Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Κυριακάτικο Κήρυγμα


Κυριακή Θ΄ Λουκά
«Ἂφρον, ταύτῃ τῇ νυκτί τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ, ἃ δέ ἡτοίμασας τίνι ἒσται;».

Το ερώτημα αυτό απευθύνεται σε ένα πλεονέκτη πλούσιο. Ο πλούσιος αυτός, όπως μάς τον παρουσιάζει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στη σημερινή περικοπή, κατέστρωσε πολύ καλά τα σχέδια του. 

Προς στιγμή βρέθηκε σε απορία και αμηχανία. Σε ποιο χώρο θα συγκέντρωνε και θα αποθήκευε την πλούσια σοδειά της μεγάλης αγροτικής περιοχής του. Δεν άργησε να βρει τη λύση και να ησυχάσει. Αποφάσισε και σχεδίασε να γκρεμίσει τις αποθήκες του και να οικοδομήσει καινούργιες, μεγαλύτερες, για να αποθηκεύσει όλα τα προϊόντα του, ώστε να τα έχει και να τα απολαμβάνει μόνος του για πολλά χρόνια. 

Αμέσως έθεσε σε εφαρμογή το φίλαυτο αυτό σχέδιο του. Ένα πράγμα μόνο δεν υπολόγισε. Ποιο είναι αυτό; Ο θάνατος.

Επάνω σε μια ευφορία των κτημάτων του και ενώ η προοπτική ήταν εξαίρετη για το οικονομικό μέλλον του και την άνεση της ζωής του, ήρθε αιφνίδια ο θάνατος. Άλλα σχεδίαζε και διαφορετικά ήρθαν τα πράγματα. Μοναδικός σκοπός της ζωής του η εξασφάλιση της περιουσίας, η αξιοποίηση των εισοδημάτων, η καλοπέραση, η ηδονή. 

Γι’ αυτό και το ερώτημα τον προσγειώνει ανώμαλα. Οι υπολογισμοί, τα σχέδια για πλούσια ζωή, χωρίς την ανάγκη κανενός βρέθηκαν σε μια στιγμή στον αέρα. Ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, την στιγμή που έκανε τα μεγάλαυχα αυτά σχέδια, του είπε: «Ἂφρον, ταύτῃ τῇ νυκτί τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ, ἃ δέ ἡτοίμασας τίνι ἒσται;».

Πιθανόν μερικοί σύγχρονοί του όταν είδαν την δραστηριότητα αυτή που ανέπτυξε, τις αποθήκες που οικοδόμησε, τα ανυπολόγιστα αγαθά που συγκέντρωσε, ίσως να τον θαύμασαν, να τον επαίνεσαν, να τον θεώρησαν έξυπνο και προνοητικό. Πολλοί όμως άνθρωποι κρίνουν τα πράγματα επιπόλαια και επιφανειακά, όχι με σύνεση και με ορθά κριτήρια. Όσα επαινετικά κι αν είπαν οι άλλοι γι’ αυτόν, όσα συγχαρητήρια για την εξυπνάδα και την νοικοκυροσύνη του κι αν του έδωσαν, δεν έχουν καμία αξία. Αξία και σημασία έχει ο χαρακτηρισμός που του έδωσε ο Θεός. Και ο Θεός τον ονόμασε άφρονα, δηλαδή ανόητο, απερίσκεπτο. Και όπως επιβεβαιώνουν τα πράγματα, παρά την εξυπνάδα του, ήταν μωρός και απερίσκεπτος ο πλούσιος.

Πρώτον, διότι υπέπεσε στο μεγάλο λάθος να θεωρήσει αποκλειστικά δική του τη «χώρα», τα χωράφια και τα κτήματά του. Δικά του επίσης και τα προϊόντα, τα οποία από άμετρη φιλαυτία τα χαρακτήρισε ως «ἀγαθά του», ως «γεννήματά του». Ξέχασε, ότι τα χωράφια δεν τα έφτιαξε αυτός «ἐκ τοῦ μή ὂντος», δεν τα έφερε από κάποια άλλη περιοχή και ούτε φυσικά μπορούσε να τα μετακινήσει. Και πολύ περισσότερο δεν είχε τη δύναμη να τα πάρει μαζί του μετά τον θάνατό του. Αυτός γυμνός γεννήθηκε, γυμνός και θα έφευγε από τον κόσμο αυτό. Η γη και όλα όσα βρίσκονται σ’ αυτήν ανήκουν στον Κύριο. «Τοῦ γάρ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς», λέει ο ψαλμωδός.

Αλλά ούτε και τα προϊόντα της «χώρας» του ανήκαν, έστω κι αν αυτός κανόνιζε τις εργασίες, επέβλεπε και φρόντιζε για την παραγωγή. Γιατί αν ο Θεός δεν στείλει τους κατάλληλους καιρούς, οι κόποι και οι μόχθοι των ανθρώπων είναι μάταιοι και άκαρποι. Ο Θεός είναι αυτός που όρισε την ευεργετική διαδοχή των εποχών. Αυτός στέλνει τους εύκρατους καιρούς, αυτός δίνει στην γη, κατά τον κατάλληλο χρόνο, την πρώιμη και την όψιμη βροχή, ώστε να ευοδώνεται η καρποφορία και οι άνθρωποι να αποθηκεύουν «τόν σῖτον καί τόν οἶνον καί τόν ἒλαιον».

Προκειμένου και για τα υλικά αγαθά έχει εφαρμογή ο θεόπνευστος λόγος· «τί ἒχεις ὃ οὐκ ἒλαβες; Εἰ δέ καί ἒλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μή λαβών;» . Δεν είναι, λοιπόν, παραλογισμός και αφροσύνη να οικειοποιείται κανείς ξένα αγαθά και να καυχάται γι’ αυτά, σαν να είναι δικά του;

Ήταν ακόμη άφρονας ο πλούσιος της παραβολής, γιατί ήταν αχόρταγος και σκληρόκαρδος. Είχε αποθήκες, όχι μια αλλά πολλές. Κι οι πολλές αποθήκες του αυτές, ασφαλώς θα ήταν ευρύχωρες και θα μπορούσαν να χωρέσουν ένα πολύ μεγάλο μέρος από τη σοδειά του, από τα προϊόντα του. Όσα του περίσσευαν θα μπορούσε να τα διαθέσει στους πτωχούς αδελφούς του, για τις χήρες και τα ορφανά, ώστε κι εκείνοι λιγότερο, κι αυτός περισσότερο να απολαύσουν την ευλογία αυτή του Θεού. Αλλά τους πτωχούς, ίσως και όσους εργαζόταν στα κτήματά του δεν τους υπολόγιζε καθόλου. 

Και κυριεύθηκε από καταθλιπτικές μέριμνες, υποβλήθηκε σε εξαντλητικούς κόπους για την ανέγερση των αποθηκών του, ταλαιπωρήθηκε ασφαλώς πολύ, ενδεχομένως μέρα και νύκτα, για να αποθηκεύσει τα πάντα, ώστε να μη χαθεί τίποτε. Όλα αυτά πιθανόν να του κλόνισαν την υγεία του και να συντόμευσαν την ζωή του. Δεν είναι αυτό παραφροσύνη;
Το μέγεθος της αφροσύνης φαίνεται και από τα λόγια που είπε, λίγο πριν συγκεντρώσει τα πλούσια αγαθά του. Είπε· «ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή ἒχεις πολλά ἀγαθά, κείμενα εἰς ἒτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου». 

Ταλαίπωρος άνθρωπος ο πλούσιος. Δεν έχει κανένα ευγενικό ιδανικό. Εντελώς άμοιρος από ίχνος αγάπης. Ασυγκίνητος και ακίνητος για κάθε καλή πράξη, υποβίβασε τον εαυτό του στην τάξη των ζώων, τα οποία, από ένστικτο και μόνο κινούμενα ενδιαφέρονται αποκλειστικά και μόνο για να φάνε, να πιουν και να αναπαυθούν. Στον πλούσιο είχε πλήρη εφαρμογή το ψαλμικό χωρίο· «ἂνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε· παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς».

Το αποκορύφωμα όμως της μωρίας και της ανοησίας του φαίνεται στην ανεδαφική διαβεβαίωση που έδωσε στον εαυτό του, ότι θα ζήσει πολλά χρόνια για να απολαμβάνει τα αγαθά του. Αυτός ήταν ο κύριος της ζωής και του θανάτου; Αυτός είχε ορίσει την ημέρα που γεννήθηκε, την ώρα που θα πεθάνει, την διάρκεια της ζωής του; Μήπως είχε κάνει κάποιο συμβόλαιο με τον θάνατο ή είχε καμία εξουσία να τον διατάξει να έρθει μετά από πολλά χρόνια; Είχε ξεχάσει ότι «ἐν χειρί Θεοῦ» βρίσκεται η ζωή και ο θάνατος των ανθρώπων. Όταν όμως κυριεύσει τον άνθρωπο η υλοφροσύνη και η πλεονεξία τότε σκοτίζεται η λογική, σβήνει η ορθοφροσύνη και ο άνθρωπος παραλογίζεται, γίνεται άφρονας.

Ας φυλαχθούμε από την τρομερή αυτή αφροσύνη. Ποτέ να μην υποδουλώσουμε τον εαυτό μας στα υλικά αγαθά, είτε πολλά είτε λίγα είναι αυτά και να μην εξαρτούμε απ’ αυτά τη χαρά και την ευτυχία μας. Όλα θα τα απολαμβάνουμε, με μέτρο, ως δώρα Θεού. Θα προσφέρουμε απ’ αυτά σε όσους έχουν ανάγκη και ποτέ να μην ξεχνάμε ότι είμαστε πάροικοι και παρεπίδημοι σ’ αυτή τη γη· «οὐκ ἒχωμεν ὣδε μένουσαν πόλιν ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». Η αιώνια ζωή, για την οποία έχουμε κληθεί, υπάρχει στον ουρανό, κοντά στον Θεό. Γι’ αυτήν ας αγωνιστούμε φιλότιμα, όπως έλεγε ο μακαριστός π. Παϊσιος ο Αγιορείτης. Αμήν.


Του Αρχιμ. Παϊσίου Λαρεντζάκη
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης