Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν Θεία Κοινωνία



Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 

Πόσο μυστηριώδης εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἴδια στὸ κέντρο, ἴδια στὴ ρίζα, κι ὅμως τόσο ἐπώδυνα, μὲ τόσο τερατώδη τρόπο κομματιάζεται. 

Στὴ Θεία Εὐχαριστία, στὴ Λειτουργία, μετὰ τὶς λέξεις «Τὰ ἅγια της ἁγίοις» ὁ ἱερέας διαμερίζει τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Τίμιο Ἄρτο ποὺ ἔχει καθαγιασθεῖ, ποὺ εἶναι τὸ Τίμιο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ λέει: «ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνος ποὺ τεμαχίζεται καὶ δὲν διαιρεῖται, ἀλλὰ ἁγιάζει ἐκείνους ποὺ τὸν κοινωνοῦν».

Εἶναι αὐτὸ μιὰ ἀπεικόνιση τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὴν ἱστορία; Ἐὰν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅλοι ὅσοι πιστεύουν στὸ Χριστό, ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ μέσα ἀπὸ τὸ βάπτισμα ἔχουν πεθάνει μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἀναστηθεῖ μαζί Του, ἐὰν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅλοι αὐτοὶ εἶναι ἕνα μαζί Του, τότε εἶναι ἐπίσης ἀλήθεια ὅτι ὑπάρχει ἑνότητα, ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης τόσο ξεκάθαρα ἀληθινὸ ὅτι εἴμαστε διαιρεμένοι σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα.

Τολμᾶμε καὶ λέμε ὅτι εἴμαστε σὲ τέτοια ἑνότητα μὲ τοὺς ἄλλους, ποὺ τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ σπάσει τοὺς δεσμοὺς ἀλληλεγγύης καὶ ἀγάπης; Μποροῦμε καὶ λέμε ὅτι οἱ Ἐκκλησίες ποὺ ἀπὸ μόνες τους καλοῦνται ὅτι εἶναι τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσο ἴδιες ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀπόκλιση πίστης, ἀνταγωνισμός, καχυποψία, ἀμοιβαία ἀντιπάθεια, ὅλα ὅσα εἶναι ἀδιανόητα σὲ ἕνα σῶμα ποὺ κατοικεῖται ἀπὸ ἕνα πνεῦμα τὸ ὁποῖο καλεῖται νὰ εἶναι στὸ κόσμο διαιρεμένο, ἕναν κόσμο ραγισμένο καί, ὅπως τὸ κλειδὶ τῆς ἁρμονίας στὴ μουσική, ἔφερε τὸ κάθε τί στὴ μοναδικότητα, εἶναι ἀδιανόητο; Κι ὅμως ἔτσι εἶναι.


Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι κανένας ἀλλὰ οἱ Ἅγιοι μποροῦν νὰ βιώσουν τὴν ἑνότητα γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶμε. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρκετό. Νὰ λέμε ὅτι μόνο οἱ Ἅγιοι τὸ βιώνουν δὲ σημαίνει ὅτι ἔχουμε δικαίωμα νὰ παραμείνουμε ξένοι σὲ αὐτό, καὶ στὴν καθημερινή μας ζωὴ εἶναι ἡ διαίρεση καὶ ὁ χωρισμὸς ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε τόσο ὀδυνηρά. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον; Σίγουρα ὄχι. Ἀγαπᾶμε λίγους, ἀγνοοῦμε τοὺς πολλούς, ἀντιπαθοῦμε ἤ μισοῦμε ἕναν ἀριθμὸ ἀνθρώπων. Εἴμαστε σὲ ἑνότητα; Κι ὅμως σὲ εὐλογημένες στιγμές, ὅταν ἡ προσευχὴ ἀναλαμβάνει, ὅταν ὁ Θεὸς ἀναλαμβάνει καὶ παραμελοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ ἕναν τρόπο, γιὰ νὰ δοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο στὸ Χριστό, ἀλλὰ κατὰ τὰ ἄλλα ὄχι.

Αὐτὸ κάνει τὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς νὰ ἀναρωτηθεῖ: ἔχω δικαίωμα νὰ προσέλθω στὸ Τραπέζι τοῦ Κυρίου; Ναὶ μπορεῖ, νὰ διακηρύσσω στὸ βαθμὸ στὸν ὁποῖο τὸ γνωρίζω καὶ καταλαβαίνω, ἡ πληρότητα καὶ ἀκεραιότητα τῆς Ὀρθόδοξης πίστης, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀρκετὸ νὰ διακηρύσσουμε πράγματα μὲ τὰ χείλη μας, κάποιος πρέπει νὰ ταυτίζεται μὲ αὐτὰ μὲ τέτοιο τρόπο πού, ὅτι ἐμεῖς διακηρύσσουμε, ὁμολογοῦμε μὲ τὰ χείλη μας, πρέπει νὰ εἶναι ἡ ζωή μας. 

Μπορεῖ νὰ εἴμαστε αἱρετικοί, μπορεῖ νὰ εἴμαστε ἀποστάτες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν τρόπο τὸν ὁποῖον ζοῦμε καὶ γιὰ αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέει: «Πρόσχωμεν. Σοφία. Πρόσχωμεν», γιὰ νὰ μὴν καταδικαστεῖς ὅταν ἔρθεις στὴ Θεία Κοινωνία, γιὰ νὰ μὴν ἔρθεις στὴ Θεία Κοινωνία καὶ δὲν μπορέσεις νὰ κοινωνήσεις μὲ τὸν Θεὸ γιὰ τὸν ὁποῖον ἔχεις ἔρθει. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔχει μερικὲς πολὺ τρομαχτικὲς λέξεις πάνω σὲ αὐτὸ ὅταν λέει ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι λαμβάνουμε τὸ Αἷμα καὶ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, γιατί εἶναι φωτιά, μποροῦμε νὰ καοῦμε μέσα σὲ αὐτό. 

Ἴσως τὸ πιὸ τραγικὸ πρᾶγμα εἶναι ὅτι δὲν ἀντιλαμβανόμαστε εἴτε τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι φωτιά, ἤ τὸ γεγονός ὅτι μὲ τὸ νὰ τὸ λαμβάνουμε ἀνάξια καταναλισκόμαστε, στεγνώνουμε καὶ βαθμιαῖα μετατρεπόμαστε σὲ κάρβουνα. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἐπίσης καὶ ἕνα ἄλλο ρητό, τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, σὰν μία προειδοποίηση: ὅποιος ἔρχεται σὲ Θεία Κοινωνία χωρὶς μιὰ ζωντανὴ ἀντίληψη τοῦ Χριστοῦ τὸν Ὁποῖον συναντᾷ σὲ μυστήριο, δὲν λαμβάνει οὔτε τὸ Σῶμα, οὔτε τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ γιατί στὸ ἔλεός Του ὁ Χριστὸς δὲν ἐπιτρέπει σὲ αὐτὸν νὰ λάβει τίποτα παρὰ ψωμὶ καὶ κρασί. Δὲν εἶναι τραγικό;

Καὶ ὅταν σκεφτόμαστε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ ρωτᾶμε τοὺς ἑαυτούς μας, ποιοὶ ἀπὸ μᾶς μποροῦν νὰ λάβουν τὰ Θεία Δῶρα; Ναί, πρέπει νὰ ὁμολογοῦμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, πρέπει νὰ ἀνήκουμε στὴν Ἐκκλησία ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρκετό. Πρέπει νὰ ἀνήκουμε σὲ αὐτὴν καθ’ ὅλη μας τὴ ζωή, ὅλη μας ἡ ζωὴ πρέπει νὰ εἶναι σὲ συμφωνία μὲ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, οἱ σκέψεις μας μὲ τὶς σκέψεις Του, οἱ καρδιὲς μας ἐναρμονισμένες μὲ τὴν καρδιά Του, ἡ θέλησή μας νὰ εἶναι σύμφωνη μὲ τὴ θέλησή Του, ὄχι τέλεια γιατί ἐμεῖς εἴμαστε ἀκόμη ἀνίκανοι γιὰ αὐτό, ἀλλὰ τουλάχιστον μὲ λαχτάρα, μὲ ἀποφασιστικότητα, σὲ μιὰ γεμάτη πάθος, ἀπαιτητικὴ προσπάθεια νὰ ξεπεράσουμε μέσα μας ὁτιδήποτε ξένο μὲ αὐτό.

Ποιὸς ἔχει δικαίωμα νὰ ἔρθει; Σίγουρα κανένας ποὺ δὲν εἶναι ἐδῶ στὴν ἀρχὴ τῆς Θείας Λειτουργίας, γιατί ἡ Λειτουργία δὲν εἶναι κάτι ποὺ γίνεται ἀπὸ τὸν Ἱερέα, εἶναι κάτι ποὺ λαμβάνει χώρα μέσα στὴν κοινότητα καὶ κάθε μέλος τῆς κοινότητας εἶναι ἐνεργὸ στὴν ἐκπλήρωσή της καὶ ἔτσι ἂν δὲν σὲ ἐνδιαφέρει νὰ εἶσαι ἐδῶ ἀπὸ τὴν ἀρχή, μὴν τολμήσεις νὰ ἔρθεις στὴ Θεία Κοινωνία. Δὲν ὑπάρχει μέρος γιὰ σένα σὲ αὐτήν. 

Ἂν ἀνακαλύψουμε μίσος, ἀπόρριψη σὲ κάποιον, ἄν ἀρνηθοῦμε ἐνδόμυχα νὰ συνάψουμε εἰρήνη, μέσα στὴν καρδιά μας, μέσα στὴ θέλησή μας, μέσα στὴ ζωὴ καὶ τὴ δράση μας, μὲ ὁποιονδήποτε, δὲν μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴν τόλμη νὰ ἔρθουμε στὴ Θεία Κοινωνία. Ὁ Χριστὸς ἔχει πεῖ: «Ἐὰν φέρεις τὸ δῶρο σου στὸ ἱερὸ καὶ αἰσθάνεσαι ὅτι ἔχεις κάτι ἐναντίον κάποιου, ἄφησε τὸ δῶρο σου, πήγαινε καὶ σύναψε εἰρήνη, καὶ μόνο τότε ἔλα», διαφορετικὰ εἶναι καταδίκη ποὺ θὰ λάβουμε, ἀπαιτώντας τὸ δικαίωμα νὰ εἴμαστε ἕνα μὲ τὸ Χριστὸ ἐνῷ ἀπορρίπτουμε κάποιον γιὰ τὸν ὁποῖον ἔγινε Ἄνθρωπος, γιὰ τὸν ὁποῖον πέθανε στὸ Σταυρό.

Ἔτσι, ἂς εἴμαστε πολύ, πολὺ προσεκτικοί. Δὲν εἶναι ἡ ἀπληστία ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς φέρει στὴ Θεία Κοινωνία, δὲν εἶναι ἡ ἐπιθυμία νὰ λάβουμε κάτι γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας, εἶναι μιὰ ἐπιθυμία νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸ Χριστὸ ἔτσι ὥστε νὰ εἴμαστε σὲ συμφωνία μὲ τὸ Αὐτὸν στὴ σκέψη, στὴ καρδιά, στὸ νοῦ, στὴν πράξη, σὲ κάθε τί ποὺ εἴμαστε, καὶ νὰ ζητᾶμε ἀπὸ Αὐτὸν νὰ τὸ κάνει ἐφικτὸ μὲ τὴ δύναμή Του καὶ τὴν χάρη Του. Ἔτσι ξανά, ξανὰ ἂς τὸ σκεφτοῦμε. Εἶναι πιθανὸν ὅτι ἔχεις ἔρθει ἁπλὰ μὲ τὸν σκοπὸ νὰ λάβεις καὶ ὄχι μὲ τὸν σκοπὸ νὰ μοιραστεῖς μὲ τὸ Χριστὸ τὴ δική Του μοῖρα. Μποροῦμε νὰ ποῦμε στὴν προσευχὴ τοῦ Κυρίου «συγχώρα μας, ὅπως συγχωρᾶμε», ἐὰν δὲν ὑπάρχει συγχώρεση μέσα μας καὶ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση πῶς μποροῦμε νὰ ἔρθουμε νὰ λάβουμε Θεία Κοινωνία;

Ἂς συλλογισθοῦμε γιὰ λίγο μήπως ἡ προειδοποίηση τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου καὶ ἡ πιὸ τρομαχτικὴ προειδοποίηση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου μᾶς κυριεύσουν. Ἀμήν.


Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))
πηγή