Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Η γυναίκα από κάπου λείπει· στον άνδρα κάτι λείπει

Σχετική εικόνα

Όπως δείχνουν τα πράγματα, ο γάμος κυρίως βασίζεται σε μια έλξη που δημιουργείται μεταξύ δύο νέων διαφορετικού φύλου, και η όποια έλξη πρωτίστως και κυρίως έχει κάτι άλλο, πολύ διαφορετικότερο από αυτό που νομίζουν συνήθως οι άνθρωποι, και στο οποίο ρίχνουν το βάρος οι νέοι και μπερδεύονται με αυτό.

Δηλαδή, φαίνεται, λίγο πολύ, ότι σαν να βρίσκει ο νέος πρώτα ένα μέρος του εαυτού του που του έλειπε, αλλά και κάτι περισσότερο: βρίσκοντας αυτό που του έλειπε, βρίσκει και το άλλο μέρος του εαυτού του, το όποιο μόνο του ήταν σαν χαμένο. Το ίδιο, νομίζω, συμβαίνει και από την πλευρά της νέας, στην οποία φαίνεται ακόμη περισσότερο. Σαν να βρίσκει το μέρος από όπου έλειπε, αλλά βρίσκει και τον εαυτό της.

Η ψυχολογία του άνδρα είναι ότι του λείπει κάτι ως προς το θέμα αυτό, ενώ η ψυχολογία της γυναίκας είναι ότι λείπει από κάπου. Έτσι το έχει φτιάξει ο Θεός, και νομίζω ότι δεν θα βρεθεί κανείς που θα πει ότι κάπως αλλιώς αισθάνεται. Η μεν γυναίκα αισθάνεται ότι λείπει από κάπου, ο δε άνδρας αισθάνεται ότι του λείπει κάτι. Αυτό έχει αναφορά στη δημιουργία του ανθρώπου, που ο Θεός πήρε από τον Αδάμ ένα κομμάτι και έφτιαξε την Εύα.1 Έτσι, η Εύα αισθάνεται ότι λείπει από κει, ενώ ο Αδάμ αισθάνεται ότι του λείπει αυτό που του έφυγε.

Η έλξη με αυτή την έννοια έχει συνέπειες, οι όποιες θα έλεγα ότι είναι σε πολλούς άγνωστες. Σε πολλά ανδρόγυνα, σε πολλούς μνηστευμένους είναι άγνωστες. Μια συνέπεια πρωτίστως και κυρίως είναι ότι υπάρχει μια αγάπη, αλλά υψηλής ποιότητος, ειδικής και εκλεκτής ποιότητος αγάπη. Μαζί με την αγάπη υπάρχει ένας βαθύτατος σεβασμός. 

Προχωρώ με την ελπίδα ότι κανείς δεν θα με παρεξηγήσει, και ελπίζω ότι πολλοί -και πολύ- θα με καταλάβετε. Υπάρχει μια αγάπη εκλεκτής ποιότητος, υψηλής ποιότητος -δεν πετώ στα σύννεφα· μη νομίζετε κάτι τέτοιο- και σεβασμός. 

Ένας σεβασμός, που ίσως δεν εκδηλώθηκε προς κανένα άλλο πλάσμα σ’ αυτόν τον κόσμο. Ένας σεβασμός και μια αγάπη που, θα έλεγα, κατ’ αρχήν απαγορεύει -το θεωρεί σαν ιεροσυλία, σαν κάτι κακό- να αρχίσει να σκέπτεται κάπως αλλιώς ο ένας για τον άλλο. 

Αυτό όμως που απαγορεύει ο σεβασμός και η αγάπη, αυτό δυστυχώς είναι εκείνο από το όποιο συνήθως αρχίζουν και αυτό δυστυχώς είναι εκείνο το οποίο σκέπτονται συνήθως σήμερα οι νέοι και με αυτό ξυπνούν και με αυτό κοιμούνται.

Παρακαλώ να προσέξετε. Δεν εννοώ εδώ την αρρωστημένη κατάσταση, τη μη φυσιολογική κατάσταση ορισμένων νέων, που θεωρούν βδελυρή την εν γάμω πράξη, την ουσιαστική συζυγική πράξη. Δεν εννοώ αυτό, το οποίο τόσο πολύ το κατηγορεί ο ιερός Χρυσόστομος2 και άλλοι Πατέρες3. 

Εννοώ ότι υπάρχει αγάπη υψηλή, σεβασμός άγνωστος, που, πριν ωριμάσουν τα πράγματα και πριν έρθουν στην ώρα τους, δεν επιτρέπει αυτός ο σεβασμός, αυτή η αγάπη και στον έναν και στον άλλο όχι να εκδηλωθούν, αλλά και να σκεφθούν ακόμη τα του γάμου πριν από τον γάμο. Θεωρούν ότι βεβηλώνουν κάτι άγιο και ιερό και μόνο να έχουν τέτοιες σκέψεις.

Θα πείτε βέβαια τώρα: Πόσοι κάπως έτσι τα πιστεύουν αυτά, πόσοι κάπως έτσι τα νιώθουν και πόσοι τα ζουν έτσι; Δεν έχει πολλή σημασία αυτό. Σημασία έχει ότι αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια -δεν ξέρω, αν πέφτω έξω- και χαρά σ’ αυτούς που κάπως έτσι θα μυηθούν στο μυστήριο του γάμου.

Όσο κι αν τυχόν μερικοί γελάσουν από μέσα τους και μουρμουρίσουν, είτε τώρα είτε μετά, να πω, κοντά σε όλα όσα είπα, επιπλέον και αυτό, που εγώ έτσι το κατάλαβα και το θεωρώ χρέος μου να το φανερώσω αυτή την ώρα εδώ, ότι δηλαδή ο Θεός είναι εκείνος που στέλνει τη νέα στον νέο και τον νέο στη νέα.

Θα σας παρακαλούσα, όσοι μπορείτε να δώσετε μια κάποια εμπιστοσύνη στα λόγια μου, να μην έχετε καμιά αμφιβολία ότι, εάν ο Θεός μεριμνά και φροντίζει ακόμη και για τις τρίχες της κεφαλής μας,4 πολύ περισσότερο ενδιαφέρεται για το κάθε παιδί του ως προς αυτό το μέγα θέμα, που δεν είναι μόνο η μισή ζωή του ανθρώπου και περισσότερο -γιατί όταν παντρευτεί κανείς στα είκοσι – είκοσι πέντε και ζήσει μέχρι τα εβδομήντα, τα ογδόντα, δεν είναι η μισή ζωή, αλλά είναι τα τρία τέταρτα της ζωής του- αλλά είναι και η ουσιαστική ζωή του. Δεν είναι δυνατό λοιπόν ο Θεός να μη μεριμνά, να μη φροντίζει.

Εκείνος που θα ελπίσει στον Θεό, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι θα κλείσει τα μάτια του ή ότι θα πάρει τα πράγματα μοιρολατρικά, θα τρίβει τα μάτια του από έκπληξη, καθώς θα δει τι θα κάνει ο Θεός. Καθώς δηλαδή θα δει ότι ο Θεός θα φέρει ακριβώς αυτόν τον άνθρωπο, που πρώτα θα τον σεβασθεί, πρώτα θα τον αγαπήσει ποιοτικά με μια άγνωστη αγάπη -όχι αγάπη που έχει βρωμιά μέσα· με συγχωρείτε για τη λέξη- και θα τον εκτιμήσει σαν τον χαμένο εαυτό του και με τον οποίο θα ζήσει φυσιολογικά, όπως ο Θεός όρισε και όπως ο Θεός κανόνισε.


1. Βλ. Γεν. 2. 21-23.
2. Βλ. Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Έργα, Εκδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τόμ. 29, Θεσσαλονίκη 1981, Λόγος περί παρθενίας. Στα πρώτα κεφάλαια (σσ. 448-464) του λόγου ο άγιος ομιλεί εναντίον της παρθενίας πού ασκούσαν κάποιοι αιρετικοί, επειδή αποστρέφονταν τον γάμο ως βδελυκτό. Βλ. και σ. 472.
3. Αγίου Ιγνατίου, Προς Φιλαδελφείς, στο: ΒΕΠΕΣ, τόμ. 2, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1955. σ. 308.
4. Πρβλ. Ματθ. 10, 30· Λουκ. 12, 7.

π. Συμεών Κραγιόπουλου