Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

Εὐχὴ Μυστικὴ


Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος

Εὐχὴ Μυστικὴ
Δι’ ἧς ἐπικαλεῖται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὁ αὐτὸ προορῶν


Πρόσκληση

Ἔλα, τὸ φῶς τὸ ἀληθινό,
ἔλα, ἡ αἰώνια ζωή,
ἔλα, τὸ ἀπόκρυφο μυστήριο,
ὁ ἀνώνυμος θησαυρός,
τὸ ἀνεκφώνητο πράγμα,
τὸ ἀκατανόητο πρόσωπο,
ἡ παντοτινὴ ἀγαλλίαση, τὸ ἀνέσπερο φῶς,
ἔλα, ἡ ἀληθινὴ προσδοκία
αὐτῶν ποὺ μέλλουν νὰ σωθοῦν.
Ἔλα, τῶν πεσμένων ἡ ἔγερση,
ἔλα, τῶν νεκρῶν ἡ ἀνάσταση.
Ἔλα, Δυνατέ, ποὺ δημιουργεῖς,
μεταπλάθεις κι ἀλλοιώνεις τὰ πάντα
μὲ μόνη τὴ θέλησή σου!
Ἔλα, ἀόρατε, ἀνέγγιχτε κι ἀψηλάφητε.
Ἔλα, σὺ ποὺ μένεις πάντα ἀμετακίνητος,
μὰ κάθε στιγμὴ μετακινεῖσαι ὁλόκληρος,
γιὰ νὰ 'ρθεις σέ μᾶς, ποὺ κειτόμαστε στὸν ἅδη,
ὁ ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν.
Ἔλα, πολυπόθητο καὶ πολυθρύλητο ὄνομα,
ποὺ ὅμως ἀδυνατοῦμε νὰ περιγράψουμε
τί ἤσουν ἀκριβῶς,
ἢ νὰ γνωρίσουμε τὴν οὐσία καὶ τὶς ἰδιότητές σου.
Ἔλα, παντοτινὴ χαρά,
ἔλα, ἀμαράντινο στεφάνι,
ἔλα, πορφύρα τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ βασιλιᾶ μας.
Ἔλα, κρυστάλλινη ζώνη διαμαντοστόλιστη,
ἔλα, ἀπλησίαστο ὑπόδημα,
ἔλα βασιλικὴ ἁλουργίδα
κι ὄντως αὐτοκρατορικὴ δεξιά!
Ἔλα, σὺ ποὺ πόθησε καὶ ποθεῖ
ἡ ταλαίπωρή μου ψυχή,
ἔλα, σὺ ὁ Μόνος
πρὸς ἐμένα τὸν μόνο
γιατί, καθὼς βλέπεις
εἶμαι μόνος!…
Ἔλα, σὺ ποὺ μὲ ξεχώρισες ἀπ' ὅλα
καὶ μ' ἔκανες μοναδικὸ πάνω στὴ γῆ.
Ἔλα, σὺ ποὺ ἔγινες ὁ πόθος τῆς ψυχῆς μου
καὶ μ' ἀξίωσες νὰ σὲ ποθήσω
τὸν ἀπρόσιτο παντελῶς!
Ἔλα, πνοή μου καὶ ζωή,
ἔλα τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς παρηγοριά,
ἔλα, χαρὰ καὶ δόξα μου κι' ἀτέλειωτη τρυφή.



Εὐχαριστία

Σ' εὐχαριστῶ, ποὺ ἔγινες ἕνα πνεῦμα μαζί μου
ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως κι ἀναλλοιώτως,
Θεὲ τοῦ παντός,
κι' ἔγινες γιὰ χάρη μου τὰ πάντα σὲ ὅλα:
Τροφὴ ἀνεκλάλητη ποὺ ποτὲ δὲν τελειώνει,
ποὺ ξεχύνεται ἀκατάπαυστα
ἀπὸ τῆς ψυχῆς μου τὰ χείλη
καὶ πλούσια ἀναβλύζει
ἀπ' τὴν πηγὴ τῆς καρδιᾶς μου.
Ἔνδυμα, ποὺ ἀστράφτει
καὶ καταφλέγει τοὺς δαίμονες.
κάθαρση, ποὺ μὲ πλένεις
μὲ τ' ἄφθαρτα κι' ἅγια δάκρυα
ποὺ ἡ παρουσία σου χαρίζει
σ' ὅσους ἐπισκεφθεῖς.
Σ' εὐχαριστῶ, γιατί γιὰ χάρη μου ἔγινες
ἀνέσπερο φῶς καὶ ἥλιος ἀβασίλευτος,
ποὺ δὲν ἔχεις ποῦ νὰ κρυφτεῖς,
ἀφοῦ γεμίζεις μὲ τὴ δόξα σου τὰ σύμπαντα.
Ποτὲ δὲν κρύφτηκες ἀπὸ κανένα
ἀλλ' ἐμεῖς κρυβόμαστε πάντοτε ἀπὸ σένα,
μὴ θέλοντας ναρθοῦμε κοντά σου.
Μὰ ποῦ νὰ κρυφτεῖς
ἀφοῦ πουθενὰ δὲν ὑπάρχει τόπος
γιὰ τὴν κατάπαυσή σου;
Καὶ γιατί νὰ κρυφτεῖς
ἐσὺ ποὺ δὲν ἀποστρέφεσαι κανένα
οὔτε κανένα ντρέπεσαι;
Καὶ τώρα, σὲ ἱκετεύω, Δέσποτά μου,
ἔλα νὰ στήσεις τὴ σκηνή σου στὴν καρδιά μου,
νὰ κατοικήσεις καὶ νὰ μείνεις ἐντός μου
ἀχώριστος κι ἑνωμένος μέχρι τέλους
μὲ μένα τὸν δοῦλο σου, ἀγαθέ,
γιὰ νὰ βρεθῶ κι' ἐγὼ
στὴν ἔξοδό μου κι ἔπειτα ἀπ' αὐτὴν στοὺς αἰῶνες
κοντά σου Ἀγαπημένε,
καὶ νὰ βασιλέψω μαζί σου
Θεὲ τοῦ παντός!



Ἱκεσία

Μεῖνε, Κύριε, καὶ μὴ μ' ἀφήσεις μόνο.
Θέλω, ὅταν ἔρθουν οἱ ἐχθροί μου,
Ποὺ ζητοῦν νὰ καταπιοῦν τὴν ψυχή μου,
νὰ σὲ βροῦν μέσα μου,
καὶ νὰ φύγουν γιὰ πάντα,
γιὰ νὰ μὴ μπορέσουν ξανὰ νὰ μὲ βλάψουν
βλέποντάς σε τὸν ἰσχυρότερο πάντων
νὰ κάθεσαι στὸν οἶκο τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς.
Ναί, Δέσποτα,
ὅπως μὲ θυμήθηκες ὅταν ζοῦσα στὸν κόσμο
καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω
μὲ διάλεξες ἐσύ, μὲ χώρισες ἀπ' τὸν κόσμο
καὶ μ' ἔκανες κοινωνὸ τῆς θείας σου δόξης,
ἔτσι καὶ τώρα φύλαξέ με
πάντοτε σταθερὸ κι ἀμετακίνητο
στὴν ἐνοίκησή σου ἐντός μου.
Βλέποντάς σε ἀδιάκοπα ἐγὼ ὁ νεκρὸς
θ' ἀνασταίνομαι καὶ θὰ ζῶ,
ἔχοντάς σε ἐγὼ ὁ φτωχὸς
θὰ πλουτίζω διαρκῶς
καὶ θὰ γίνω πλουσιότερος
ἀπ' ὅλους τοὺς βασιλιάδες.
καὶ θὰ σὲ τρώγω καὶ θὰ σὲ πίνω
καὶ θὰ σὲ ντύνομαι κάθε ὥρα,
ὥστε νὰ ζῶ καὶ τώρα καὶ πάντα
ἐντρυφώντας σὲ ἀνεκλάλητα ἀγαθά.
Γιατί ἐσὺ εἶσαι
κάθε ἀγαθὸ καὶ κάθε δόξα καὶ κάθε τρυφὴ
καὶ σὲ σένα πρέπει ἡ δόξα
στὴν Ἁγία καὶ Ὁμοούσιο καὶ Ζωοποιὸ Τριάδα,
ποὺ ὅλοι οἱ πιστοὶ
τὴ σέβονται καὶ τὴ γνωρίζουν,
τὴν προσκυνοῦν καὶ τὴ λατρεύουν
στὰ πρόσωπα
τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.