Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

Κυριακή του Ασώτου: Είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε την αγκαλιά του Πατέρα;


Δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου και το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα μάς περιγράφει την παραβολή του Ασώτου Υιού. Την πιο ωραία παραβολή που έχει πει ο Χριστός για τη ζωή μας αλλά και για την αγάπη του Θεού.

Κάποιος άνθρωπος, γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς, είχε 2 γιους. Ο νεότερος λέει στον πατέρα του: «πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας», («Πατέρα, δώσε μου το μέρος της περιουσίας που μου ανήκει»). Και εκείνος, διαίρεσε την περιουσία και σε λίγες μέρες έφυγε για μακρινή χώρα σκορπίζοντας την περιουσία του. 

Όταν, όμως, δαπάνησε όλη την περιουσία του, ήρθε στη χώρα λιμός και ήρθε η στέρηση για κάποια πράγματα. Τότε, πήγε να βόσκει χοίρους και ήθελε να χορτάσει με τα ξυλοκέρατα των χοίρων, αλλά κανένας δεν του έδινε.

Λέει τότε: «πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι!
ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου», («Σε πόσους μισθωτούς του πατέρα μου περισσεύουν άρτοι, ενώ εδώ εγώ χάνομαι από λιμό. Αφού σηκωθώ, θα πορευτώ προς τον πατέρα μου και θα του πω: Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και μπροστά σου, δεν είμαι άξιος πια να ονομαστώ γιος σου. κάνε με όπως έναν από τους μισθωτούς σου»). 

Ξεκίνησε για τον δρόμο της επιστροφής προς τον πατέρα του. «ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν», («Ενώ λοιπόν αυτός απείχε ακόμα μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίστηκε και, αφού έτρεξε, έπεσε πάνω στον τράχηλό του και τον καταφίλησε»).

Στη συνέχεια, ακολουθεί ένας συγκλονιστικός διάλογος. Λέει ο γιος: «πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου», («Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και μπροστά σου, δεν είμαι άξιος πια να ονομαστώ γιος σου»).

Τότε, λέει ο πατέρας προς τους δούλους του: «ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι», («Γρήγορα, φέρτε έξω την πρώτη στολή και ντύστε τον, και δώστε δαχτυλίδι στο χέρι του και υποδήματα στα πόδια, και φέρτε το καλοθρεμμένο μοσχάρι, σφάξτε το, και να φάμε να ευφρανθούμε, γιατί αυτός ο γιος μου ήταν νεκρός και ξανάζησε, ήταν χαμένος και βρέθηκε. Και άρχισαν να ευφραίνονται»). 

Όμως, ο πρεσβύτερος γιος ήταν στα κτήματα· καθώς ερχόταν προς το σπίτι άκουσε τραγούδια και φώναξε έναν δούλο για να του πει τι γίνεται. Πληροφορεί τον μεγάλο γιο για την επιστροφή του μικρότερου αδερφού από την ξένη χώρα και εκείνος οργίστηκε και δεν ήθελε να μπει στο σπίτι. 

Βγαίνοντας ο πατέρας έξω για να μεταπείσει τον γιο του, του λέει: «ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν», («Ιδού, τόσα έτη σε υπηρετώ σαν δούλος και ποτέ δεν παράβηκα εντολή σου, αλλά σ’ εμένα ποτέ δεν έδωσες ένα κατσίκι, για να ευφρανθώ μαζί με τους φίλους μου. Όταν όμως αυτός ο γιος σου ήρθε, που σου κατάφαγε το βιος μαζί με πόρνες, έσφαξες γι’ αυτόν το καλοθρεμμένο μοσχάρι»).

Λαμβάνοντας την απάντηση από τον πατέρα του: «τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη», («Παιδί μου, εσύ πάντοτε είσαι μαζί μου, και όλα τα δικά μου είναι δικά σου. Έπρεπε όμως να ευφρανθούμε και να χαρούμε, γιατί αυτός ο αδελφός σου ήταν νεκρός και έζησε, και χαμένος και βρέθηκε»).

Σήμερα, ακούσαμε τη δική μας ζωή· ακούσαμε τη δική μας πορεία που αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε. Δηλαδή, τι;

Ο σημερινός άνθρωπος μοιάζει με τον νεότερο γιο. Έχουμε αποκοπεί από τον Πατέρα και θέλουμε να ζήσουμε τη ζωή που έχουμε ονειρευτεί με χρήμα, δόξα και ηδονή.

Ο άνθρωπος δεν θέλει, σήμερα, να έχει Θεό, γιατί; Για να μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Ο Ντοστογιέφσκι είχε πει: «Χωρίς Θεό, όλα επιτρέπονται». Αδιαφορεί για την αγάπη που δείχνει ο Χριστός στον κάθε άνθρωπο, νομίζοντας ότι θα τα καταφέρει μόνος του. Νομίζει ότι μπορεί να πάρει τη θέση του Θεού και να κάνει τα πάντα. 

Όμως, ο σημερινός άνθρωπος έχασε τα πάντα. Πρώτα έχασε την αξιοπρέπειά του και ύστερα τα υλικά αγαθά. Πέσαμε μέσα στο βούρκο της αμαρτίας, θεωρώντας ότι μέσα από αυτές θα ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Νομίζουμε ότι είμαστε κυρίαρχοι και μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Να διαλύσουμε την ζωή του άλλου, να συκοφαντήσουμε τον αδερφό μας, να μισήσουμε τον γείτονά μας.

Αλλά, ο φιλάνθρωπος Θεός δεν μας αφήνει.

Είναι εκεί.

Να πούμε και εμείς: «πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου».

Θα μας δεχτεί στην πατρική αγκαλιά Του και θα μας καταστήσει εκ νέου υιούς Του.

Πολλές φορές Τον απογοητεύουμε -και πρώτος εγώ που γράφω αυτές τις γραμμές- αλλά Εκείνος είναι εκεί. Να μας ανοίξει την αγκαλιά Του και να μας δώσει την αγάπη που επιζητούμε.

Φτάνει εμείς, να κάνουμε ένα βήμα. Να πάμε πιο κοντά στο Θεό. Και εκείνος θα κάνει όλα τα υπόλοιπα βήματα που χρειάζονται.


Σωτήριος Θεολόγου
Φοιτητής Α.Ε.Α.Α.