Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Κυριακάτικο Κήρυγμα


Κυριακή ΙΓ΄ Λουκά
«Ὁ δέ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γάρ πλούσιος σφόδρα».

Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της ΙΓ΄ Κυριακής Λουκά, όπως αυτή ονομάζεται από την Εκκλησία μας, είδαμε ένα νέο να ζητάει ένα εισιτήριο. Ένα εισιτήριο για πού; Για την αιώνιο ζωή. Κι από ποιον το ζητούσε; Από το πρόσωπο εκείνο, που μόνο αυτό μπορεί να δώσει τέτοια εισιτήρια. Και το πρόσωπο αυτό είναι ο Ιησούς Χριστός. Σ’ αυτόν προσήλθε ο νέος και του είπε: «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;».

Τελικά τι έγινε; Απέκτησε το πολυπόθητο εισιτήριο; Αν και είχε πολλά χρήματα «ἦν γάρ πλούσιος σφόδρα», δεν κατόρθωσε να το αποκτήσει. Ο πλούσιος αυτός νέος βρισκόταν μεταξύ των επιγείων και των ουρανίων θησαυρών· μεταξύ των υλικών αγαθών της γης και των πνευματικών αγαθών του παραδείσου· μεταξύ του Θεού και του μαμωνά.

Ήθελε την βασιλεία των ουρανών στην οποία πίστευε, ποθούσε όμως και τα πλούτη της γης, τα οποία είχε. Προσπαθούσε να συμβιβάσει και τα δύο, τις ανέσεις και την εφήμερη δόξα του πλούτου με την λαμπρότητα και την μακαριότητα του ουρανού. Δεν μπόρεσε να κατανοήσει ότι δεν μπορεί κανείς να είναι δούλος του πλούτου και παράλληλα ελεύθερος πολίτης της βασιλείας του Θεού. Γι’ αυτό όταν ο καρδιογνώστης Κύριος του συνέστησε να ελευθερώσει τον εαυτό του από τα δεσμά και την τυραννία του πλούτου και να γίνει απόστολος, εκείνος «περίλυπος ἐγένετο· ἦν γάρ πλούσιος σφόδρα».

Ο πλούτος και σ’ αυτήν την περίπτωση δημιούργησε μεγάλη λύπη στον άρχοντα, όπως ίσως και άλλες φορές στην ζωή του. Έγινε, όπως μάς λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς «περίλυπος», λυπήθηκε και πικράθηκε πάρα πολύ. Κι η λύπη του αυτή θα ήταν μεγαλύτερη, καθώς θα περνούσαν οι ημέρες, ίσως και ισόβια εάν δεν σκεφτόταν να μετανοήσει και να ελευθερώσει την καρδιά του από την τυραννική κυριαρχία του πλούτου. 

Ο πόνος θα γινόταν αθεράπευτος. Η απερίγραπτη οδύνη ότι θα καταδικαζόταν αιώνια, θα ήταν χειρότερη. Αυτές κατά κανόνα είναι οι ολέθριες συνέπειες του πλούτου στην ψυχή του ανθρώπου, ακόμη και στο σώμα, σε εκείνον που έχει δώσει την καρδιά του στους επίγειους θησαυρούς και για χάρη τους καταφρονεί την αιώνια μακαριότητα της βασιλείας του Θεού. 

Ο πλούτος, παρά την επιφανειακή του λάμψη, είναι στην πραγματικότητα σκοτάδι, και πηγή πόνων και οδύνης. Υπόσχεται την ευτυχία, αλλά φέρνει την δυστυχία. Τόσο εκείνοι που δεν έχουν πλούτη, ποθούν και αγωνίζονται για να τα αποκτήσουν, όσο και εκείνοι οι οποίοι τα έχουν αποκτήσει, αν θελήσουν να μιλήσουν με ειλικρίνεια για τον πλούτο, θα πουν πολλά για τις θλίψεις και τις πικρίες που προκαλεί.

Ο Απόστολος Παύλος γράφει· «οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίμπτουσιν εἰς πειρασμόν καί παγίδα καί ἐπιθυμίας πολλάς ἀνοήτους καί βλαβεράς, αἳτινες βυθίζουσι τούς ἀνθρώπους εἰς ὂλεθρον καί ἀπώλειαν». Δεν λέει «οἱ πλούσιοι» αλλά «οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν», εκείνοι δηλαδή που δεν είναι πλούσιοι, αλλά ποθούν και θέλουν και αγωνίζονται να αποκτήσουν με κάθε τρόπο πλούτη. Όλοι αυτοί, λοιπόν, πέφτουν και μπλέκονται σε πολλούς πειρασμούς. 

Καταστρώνουν διάφορα σχέδια, κάνουν άδικους υπολογισμούς, πονηρούς συνδυασμούς, οι περισσότεροι από τους οποίους αποτυγχάνουν με αποτέλεσμα να γεμίζουν από λύπη και στεναχώρια. Και αν κάποια φορά πετύχουν «οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν», έρχονται αντιμέτωποι με άλλου είδους πειρασμούς και πικρίες. Φοβούνται, μήπως ανακαλυφθούν οι παράνομοι τρόποι, τους οποίους μεταχειρίστηκαν για να πλουτίσουν. Τρέμουν από φόβο μήπως πέσουν στα χέρια της δικαιοσύνης. Δυσφορούν από την δίκαιη κατακραυγή των άλλων. Έχουν τύψεις συνειδήσεως. Δημιουργούν προβλήματα μέσα στην οικογένεια, αντεγκλήσεις με εκείνους με τους οποίους συναλλάσσονται. Δεν μπορούν να ησυχάσουν, ούτε μέρα ούτε νύκτα.

Έχουν πέσει στην παγίδα που τους έστησε ο διάβολος και γίνονται δούλοι του για την διάπραξη του κακού. Είναι κυριευμένοι, από πολλές μωρές και επιβλαβείς επιθυμίες, οι οποίες βυθίζουν τους ανθρώπους στον όλεθρο του σώματος και στην απώλεια της ψυχής. Όσοι επιθύμησαν, προσθέτει ο Απόστολος Παύλος, τον αμαρτωλό πλούτο «ἀπεπλανήθησαν ἀπό τῆς πίστεως καί ἑαυτούς περιέπειραν ὀδύναις πολλαῖς».

Ξέπεσαν από την πίστη και την σωτηρία και σαν με μυτερά καρφιά, διαπέρασαν την καρδιά τους, με πολλούς πόνους και αγωνίες. Αυτός που αγαπά τα χρήματα είναι δυνατόν να παρασυρθεί σε όλα τα κακά, σε κάθε παρανομία, για να απολαμβάνει έτσι την ταραχή, την πικρία και την οδύνη.
Αλλά και εκείνος που είτε έχει κληρονομήσει είτε έχει αποκτήσει χρήματα, δεν βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση. Βλέπει ότι δεν ικανοποιείται, όπως υπολόγιζε, όπως ήλπιζε, από τα πλούτη. Αντίθετα τον καταλαμβάνει μελαγχολία και θλίψη. Κυριεύεται από αηδία και απογοήτευση.

Την ματαιότητα του πλούτου και των απολαύσεων την περιγράφει με πολύ παραστατικό τρόπο ο Σολομώντας. «Εγώ, λέει, έκτισα μεγαλοπρεπείς οικοδομές για τον εαυτό μου. Φύτευσα αμπέλια. Περιέφραξα κήπους και δεντρόκηπους. Φύτευσα σ’ αυτούς κάθε είδος καρποφόρου δέντρου. Διέταξα και κτίσθηκαν δεξαμενές νερού, για να ποτίζονται απ’ αυτές οι κήποι μου. Αγόρασα δούλους και δούλες. Συγκέντρωσα για τον εαυτό μου ασήμι και χρυσάφι, θησαυρούς από βασιλιάδες, περιουσίες ολόκληρων περιοχών. Για να διασκεδάζω είχα τραγουδιστές και τραγουδίστριες, οινοχόους για να με κερνούν κρασί. Έκανα δικές μου και γνώρισα κάθε είδους διασκέδαση και απόλαυση των ανθρώπων. Κάθε τι τερπνό που είδαν τα μάτια μου δεν το στερήθηκα. Κάθε διασκέδαση και απόλαυση που πόθησε η καρδιά μου την απόλαυσα…».

Και ενώ από πολλούς ίσως να θεωρούνταν ο Σολομώντας ως ο ευτυχέστερος άνθρωπος του κόσμου, γεμάτος απογοήτευση και πικρία, ομολογεί· «έπειτα από όλες αυτές τις τέρψεις και τις απολαύσεις έριξα μια ματιά σε όλα όσα έκανα, σε όλα όσα κατασκεύασαν τα χέρια μου, σε όλα όσα με κόπο και ταλαιπωρία αγωνίστηκα να αποκτήσω και έβγαλα το συμπέρασμα ότι όλα αυτά είναι ματαιότητα. Κούφια ορμή ανέμου, η οποία παρέρχεται».

Αξίζει, λοιπόν, χάρη του πλούτου να χάσει κανείς τους θησαυρούς του ουρανού; Για χάρη των απολαύσεων που υπόσχεται ο πλούτος και οι οποίες στην πραγματικότητα είναι ταραχή, πικρία και όλεθρος να χάσει την ανεκλάλητη αιώνια χαρά που προσφέρει ο Κύριος και Θεός μας;

Τι κέρδισε ο πλούσιος νέος, του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος, ο οποίος εξαιτίας του πλούτου καταφρόνησε την πρόσκληση του Χριστού; Την θλίψη, την απογοήτευση, την καταδίκη.

Τι θα κέρδιζε αν ακολουθούσε τον Χριστό; Τα πάντα. Θα γινόταν ένδοξος Απόστολος. Το όνομά του θα δοξαζόταν και οι άνθρωποι θα τον τιμούσαν. Και το σπουδαιότερο, θα καθόταν και αυτός σε ένδοξο θρόνο στα δεξιά του Χριστού. 
Ποτέ ας μη μάς πλανήσει ο πλούτος. Ακόμη και η σκέψη για την απόκτηση του πλούτου είναι μεγάλη αμαρτία. Ποτέ ας μη καταφρονήσουμε τα ουράνια αντί των επιγειών. Αμήν.


Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης