Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

«Η Αγάπη πάντα μένει και υπάρχει εν τη Αληθεία»


«Ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μή λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν και χαίρειν αυτώ μη λέγετε·
ο γαρ λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έργοις αυτού τοις πονηροίς.

Πολλά έχων υμίν γράφειν, ουκ ηβουλήθην δια χάρτου και μέλανος, αλλά ελπίζω ελθείν προς υμάς και στόμα προς στόμα λαλήσαι, ίνα η χαρά ημών η πεπληρωμένη.
Ασπάζεταί σε τα τέκνα της αδελφής σου της εκλεκτής· αμήν» (Β’ ΙΩΑΝ. 10-13).


Ας στρέψουμε όλη μας την προσοχή σ' αυτά τα λόγια, επειδή τα λέει ο απόστολος της Αγάπης, που είναι και απόστολος της Αλήθειας. Η Αγάπη πάντα μένει και υπάρχει εν τη Αληθεία· χωρίς την Αλήθεια πέφτει και καταρρέει. Στην αγάπη για την Αλήθεια βρίσκεται κι όλος ο ζήλος του για την Αλήθεια. Η δε αγάπη για την Αλήθεια και ο ζήλος για την Αλή­θεια είναι μέχρι τελειότητος προσωποποιημένες στον άγιο Θεολόγο. 

Ταυτόχρονα είναι ο μεγαλύτερος Βρονταίος της καινοδιαθηκικής Αλήθειας και Αγάπης. Στην χριστοφιλία του πλήρως ένωσε την τέλεια θεϊκή Αγάπη με την τέλεια θεϊκή Αλήθεια. Ακριβώς γι' αυτό ο παντογνώστης Κύριος εκ των προτέρων τον ονόμασε Βοανεργές. 

Κι αυτό το νέο του όνομα, με το οποίο τον ονόμασε ο ίδιος ο Κύριος, ο άγιος Υιός της Βροντής το δικαίωσε πλή­ρως. Από την συνάντηση μ' αυτόν, τον τόσο ιδιαίτερο Απόστολο, πρέπει στις ψυχές των ανθρώπων να γεννιόταν και απείρως να διαχεόταν κάποια εξαιρετική χαρά και εξαιρετικός ενθουσιασμός.


(Ερμηνεία των επιστολών του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου 
από τον Όσιο Ιουστίνο Πόποβιτς, εκδ. «Εν πλω»)

Χριστόφιλος ἢ Χριστομάχος


«Eν τούτῳ γινώσκετε τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι· καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι·καὶ τοῦτό ἐστι τὸ τοῦ ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται καὶ νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστιν ἤδη». ( Ἰωάννου Α΄ 4:2)


Στὴν πραγματικότητα ὅλα τὰ πνεύματα καταλήγουν σὲ δύο εἴδη: σ’ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ σ’ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολο. Ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἀναγνωρίζουν καὶ ὁμολογοῦν ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναιὁ ἐνσαρκωμένος Θεὸς Λόγος, Κύριος καὶ Σωτήρας· ἐνῷ ἀπὸ τὸν διάβολο εἶναι ἐκεῖνα ποὺ δὲν Τὸν ἀναγνωρίζουν. 

Ἡ φιλοσοφία τοῦ διαβόλου συνοψίζεται σ’ αὐτό: δὲν ἀναγνωρίζει τὸν Θεὸ στὸν κόσμο, οὔτε τὴνπαρουσία Του, οὔτε τὴν ἐνσάρκωσή Του. Ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεὸς οὔτε στὸν κόσμο, οὔτε στὸν ἄνθρωπο, οὔτε στὸν Θεάνθρωπο. 

Κηρύττει ὅτι εἶναι ἀνοησία νὰ πιστεύεις ὅτι ὁ Θεὸς ἐνσαρκώθηκε σὲ ἄνθρωπο καὶ μπορεῖ νὰ ζήσει μέσα στὸν ἄνθρωπο· ὁ ἄνθρωπος ὅλος εἶναι δίχως Θεό, ὂν στὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει Θεός, οὔτε ὁτιδήποτε τοῦ Θεοῦ, ὁτιδήποτε θεῖο, ἀθάνατο, αἰώνιο. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅλος πρόσκαιρος, ὅλος θνητός. Ἀνήκει στὸ ζωικὸ κόσμο, καὶ σχεδὸν σὲ τίποτα δὲν διαφέρει ἀπ’ αὐτόν, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι φυσικὸ νὰ ζεῖ σὰν τὰ ζῶα, ποὺ εἶναι πρόγονοί του καὶ οἱ φυσικοὶ συνάδελφοί του.

Τέτοια εἶναι στὴν πραγματικότητα ἡ φιλοσοφία τοῦ Ἀντίχριστου, ποὺ μὲ κάθε τρόπο θέλει νὰ ἀντικαταστήσει τὸ Χριστό, νὰ πάρει τὴν θέση Του στὸν κόσμο καὶ στὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἅγιος Θεολόγος ξεκάθαρα λέει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια: 

«ἐν τούτῳ γινώσκετε τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι· καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καὶ τοῦτό ἐστι τὸ τοῦ ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται καὶ νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστιν ἤδη». 

Ὅταν γράφει «πᾶν πνεῦμα» μπορεῖ νὰ ἐννοεῖ ἕνα πρόσωπο, ἢ μία διδασκαλία, ἢ μία ἰδέα, ἢ μία σκέψη. Κάθε διδασκαλία, κάθε ἰδέα, κάθε σκέψη ποὺ δὲν ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι Θεός, Σωτήρας, καὶ ἐνσαρκωμένος Θεός, κατάγεται ἀπὸ τὸν ἀντίχριστο. Καὶ τέτοια πρόσωπα καὶ διδασκαλίες καὶ ἰδέες ὑπῆρχαν κιόλας ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, γι’ αὐτὸ ὁ ἅγιος Μύστης λέει γιὰ τὸν Ἀντίχριστο: «καὶ νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστιν ἤδη». 

Κάθε ἄνθρωπος, κάθε ἰδέα στὸν κόσμο ποὺ ἀπαρνεῖται τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι τοῦἀντιχρίστου. Δημιουργὸς τῆς κάθε ἀντιχριστιανικῆς ἰδεολογίας εἶναι, ἄμεσα ἢ ἔμμεσα, ὁ ἀντίχριστος. Στὴν πραγματικότητα, ὅλες οἱ ἰδεολογίες μποροῦν νὰ συνοψιστοῦν σὲ δύο εἴδη: ἐκεῖνες γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἐκεῖνες γιὰ τὸν ἀντίχριστο. Ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, γιὰ νὰ λύσει ἕνα πρόβλημα στὴν πραγματικότητα: ἐὰν εἶναι μὲ τὸν Χριστὸ ἢ κατὰ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ κάθε ἄνθρωπος, θέλοντας ἢ μή, μόνο αὐτὸ τὸ πρόβλημα ὄντως λύνει. Εἶναι ἢ Χριστόφιλος ἢ Χριστομάχος, δὲν ὑπάρχει τρίτη ἐκδοχή.


Τοῦ Ὁσίου Ἰουστίνου Πόποβιτς
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἑρμηνεία τῶν ἐπιστολῶν τοῦ 
Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου», ἐκδ. «Ἐν πλῷ»)

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

Τί πρέπει να αιτούμεθα τον Θεό και τί όχι


«Εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον, αιτήσει, και δώσει αυτώ ζωήν, τοις αμαρτάνουσι μη προς θάνατον. Έστιν αμαρτία προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση» (Α' Ιωάννου 5,16).


Ευαγγελικό είναι να επιθυμείς για τον καθένα την σωτηρία του και να εργάζεσαι γι' αυτήν. Αυτή είναι η επιθυμία του Χριστού για καθέναν, αυτό πρέπει να είναι και δική μας επιθυμία.

Και τούτο σημαίνει: να μην επιθυμούμε για κανέναν την αμαρτία και εκείνο που είναι αμαρτωλό, αλλά πάντα να επιθυμούμε το αγαθό και εκείνο που οδηγεί στον Πανάγαθο· να μην επιθυμούμε για κανέναν το θάνατο και ό,τι είναι θανατηφόρο, αλλά πάντα να επιθυμούμε την αθανασία και ό,τι οδηγεί στην αθανασία· να μην επιθυμούμε για κανέναν τον διάβολο και εκείνο που είναι διαβολικό, αλλά για τον καθέναν να επιθυμούμε τον Χριστό και ό,τι είναι του Χριστού.

Οι άνθρωποι που αγαπούν την αμαρτία, επιθυμούν για τον εαυτό τους τον θάνα­το. Εάν κάποιος είναι ανεπιστρεπτί ερωτευμένος με τις αμαρτίες του, αυτός ήδη θανάτωσε τον εαυ­τό του. Εάν επιθυμεί κάποιος την αμαρτία γι' άλλον, αυτός επιθυμεί τον θάνατό του. Επειδή «η αμαρτία αποτελεσθείσα αποκύει θάνατον» (Ιακ. α', 15).

Υπάρχουν δύο είδη αμαρτίας: η «αμαρτία μη προς θάνατον» και η «αμαρτία προς θάνατον». Η «αμαρτία μη προς θάνατον» είναι εκείνη η αμαρτία για την οποία ο άνθρωπος μετανοεί. Κάθε αμαρτία φέρνει στην ψυχή από ένα μικρό θάνατο· ενώ με την μετάνοια ο άνθρωπος διώχνει την αμαρτία από μέσα του, διώχνει τον θάνατο, ανα­σταίνει την ψυχή του εκ νεκρών. 

Η μετάνοια δεν είναι μόνο δεύτερη βάπτιση, αλλά και πρώτη ανά­σταση. Ανάσταση της ψυχής εκ νεκρών. Η μετά­νοια καταστρέφει τον τάφο της ψυχής, εξαφανίζει τον πνευματικό θάνατο, εισάγοντας τον άνθρωπο στην αιώνια ζωή. 

Οποιεσδήποτε αμαρτίες κι αν έχει ο άνθρωπος, εάν μετανοήσει, «ηγέρθη εκ νεκρών»: «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη»(Λουκ. ιε', 24.32). Έτσι, «αμαρτία μη προς θάνατον» είναι κάθε μετανοημένη αμαρτία, ακόμα και αν πραγματοποιήθηκε «επτάκις της ημέρας», εφόσον αυτός που την διέπραξε είπε «επτάκις της ημέρας» «μετανοώ» (Λουκ. ιζ', 3-4).

Ενώ «αμαρτία προς θάνατον» είναι κάθε αμετα­νόητη αμαρτία, δηλαδή κάθε αμαρτία κατά την οποία και στην οποία παραμένει ο άνθρωπος συνειδητά, εκούσια και επίμονα. Τέτοια αμαρτία προκαλεί το θάνατο της ψυχής. Και ο θάνατος της ψυχής δεν είναι άλλο παρά ο χωρισμός της ψυχής από τον Θεό, η στέρηση του Θεού και των χαρι­σματικών δωρεών και δυνάμεών Του από την ψυχή.

Ο άγιος Θεολόγος ευαγγελίζεται: «Εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον, αιτήσει και δώσει αυτώ ζωήν, τοις αμαρτάνουσι μη προς θάνατον. Έστιν αμαρτία προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση».

«Αιτήσει, και δώσει αυτώ ζωήν». Επειδή έκανε αμαρτία πέθανε, νέκρωσε τον εαυτό του, σκότωσε τον εαυτό του· εάν παρακαλέσει, θα του δοθεί μέσω της μετάνοιας ανάσταση εκ νεκρών, ζωή. Έτσι η προσευχή και η μετάνοια είναι νικητές του θανάτου· ανασταίνουν νεκρούς. Για την «αμαρτία προς θάνατον» να μην «ερωτήση». Γιατί; Επειδή ο άνθρωπος μ' όλο του το είναι, μ' όλη την ψυχή, μ' όλη τη συνείδηση, μ' όλη τη θέληση εισέρχεται στην αμαρτία και παραμένει συνειδητά και εκούσια σ' αυτήν. Δεν θέλει να την απαρνηθεί, να την μισήσει.

Αυτός είναι εκείνος ο «δεύτερος θάνατος», από τον οποίο δεν ανασταίνεται. Σε τέτοιον άνθρωπο ο Θεός δεν επιθυμεί, ούτε θέλει να του επιβάλλει με βία την μετάνοια. Ούτε επιθυμεί, ούτε θέλει, ούτε μπορεί, επειδή ο Θεός είναι αγάπη, και δια της αγάπης «είναι» και ζει και υπάρχει. Ο Θεός από αγάπη δημιούργησε τον άνθρωπο με θεόμορ­φη ελευθερία. Εάν επέβαλλε με τη βία στον άνθρωπο τη θέλησή Του, το Ευαγγέλιό Του, τη σωτηρία Του, τη Βασιλεία Του, τον Εαυτό Του, τότε θα κατέστρεφε την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου.

Κι ο άνθρωπος θα σταματούσε να είναι άνθρωπος και θα γινόταν αυτόματο, μηχανή, ρομπότ. Ενώ ο Θεός επειδή είναι αγάπη, δεν θα μπορούσε να το κάνει, επειδή αυτό δεν είναι στην φύση της αγάπης. Εάν θα το έκανε, θα σταμα­τούσε να είναι Αγάπη. Εάν σταματούσε ο Θεός να είναι αγάπη θα έπαυε να είναι Θεός. Αυτός είναι ο λόγος που ο άγιος Μύστης συμβουλεύει ότι δεν πρέπει να προσευχόμαστε για την «αμαρτία προς θάνατον». Και μ' αυτό τον τρόπο μας υποδεικνύει τα του Θεού και ως προς τί πρέπει να αιτούμεθα τον Θεό και τί όχι.


(Ερμηνεία των επιστολών του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου 
από τον Όσιο Ιουστίνο Πόποβιτς, εκδ. «Εν πλω») 

Ο μόνος φιλάνθρωπος


Τὸ χειρότερο πρᾶγμα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι ὁ θάνατος: τὸ νὰ γίνω λάσπη, νὰ μεταβληθῶ σὲ σκουλήκια, σὲ πηλό! Ἀξίζει τάχα νὰ εἶναι κανεὶς ἄνθρωπος; Γιατὶ νὰ σὲ ἀγαπήσω, Θεέ μου, ἀφοῦ αὔριο θὰ μεταβληθῶ σὲ σκουλήκια καὶ πηλό;

Νά, ὅμως, ποὺ ὁ Κύριος Ἰησοὺς Χριστὸς σὲ σώζει ἀπὸ τὸν θάνατο διὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του, ἐξασφαλίζει τὴν αἰώνιο ζωὴ γιὰ τὴν ψυχή σου καὶ τὸ σῶμα, ὅταν ἐκεῖνο θὰ ἀναστηθεῖ λαμπερό καὶ θά ἐνωθεῖ μὲ τὴν ψυχή.

Γι' αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος Ἰησοὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκαλεῖται ὁ Μόνος Φιλάνθρωπος, ὁ μόνος ἀπὸ κατασκευῆς κόσμου μέχρι τῆς Φοβερᾶς Κρίσεως.

Μονάχα ἐκεῖνος ποὺ νίκησε τὸν θάνατο εἶναι ὁ Μόνος Φιλάνθρωπος καὶ ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἁπλὲς φλυαρίες.

Καὶ οἱ κουλτούρες, οἱ πολιτισμοί, οἱ ἐπιστῆμες καὶ οἱ τέχνες; - Τὶ ἀστεῖα πράγματα! Μὰ τὶ νὰ τὴν κάνω τὴν τεχνολογία καὶ τὴν ἐπιστήμη ὅταν μὲ μεταβάλουν σὲ σκουλήκια καὶ λάσπη;

Ἐκεῖνος εἶναι ὁ μόνος φιλάνθρωπος, αὐτὸς ποὺ μὲ ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο καὶ τὸν διάβολο. Γιατὶ ὁ διάβολος εἶναι ὁ ἐφευρέτης τῆς ἁμαρτίας καὶ μαζὶ μ' αὐτὴν καὶ τοῦ κακοῦ.

Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο: ἡ λύτρωση ἀπὸ τὸν θάνατο. Λέει ἡ δεύτερη μεγάλη ἐντολή: «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματ. 22, 39).

Πότε ἁγαποῦμε λοιπόν πραγματικὰ τὸν ἄνθρωπο; Ὅταν τὸν λυτρώνουμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία του, ἀπὸ τὴν κόλαση... αὐτὴ εἶναι ἡ γνήσια ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο.

Ἀπατᾶ ἑαυτόν ὁποῖος νομίζει πῶς ἀγαπᾶ τὸν ἄνθρωπο ἐνῶ ἐγκρίνει τὶς ἁμαρτίες του καὶ ἀναπαύει τὰ πάθη του. Τότε ἀγαπᾶ τὸν θάνατό του καὶ ὄχι τὸν ἴδιο.

Μονάχα ὅταν ἀγαπᾶ κανεὶς τὸν ἄνθρωπο διὰ τοῦ Χριστοῦ -μέ ὅλη τὴν ψυχή καὶ τὴν δύναμή του- τότε τὸν ἀγαπᾶ ἀληθινά.

Θὰ ρωτήσει κάποιος: καὶ ἡ ἀγάπη τῶν γονέων πρὸς τὰ τέκνα; Καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ συζύγου πρὸς τὴν σύζυγο; Καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν πατρίδα; Δὲν εἶναι καὶ αὐτά ἀγάπη; Τὰ ἀνομάζουμε βέβαια ὅλα αὐτά ἀγάπη ἀλλὰ εἶναι ἄραγε ἔτσι;

Ὅλα αὐτά δὲν ἔχουν ἴχνος ἀγάπης ἐάν δὲν εἶναι ὁ Χριστὸς ἡ δύναμη ἐκείνη μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία ἀγαπᾶμε. Ἄν ὁ πατέρας δὲν ἀγαπᾶ τὰ τέκνα του μὲ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἄν δὲν τὰ παιδαγωγεῖ στὸ ἀγαθό, ἄν δὲν τὰ ὁδηγεῖ στὸν ἴσιο δρόμο, ἄν δὲν τὰ διδάσκει νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, παρὰ μονάχα τὰ χαϊδεύει καὶ τὰ κολακεύει, τότε τὰ μισεῖ καὶ τὰ φονεύει.

Ἄν πάλι, ὁ σύζυγος ἀγαπᾶ τὴν σύζυγο μονάχα σαρκικά, γίνεται ὁ φονιάς της. Ἔτσι συμβαίνει μὲ κάθε γήινη, σαρκικὴ ἀγάπη.


Αγ. Ιουστίνος Πόποβιτς

Τί είναι ο ανθρώπινος νους χωρίς το Χριστό;


Χωρίζεται ο άνθρωπος από τον Χριστό; Τότε χωρίζεται από την μοναδική λογική έννοια του «όντος» του, της ζωής του, της υπάρξεώς του. Χωριζόμενος ο άνθρωπος από τον Χριστό, χωρίζεται και από την μόνη λογική έννοια της ψυχής του, του «νοός» του, της συνειδήσεώς του, του θελήματός του, του σώματός του.

Τί είναι ο ανθρώπινος νους χωρίς τον Χριστό;

Είναι ένας μαρτυρικός, βασανιστικός θρήνος. Τί είναι η ψυχή του ανθρώπου χωρίς τον Χριστό; Είναι ένα ομιλούμενο σκιάχτρο. Τί είναι η συνείδησή του, ή βούλησή του; Είναι ένας απελπισμένος τυφλός. Τί είναι το σώμα του χωρίς το Χριστό; Είναι ένα αηδιαστικό, σιχαμερό σκουλήκι. Τί είναι το θέλημα του; Είναι ένας αβοήθητος εγκληματίας. Τί είναι γενικά ο άνθρωπος χωρίς τον Χριστό; Είναι ένα φοβερό εξωτερικό θέαμα. Έτσι και κάθε άλλο δημιούργημα, από τον άγγελο μέχρι και το πιό ασήμαντο ον, χάνει κάθε λογική έννοια της υπάρξεώς του, αν δεν διατηρήσει στο «είναι» του, τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Η αμαρτία είναι η μοναδική διασπαστική δύναμη, που χωρίζει και διακόπτει κάθε δεσμό με τον Θεό. Χωρίζει τον άνθρωπο από τον Θεό, χωρίζει τον άγγελο και κάθε άλλο όν. Έτσι, απομακρύνοντας η αμαρτία τον άνθρωπο από τον Θεό, τον καταβυθίζει στη μωρία, στην χωρίς νόημα κατάσταση, στο θάνατο, στο διαβολισμό (στο κράτος του διαβόλου). Γι’ αυτό και ο φιλάνθρωπος Κύριος, ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος και με την ένωση στον Εαυτό Του, της Θείας και ανθρώπινης φύσεως, «ασυγχύτως και αδιαιρέτως», καθάρισε την φύση μας από την αμαρτία, την παραφροσύνη, τον θάνατο και τον διάβολο.

Έτσι ο Θεάνθρωπος Κύριος πέρασε στη γη όλα τα μαρτύριά μας, έζησε όλες μας τις θλίψεις, και σ’ εμάς τους «πολύ­πλευρα νεκρούς» ξανάδωσε ζωή, μας αναβίωσε από τις «θνη­τότητές» μας, μας ανέστησε από τους τάφους μας και μας αναβίβασε στα ουράνια (Εφεσ. 2, 6-8).

Με την Θεανθρώπινη ζωή Του και την ολόπλευρη Θεανθρώπινη «οικονομία» της σωτηρίας, ο Κύριος Ιησούς Χριστός έδωσε τις Θεοχαριτωμένες δυνάμεις, με τις οποίες οι άνθρωποι γίνονται «οικείοι του Θεού», γίνονται «γεγεννημένοι εκ του Θεού και συν Θεώ», περιτειχίζονται στην αγία εκκλησία και φθάνουν στο πλήρωμα της ζωής και της αιωνιότητας, διαμέσου της ευλογημένης Θεανθρωπότητας (Εφεσ. 2, 10­-22). Σύμφωνα με τον προαιώνιο προορισμό του ανθρώπου από τον Θεό, όλοι είναι δημιουργημένοι για τον ίδιο σκοπό, όλοι είναι κάτω από τον ίδιο Κύριο και Θεό, είναι κάτω από την αιώνια θεϊκή Αλήθεια, την δικαιοσύνη του Θεού και την αγαθότητά Του, όλοι είναι προορισμένοι «εις υιοθεσίαν διά Ιησού Χριστού εις αυτόν, κατά την ευδοκίαν του θελήματος αυτού» (Έφεσ. 1, 4-5).

Γι’ αυτό σ’ όλους τους ανθρώπους είτε είναι Ιουδαίοι, είτε είναι Έλληνες, δούλοι ή ελεύθεροι, δόθηκε ένας, ο ίδιος Σωτήρας και μία, η ίδια σωτηρία, τα ίδια μέσα και οι ίδιες δυνάμεις σωτηρίας, ένα και το ίδιο Ευαγγέλιο.

Η σωτηρία επιτυγχάνεται διαμέσου της ευλογημένης, χαριτωμένης ψυχικής ενώσεως με τον Σωτήρα Χριστό.

Και μετά την κοινωνία των ανθρώπων με τις ουράνιες σω­τηριώδεις δυνάμεις, που επιτυγχάνεται με το Ευαγγέλιο, γίνονται κοινωνοί και με όλες τις Θεανθρώπινες λυτρωτικές δυνάμεις, οι οποίες τους καθαρίζουν από κάθε κακία και αμαρτία και τους πληρώνουν, τους γεμίζουν και με όλα τα «ένθεα καλά» (Εφεσ. 3, 6-7).

Και αυτό συντελείται στο Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας, στην οποία βρίσκεται όλη η Θεανθρώπινη οικονομία της σωτηρίας, η «οικονομία του μυστηρίου» του Θεού, σε σχέση με το ανθρώπινο γένος και με όλα τα όντα γενικά. Αυτό το παν-θαυμαστό και παν-θαυματουργό μυστήριο της εκκλησίας, θαυμάζεται από τους αγγέλους του Θεού και αποκαλύπτεται και σ’ αυτούς, διαμέσου της εκκλησίας, η «πολυποίκιλος σοφία του Θεού» και μαζί με τους ανθρώπους μαθαίνουν και αυτοί την ανείπωτη και απερινόητη σοφία και αγάπη του Θεού (Εφεσ. 3, 9-10).


(Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς,
«Προς Εφεσίους Επιστολή»)

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Ἀναφορὰ σὲ θέματα τῆς Θείας Λειτουργίας


Ἡ Ἐκκλησία, σὰν ζωντανὸς ὀργανισμός, ἔχει τὴ δύναμη νὰ κρατάη ἐπάνω της ὅσα εἶναι γιὰ νὰ ζήσουν καὶ νὰ ἀφήνη ὅσα ἀπὸ μόνα τους εἶναι πιὰ νεκρά. Αὐτὸ ποὺ λέμε παράδοση δὲν εἶναι ἕνα νεκρὸ φορτίο, ποὺ πρέπει ἡ Ἐκκλησία νὰ τὸ σηκώνη ἐπάνω της, ἀλλὰ εἶναι μιὰ ζωντανὴ συνέχεια καὶ μιὰ δυναμικὴ πορεία πρὸς τὰ ἐμπρός. Ὅσα λοιπὸν εἶναι νὰ πεθάνουν θὰ πεθάνουν κι ἂς μὴ φοβούμαστε• ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν πεθαίνουν. Πρέπει νὰ εἴμαστε σὲ θέση, κάθε φορά, νὰ ξεχωρίζουμε τὸ οὐσιῶδες ἀπὸ τὸ ἐπουσιῶδες, χωρὶς νὰ φοβούμαστε ὅτι θίγεται τάχα ἡ πίστη, ὅταν πρέπει νὰ βάλωμε κάποια πράγματα στὴ θέση τους. Χρειάζεται βέβαια σύνεση, ποὺ ποτὲ δὲν πρέπει νὰ μᾶς λείπη.

Ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ θεία λατρεία. Ὅσο κι ἂν αὐτὸ στὸν καιρό μας, ποὺ εἶναι καιρὸς πρακτικῆς καὶ κοινωνικῆς δραστηριότητας, δὲν ἀκούεται καλά, ὅμως εἶναι μία βασικὴ ἐκκλησιαστικὴ ἀλήθεια. Ἂν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ ἐποχὲς παρακμῆς τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὲς εἶναι οἱ ἐποχὲς παρακμῆς τῆς θείας λατρείας. 

Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι τί πρέπει νὰ θεωροῦμε γιὰ ἀκμὴ ἤ γιὰ παρακμὴ στὴ θεία λατρεία. Μποροῦμε νὰ ποῦμε γενικὰ ὅτι ἀκμὴ τῆς ὀρθόδοξης λατρείας δὲν εἶναι πάντως ὁ ὑλικὸς πλοῦτος καὶ ἡ βασιλικὴ μεγαλοπρέπεια. Αὐτὸ πρέπει νὰ θεωρηθῆ πὼς εἶναι βέβαιη παρακμὴ τῆς θείας λατρείας καὶ παρεκτροπὴ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Εὐαγγελίου. Οὔτε τὰ χρυσὰ σκεύη οὔτε τὰ πολυτελῆ ἄμφια οὔτε οἱ λαμπροὶ φωτισμοὶ οὔτε οἱ πολυφωνικοὶ χοροὶ εἶναι ἡ ζωντανὴ καὶ ἀκμαία ὀρθόδοξη λατρεία.

Ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ ἄλλο ἄκρο. Γιατί πολλοὶ ἀπὸ ἀντίδραση πέφτουν στὸ ἄλλο ἄκρο ἤ ἀκόμα καὶ ἀρνιοῦνται τὴν ἀξία τῆς θείας λατρείας, καὶ φτάνουν νὰ ποῦν πὼς Ἐκκλησία εἶναι ἕνα στεγνὸ προτεσταντικοῦ τύπου κήρυγμα καὶ μία κοινωνικὴ μόνο δραστηριότητα. 

Γι’ αὐτὸ δὲν ἀγαποῦν τὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες, δὲν συγκινοῦνται στὴ λειτουργικὴ σύναξη, δὲν ξέρουν καὶ δὲν θέλουν νὰ λειτουργήσουν. Μιλᾶμε γιὰ ὡρισμένους κληρικούς, ποὺ θέλουν νὰ εἶναι μᾶλλον προϊστάμενοι καὶ διοικητὲς στὴν Ἐκκλησία παρὰ ἱερεῖς καὶ λειτουργοί. 

Τίποτε περισσότερο καὶ καλύτερο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι κανεὶς στὴν Ἐκκλησία παρὰ ἱερέας καὶ λειτουργός• ὅλα τὰ ἄλλα ὑστέρα σ’ ἕναν καλὸ καὶ ἀληθινὸ ἱερέα ἔρχονται μόνα τους. Αὐτὸ δυστυχῶς πολλοὶ δὲν τὸ καταλαβαίνομε, γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς δέρνει ἡ πολυπραγμοσύνη καὶ γι’ αὐτὸ συμβαίνει πολλὴ ἀκαταστασία στὴν Ἐκκλησία.


* * *

Ἀλλά, μᾶς ἐνδιαφέρει τώρα ἡ στάση μας καὶ ἡ συμπεριφορὰ μας μέσα στὴ θεία Λειτουργία. Καὶ θέλομε νὰ ποῦμε γιὰ ἕνα μέτρο, ποὺ πρέπει νὰ μᾶς κρατάη ὅταν λειτουργοῦμε, εἴτε πρὸς τὸ ἕνα εἴτε πρὸς τὸ ἄλλο ἄκρο. Εἶναι λοιπὸν μεγάλη ἁμαρτία, ὅταν οἱ λειτουργοί, οἱ ἱερεῖς δηλαδὴ καὶ οἱ ψάλτες, ξεχνιοῦνται ἤ καὶ θέλουν νὰ δίνουν τὴν ἐντύπωση, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ψάλλουν καὶ κινοῦνται, πὼς ἡ Ἐκκλησία εἶναι θέατρο. 

Ἔχει βέβαια μία δραματικὴ κίνηση ἡ τελετὴ τῆς θείας Λειτουργίας, ἔτσι καθὼς εἶναι ὁ ναὸς μὲ τὸ εἰκονοστάσι καὶ μὲ τὸ ἅγιο βῆμα ψηλότερα, μὲ τὴν ἱερὴ μουσικὴ καὶ μὲ τὸν διάλογο, ποὺ διαρκῶς γίνεται μὲ τὸν ἱερέα καὶ τὸ λαό. Στοὺς μεγάλους μάλιστα ναοὺς τῶν πόλεων, ὅπου ὑπάρχουν καὶ διάκονοι, αὐτὴ ἡ κίνηση γίνεται ζωηρότερη. Ἀλλὰ ποτὲ ἡ θεία Λειτουργία δὲν πρέπει νὰ ξεπέφτη σὲ θεατρικὴ παράσταση.

Ὅταν ὁ λόγος ἦταν γιὰ τοὺς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας, εἴπαμε τότε ὅσα μπορέσαμε, μὰ βλέπομε πὼς πρέπει τώρα κάτι ἀκόμα νὰ προσθέσουμε. Ἡ ψαλμωδία, καθὼς εἴπαμε δὲν εἶναι σκοπός, στὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ δὲν ψάλλομε γιὰ νὰ ψάλλωμε. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνᾶμε καὶ μάλιστα οἱ ψάλτες, ποὺ πολλὲς φορὲς θαρροῦν πὼς ἡ ἱερὴ σύναξη γίνεται, γιὰ νὰ τοὺς δοθῆ ἡ εὐκαιρία νὰ δείξουν τὴν τέχνη τους καὶ τὴ φωνή τους. 

Ξέρομε ἐδῶ πόση ζημιὰ γίνεται στὴν προσευχὴ καὶ τὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μ’ ἐκεῖνο τὸ περίφημο «Δύναμις» τοῦ «Ἅγιος ὁ Θεός...». Καὶ φαίνεται πὼς αὐτὸ γινότανε πάντα καὶ στὴ θεία Λειτουργία καὶ στὶς ἄλλες ἀκολουθίες, ἀλλιῶς δὲν θὰ ἀναγκαζότανε ἡ ἕκτη οἰκουμενικὴ Σύνοδος νὰ ἐκδώση τὸν ἑβδομηνταπέντε κανόνα. Ἀλλὰ ἡ Σύνοδος δὲν ὥρισε μόνο πῶς καὶ τί νὰ μὴν ψάλλουν οἱ ψάλτες, ἀλλὰ στὴ συνέχεια τοῦ κανόνα εἶπε καὶ πῶς πρέπει νὰ ψάλλουν «ἀλλὰ μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ κατανύξεως τὰς τοιαύτας ψαλμωδίας προσάγειν τῷ τῶν κρυπτῶν ἐφόρῳ Θεῷ...». 

Ἡ ψαλμωδία δὲν εἶναι καλλιτεχνικὴ ἐπίδειξη, ἀλλὰ ἐκκλησιαστικὴ διακονία. Καὶ ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τὶς κραυγὲς στὸ «ἀθάνατος», ἀλλὰ τί ψάλλει ὁ καθένας μέσα του• «ἄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ», γράφει ὁ Ἀπόστολος.

Ἀλλὰ εἶναι καὶ τὸ ἄλλο ἄκρο, ἡ ἀντίληψη ἐκείνων, ποὺ δὲν ξέρουν τί εἶναι ἡ θεία λατρεία καὶ δὲν τὴν ἐκτιμοῦν. Αὐτοὶ δὲν θέλησαν καὶ δὲν φιλοτιμήθηκαν νὰ μάθουν πῶς πρέπει νὰ κινοῦνται μέσα στὴν Ἐκκλησία σὰν λειτουργοὶ καὶ πῶς πρέπει νὰ ἀνοίγουν τὸ στόμα τους γιὰ νὰ διαβάσουν καὶ νὰ ψάλλουν.

Ἡ Ἐκκλησία δὲν θέλει καλλιτέχνες καὶ τραγουδιστές, ἀλλὰ ἀνθρώπους μὲ ἱερατικὴ καὶ λειτουργικὴ συνείδηση, ποὺ νὰ θέλουν καὶ νὰ ξέρουν νὰ μεταχειρισθοῦν τὴν ὅποια φωνὴ τοὺς ἔδωκε ὁ Θεός. Ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι κατάλληλοι γιὰ τὴν ἱερουργία καὶ δὲν κάνουν ὅσοι δὲν ἀγαποῦν τὴν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ. Καὶ εὐπρέπεια δὲν εἶναι μόνο τὸ συγύρισμα τοῦ χώρου, ἀλλὰ καὶ ἡ καλὴ διεξαγωγὴ τῆς θείας λατρείας. Κάποιοι, θέλοντας πολὺ σωστὰ νὰ ἀποφύγουν τὰ τραγούδια, ξεπέφτουν στὸ ἄλλο ἄκρο καὶ κάνουν σύνθημά τους τὴν ἀπειροκαλία.

Ἀκοῦνε, γιὰ παράδειγμα, νὰ γίνεται λόγος γιὰ ἀναγνώσματα, καὶ ἐπιμένουν νὰ διαβάζουν τὸν Ἀπόστολο καὶ τὸ Εὐαγγέλιο σὰν τὰ κοινὰ κείμενα καὶ σὰν τὴν ἐφημερίδα. Μὰ ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἕναν δικό της τρόπο ποὺ διαβάζει τὸν Ἀπόστολο καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, τὶς εὐχὲς καὶ κάθε ἀνάγνωσμα. 

Εἶναι τὸ λεγόμενο «ὕφος», ἤ, ὅπως εἴπαμε στὰ προηγούμενα, ἡ ἐμμελὴς ἀπαγγελία, κάτι ποὺ ἔρχεται ἀπὸ πολὺ μακρυά, κι ὅπως λένε οἱ εἰδικοί, εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἀπαγγελίας τοῦ χοροῦ στὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ τραγωδία. Πολλοὶ ξένοι φιλόλογοι ἔρχονται στὴ θεία Λειτουργία, γιὰ νὰ ἀκούσουν μιὰ καλὴ ἐμμελῆ ἀπαγγελία.


Διονύσιος Ψαριανός 
(Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Περί Εκκλησίας



..Είσαι μέλος της Εκκλησίας; Αυτό σημαίνει ότι είσαι οργανικώς συνδεδεμένος με τους αγίους Αποστόλους και με τους Μάρτυρας, με τους Ομολογητάς και με όλας τας ουρανίους αγγελικάς Δυνάμεις. 


Η αγάπη της αγίας καθολικότητος εις την Εκκλησίαν ενώνει θεανθρωπίνως, τα μέλη της Εκκλησίας μεταξύ των, ώστε όλα ομού και έκαστον προσωπικώς να ζουν την καθολικήν ζωήν της Εκκλησίας. Η δε αγία αυτή αγάπη της καθολικότητος εξαρτάται από την πίστιν των εις τον Χριστόν και από την εν Χριστώ ζωήν των. Δι' αυτό ο θεόσοφος Απόστολος και ευαγγελίζεται εις τους χριστιανούς: 

«Ως ουν παρελάβατε τον Χριστόν Ιησούν τον Κύριον, εν αυτώ περιπατείτε» (Κολ. 2, 6). Τίποτε να μην αλλάζετε εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν ούτε να του προσθέτετε. όπως είναι Αυτός είναι υπερτέλειος, θείως και ανθρωπίνως. Εμείς οι Απόστολοι τοιούτον Χριστόν Ιησούν και Κύριον, τον Θεάνθρωπον, εκηρύξαμεν και παρεδώσαμεν. Τοιούτον εσείς Τον «παρελάβατε».«Εν Αυτώ», λοιπόν, και «περιπατείτε».


«Εν Αυτώ» ζήτε και «περιπατείτε», τούτο είναι η εντολή των εντολών. «Εν Αυτώ περιπατείται», όχι προσαρμόζοντες Αυτόν εις τον εαυτόν σας, αλλά τον εαυτόν σας εις Εκείνον, όχι αλλάσσοντες Αυτόν προς τον εαυτόν σας, αλλά τον εαυτόν σας προς Εκείνον, όχι μεταποιούντες Αυτόν κατ' εικόνα σας, αλλά μεταποιούντες τον εαυτόν σας κατ' εικόνα Εκείνου. 

Μόνον οι υπερήφανοι αιρετικοί και άφρονες ψυχοφθόροι μεταποιούν, μεταβάλλουν, αλλάσσουν τον Θεάνθρωπον Χριστόν κατά τας επιθυμίας και αντιλήψεις των. Εκ τούτου και τό­σοι «ψευδόχριστοι» εις τον κόσμον και τόσοι ψευδοχριστιανοί. Ο δε αληθινός Κύριος Ιησούς, με όλον το πλήρωμα της ευαγγελικής και Θεανθρωπίνης Του ιστορικότητος και πραγματικότητος, υπάρχει ολόκληρος εις το Θεανθρώπινον σώμα Του την Ορθόδοξον Καθολικήν Εκκλησίαν, όπως εις την εποχήν των Αποστόλων, έτσι και σήμερον, έτσι και εις τους αιώνας. 

Η Θεανθρωπίνη ζωή Του παρατείνεται διά του Θεανθρωπίνου σώματος της Εκκλησίας εις ολόκληρον την ιστορίαν και την αιωνιότητα. Ζώντες λοιπόν εν τη Εκκλησία, «εν Αυτώ» ζώμεν, ακριβώς όπως διατάσση ο χριστοφόρος Απόστολος. Η δε πληρεστέρα πραγμάτωσις της εντολής Του είναι ο τρόπος της ζωής των Αγίων. Αυτοί φυλάττουν αναλλοίωτον την Θεανθρωπίνην μορφήν του Χριστού, με όλην την θαυμαστήν ζωτικότητα, την αναμφισβήτητον γνησιότητα και το απαράμιλλον κάλλος της. 

Μαζί με αυτό οι χριστοειδείς Άγιοι του Σωτήρος φυλάττουν και τον θεανθρώπινον σκοπόν του ανθρωπίνου είναι και της ανθρωπινής ζωής, με όλην την θεανθρωπίνην τελειότητα και το αναλλοίωτον του σκοπού αυτού, του ορισθέντος από αυτόν τον Θεάνθρωπον Κύριον Χριστόν και δυναμένου να πραγματοποιηθή μόνον εις το Θεανθρώπινον σώμα της Εκκλησίας. 

Αντιθέτως, κάθε αλλαγή, σμίκρυνσις, απλοποίησις, σύντμησις και ανθρωπομορφισμός του χριστιανικού σκοπού, καταστρέφει τον χριστιανισμόν, τον καθιστά ανούσιον, γήινον, τον μεταβάλλει εις συνηθισμένην ανθρωπίνην, δηλαδή ουμανιστικήν και φυματικήν θρησκείαν, ουμανιστικήν φυματικήν φιλοσοφίαν, ουμανιστικήν φυματικήν ηθικήν, ουμανιστικήν φυματικήν επιστήμην, ουμανιστικόν φυματικόν δη­μιούργημα, ουμανιστικήν φυματικήν κοινωνίαν.


Αγ. Ιουστίνος Πόποβιτς
(«Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ
Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (1884-1980)»,
Τεύχος 3, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2001, Θεσ/νίκη,
Έκδοσις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»)

Αλλιώς βαθμολογεί ο Θεός !


-Εγώ θα ήθελα να μπορώ να κάνω αυτά που κάνεις εσύ, να πηγαίνω εκκλησία, να τα αγαπάω όλα αυτά, αλλά δεν μου βγαίνει. Δεν θέλω. Βαριέμαι. Τα ακούω και μου φαίνονται βαρετά. Τα ακούω και δεν τα πιστεύω αυτά που λες. Όχι εσύ. Η Εκκλησία. Δεν τα πιστεύω αυτά. Δεν με αγγίζουν. Φταίω εγώ που δεν με αγγίζουν;

- Κοίταξε να δεις. Νομίζω σε πρώτη φάση, όπως λέμε, δεν φταις εσύ για αυτό που είσαι.. Γιατί ο άνθρωπος αγαπητοί μου, δεν είναι νησίδα μέσα στον κοσμο, δεν είναι ένα νησί απομονωμένο από τους υπόλοιπους. Όχι. Είμαστε ενωμένοι ο ένας με τον άλλο, δίπλα από τον άλλο,ζούμε ο ένας κοντά στον άλλο. Έχουμε πατέρα, μητέρα, παππού, γιαγιά , προγόνους , περιβάλλον, τόπο που ζούμε, συγκεκριμένη καταγωγή, συγκεκριμένο τόπο ο καθένας. Την πόλη του, το χωριό του, τις παραδόσεις του, τις συνήθειές του. 

Όλα αυτά τον έχουν επηρεάσει. Υπάρχει μια κληρονομικότητα. Υπάρχει μια εσωτερική προδιάθεση. Υπάρχει μια αγωγή που ο καθένας έχει δεχθεί. Υπάρχει μια αλλοίωση που έχει δεχθεί η ψυχή του. Καλή αλλοίωση ή και κακή επιρροή. Οπότε καταλαβαίνεις, ότι αυτό που είσαι είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες.

Όταν βλέπεις, δηλαδή, κάποιον που έχει έφεση και αγαπάει την πνευματική ζωή και διψάει η γη της καρδιάς του, μη βιαστείς να πεις : " Πολύ καλός άνθρωπος ". Διότι δεν ξέρεις τις προϋποθέσεις που είχε αυτός. Και μπορεί αυτός ο καλός άνθρωπος, να έπρεπε να είναι πολύ πιο καλός. Με βάση τις προϋποθέσεις του. Και ο Θεός σ' αυτόν τον καλό να βλέπει ότι του λείπουν πολλά ακόμα. Αυτόν που εσύ θαυμάζεις! 

Και μπορεί εσύ που βλέπεις τον εαυτό σου να τεμπελιάζει, να ραθυμεί, να ζει σε ένα πνευματικό λήθαργο και να μη σου αρέσουν πολύ αυτά τα πράγματα, ο Θεός να σε επαινεί στους Αγγέλους Του και να λέει :

"Αυτός ο άνθρωπος, αυτή η ψυχή, αυτή η γη της καρδιας του, κοίταξε! Δέχθηκε αυτές τις σταγόνες, έστω λίγες σταγόνες από τη δική Μου θεϊκή βροχή!.... Αλλά αυτός ο άνθρωπος ήταν τόσο αβόηθητος δίπλα του, ήταν τόσο δύσκολο το περιβάλλον του, ήταν τόσο δύσκολος ο χώρος εργασίας του, του σπιτιού του, οπότε πάλι καλά και αυτό που κάνει. Το βαθμολογώ αλλιώς".

Αλλιώς βαθμολογεί ο Θεός!!!


π. Ανδρέα Κονάνου
Απο το βιβλίο : "Δυνάμωσε την ψυχή σου"

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Όσο προχωράει κανείς, τόσο περισσότερο βλέπει τις ελλείψεις του


Γέροντα, όπως βλέπω τον εαυτό μου, κάθε μέρα γίνομαι χειρότερη, τί θα γίνη;

–Κοίταξε, ευλογημένη, υπάρχουν τρία στάδια. 

Στο πρώτο στάδιο, ο Θεός δίνει καραμέλες και σοκολάτες, γιατί βλέπει την ανάγκη και την αδυναμία της ψυχής.

Στο δεύτερο, παίρνει λίγο την Χάρη Του για παιδαγωγία, για να καταλάβη ο άνθρωπος ότι χωρίς την βοήθειά Του δεν μπορεί να κάνη το παραμικρό, ώστε να ταπεινωθή και να αισθανθή την ανάγκη να καταφύγη σ᾿ Αυτόν.

Και το τρίτο στάδιο είναι μια μόνιμη και σταθερή καλή πνευματική κατάσταση. Εσύ βρίσκεσαι ανάμεσα στο δεύτερο και τρίτο στάδιο. Προχωράς λίγο, μετά ξεχνάς την αδυναμία σου, παίρνει ο Χριστός την Χάρη Του, απογυμνώνεσαι από την θεία Χάρη, βλέπεις ξανά την αδυναμία σου και συνέρχεσαι. 

Αν μου έλεγες ότι, όσο προχωράς, είσαι καλύτερα, θα φοβόμουν, γιατί θα έβλεπα ότι έχεις υπερηφάνεια. Τώρα όμως που λές ότι όλο και πιο χάλια βλέπεις τον εαυτό σου, εγώ χαίρομαι, γιατί βλέπω ότι είσαι καλά. Μη φοβάσαι. Όσο προχωράει κανείς, τόσο περισσότερο βλέπει τις ελλείψεις του και τις ατέλειές του και αυτό είναι πρόοδος.


Από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές»
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι Ε'

Στον άγιο Σεραφείμ άρεσε να παρομοιάζη την ανθρώπινη ζωή με ένα κερί


Στον άγιο Σεραφείμ άρεσε να παρομοιάζη την ανθρώπινη ζωή με ένα κερί. Ένα πλήθος από κεριά έκαιγαν μέσα στο κελλί του μπροστά στις εικόνες. Όσο περισσότεροι έρχονταν- και οι επισκέπτες όλο και αυξάνονταν χρόνο με τον χρόνο-τόσο περισσότερα κεριά του έφερναν.

Η ζωή μας έλεγε ο στάρετς, μπορεί να συγκριθή με μια λαμπάδα καμωμένη από κερί με φυτίλι, που καίει με μια φλόγα που εμείς ανάψαμε.

Το κερί είναι η πίστη μας, το φυτίλι η ελπίδα μας, και η φλόγα η αγάπη που ενώνει την πίστη μαζί με την αγάπη, όπως το κερί και το φυτίλι καίνε μαζί με αποτέλεσμα τη φωτιά.

Ένα κερί κακής ποιότητας βγάζει όταν το ανάβης και όταν το σβήνης μια άσχημη μυρωδιά.Όμοια είναι και η ζωή ενός αμαρτωλού.

Κοιτώντας ένα κερί-κυρίως μέσα στην εκκλησία- σκεπτόμαστε πάντα την αρχή, το ξετύλιγμα της ζωής μας και το τέλος της: όπως λειώνει ένα αναμμένο μπροστά στο πρόσωπο του Θεού, έτσι και κάθε στιγμή, λιγοστεύει η ζωή μας πλησιάζοντας προς το τέρμα της.

Αυτή η σκέψη θα μάς βοηθήση να μη διασπώμεθα στην εκκλησία, να προσευχόμαστε με περισσότερη θέρμη και να κάνουμε το παν για να μοιάσει η ζωή μας με μια λαμπάδα από αγνό κερί, που καίγεται και σβήνει χωρίς άσχημη μυρωδιά.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

Ω φως ιλαρόν, ω φως εσπερινόν, ω φως ανέσπερον!


Έχουμε στο σπίτι μας ένα μικρό δωμάτιο μ' ένα εικονοστάσι, που βρίσκεται προς τη μιά γωνιά του. Απάνω στο εικονοστάσι είναι βαλμένο, στη μέση, ένα παλιό μεγάλο Ευαγγέλιο με ασημωμένες τάβλες, ένας αρχαίος σκαλιστός σταυρός, ένα μικρό κουτάκι με άγιο λείψανο, ένα ασημένο χέρι, μεγάλο όσο είναι το φυσικό χέρι, που έχει μέσα άγιο λείψανο της αγιάς Παρασκευής, και κάμποσα εικονίσματα, που ανάμεσά τους είναι μία μεγάλη εικόνα της αγιάς Παρασκευής, παλιά κι ασημωμένη από τέμπλο.

Όλα αυτά ήτανε της οικογενειακής εκκλησιάς μας, και τα πήραμε μαζί μας τον καιρό που φύγαμε από τη Μικρά Ασία, καταδιωγμένοι από τον Τούρκο, μαζί με λίγα εκκλησιαστικά βιβλία. Αντί να πάρουμε άλλα πράγματα, που θα ήτανε πιό χρήσιμα σε μας, κατά τη γνώμη του κόσμου, προτιμήσαμε να πάρουμε αυτά τα αγιασμένα πράγματα. Περάσαμε στη Μυτιλήνη, που είναι κοντά στο μέρος που γεννηθήκαμε, αντίκρυ στη μεγάλη στεριά της Ανατολής.

Το καντήλι καίει μέρα-νύχτα ακοίμητο, μπροστά σ' αυτό το εικονοστάσι. Το δωμάτιο μοσκοβολά κερί και λιβάνι. Εκεί είναι το καταφύγιο μας στις δύσκολες περιστάσεις της ζωής μας, εκεί λέμε και τις ευχαριστίες μας στον Θεό για ό,τι καλό μας στέλνει. Εκεί λέμε τον εσπερινό και τον όρθρο, όποτε τύχει να μην πάμε στην εκκλησία, τις παρακλήσεις, τις δοξολογίες. Εκεί γίνουνται οι αγιασμοί και τα ευχέλαια, από αγιαμένους παπάδες και καλογήρους. Η ψυχή μας κ' η καρδιά μας, βρίσκονται εκεί. Έχουμε τα Μηναία, το Πεντηκοστάριο, την Παρακλητική, το Τριώδιο, το Ωρολόγιο, το Αγιασματάρι, κλπ... Εκείνο το θαλάμι είναι η κατ οίκον εκκλησία μας. 

Από τα δεξιά βρίσκεται ένα παραθύρι, δίπλα στη βορεινή γωνιά. Απ' εκείνο το παραθύρι, που είναι βορεινό, δεν μπαίνει ολότελα ο ήλιος όλον τον χειμώνα. Μονάχα κατά την αρχή του καλοκαιριού αρχίζουν και τρυπώνουν λοξά χρυσές αχτίνες από τον ήλιο, την ώρα που βασιλεύει. Τρυπώνει δειλά-δειλά, αυτό το φώς, το «Φώς ιλαρόν», όπως το λέγω, και κάνει μια στενή λουρίδα όρθια, χρυσαφένια, δίπλα στη βορεινή γωνιά, αριστερά από το εικονοστάσι.

Φανερώνεται τις πρώτες μέρες του Ιουνίου, και χάνεται τις πρώτες μέρες του Αυγούστου. Το αγιασμένο πυροτέχνημα στην αρχή βαστά λίγες στιγμές κ' ύστερα αποτραβιέται. Κατά την αρχή Ιουλίου στέκεται ίσαμε μιά ώρα. Και στις τελευταίες μέρες του βαστά πάλι λίγες στιγμές, ως που χάνεται, και δεν ξαναφαίνεται πιά.

Αυτό είναι το «Φώς ιλαρόν». Από μικρό παιδί το 'βλεπα το βράδυ που βασίλευε ο ήλιος, εξωτικό, χρυσοκκόκινο, να χρυσώνει τα σπίτια, τα μικρά τα βουνά, τα βράχια, τα πανιά των καραβιών, σαν να ήτανε χρυσοκαπνισμένα. Το θέαμα ήτανε πανηγυρικό, κ' έπεφτα σε έκσταση, σαν να ερχότανε εκείνο το φώς απο έναν άλλον κόσμο, από τη βασιλεία των ουρανών, κατά κει που βασιλεύει ο ήλιος.

Πόσο ποιητικά εκφράζει ο λαός μας τη μεγαλοπρέπεια που έχει εκείνη η ιερή ώρα, λέγοντας πως ο ήλιος «βασιλεύει». Αληθινά, ποιός βασιλιάς ντύθηκε ποτέ με τέτοια πορφύρα; Θα' λεγε κανένας πως δεν είναι ο ήλιος αυτός ο βασιλέας, αλλά ο Χριστός, ο βασιλεύς των βασιλευόντων.

Έχω την ιδέα μάλιστα πως ο ευλαβής λαός μας, λέγοντας «ο ήλιος εβασίλεψε», επήρε τα λόγια, γυρίζοντάς τα, από το «Προκείμενον» που λέγει ο ψάλτης το Σαββατόβραδο στον εσπερινό: «ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο» ίσα-ίσα την ίδια ώρα που βασιλεύει ο ήλιος. 

Εκείνη την ώρα το χρυσορρόδινο φώς μπαίνει απο το παράθυρο της εκκλησίας, που είναι κατά το δυτικό μέρος, και χτυπά απάνω στο σκαλιστό τέμπλο, κάνοντας το να λαμποκοπά σάν «χρυσοπλοκώτατος πύργος». 

Λίγο πρίν το «Προκείμενον» λέγει ο ψάλτης, ή κανένας καλόγερος, ή κανένας ταπεινός αναγνώστης το «Φως ιλαρόν», εκείνον τον θεσπέσιον εσπερινόν ύμνον.

...Σε στέλνει σε όλους τους ανθρώπους μα αυτοί δεν σε βλέπουν, ω φως ιλαρόν, ω φως εσπερινόν, ω φως ανέσπερον!


Φώτης Κόντογλου «Ευλογημένο Καταφύγιο»,
Κεφάλαιο: Το βασίλεμα του ήλιου

Την έχεις αυτή την εμπειρία;


Όταν αποκτήσει κανείς την εμπειρία της υπάρξεως του Θεού, όταν δηλαδή γνωρίσει βιωματικά τον Θεό, τότε υπακούει στη συνείδησή του, που λειτουργεί κατά φύση, πιστεύει στη μέλλουσα ζωή, πιστεύει σ’ όλες τις θείες επαγγελίες.


Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος