Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Κυριακάτικο Κήρυγμα


Κυριακή Ζ' Ματθαίου 
Ματθ. 9, 27 - 35 

 Τη σημασία της πίστεως στη ζωή μας έρχεται να μας τονίσει ακόμα μία φορά η αγία μας Εκκλησία, μέσα από την περικοπή του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, την οποία ακούσαμε κατά τη σημερινή Θεία Λειτουργία. Ακολούθησαν τον Ιησού στο δρόμο δύο τυφλοί, μας διηγείται ο ευαγγελιστής, φωνάζοντας “ελέησέ μας, υιέ του Δαβίδ”. 

Και μόλις έφτασαν στο σπίτι, τους ρωτά: 
“Πιστεύετε ότι έχω τη δύναμη να κάνω αυτό που ζητάτε;” 
-”Ναί, Κύριε”, του απαντούν, κι Εκείνος άγγιξε τα μάτια τους λέγοντας “ας γίνει σύμφωνα με την πίστη σας”. 

Αμέσως οι τυφλοί θεραπεύτηκαν, και ο Κύριος τους συνέστησε με αυστηρό τόνο κανείς να μη μάθει για το θαύμα αυτό. Εκείνοι όμως, Τον εξυμνούσαν σε όλη την περιοχή. 

Στη συνέχεια, έφεραν στον Ιησού έναν άνθρωπο βουβό και δαιμονισμένο. Και μόλις ο Κύριος έδιωξε το δαιμόνιο, αμέσως μίλησε ο άνθρωπος εκείνος, ενώ ο κόσμος θαύμαζε και έλεγε: “τέτοια θαύματα ουδέποτε έγιναν στο Ισραήλ”. 



Οι Φαρισαίοι πάλι έλεγαν ότι βγάζει τα δαιμόνια στο όνομα του άρχοντα των δαιμονίων. Ωστόσο ο Χριστός, συνέχισε να περιοδεύει στις πόλεις και τα χωριά, κηρύσσοντας το ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού, και θεραπεύοντας κάθε ασθένεια του λαού. 

Τη σημασία της πίστεως για την πνευματική μας ζωή αλλά και για την πραγματοποίηση κάθε θαύματος και κάθε αιτήματός μας προς τον Θεό, τονίζει και σήμερα η πιο πάνω διήγηση. “Σύμφωνα με την πίστη σας ας γίνει”, λέει ο Χριστός, θέλοντας να δείξει σε όλους ότι για να πραγματοποιηθεί το θαύμα, είναι απαραίτητο να γίνει το προσωπικό μας θαύμα μέσα στην καρδιά μας, η απόκτηση δηλαδή της πίστεως, που δεν είναι άλλο από την υπέρβαση του ορθολογισμού και του υλικού τρόπου θεώρησης των πραγμάτων. 

Ακόμη, μέσα από τα δύο θαύματα που ακούσαμε σήμερα, υπογραμμίζεται για άλλη μια φορά το γεγονός ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας, ότι ο Θεός βλέπει τον άνθρωπο ως ψυχοσωματική οντότητα και επιτελεί το θαύμα με γνώμονα την σωτηρία του ανθρώπου. 

Δεν θα σταθούμε όμως άλλο σε αυτά τα σημεία, καθότι επανειλημμένως τονίστηκε τις προηγούμενες Κυριακές. Εκείνο ωστόσο που ξεχωρίζει στη σημερινή περικοπή, είναι ότι ο Χριστός, με αυστηρό τόνο, λέει στους θεραπευμένους τυφλούς να μη πουν σε κανένα για το θαύμα που τους έκανε. Άσχετα από την παρακοή που οι ίδιοι επέδειξαν, η σημασία της επισήμανσης αυτής από τον ευαγγελιστή Ματθαίο είναι πολύ σημαντική για την πνευματική μας ζωή. 

Ο Χριστός, όπως είπαμε, τελεί το θαύμα με κύριο γνώμονα την ψυχική, την πνευματική μας υγεία. Το θαύμα δηλαδή αποτελεί υπόθεση σωτηριολογική, η οποία αφορά τον Θεό, που το επιτελεί, και τον άνθρωπο που δέχεται τη συγκεκριμένη ευεργεσία. Εκείνο που οφείλει σε κάθε περίπτωση ο πιστός, ειδικά στην περίπτωση του θαύματος, είναι να δοξολογήσει τον Θεό, να Τον ευχαριστήσει μέσα από όλη την καρδιά του, να συναισθανθεί το μεγαλείο του Θεού και να οδηγηθεί σε μεγαλύτερη μετάνοια, προσευχή και κοινωνία με τον Θεό. 

Ο Θεός δεν επιτελεί το θαύμα για να διαφημίσει την θεότητά Του, δεν έχει ανάγκη διαφήμισης. Άλλωστε, οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στη δύναμη του Θεού, όσα θαύματα και αν γίνουν μπροστά στα μάτια τους, θα συνεχίσουν να είναι άπιστοι και να αμφισβητούν τα πάντα, όπως οι Φαρισαίοι της σημερινής περικοπής. Αυτό συμβαίνει γιατί η πίστη προς τον Θεό δεν είναι αποτέλεσμα πειθούς, αλλά αποτελεί υπέρβαση του ορθολογιστικού τρόπου θεώρησης των πραγμάτων. 

Επομένως, όσα θαύματα και να διηγηθούμε σε ανθρώπους που αμφισβητούν τον Θεό, δεν πρόκειται εκείνοι να ωφεληθούν, αλλά μάλλον θα χλευάσουν και τη δική μας πίστη. Επίσης, ζητά ο Κύριος να μη διαφημίζεται το θαύμα, επειδή μια τέτοια κίνηση ενδέχεται να καλλιεργήσει στην καρδιά μας τάσεις υπερηφάνειας, ότι δηλαδή εμείς υπερέχουμε των άλλων ανθρώπων. 

Στην περίπτωση αυτή το αποτέλεσμα είναι αντίθετο από το θέλημα του Θεό, καθώς οδηγούμαστε στο βάραθρο της αυτοδικαίωσης, δηλαδή του εγωισμού. Αν νιώθουμε ευεργετημένοι από τον Θεό, αυτό δεν πρέπει να αποτελεί αφορμή για καύχηση, ότι δήθεν ο Θεός μάς εισακούει επειδή είμαστε άξιοι για κάτι τέτοιο, αλλά μάλλον οφείλουμε να αισθανόμαστε περισσότερο ασθενείς πνευματικά. 

Ο Θεός δηλαδή επεμβαίνει στη ζωή μας, επειδή μόνοι μας δεν έχουμε τη δύναμη ή την ικανότητα να σώσουμε τον εαυτό μας. Αν, όταν τύχει να μας θεραπεύσει κάποιος γιατρός, δεν περιαυτολογούμε και δεν το θεωρούμε προσωπικό μας επίτευγμα, αλλά μάλλον προσέχουμε την υγεία μας και ακολουθούμε τις συμβουλές του, άλλο τόσο οφείλουμε να είμαστε ταπεινοί, αν ποτέ ο Θεός κάνει σε εμάς κάποιο θαύμα, και ακόμη περισσότερο οφείλουμε να προσπαθούμε για την πνευματική μας υγεία.