τήν Χάρι Σου εἴμεθα ἀδύναμοι μπροστά του, καθόσον ὡς ἄϋλος εἶναι μιᾶς λεπτοτέρας πανούργου φύσεως, καί μύρια κακά ἐφευρίσκει καί ἐμεῖς δέν ἔχουμε τή δύναμι ν᾿ ἀντισταθοῦμε σ᾿ ἕναν τόσο φθονερό καί ἀσώματο ἐχθρό, τόν πονηρό καί ἐπίβουλο, γι᾿ αὐτό λύτρωσέ μας ἀπό αὐτόν.

Κάποτε, σέ κάποιο Ρωσικό ἀνδρικό μοναστήρι, ὅπως μᾶς διηγεῖται ὁ Στάρετς Σαμψών, κατά τή διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας”, ἕνας μοναχός θυμήθηκε ὅτι τοῦ εἶχαν δώσει ἐντολή νά σκουπίση καλά τήν εἴσοδο τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς.

“ Ἄς τό κάμω τώρα”, εἶπε μέ τόν λογισμό του, “ἀφοῦ αὐτή τή στιγμή δέν εἶναι σπουδαῖο τό μέρος αὐτό τῆς Θείας Λειτουργίας”. Πῆγε λοιπόν ὁ μοναχός, πῆρε τή σκούπα καί ἄρχισε νά σκουπίζη. Ἀπό μέσα του, νοερά, ἔλεγε τήν εὐχή καί μέ τά μάτια του παρακολουθοῦσε πότε – πότε τά τελούμενα...

Δέν πέρασαν ὅμως πέντε λεπτά καί, ὅπως ἔστρεψε τό βλέμμα του ψηλά, εἶδε ν᾿ ἀνοίγουν ξαφνικά οἱ τροῦλλοι τῆς Ἐκκλησίας (ὅπως εἶναι στούς Ρωσικούς Ναούς) καί νά παρουσιάζεται μπροστά του ἡ Θριαμβεύουσα Ἐκκλησία μέ ὅλη της τή μεγαλοπρέπεια!... Φοβερή ἡ εἰκόνα!

Στό κέντρο βρισκόταν μία ἁγία Τράπεζα, μεγάλη ὅσο ὁ οὐρανός. Μπροστά ἀπ᾿ αὐτήν τρεῖς Ἀρχιερεῖς ἦσαν γονατιστοί. Αὐτούς περιέβαλλαν κι ἄλλοι... κι ἄλλοι... Κι αὐτούς, πλῆθος Ἱερέων καί Διακόνων. Δεξιά καί ἀριστερά ἵσταντο Ἀγγελικές χορωδίες μέ ἀπερίγραπτη ἀπαστράπτουσα ὀμορφιά. Ἡ δόξα καί τά φῶς ἀνέκφραστα... Χιλιάδες οἱ μελίρρυτες καί ἀκατάληπτες μελωδίες τῶν οὐρανίων παρισταμένων Ταξιαρχιῶν, τόν γέμισαν ἀπό θεία Μακαριότητα καί εὐφροσύνη...

Ἐτελεῖτο ἡ οὐράνιος Θεία Λατρεία!... Ἐτελεῖτο ὅμως σέ παράξενη μορφή, πού ἔμοιαζε μέ τήν ἐπίγειο Θεία Λειτουργία. Καί ἐτελεῖτο ὁλόκληρη. Τήν τελοῦσαν ἅγιοι Ἱεράρχες. Ἱεράρχες ὡς ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (τρεῖς). Ὡς ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Μέγας Φώτιος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (τρεῖς). Ἤ ὡς ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ὁ ἅγιος Σπυρίδων καί ὁ Ἅγιος Νεκτάριος (τρεῖς).

Ἀλλά κι ἐκεῖ, στόν οὐράνιο Ναό τῆς Θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας, τῆς Ἄνω Ἱερουσαλήμ, κοινώνησαν. Εἶδε ὅτι κοινωνοῦν ἀδιαλείπτως ἀπό τήν δόξα καί καί τό ἄκτιστο τριαδικό Φῶς, ἀπό τήν “ἀμβροσία” τῆς θείας Μακαριότητος, ἀπό τό Ποτήριο τῶν ἀπορρήτων Μυστηρίων...

Ἐστάθη ὁ μοναχός ἀκίνητος, μαρμαρωμένος σάν κολώνα, μέχρι πού τελείωσε ἡ Θεία Λειτουργία... Ἐξερχόμενοι οἱ μοναχοί ἀπό τήν Ἐκκλησία, εἶδαν ἀκίνητο σάν μαρμαρωμένο τόν μοναχό. Ἦταν σάν στήλη ἅλατος. Μουσκεμένος ἀπό τά δάκρυα... Βρεγμένος μέσα κι ἔξω· τά ράσα του ἔσταζαν ἀπό τούς ποταμούς τῶν δακρύων.

Τόν πῆραν μέ πολλή προσοχή καί χωρίς μιλιά τόν μετέφεραν ἁπαλά – ἁπαλά στό κελλάκι του· κι ἐκεῖ μέσα παρέμεινε ὧρες πολλές σάν χαμένος, τελείως ἐκστατικός. Θαμπωμένος ἀπό τήν θεία ἀποκάλυψι.

Ὅταν συνῆλθε, ἦλθε καί ὁ Πνευματικός του. Τόν συνέφερε ἀπό τά δάκρυα καί κατόπιν πῆγαν μαζί στόν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς, ὅπου καί διηγήθηκε μέ δέος καί ταπείνωσι πολλή τό ἐξαίσιο καί θεῖο ὅραμά του7.

**************************

1Α΄ Κορ. ι΄ : 13.
2Ἁγίου Μακαρίου Νοταρᾶ, “Περί συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως”, ἁπλοποιηθέν ὑπό τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορεῖτου, ἐν Βόλῳ 1961, σελ. 43.
3Ἁγίου Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τόν Ἅγιον Ματθαῖον τόν Εὐαγγαλιστήν, ὁμιλία ΙΘ, ΕΠΕ 9, ΣΕΛ. 681 κέ.
4Γέν. Γ΄ : 14.
5Ἐφ. στ΄ : 16.
6Ἰωάν. Ιδ΄ : 5.
7Μελετίου Μητ. Νικοπόλεως, μετάφρασις “Στάρετς Σαμψών...”, ὅ.π., σελ. 76.


Ἀπό τό βιβλίο: “ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ”
Πρωτ. π. Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστόπουλου