Σάββατο 13 Απριλίου 2024

Θεία Λειτουργία, Θεία Ευχαριστία, Θεία Κοινωνία (μέρος β')


Το «ειρήνη πάσι» κατά τους αγίους πατέρες σημαίνει μια σημαντική προσφορά του Χριστού διά του λειτουργού στους πιστούς: την εσωτερική ενδυνάμωση, ειρήνευση και χαρίτωση προς επιμελή, επίμονο και υπομονετικό αγώνα προς παθοκτονία κι αρετοσυγκομιδή. Ο ανειρήνευτος κόσμος καταλαγιάζει μέσα στον ναό δεχόμενος τη θεϊκή ειρήνη κι ευχαριστώντας δέεται να την έχει κι ο δωρητής του, ο λειτουργός, ο ιερεύς του. 

Πριν την ανάγνωση του Ευαγγελίου, της πράγ­ματι λίαν χαρούμενης και σωτηριώδους αγγελίας, προκαταβολικά δοξολογούν οι πιστοί τον Κύριο, που συγκαταβαίνει και τους επισκέπτεται. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής την ανάγνωση του ευαγγελίου ερμηνεύει και συσχετίζει με τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Η ανάγνωση του Αποστόλου και του Ευαγγελίου γίνεται εμμελώς, καθαρά και προσεκτικά κι όχι χύμα και βεβια­σμένα. Είναι ένας λόγος για τον κόσμο αλλά όχι εκ του κόσμου τούτου.

Η «Εκτενής», η μεγάλη δηλαδή δέηση για έκχυση του θείου ελέους, και τα «Κατηχούμενα» πρέπει να λέγονται σύντομα και στη θέση τους κι όχι πριν ή μετά· όπως εξάλλου κι όλες οι ευχές, οι οποίες καλό είναι να λέγονται χαμηλόφωνα κι όχι δυνατώτερα των εκφωνήσεων ή να διακόπτεται τελείως το ψάλσιμο. 

Μετά από κάθε αίτηση λέγε­ται το «Κύριε ελέησον», η ωραιότερη, συντομό­τερη, δυνατότερη και σπουδαιότερη προσευχή. Ζητώντας το έλεος, ζητούμε τον Κύριο, επιθυ­μούμε τη βασιλεία Του, τη σωτηρία μας. Το έλε­ος του Θεού κυρίως θα μας σώσει. Ένα εκ βαθέων «Κύριε ελέησον» μπορεί να σώσει τον άνθρω­πο.

Πάντοτε υπάρχουν κατηχούμενοι κι εδώ και παντού, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια με τους πολλούς ξένους στην Ελλάδα. Μας ζητά ο ιερεύς-λειτουργός να προσευχηθούμε ιδιαίτερα για τους κατηχούμενους, το έχουν ανάγκη, πρέ­πει να υπακούσουμε και να το κάνουμε. Ως αβά­πτιστοι κι αφώτιστοι δεν έχει η προσευχή τους μεγάλη παρρησία. Έτσι χρειάζονται και τη δική μας συμπαράσταση, βοήθεια κι αγάπη. Γινόμα­στε κι εμείς έτσι κατά ένα τρόπο κατηχητές κι ανάδοχοι. 

Κατόπιν η Εκκλησία ζητά να εξέλθουν οι κατηχούμενοι και να παραμείνουν οι πιστοί. Η Εκκλησία έχει αυστηρή αγάπη. Η Εκκλησία δεν είναι μόνο αγάπη. Η Εκκλησία δεν είναι μόνο αυστηρότητα. Η Εκκλησία έχει δικαιοσύνη, τάξη, τρόπο, ωραιότητα, σεβασμό, αρχές, αλήθεια και αγάπη, αγάπη και αλήθεια.

Ο ιερεύς κατόπιν ευχόμενος ευχαριστεί ειλικρινά τον Θεό που του επιτρέπει να παρα­στέκεται ενώπιον του αγίου θυσιαστηρίου Του. Επίσης Τον ευχαριστεί θερμά που τον αξιώνει να προσφύγει στους οικτιρμούς Του για τις αμαρτίες τις δικές του και του λαού. Τον παρακαλεί στη συνέχεια να επικαλεσθεί το πανάγιο όνομά Του. Τι ωραίο και τι φοβερό! Δεν θα πρέπει ποτέ να λέγονται τυπικά κι από συνήθεια και γιατί πρέ­πει να ειπωθούν τα καταπληκτικά αυτά λόγια. 

Λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος χαρακτη­ριστικά: Σκέψου ποιά πρέπει νάναι τα χέρια που διακονούν στα μυστήρια αυτά, ποιά πρέπει νάναι η γλώσσα από την οποία εξέρχονται αυτοί οι λόγοι κι από ποιά ψυχή δεν πρέπει νάναι αγιότε­ρη και καθαρότερη η ψυχή του ιερέως! Τελικά μόνο η ταπείνωση μπορεί να κάνει άξιο τον λει­τουργό του Υψίστου. Λέγοντας οι πιστοί «αμήν» είναι ως να συναισθάνονται κι επιβεβαιώνουν το ύψος της ιερατικής διακονίας και της λευιτικής αγωνίας κι αδελφικά συμπροσεύχονται, συμπο­νούν, συναγωνιούν, συμπροβληματίζονται και συμπάσχουν.

Τί ωραία η ευχή «πάλιν και πολλάκις», συνεχώς, αυτή θα μπορούσε νάναι η μόνιμη στάση όχι μόνο των ιερέων αλλά όλων των πιστών: Να είμαστε πεσμένοι μπροστά στα πόδια του Χριστού. Τότε θάμαστε αληθινά ανορθωμένοι με την υψοποιό ταπείνωση κι όχι με τα δεκανίκια των γνώσεών μας, αλλά με την παραδοχή της αδυναμίας μας θάμασταν οι όντως δυνατοί. 

Η γνήσια ταπείνω­ση θα δώσει την πραγματική προκοπή του βίου μας, της πίστεώς μας και της πνευματικής συνέσεώς μας. Για να εισέλθουμε στον γάμο του Νυμ­φίου και να συμμετάσχουμε στην ευφροσύνη χρειάζεται απαραίτητα νάμαστε απαλλαγμένοι «από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος». Σώμα και ψυχή ολοκάθαρα.

Ο χερουβικός ύμνος είναι ωραιότατος. Επι­τρέψτε μου να πω πως ορισμένες φορές η υπερτόνιση του μέλους είναι σε βάρος του υψηλού νοήματος. Ο θεόπνευστος και θεοκίνητος υμνογράφος ωσάν σε εγερτήριο σάλπισμα μάς καλεί να προετοιμασθούμε για την υποδοχή του Βασιλέως της Δόξης, του Βασιλέως του Μεγάλου, που εισέρχεται στην αγία πόλη για να σταυρωθεί. 

Προσκαλούμεθα να συσταυρωθούμε, ν’ άρουμε τον σταυρό μας, να συμπορευθούμε την οδό Γαβαθά, του Γολγοθά. Να λησμονήσουμε κάθε βιοτική μέριμνα. φροντίδα, σκέψη, λογισμό, σχέ­διο, πρόγραμμα, όνειρο κι όραμα. Προχωράμε γυμνοί και τ’ αφήνουμε όλα στα χέρια του Χρι­στού, να τα κάνει Εκείνος καλύτερα οπωσδήπο­τε από εμάς. Ας σωπάσουμε κι ας Τον ακολου­θήσουμε μετά των αγίων αγγέλων.

Την ώρα του χερουβικού ύμνου λέγει, ο ιερεύς κατανυκτικά την ωραιότερη ευχή, παραδεχόμε­νος ταπεινά κι όχι ταπεινόσχημα και ταπεινόλογα την πλήρη αναξιότητά του για να τελέσει το θείο μυστήριο, αφού «ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταις σαρκικαίς επιθυμίαις και ηδοναίς». 

Ποιός μπορεί να καυχηθεί για την τέλεια καθαρότητά του, για το πραγματικό μίσος κάθε σαρ­κικής επιθυμίας και ηδονής; Πώς να πλησιάσει κανείς τον Βασιλέα της Δόξης όταν φοβερό και μεγάλο είναι αυτό και για τους αγίους αγγέλους; Το παρακάτω σημείο της χρυσοστόμειας αυτής ευχής είναι λίαν παρηγορητικό και κάπως ενθαρ­ρυντικό για τον ευλαβή ιερέα: «αλλ’ όμως διά την άφατον και αμέτρητόν σου φιλανθρωπίαν». Αδυ­νατεί ο καλός ιερεύς να στηριχθεί στις προσωπι­κές του δυνάμεις και ικανότητες και τυχόν αρετές. 

Βαδίζει έμφοβος στηριζόμενος στο μέγα έλε­ος του πανάγαθου και φιλάνθρωπου Θεού, που έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Ο ιερεύς πιστεύοντας ότι ο Χριστός τελειοποιεί κι ολοκληρώνει το μυστήριο ενδυναμώνεται να προ­χωρήσει. Η άφατη και αμέτρητη φιλανθρωπία του Κυρίου δεν σημαίνει βέβαια ποτέ ότι ο ιερεύς μπορεί πάντα να ζει απρόσεκτα και αμετανόητα ελπίζοντας στο έλεος του Θεού. Το έλεος και η συγχώρεση δωρείται στους αληθινά μετανοημέ­νους.

Ο λειτουργός πριν λάβει στα χέρια του τα τίμια δώρα, έστω την ύστατη αυτή ώρα, προσέρ­χεται μετανοών, ως ο άσωτος υιός, ο ληστής και η πόρνη. Λέγει τον πεντηκοστό ψαλμό του Δαυ­ίδ, ψαλμό κατεξοχήν μετανοίας, θυμιάζει επικαλούμενος το πανσθενουργό Άγιον Πνεύμα που τα ελλείποντα αναπληροί και τ’ ασθενή θεραπεύει, ασπάζεται την αγία τράπεζα, την αγία πρόθεση, ζητά ειλικρινά συγγνώμη από τους συμπρεσβυτέρους του και όλο τον λαό. Θέλει με το παρά­δειγμά του να παροτρύνει και όλους τους άλλους σε μετάνοια.

Κατά τη λεγόμενη μεγάλη είσοδο ο λειτουργός καλύπτει το πρόσωπό του με τα καλυμμένα τίμια δώρα, όπως έκανε και στη μικρή είσοδο με το ευαγγέλιο. Ο υποδεχόμενος είναι ο Χριστός, που έρχεται για να θυσιασθεί για τη μεταμόρφωση του κόσμου. Ο Χριστός, κατά τον άγιο Γερμανό Κωνσταντινουπόλεως, έρχεται από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα. Ο ιερεύς γίνεται κατά κάποιο τρόπο το πουλάρι της Βαϊοφόρου. Οι πιστοί αμέ­ριμνα κι ευλαβικά τον προσκυνούν.