Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Κυριακάτικο Κήρυγμα

Αποτέλεσμα εικόνας για κυριακη ιε λουκα

Κυριακὴ ΙΕ´ Λουκᾶ
(Λουκ. ιθ´ 1-10)
Ἡ μεταστροφὴ τοῦ Ζακχαῖου


Ἡ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἀναφέρεται στὴ συνάντηση τοῦ Ζακχαίου μὲ τὸ Χριστό. Ἡ περικοπὴ αὐτὴ ἀπαντᾶ στὴν ἀρχὴ τοῦ δεκάτου ἐνάτου κεφαλαίου τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου. Στὸ προηγούμενο, τὸ δέκατο ὄγδοο κεφάλαιο, καταγράφονται τρία ἐξίσου σημαντικὰ περιστατικά. Πρῶτον, ὁ διάλογος τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν πλούσιο ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται νὰ μοιράσει τὸν πλοῦτο του στοὺς πτωχοὺς καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸ Χριστό. Στὴ συνέχεια βλέπουμε τὸ Χριστὸ νὰ προλέγει τὸ πάθος Του καὶ νὰ ξεκινᾶ τὴν πορεία Του πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ. Τρίτον, βλέπουμε τὸ Χριστὸ νὰ εἰσέρχεται στὴν Ἱεριχώ, μία πόλη ποὺ ἀπέχει μόλις εἴκοσι χιλιόμετρα ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου καὶ θεραπεύει ἕνα τυφλό, δίνοντάς του ἔτσι τὴ δυνατότητα νὰ δεῖ καὶ νὰ δοξάσει τὸ Θεό.

Ἀμέσως μετά, στὴν ἴδια πόλη, τὴν Ἱεριχώ, λαμβάνει χώρα ἡ συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸ Ζακχαῖο. Ὁ Ζακχαῖος εἶναι πλούσιος, ὅπως καὶ ὁ ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς, καὶ θέλει κι αὐτὸς νὰ δεῖ, ὅπως ὁ τυφλός. Ὅπως ὅμως θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια, δὲν θέλει ἁπλῶς νὰ ἀνακτήσει τὴ φυσική του ὅραση, ἀλλὰ νὰ δεῖ τὸ Χριστό, μέσα δὲ ἀπὸ τὴ θέα τοῦ Χριστοῦ θὰ ὁδηγηθεῖ, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν πλούσιο ἄρχοντα, στὴν ἀπόφαση νὰ μοιράσει τὸν πλοῦτο του στοὺς συνανθρώπους του καὶ νὰ βρεῖ τὴ σωτηρία.

Ὁ Ζακχαῖος ἦταν ἀρχιτελώνης. Οἱ τελῶνες ἐκείνη τὴν ἐποχὴ προπλήρωναν τοὺς φόρους στοὺς Ρωμαίους κατακτητὲς καὶ στὴ συνέχεια ἀνελάμβαναν νὰ τοὺς εἰσπράξουν οἱ ἴδιοι ἀπὸ τὸ λαό, ἐπιβαρύνοντας ὅμως τοὺς φορολογούμενους μὲ ἐπιπλέον ποσὰ ἀποσκοπῶντας στὸν δικό τους πλουτισμό. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ οἱ τελῶνες θεωροῦνταν ἐξ ὁρισμοῦ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἦταν ἀποκλεισμένοι ἀπὸ τὴν κοινότητα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.


Ὁ Ζακχαῖος, ὡστόσο, ἂν καὶ τελώνης, εἶχε μία ἀγαθὴ ἐπιθυμία: ἤθελε νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν κοντός, τὸ πλῆθος ποὺ περιέβαλε τὸ Χριστὸ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ τὸν ἀντικρύσει. Γιὰ νὰ μπορέσει λοιπὸν νὰ Τὸν δεῖ σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο.

Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Ζακχαίου ἦταν πράξη ταπεινωτική. Πρῶτον, διότι ἕνας πλούσιος ἀξιωματοῦχος τῆς ἐποχῆς σκαρφάλωνε σὰν μικρὸ παιδὶ πάνω σ’ ἕνα δέντρο. Δεύτερον, διότι, ἀνεβαίνοντας στὸ δέντρο, ἐξέθετε ἀκόμη περισσότερο τὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ μικροῦ του ἀναστήματος, πρᾶγμα ποὺ θὰ τὸν ἐξέθετε ἀκόμα πιὸ πολὺ στὰ ἀρνητικὰ καὶ ἐνδεχομένως εἰρωνικὰ σχόλια τοῦ πλήθους. 

Ὁ Ζακχαῖος ὅμως ταπεινώνεται ἑκουσίως, ἐπειδὴ θέλει νὰ δεῖ τὸν Χριστό. Θέλει νὰ δεῖ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἐπίσης πρόκειται σὲ λίγο νὰ ταπεινωθεῖ, ἀνεβαίνοντας κι Ἐκεῖνος σ’ ἕνα ξύλο, στὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ. Ἡ ταπείνωση τοῦ Ζακχαίου συγκροτεῖ σημεῖο ἐπαφῆς μὲ τὸ Χριστό, ποὺ βαδίζει τὸ δρόμο πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα, τὸ δρόμο δηλαδὴ τῆς ταπείνωσης καὶ τοῦ μαρτυρίου.

Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ὅταν ὁ Ζακχαῖος βλέπει τὸ Χριστό, ὁ Χριστὸς ἐπίσης στρέφεται καὶ βλέπει καὶ ἐκεῖνος τὸ Ζακχαῖο. Τὸν βλέπει καὶ τοῦ ζητεῖ νὰ κατεβεῖ ἀπὸ τὸ δέντρο, διότι ἐκεῖνο τὸ βράδυ πρόκειται νὰ μείνει στὸ σπίτι του. Ὁ Ζακχαῖος κατεβαίνει καὶ τὸν ὑποδέχεται μὲ χαρά, ἐνῷ τὸ πλῆθος, ἀνίκανο νὰ κατανοήσει τὸ μήνυμα καὶ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Χριστοῦ, γογγύζει καὶ ἐναντίον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὅπως τὸν χαρακτηρίζει, Ζακχαίου, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τοῦ ἴδιου του Χριστοῦ, ποὺ ἐπέλεξε νὰ καταλύσει στὸ σπίτι του. 

Ἀντίθετα ὁ Ζακχαῖος, ἀλλοιωμένος ἀπὸ τὴν ἀπρόσμενη ἀποδοχὴ καὶ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, δηλώνει ὅτι θὰ δώσει τὴ μισή του περιουσία στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅτι, ἐὰν ἀδίκησε κάποιον, θὰ τοῦ ἐπιστρέψει τὰ τετραπλάσια. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν πλούσιο ἄρχοντα ποὺ ἀρνήθηκε νὰ μοιράσει τὸν πλοῦτο του, ὁ Ζακχαῖος ἑκουσίως καὶ αὐτοβούλως ἀποφασίζει νὰ τὸ κάνει. Ἔχοντας ταπεινωθεῖ καὶ διαπιστώσει πόσο πολὺ ἀποδέχεται καὶ ἀγαπᾶ τὸν ἄνθρωπο ὁ Χριστός, ἐμφανίζεται πρόθυμος νὰ ἀνταποκριθεῖ ἔμπρακτα στὴν ἀγάπη Του, υἱοθετῶντας μία ἀντίστοιχη στάση ἀγάπης πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Μετὰ τὴ γνωστοποίηση τῆς ἀπόφασης τοῦ Ζακχαίου νὰ διανείμει τὴν περιουσία του, ὁ Χριστὸς ὁμολογεῖ ὅτι ἡ σωτηρία ἦρθε σ’ ἐκεῖνο τὸ σπίτι. Διότι καὶ ὁ Ζακχαῖος εἶναι παιδὶ τοῦ Ἀβραάμ. Εἶναι, καὶ ἐκεῖνος, τὸ χαμένο πρόβατο ποὺ ἦλθε νὰ ζητήσει καὶ νὰ σώσει ὁ καλὸς ποιμένας. Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦρθε νὰ ζητήσει τὴ σωτηρία τοῦ Ζακχαίου ἤδη πρὶν ὁ ἴδιος ὁ Ζακχαῖος ζητήσει νὰ δεῖ ποιὸς εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ σωτηρία αὐτὴ περιλαμβάνει τὴν ἀποκατάσταση τῆς σχέσης τοῦ Ζακχαίου τόσο μὲ τὸν ἴδιο τὸ Θεό, ὅσο καὶ μὲ τὴν κοινότητα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία τὸν εἶχε ἀποκλείσει ἡ προγενέστερη ἁμαρτωλὴ ζωή του.

Ἡ παραπάνω περικοπὴ μᾶς φανερώνει, μεταξὺ ἄλλων, τὰ στάδια μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα συχνὰ διέρχεται ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεό. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλὸς καὶ ἄδικος. Ὁ Χριστὸς ὅμως ἐπιζητεῖ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Πολλὲς φορὲς ἡ σωτηρία αὐτή, ἡ συνάντηση δηλαδὴ μὲ τὸ Χριστό, παρεμποδίζεται ἀπὸ ἄλλους ἀνθρώπους, ἀκόμα καὶ ἀπὸ πλήθη ποὺ περιστοιχίζουν τὸ Χριστό, χωρὶς στὴν πραγματικότητα νὰ κατανοοῦν καὶ νὰ ἐνστερνίζονται τὸ μήνυμα καὶ τὴν ἀποστολή Του. Γιὰ νὰ συναντήσει κανεὶς τὸ Χριστὸ θὰ πρέπει πρῶτα νὰ τὸ θέλει καὶ νὰ τὸ προσπαθήσει. 

Στὴ συνέχεια θὰ πρέπει νὰ ταπεινωθεῖ, ὥστε νὰ ὁμοιάσει ἐσωτερικὰ πρὸς ἐκεῖνον ποὺ ταπεινώθηκε πάνω στὸ σταυρὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας. Μὲ τὴν ταπείνωση ἀνοίγει ὁ δρόμος τῆς συνάντησης μὲ τὸν Χριστό. Ἡ συνάντηση ὅμως αὐτὴ δὲν ἐξαντλεῖται σὲ ἐσωτερικὰ βιώματα καὶ εὐσεβεῖς σκέψεις. Ἐὰν εἶναι γνήσια, μετουσιώνεται σὲ συγκεκριμένες πράξεις. Ὁδηγεῖ στὴν ἔμπρακτη ἀλλαγὴ τῆς στάσης τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τοὺς συνανθρώπους του.

Καὶ καταλήγει ὄχι στὴν τυπική, ἀλλὰ στὴν οὐσιαστικὴ καὶ πλήρη ἔνταξή του στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, στὴν Ἐκκλησία, στὴν κοινότητα δηλαδὴ τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀγωνίζονται νὰ ἀγαπήσουν τὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, καὶ ποὺ βιώνουν καθημερινὰ τὴ θυσία ἀλλὰ καὶ τὴ χαρὰ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου στὴ ζωή τους.


π. Δ. Μ.