Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Ἑβδομαδιαῖον Πρόγραμμα Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν

Όταν η όραση γίνεται πίστη

 

Η Κυριακή του Τυφλού αποτελεί μία από τις πιο βαθιά συμβολικές στιγμές της εκκλησίας μας, καθώς φέρνει στο προσκήνιο ένα θαύμα που ξεπερνά τα όρια της απλής σωματικής θεραπείας. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας αναφέρεται στη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού από τον Χριστό, ένα γεγονός που δεν αποκαθιστά μόνο την όραση ενός ανθρώπου, αλλά αποκαλύπτει και το αληθινό νόημα της πνευματικής όρασης.

Ο άνθρωπος αυτός δεν είχε γνωρίσει ποτέ το φως. Η ζωή του ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι, όχι ως επιλογή, αλλά ως δεδομένη πραγματικότητα. Όταν όμως συναντά τον Χριστό, η ζωή του αλλάζει ριζικά. Με μια πράξη που φανερώνει τη θεία δύναμη, αποκτά το φως που του έλειπε. Ωστόσο, το θαύμα δεν σταματά εκεί. Η σωματική του θεραπεία γίνεται η αφετηρία για μια βαθύτερη μεταμόρφωση: την αφύπνιση της πίστης.

Η αφήγηση αυτή αναδεικνύει μια ουσιαστική διάκριση ανάμεσα στη σωματική και την πνευματική όραση. Από τη μία πλευρά, βρίσκονται εκείνοι που βλέπουν με τα μάτια, αλλά αρνούνται να αναγνωρίσουν την αλήθεια. Από την άλλη, ο πρώην τυφλός, ο οποίος ξεκινά χωρίς να βλέπει, καταλήγει να «βλέπει» πραγματικά, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του Χριστού, τον Υιό του Θεού. Η πορεία του είναι μια πορεία από την άγνοια στη γνώση, από την αμφιβολία στην πίστη.

Κυριακάτικο Κήρυγμα

Αποτέλεσμα εικόνας για κυριακη του τυφλου

Κυριακή του Τυφλού
Ιω. 9, 1-38 

Συνάντησαν στο δρόμο, ο Ιησούς και οι μαθητές Του, έναν εκ γενετής τυφλό. Και η πρώτη απορία των μαθητών ήταν “Κύριε, ποιός αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του, για να γεννηθεί τυφλός;”. 

“Ούτε αυτός, ούτε οι γονείς του”, απαντά ο Χριστός, “αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού”. 

Και αφού με το σάλιο Του έφτιαξε πηλό, τονίζοντας ότι Αυτός ο ίδιος είναι το φώς του κόσμου, τον έβαλε επάνω στα μάτια του τυφλού και του είπε να πάει να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. 

Ο Κύριος επαναλαμβάνει μπροστά στα μάτια των μαθητών Του το έργο της Δημιουργίας, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού. Τόσο μεγάλο είναι το θαύμα, ώστε ακόμα και οι γείτονες του πρώην τυφλού, αδυνατούν να πιστέψουν ότι είναι το ίδιο πρόσωπο. 

Τον ρωτούν επανειλημμένα να τους εξηγήσει πώς, ενώ δεν είχε μάτια, τώρα έχει και βλέπει. Κι εκείνος, με απλότητα τους διηγείται το περιστατικό και με πίστη ομολογεί ότι ο Ιησούς, που τον θεράπευσε, είναι Προφήτης, δηλαδή απεσταλμένος του Θεού. 

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

† Κυριακῇ 17 Μαΐου 2026 (τοῦ Τυφλοῦ)



Τὸ Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην 
Κεφ. θ' : 1-38

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ ᾿Ιησοῦς, εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὕτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ· Ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. Ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπί τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος, Ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; Ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν.Ἐκεῖνος ἔλεγε ὅτι ἐγώ εἰμι. Ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς, πηλὸν ἐποίησε, καὶ ἐπέχρισέ μου τοῦς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· Ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· Ἀπελθὼν δὲ νιψάμενος ἀνέβλεψα. Εἶπον οὗν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκείνος; Λέγει· ούκ οἴδα. ῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. Ἦν δὲ σάββατον, ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησε ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς.

Η προσευχή είναι το πανίσχυρο όπλο

Σχετική εικόνα

Τί πρέπει νὰ κάνουμε, εὑρισκόμενοι σ᾿ αὐτὸ τὸν αἰῶνα – σ᾿ αὐτὴ τὴ γῆ, γιὰ νὰ μείνουμε μὲ τὸ Χριστό;

Ἰδοὺ τί μᾶς συμβουλεύει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἕνα ὅπλο πανίσχυρο, ποὺ πρέπει πάντοτε νὰ ἔ­xουμε μαζί μας οἱ Xριστιανοί, εἶνε ἡ προσευχή. Nὰ μὴν εἴμαστε ἄοπλοι σ᾿ αὐτὴ τὴν σκληρὰ μάχη.

«Tὸ λοιπὸν προσεύχεσθε, ἀδελφοί, περὶ ἡμῶν» (Β΄ Θεσ. 3, 1).
Σ᾿ αὐτὰ τὰ χρόνια ποὺ ζοῦμε, σᾶς παρακαλῶ πολύ, λέει ὁ ἀπόστολος, προσεύχεσθε γιὰ μένα. Ἕνας Παῦλος παρα­καλοῦσε τοὺς Xριστιανοὺς τῆς Θεσσαλονίκης, νὰ προσεύχωνται γι᾿ αὐ­τόν! Tὸ σκεφτήκατε αὐτό; Ἂν ὁ Παῦλος εἶχε ἀνάγ­κη ἀπὸ τὶς προσευχὲς τῶν Xριστιανῶν, πόσῳ μᾶλ­λον ἐμεῖς;

Ἀλλ᾿ ἐμεῖς αὐτὴ τὴν προσευχή, ποὺ εἶνε ὅπλο ἰσχυρὸ – πανίσχυρο γιὰ ὅλες μας τὶς ἀνάγκες, ὑλικὲς καὶ πνευματικές, τὴν ἀμελοῦμε.

Επισκέψεις Θεού...


Είναι πολύ σημαντικό στην ζωή μας να τα βλέπουμε όλα κατά Θεό. Όχι μόνο τα ευχάριστα, τα καλά, τα δοξασμένα και κολακευτικά. Αλλά κι όλα εκείνα που ενδεχομένως μας πικραίνουν ή μας πληγώνουν γεμίζοντας ερωτηματικά την ψυχή μας. Εκεί στα δύσκολα είναι που φανερώνεται η ουσιαστική σχέση με τον Χριστό. 

Στα δύσκολα κρίνονται οι μεγάλες αγάπες. Οι δοκιμασίες είναι το χνώτο του Θεού στην ζωή μας, που προσπαθεί να ζεστάνει την καρδιά μας, ώστε να υπάρξει ικανή στην υποδοχή της χάριτος. Γιατί όταν εσύ σιωπάς και υπομένεις μιλάει ο Θεός.

Η ασθένεια, η θλίψη, ο πόνος, τα δάκρυα, ίσως μια προσβολή, μια κατηγορία ή συκοφαντία, όλα είναι επισκέψεις της Χάριτος. Δηλαδή είναι ο Θεός που ενεργεί και επιτρέπει περιστατικά μέσα στην ζωή μας με σκοπό να μας μεγαλώσει και ωριμάσει πνευματικά. Θέλει να μας μάθει τους τρόπους και τους δρόμους που συναντιόμαστε μαζί Του, και για να γίνει αυτό, πρέπει να σπάσει ο εγωισμός μας.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Από την πείρα του Αγίου παπα-Εφραίμ Κατουνακιώτη


Από την υπομονή στις θλίψεις διακρίνονται όσοι αγαπούν τον Θεό.


Όταν ο Θεός θελήση να βοηθήση μία ψυχή βασανισμένη, δεν την απαλλάσσει από τις θλίψεις, αλλά της χαρίζει υπομονή.


Όλοι οι Άγιοι στην θλίψη εδοκιμάσθηκαν και όχι στην χαρά. Και ο Χριστός στους μακαρισμούς την θλίψη εμακάρισε και όχι την χαρά.


Από το 1933 που ήρθα για καλόγερος μόνο τρία χρόνια είδα ευτυχία στον εαυτό μου. Και τόση ευτυχία που είπα ότι άλλος άνθρωπος σαν κι εμένα ευτυχής σ’ αυτήν την ζωή δεν υπάρχει. «Ο ευτυχέστερος άνθρωπος του κόσμου είμαι εγώ», έλεγα. Τα δε υπόλοιπα χρόνια είμαι πνιγμένος στις θλίψεις. Έφθασα στο σημείο να πω ότι ο δυστυχέστερος άνθρωπος του κόσμου είμαι εγώ. Πολλές φορές είπα: «Ο Θεός με εγκατέλειψε». Η δε πείρα, η φαρμακερή πείρα, με έμαθε ούτε στο ένα να χαίρωμαι υπερβολικά και να το ρίχνω έξω, ούτε πάλι στο άλλο να απελπίζωμαι και να απογοητεύωμαι. Γνωρίζει ο Θεός τι κάνει· θέλει να με σώση.

Χάνει ό,τι κέρδισε


Αν δεχθεί τον λογισμό ότι με τις δικές του δυνάμεις τα καταφέρνει καλά και προχωρεί, τότε εισέρχεται μέσα του η υπερηφάνεια. 

Χάνει ό,τι κέρδισε και χρειάζεται να αρχίσει πάλι από την αρχή, να ταπεινωθεί, να δει την αδυναμία του, την ανθρώπινη ασθένειά του και να μη βασίζεται στον εαυτό του.

Xαρμόσυνα αναστάσιμα βιώματα του Αγίου Πορφυρίου



ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ ΝΕΚΡΩΣΙΝ…

Ἀντί ἄλλης Πασχάλιας εὐχῆς, θά σᾶς μεταφέρω τά χαρμόσυνα ἀναστάσιμα βιώματα τοῦ μακαριστοῦ γέροντα Αγίου Πορφυρίου, ὅπως τά ἔζησα μιά Τρίτη Διακαινησίμου στό κελλάκι του.

+ Γεώργιος Παπαζάχος, Καθηγητής Ιατρικῆς Σχολῆς

Μετά τήν καρδιολογική ἐξέταση καί τό συνηθισμένο καρδιογράφημα, μέ παρεκάλεσε νά μή φύγω. Κάθησα στό σκαμνάκι κοντά στό κρεββάτι του. Ἔλαμπε ἀπό χαρά τό πρόσωπό του. Μέ ρώτησε:

– Ξέρεις τό τροπάριο πού λέει Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν;

– Ναί, γέροντα, τό ξέρω.

– Πές το. Ἄρχισα γρήγορα-γρήγορα:

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Ὁ Ὅσιος Παχώμιος ὁ Μέγας


Ὁ Ὅσιος Παχώμιος γεννήθηκε τὸ 292 μ.Χ. στὴν Κάτω Θηβαΐδα τῆς Αἰγύπτου ἀπὸ γονεῖς εἰδωλολάτρες καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (306 – 337 μ.Χ.). Στὸ στρατό, στὸν ὁποῖο κατετάγη, γνωρίσθηκε μὲ Χριστιανοὺς στρατιῶτες καὶ διδάχθηκε ἀπὸ αὐτοὺς τὰ τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Ὅταν δὲ ἀπολύθηκε ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἀφοῦ μετέβη στὴν Ἄνω Θηβαΐδα, βαπτίσθηκε καὶ ἐκάρη μοναχός.

Ἐπιθυμώντας μεγαλύτερη ἡσυχία, γιὰ νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴν ἐρημικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἄσκηση, κατέφυγε στὴν ἔρημο καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ περίφημου ἡσυχαστοῦ Παλάμονος († 12 Αὐγούστου), τοῦ ὁποίου ἔγινε τέλειος μιμητής.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, περὶ τὸ 320 μ.Χ., κατέφυγε σὲ ἔρημο νησίδα τοῦ Νείλου, στὴ νῆσο Ταβέννη τῆς Ἄνω Θηβαΐδος, ὅπου βοηθούμενος καὶ ἀπὸ τὸν ἀσπασθέντα τὸ μοναχικὸ σχῆμα ἀδελφό του Ἰωάννη, ἵδρυσε μικρὴ μονή.

Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς συνέσεώς του, εἵλκυσε πολλοὺς μοναχούς, ἐξαιτίας δὲ τούτου ὁλοένα καὶ μεγάλωνε τὴ μονή του, ὥστε σὲ διάστημα ὀλίγων ἐτῶν αὐτὴ νὰ ἀριθμεῖ περισσότερους ἀπὸ 14.000 μοναχούς. Ἔτσι ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους οἰκιστὲς καὶ ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου.

Ὁ Ἅγιος Ἀχίλλιος Ἐπίσκοπος Λαρίσης

Αποτέλεσμα εικόνας για Ὁ Ἅγιος Ἀχίλλιος

Ὁ Ἅγιος Ἀχίλλιος γεννήθηκε κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ. στὴν Καππαδοκία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (306 – 337 μ.Χ.).

Ἀφοῦ ἔτυχε εὐσεβοῦς παιδείας, ἀπὸ θεῖο ζῆλο κινούμενος, ἐπισκέφθηκε τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ στὴ συνέχεια τὴ Ρώμη, ὅπου τὰ λείψανα καὶ οἱ τάφοι τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου προσείλκυαν τοὺς εὐσεβεῖς Χριστιανούς. Ἀσπάσθηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ ἐπιδόθηκε στὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου, περιεχόμενος τὶς διάφορες χῶρες καὶ ἀψηφώντας τὶς ταλαιπωρίες καὶ τοὺς κινδύνους. Ἡ θεοφιλὴς δράση του καὶ τὰ πολλὰ πνευματικὰ χαρίσματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἦταν στολισμένος, τὸν ἀνέδειξαν Ἐπίσκοπος Λαρίσης.

Ὁ Ἅγιος Ἀχίλλιος ἔλαβε μέρος στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ ἔγινε τὸ 325 μ.Χ. στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ συνετέλεσε τὰ μέγιστα στὴν καταδίκη τοῦ Ἀρείου.

Ἡ λαμπάδα τῆς πνευματικῆς ἀγάπης


«Ένας μοναχός του παλαιού καιρού, μεταξύ των μεγάλων αγωνιστών, δέν ήθελε νά μνημονεύσει πατέρας, αδελφούς καί άδελφάς.

Καί ήταν στο μοναστήρι τάξις γιά τούς λειτουργούς νά μνημονεύουν καθημερινά μέ τό γένος των τους μοναχούς.

«Απέθανα γιά τούς συγγενείς», απαντούσε συχνότατα, όταν του ζητούσαν νά μνημονεύη οι άγιοι Λειτουργοί.

«Ας μπορέσω νά φροντίσω γιά μένα καί γιά τούς άλλους δέ προσεύχομαι δέν έβαλα εγώ γιά τούς άλλους μαλλιά στό κεφάλι μου γιά ενέχυρο!

Κατά τήν τάξη της Λαύρας ήλθε καί ο καιρός γιά νά πάη μέ υπακοή ένα καλοκαίρι στό Μετόχι.

Λοιπόν, όταν εβράδιασε σταμάτησε στόν δρόμο στό σπίτι ενός δάσκαλου, πού αγαπούσε τόν Θεό.