Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Η Χριστολογία του Απ. Παύλου στην Αγιορείτικη εμπειρία. (Β΄)

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο Φώτης Κόντογλου και ο μύθος του χταποδιού

Η μονολόγιστος ευχή διαποτίζει την ευσέβεια και την σκέψι όλων των Αγιορειτών. Ό,τι κατωτέρω γράφει ο Επίσκοπος Αμφιλόχιος περί του αγίου Παλαμά, ισχύει για όλους τους Αγιορείτας: «Θα ηδύνατο να είπη τις ότι ολόκληρος η σκέψις του αγίου Γρηγορίου είναι εκ των ένδον διαπεποτισμένη υπό της μονολογίστου ευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», η οποία ήτο η αναπνοή του, η μυστική εστία της προσωπικότητος και ολοκλήρου της υπάρ-ξεώς του, ούσα συγχρόνως και ο ασφαλέστερος ερμηνευτής των αγώνων αυτού υπέρ «της κοινής ημών ελπίδος, του φωτός του μέλλοντος και μένοντος αιώνος», ως τού του Χριστού φωτός».

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι· τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται· και αυτός εστι προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε» (Κολ. α’ 15-17).

Στο περίφημο αυτό Χριστολογικό χωρίο κηρύσσεται ο Χριστός ως ο «εν ω τα πάντα», ο «δι’ ου τα πάντα» και ο «δι’ ον τα πάντα».


Είναι χαρακτηριστική η βίωσις και η διδασκαλία των Αγιορειτών Θεολόγων περί του Χριστού ως του «δι’ ον τα πάντα» ή, κατά τον άγιον Μάξιμον, του «προεπινοουμένου τέλους» πάσης της δημιουργίας.

Ο άγιος Νικόδημος στην Απολογία του προς αυτούς που τον κατηγόρησαν, ότι υπεστήριξε ότι «όλος ο νοητός και αισθητός κόσμος έγινε διά το τέλος τούτο, ήτοι διά την Κυρίαν Θεοτόκον, και πάλιν η Κυρία Θεοτόκος έγινε διά τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν», απαντά φέρων την μαρτυρία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά από τον λόγο του Εις τα Φώτα: «Ουκούν και η απ’ αρχής παραγωγή του ανθρώπου, δι’ αυτόν κατ’ εικόνα πλασθέντος του Θεού, ίνα δυνηθή ποτε χωρήσαι το αρχέτυπον…».

Και καταλήγει ο άγιος Νικόδημος: «Εκ των ειρημένων λοιπόν τούτων δύναται να συμπεράνη ο καθείς, ότι απαραιτήτως έπρεπε να γίνη το μυστήριον της ενανθρωπήσεως, κατά πρώτον μεν και κύριον και καθ’ αυτό λόγον, διότι το μυστήριον αυτό ήτο προηγούμενον θέλημα Θεού, καθώς είπομεν μετά του Θεσσαλονίκης Γρηγορίου, πρώ¬τιστον κινητικόν αίτιον έχον την άπειρον και ουσιώδη και υπεράγαθον αγαθότητα του Θεού· μάλλον δε αυτόν τον ενδότατον πυθμένα της πατρικής αγαθότητος, ως είπεν ο θεοφόρος Μάξιμος· κατά δεύτερον δε λόγον, και διότι αυτό ήτο αναγκαίον εις όλα τα κτίσματα, νοητά και αισθητά, ως αρχή αυτών και μέσον και τέλος, ως απεδείχθη».

Το έργο του Χριστού και προ της Οικονομίας είναι έργο δημιουργικό και συνεκτικό του σύμπαντος κόσμου. Έτσι βιούται ο Χριστός εν Αγίω Όρει. Όχι μόνο στην Οικονομία αλλά και στην Θεολογία. Όχι μόνο ως ο λυτρωτής αλλά και ως ο προαιώνιος Λόγος, συναΐδιος και συνάναρχος τω Πατρί.

Θα διακινδυνεύσω μία σκέψι: Τυχόν βίωσις του Χριστού μόνον κατά την Οικονομία, θα εκινδύνευε να παρουσίαση τον Χριστό περισσότερο κατά την ανθρωπίνη του φύσι και να τον προβάλη ως ηθικό πρότυπο, αφαιρούσα απ’ Αυτού την Παντοκρατορική του ιδιότητα.

Προχωρών ο Απόστολος Παύλος στην συνέχεια του προρρηθέντος Χριστολογικού χωρίου της προς Κολασσαείς Επιστολής, αναφέρεται στην διά του Χριστού Οικονομία: «και αυτός εστιν η κεφαλή του σώματος, της εκκλησίας· ος εστιν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών, ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων, ότι εν αυτώ ευδόκησε παν το πλήρωμα κατοικήσαι και δι’ αυτού αποκαταλλάξαι τα πάντα εις αυτόν, ειρηνοποιήσας διά του αίματος του σταυρού αυτού, δι’ αυτού είτε τα επί της γης είτε τα εν τοις ουρανοίς· και ημάς ποτε όντας απηλλοτριωμένους και εχθρούς τη διανοία εν τοις έργοις τοις πονηροίς, νυνί δε αποκατήλλαξεν εν τω σώματι της σαρκός αυτού διά του θανάτου, παραστήσαι υμάς αγίους και αμώμους και ανεγκλήτους κατενώπιον αυτού, είγε επιμένετε τη πίστει τεθεμελιωμένοι και εδραίοι και μη μετακινούμενοι από της ελπίδος του ευαγγελίου ου ηκούσατε, του κηρυχθέντος έν πάση τη κτίσει τη υπ’ ουρανόν, ου εγενόμην εγώ Παύλος διάκονος» (Κολ. α’ 18-23).

Από το χωρίο αυτό συνάγονται σοβαρότατες πτυχές της Παυλείου Χριστολογίας. Θα σημειώσουμε δύο μόνο.

Ο Χριστός είναι η κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας. Είναι γνωστό ότι ο θεολογικός ορισμός της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού είναι προσφορά του Αποστόλου Παύλου, η οποία βεβαίως προϋποθέτει ότι ο Απόστολος πρώτα εβίωσε, είχε την εμπειρία της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού και μετά θεολογικώς την διετύπωσε.

Ο Χριστός μας κάνει μέλη του και μας ενώνει μαζί του. Μας ζωοποιεί και μας σώζει, επειδή είμεθα μέλη του. Αυτή η εμπειρία είναι ζώσα στο Άγιον Όρος και σ’ αυτό συντελεί η καθημερινή τέλεσις της Θ. Λειτουργίας και η συχνή κοινωνία του Σώματος και Αίματος του Χριστού, διά των οποίων συσσωματούμεθα με τον Χριστό.

Όταν για διαφόρους λόγους παραμελήθηκε και στο Άγιον Όρος η συχνή Θεία Κοινωνία, Αγιορείται Πατέρες πρωτοστάτησαν για την επαναφορά της. Είναι γνωστό το σχετικό βιβλίο του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου και Νεοφύτου του Καυσοκαλυβίτου.

Έχοντες οι Αγιορείται Άγιοι την εμπειρία της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού, μας διδάσκουν πως και αυτοί που είναι μέλη του σώματος του Χριστού κινδυνεύουν να νεκρωθούν πνευματικά. Γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης: «Σώμα Χριστού ημείς έσμεν, φησίν ο θείος Απόστολος, και μέλη εκ μέρους. Και πάλιν έν σώμα και έν πνεύμα εστέ, καθώς και εκλήθητε. Ώσπερ το σώμα νεκρόν και αναίσθητόν εστι χωρίς πνεύματος, ούτως ο νεκρωθείς τοις πάθεσι διά της των εντολών αμελείας μετά το βάπτισμα, ανενέργητος γίνεται και αφώτιστος τω Αγίω Πνεύματι και τη του Χριστού Χάριτι· έχων μεν το πνεύμα διά της πίστεως και της αναγεννήσεως, ανενέργητον δε και ακίνητον διά την ψυχικήν νεκρότητα· και γαρ η ψυχή μία μεν ούσα, τα δε μέλη του σώματος πολλά, πάντα αυτή κρατεί και ζωοποιεί και κινεί τα ζωής δεκτικά, τα δε κατά τινα συμβατικήν ασθένειαν καταψυγέντα μέλη, ως νεκρά και ακίνητα, φέρει μεν εν εαυτή, πλην άζωα και αναίσθητα· ούτως όλον εν όλοις αμιγώς τοις Χριστού μέλεσίν εστι το του Χριστού Πνεύμα ενεργούν και ζωοποιούν τα μετέχειν ζωής δυνάμενα, αλλά και τα μη μετέχειν ασθενή φιλανθρώπως ως οικεία περικρατεί. Διό και πας πιστός μετέχει μεν διά της πίστεως της υιοθεσίας του πνεύματος, ανενέργητος δε γίνεται και αφώτιστος διά της αμελείας και απιστίας, του φωτός και της ζωής του Ιησού υστερούμενος· ως έστι μεν πιστός άπας, μέλος Χριστού και Πνεύμα Χριστού έχων· ανενέργητος δε και ακίνητος και προς μετουσίαν της χάριτος ανεπίδεκτος».

Αλλά και οι Αγιορείται άγιοι Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι ομιλούν εκτενώς για το θέμα αυτό.

Η σχέσις του πιστού με τον Χριστό, κατά τον Απόστολο Παύλο, δεν είναι εξωτερική. Είναι ένωσις με τον Χριστό και με θείον έρωτα κοινωνία με τον αγαπώμενο Κύριο. Οι φράσεις του Αποστόλου, «εν Χριστώ», «εν Χριστώ Ιησού», «εν Κυρίω» ή «εν Αυτώ», απαντούν στις Επιστολές του 164 φορές και αυτό μαρτυρεί για την στενή μυστική ένωσί του με τον Χριστό.

Αυτή την ένωσι βιούν και γι’ αυτήν ομιλούν οι Αγιορείται Άγιοι. Γράφει ο άγιος Παλαμάς: «…το δε του πένθους τέλος, νυμφική εν αγνεία συνάφεια τελεία. Διόπερ ο Παύλος, μέγα μυστήριον αποκαλέσας την προς μίαν σάρκα των ομοζύγων συνδρομήν, εγώ δε τούτο λέγω, φησίν, εις Χριστόν και εις την Έκκλησίαν· ως γαρ εκείνοι μία σαρξ, ούτω πνεύμα εν μετά του Θεού οι του Θεού είσιν, ως αλλαχού σαφώς πάλιν είπεν ο αυτός, ότι ο κολλώμενος τω Κυρίω έν πνεύμα έστι…»

Κατά τον άγιον Γρηγόριον τον Σιναΐτην: «Εν ετέροις δε τελευταίον, αύραν λεπτήν φωτός ειρηναίαν, εν τοις προκόψασι μάλιστα εν προσευχή, ενεργεί ο Θεός· του Χριστού εν καρδία οικήσαντος, κατά τον Απόστολον (Εφεσ. γ’ 17)».

Περί της ενώσεως με τον Χριστό και των συνεπειών αυτής θεολο¬γεί και ο Αγιορείτης άγιος Κάλλιστος, Πατριάρχης Κων/λεως: «Ο Θεός ο ειπών εκ σκότους φως λάμψαι, λάμπει εν καρδίαις πιστών λαμπρότητα. Η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις αυτών διά Πνεύματος Αγίου του δοθέντος αυτοίς. Εξαποστέλλει ο Θεός το Πνεύμα του Υιού αυτού εις τας καρδίας αυτών κράζον, αββά ο Πατήρ. Ούτω κολλώμενοι τω Κυρίω, βαβαί της θαυμάσιας ενώσεως! εις έν Πνεύμα τελούσιν οι πιστοί μετά του Θεού. Άρα τί εγγύς γουν εις αίσθησιν ήκει των ειρημένων της χάριτος;

«Κληρονόμοι Θεού, συγκληρονόμοι Χριστού, οιονεί Χριστοί δεύτεροι, θείας κοινωνοί φύσεως, το πάντα υπερβαίνον νουν και εκβαίνον πάσαν διάνοιαν, εξ ου καταλλήλως υιοί Θεού και θεοί θέσει και χάριτι χρηματίζουσιν εναργώς οι πιστοί, θεωρούνται γιγνομένως υπερφυώς υπερκόσμια και πάσχοντες, ή απολαύοντες ειπείν οικειότερον α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν άνθρωπου ουκ ανέβη φυσικώς. Δόξα τη απερινοήτω αγάπη του όντως ηγαπηκότος ημάς Θεού Πατρός, της Τριάδος, εξ αφάτου και επουρανίου άκρας αγαθότητος».

Διευκρινίζει δε ο άγιος Παλαμάς, ότι η ένωσις με τον Θεό δεν είναι κατ’ ουσίαν αλλά κατ’ ενέργειαν: «Τριών όντων του Θεού, ουσίας, ενεργείας, τριάδος υποστάσεων θείων οι κατηξιωμένοι τω Θεώ ηνώσθαι, ως έν είναι πνεύμα μετ’ αυτού, καθά και Παύλος ο Μέγας είρηκεν ο κολλώμενος τω Κυρίω έν Πνεύμα έστιν, επεί κατ’ ουσίαν ουκ ηνώσθαι τους αξίους ανωτέρω δέδεικται, και πάντες οι θεολόγοι μαρτυρούσι, κατ’ ουσίαν είναι τον Θεόν αμέθεκτον. Η δε καθ’ υπόστασιν ένωσις, μόνου διατελεί τυγχάνουσα του θεανθρώ¬που Λόγου λείπεται κατ’ ενέργειαν ενούσθαι τους κατηξιωμένους ενούσθαι Θεώ· και πνεύμα καθ’ ο έστιν έν μετά Θεού ο κολλώμενος Θεώ, την άκτιστον του πνεύματος ενέργειαν είναι και καλείσθαι, αλλ’ ου την ουσίαν του Θεού, καν οι αντικείμενοι απαρέσκωνται· επεί και διά του Προφήτου ου το πνεύμα μου, αλλ’ από του πνεύματός μου εκχεώ επί τους πιστεύοντας, προέφη ο Θεός».

Συνεχίζεται…

Γέροντας Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου († 2014)