Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

Ἡ Ἁγία Εἰρήνη ἡ Μεγαλομάρτυς

Ἡ Ἁγία Μεγαλομάρτυς Εἰρήνη ἄθλησε κατὰ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. Ἦταν θυγατέρα τοῦ Λικινίου, ποὺ ἦταν βασιλιὰς κάποιου μικροῦ βασιλείου, καὶ τῆς Λικινίας. Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Μαγεδὼν καὶ ἀρχικὰ ὀνομαζόταν Πηνελόπη. Ὅταν ἡ Ἁγία ἔγινε ἕξι ἐτῶν, ὁ πατέρας της Λικίνιος τὴν ἔκλεισε σὲ ἕνα πύργο καὶ ἀνέθεσε τὴν διαπαιδαγώγησή της σὲ κάποιον γέροντα, ὀνόματι Ἀπελλιανό, ὁ ὁποῖος καὶ ἔγραψε τὰ ὑπομνήματα τοῦ μαρτυρίου αὐτῆς.

Μία νύχτα ἡ Εἰρήνη εἶδε τὸ ἑξῆς ὅραμα: μπῆκε στὸν πύργο ἕνα περιστέρι κρατώντας μὲ τὸ ράμφος του κλαδὶ ἐλιᾶς, τὸ ὁποῖο καὶ ἄφησε ἐπάνω στὸ τραπέζι. Ἐπίσης, μπῆκε καὶ ἕνας ἀετὸς μεταφέροντας στεφάνι ἀπὸ ἄνθη, τὸ ὁποῖο τοποθέτησε καὶ αὐτὸς ἐπάνω στὸ τραπέζι. Ἔπειτα μπῆκε ἀπὸ ἄλλο παράθυρο ἕνας κόρακας, ὁ ὁποῖος ἔβαλε ἐπάνω στὸ τραπέζι ἕνα φίδι. Τὸ πρωὶ ποὺ ξύπνησε ἀποροῦσε καὶ σκεπτόταν τί ἄραγε νὰ σημαίνουν αὐτὰ ποὺ εἶδε. Τὰ διηγήθηκε λοιπὸν στὸν γέροντα Ἀπελλιανὸ καὶ ἐκεῖνος τὰ ἑρμήνευσε ὡς προάγγελμα τῶν στεφάνων τῆς δόξας καὶ τοῦ μαρτυρικοῦ τέλους αὐτῆς μετὰ τὴ βάπτισή της.

Στὸ Χριστιανισμὸ ἑλκύσθηκε ἀπὸ κάποια κρυπτοχριστιανὴ νέα, ἡ ὁποία, λόγω τῆς τιμιότητας καὶ τῶν ἀρετῶν της, ἔχαιρε μεγάλης ἐκτιμήσεως ἀπὸ τοὺς γονεῖς τῆς Πηνελόπης καὶ εἶχε τοποθετηθεῖ ἀπὸ αὐτοὺς ὡς θεραπαίνιδα τῆς θυγατέρας τους. Ἕνας ἱερεύς, ὀνόματι Τιμόθεος, βάπτισε κρυφὰ τὴ νεαρὴ ἡγεμονίδα καὶ τὴ μετονόμασε Εἰρήνη.

Τὸ γεγονὸς δὲν ἄργησε νὰ πληροφορηθεῖ ὁ πατέρας της Λικίνιος, ὅταν μάλιστα ἡ Ἁγία Εἰρήνη συνέτριψε τὰ εἴδωλα τῆς πατρικῆς της οἰκίας ὀμολογώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο τὴν πίστη της στὸν Χριστό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀνακρίθηκε καὶ καταδικάσθηκε πρῶτα ἀπὸ τὸν ἴδιο της τὸν πατέρα. Στὴ συνέχεια ἔπαθε πολλὰ ἀπὸ τοὺς Πέρσες καὶ τοὺς βασιλεῖς αὐτῶν Σεδεκία καὶ Σαπώριο Α’.

Ἔπειτα ἡ Ἁγία Εἰρήνη πῆγε στὴν Καλλίπολη τοῦ Ἑλλησπόντου, ὅπου βασίλευε ὁ Νουμεριανός. Ἐκεῖ παρουσιάσθηκε σὲ αὐτὸν καὶ ὁμολόγησε μὲ παρρησία τὴν πίστη της στὸν Χριστό. Οἱ εἰδωλολάτρες τὴν ἔκλεισαν διαδοχικὰ σὲ τρία πυρακτωμένα χάλκινα βόδια. Τὸ τρίτο ὅμως βόδι, τὴ στιγμὴ ποὺ βρισκόταν ἐντός του ἡ Μεγαλομάρτυς, ὅλως παραδόξως κινήθηκε, ἐνῷ ἦταν ἄψυχο ἀνθρώπινο κατασκεύασμα. Στὴ συνέχεια αὐτὸ σχίσθηκε καὶ βγῆκε ἀπὸ μέσα του ἡ Ἁγία ἐντελῶς ἀβλαβὴς ἀπὸ τὴν κόλαση τῆς πυρᾶς. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ προσέλθουν στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ χιλιάδες ψυχές. 


Στὴν πόλη Μεσημβρία τῆς Θράκης ἡ Ἁγία Εἰρήνη θανατώθηκε, ἀλλὰ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἀναστήθηκε καὶ εἵλκυσε στὴν πίστη τὸ διοικητὴ καὶ ὁλόκληρο τὸ λαό. Τέλος, ἡ Ἁγία κατέφυγε μαζὶ μὲ τὸ δάσκαλό της Ἀπελλιανὸ στὴν Ἔφεσο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου διέμεινε ἐπιτελώντας πολλὰ θαύματα καὶ τιμώμενη ὡς ἀληθινὴ ἰσαπόστολος. Ἐκεῖ ἀνέπτυξε μεγάλη δράση μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεως αὐτῆς, τὸ 315 μ.Χ.

Στὸ Συναξάρι της ἀναφέρεται ὅτι στὴν Ἔφεσο ἡ Ἁγία βρῆκε μία λάρνακα, στὴν ὁποία δὲν εἶχε ὡς τότε ἐνταφιασθεῖ κανένας, μπῆκε μέσα σὲ αὐτὴν καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Πρὶν δὲ ἀπὸ τὴν κοίμησή της ἡ Ἁγία Εἰρήνη εἶχε δώσει ἐντολὴ νὰ μὴν μετακινήσει κανένας τὴν ταφόπετρα, μὲ τὴν ὁποία θὰ σκέπαζε τὴ λάρνακα ὁ δάσκαλός της Ἀπελλιανός, προτοῦ περάσουν τέσσερις ἡμέρες. Μετὰ ὅμως ἀπὸ δύο ἡμέρες ἐπισκέφθηκαν τὸν τάφο ὁ Ἀπελλιανὸς καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶδαν ὅτι ἡ ταφόπετρα ἦταν σηκωμένη καὶ ἡ λάρνακα κενή.

Κατὰ τὰ δυτικὰ Μαρτυρολόγια ἡ Ἁγία Εἰρήνη μαρτύρησε στὴ Θεσσαλονίκη, ἀφοῦ ρίχθηκε στὴν πυρά. Πρέπει δὲ νὰ σημειώσουμε ὅτι, κατὰ τὸ Μηνολόγιον τοῦ αὐτοκράτορα Βασιλείου Β’, ἡ Ἁγία Εἰρήνη τελειώθηκε μαρτυρικὰ δι’ ἀποκεφαλισμοῦ.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Εἰρήνης τὸν ἄρχοντα, ἰχνηλατοῦσα σεμνή, εἰρήνης ἐπώνυμος, δι’ἐπιπνοίας Θεοῦ, ἐδείχθης πανεύφημε· σὺ γὰρ τοῦ πολεμίου, τὰςἐνέδρας φυγοῦσα, ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν, ὡς παρθένος φρονίμη· διὸΜεγαλομάρτυς Εἰρήνη, εἰρήνην ἡμῖν αἴτησαι.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Παρθενίας κάλλεσι, πεποικιλμένη παρθένε, τῇ ἀθλήσει γέγονας, ὡραιοτάτη Εἰρήνη· αἵμασι, τοῖς ἐκχυθεῖσί σου φοινιχθεῖσα, πλάνην τε, καταβαλοῦσα τῆς ἀθεΐας· διὰ τοῦτο καὶ ἐδέξω, βραβεῖα νίκης χειρὶ τοῦ Κτίστου σου.

Μεγαλυνάριον.
Τῇ εἰρηνωνύμῳ κλήσει σεμνή, κατακολουθοῦσα, εὐηγγέλισαι μυστικῶς, ἄθλοις σου θαυμάτων, ψυχαῖς πολεμουμέναις, σωτήριον εἰρήνην, Εἰρήνη ἔνδοξε.

Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ θά νικήσει ὁ γενναῖος ἀθλητής


Χρειάζεται μεγάλος ἀγώνας, γιατί τά πάθη ἔχουν μεγάλη δύναμη. Μέ τή χάρη ὅμως τοῦ Θεοῦ θά νικήσει ὁ γενναῖος ἀθλητής πού ἀγωνίζεται μ’ ὅλες τίς δυνάμεις του.

Ὁ σωματικός κόπος καί ἡ μελέτη τῶν θείων Γραφῶν φυλᾶνε τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ. Ἀκόμη χρειάζεται καί πολλή προσευχή, ὥστε νά ἐπισκιάσῃ τόν ἀγωνιστή ἡ Θεία Χάρη.

Γιά ν’ ἀποκτήσῃ κανείς τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χρειάζεται μεγάλος πνευματικός ἀγώνας, γιατί εὔκολα παρασύρεται ὁ ἄνθρωπος στό κακό καί χάνει σέ μιά στιγμή αὐτό πού ἀπέκτησε ὕστερα ἀπό μεγάλους ἀγῶνες...

Στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχει τό καλό καί τό κακό. Ἀπό τόν ἀγῶνα τό δικό μας θά ἐξαρτηθεῖ πιό ἀπό τά δύο θά ἐπικρατήσει. Ἄν ἀφήσουμε τόν ἑαυτό μας ἐλεύθερο, χωρίς νά τόν βιάσουμε, θά ἐπικρατήσει τό κακό. Ἀντίθετα ὅταν ἀγωνισθοῦμε, θά νικήσει τό καλό καί ἡ ἀρετή.

Ὁ ἀγώνας αὐτός εἶναι σκληρός. Θά πέσεις καί θά ξανασηκωθεῖς καί πάλι θά πέσεις καί πάλι θά σηκωθεῖς. Εἶναι ἀγώνας ἰσόβιος. Γιατί ὁ σατανᾶς δέν μᾶς ἀφήνει ἀνενόχλητους οὔτε μία στιγμή. Μία στιγμή ἀμελείας περιμένει, γιά νά τήν ἐκμεταλλευθῇ καί νά κάνει ζημιά στήν ψυχή μας.


Αββάς Ισαάκ ο Σύρος

Μία ημέρα στέρηση, από την αμαρτία...

Στις αρχές του ΙΘ΄ αιώνος, η Μονή του Αγίου Παντελεήμονος Αγίου Όρους, το Ρωσικό, που την εποχή αυτή είχε Έλληνες μοναχούς, ήταν πλήρως εγκαταλελειμμένη.

Η Ιερά Κοινότης, λοιπόν, το έτος 1803, αποφάσισε να διαγράψει το μοναστήρι από τον αριθμό των αγιορειτικών μονών, και απευθύνθηκε στον οικουμενικό πατριάρχη Καλλίνικο με ανάλογη αίτηση.

Ο πατριάρχης απέρριψε αποφασιστικά τέτοια πρόταση και έδωσε εντολή να φροντίσουν αμέσως για την εξεύρεση εμπείρου και πνευματικού ηγουμένου, στου οποίου τα χέρια θα παρέδιδαν όσο το δυνατόν γρηγορώτερα το κοινόβιο για να το ανασυγκροτήση.

Μόλις η Ιερά Κοινότης έλαβε γνώση της Πατριαρχικής αποφάσεως, επέλεξε και πρότεινε τον Έλληνα π. Σάββα, ηλικιωμένο ιερομόναχο της Σκήτης Ξενοφώντος, ο οποίος κατά τη γνώμη τους ήταν ικανός να αντεπεξέλθη στο έργο που επρόκειτο να του ανατεθή.

(Ο π. Σάββας τελικά με εντολή του Πατριάρχη πάει στην Κωσταντινούπολη και το κείμενο συνεχίζει ως ακολούθως) :

Μεταξύ των πιστών της Κωνσταντινουπόλεως, από τους οποίους πολλοί εγνώριζαν και προσωπικώς το Γέροντα, γρήγορα διαδόθηκε η είδησις για τον ερχομό του……………..
……………………….
Ο π. Σάββας έμεινε τελικά τέσσερα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη για τη συγκέντρωση δωρεών και γνωρίστηκε με πολλές ευλαβείς ελληνικές οικογένειες.

Ο μαθητής του, ο αρχιμανδρίτης Προκόπιος (1848+) διηγήθηκε ως αυτόπτης μάρτυς το εξής γεγονός: 

Σε κάποια από τις ελληνικές οικογένειες, του ανέφεραν για ένα συγγενή τους, νεαρό έμπορο, ο οποίος σχετιζόταν με τους αντιπροσώπους των σουλτανικών χαρεμιών και προμήθευε στο προσωπικό τους ποικίλα εμπορεύματα.

Πέραν τούτου όμως, ο νεαρός έμπορος δημιούργησε και άλλου είδους σχέσεις με τις φυλακισμένες, τις οποίες επισκεπτόταν καθημερινώς.

Οι συγγενείς του, μιλώντας περί αυτού στον π. Σάββα, είπαν ότι θα τιμωρηθή αυστηρά από τους Τούρκους σε περίπτωση που αυτό γίνη γνωστό. Ετσι, τον παρεκάλεσαν να λυτρώσει με τη μεσολάβησή του, το νεαρό από τέτοιο κίνδυνο.

Ο π. Σάββας, με πίστη στη βοήθεια της Χάριτος του Θεού και τη συνεργία της Θείας Κοινωνίας, άρχισε το έργο. Μετά από μακρές και ανεπιτυχείς προτροπές προς τον φιλήδονο νέο να εγκαταλείψη τις αμαρτωλές σχέσεις με τις μουσουλμάνες, πρότεινε εν τέλει ευκολώτερους όρους από την πλευρά του, υποσχόμενος ότι δεν θα τον ενοχλήση πλέον για να τον αποτρέψη από την αμαρτία.

Τον παρακάλεσε, λοιπόν, να μην πάη στο χαρέμι μία ημέρα και κατά τη διάρκειά της να νηστεύση, μετά να του αναγνωσθή η συγχωρητική ευχή, να κοινωνήση των αχράντων Μυστηρίων και κατόπιν ας κάνη ό,τι θέλει!

Ο δυστυχής….ελκόμενος από την αμαρτία όπως ο σίδηρος από τον μαγνήτη δυσκολεύτηκε αλλά δέχθηκε τη συμβουλή. Ίσως εξ αιτίας ντροπής ενώπιον του Γέροντος και των συγγενών του, περισσότερο όμως επειδή ο σοφός Γέροντας δεν του ζητούσε παραίτηση από την αμαρτία, αλλά στέρηση μόνο για μία ημέρα.

Ενήστευσε εκείνη την ημέρα, έλαβε τη συγχώρηση δια της ευχής και τη θεία Κοινωνία και μετά τη θεία Λειτουργία γευμάτισε με τον π. Σάββα και με τους συγγενείς.

Κατά τη διάρκεια του γεύματος και δήθεν τυχαίως, ο Γέροντας πρότεινε να προσπαθήση εκείνη την ημέρα να μην πάη στο χαρέμι και να κοινωνήση πάλιν την επόμενη.

Επειδή δεν έβλεπε καμία αντίδρασι, άρχισε εγκαρδίως να τον παρακαλή, υποσχόμενος εκ νέου ότι μετά τη Θεία Κοινωνία θα τον αφήση ελεύθερο να πράξη κατά την επιθυμία του. Αφού έλαβε την συγκατάθεσι τον κοινώνησε και την άλλη ημέρα.

Πρότεινε να τον ξανακοινωνήση με τους ίδιους όρους, δηλαδή και εκείνη την ημέρα να μην πάει στο χαρέμι, και τον κοινώνησε και την τρίτη ημέρα.

Τότε φάνηκε πώς ενήργησε σωτηριωδώς η χάρις του Θεού, κατά την ζώσαν πίστιν του Γέροντος και τις προσευχές των συγγενών. Η καρδιά του νέου μαλάκωσε και άρχισε σιγά σιγά μέσα του να αισθάνεται τη νέκρωσι των φλογισμένων παθών.

Ο π. Σάββας συνέχισε να τον κοινωνή επί σαράντα ημέρες και την τελευταία φορά του είπε:

- Πήγαινε τώρα όπου επιθυμείς, ακόμη και στο χαρέμι δεν σε εμποδίζω!

Αλλά στην ψυχή του νέου είχε ήδη συντελεσθή η μεταστροφή.

- Ας κάνουν μαζί μου, ό,τι θέλουν, είπε. Μπορούν και να με κατακόψουν. Για τίποτε στον κόσμο δεν θα δεχτώ να πηγαίνω εκεί όπου νωρίτερα έτσι ασυγκράτητα έτρεχα!

Με αυτόν τον τρόπο ο φιλεύσπλαγχνος Κύριος….έσωσε το…πρόβατό Του.

Όταν ο π. Σάββας συγκέντρωσε αρκετές δωρεές, επέστρεψε στο Άγιο Όρος και στην ακτή της θάλασσας άρχισε να κτίζη το μοναστήρι.

Ο Γέροντας εκοιμήθη το 1821.


(Αναδημοσίευση από το αναφερθέν βιβλίο του ιερομόναχου Αντωνίου)
Πηγή: βιβλ. υπ.αριθμ. 4, της σειράς Αγιορείτες Πατέρες του 19 αιώνος
- του ιερομονάχου Αντωνίου - εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2005

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Τὴν Θεοτόκον καὶ μητέρα τοῦ φωτὸς…


(Ζωντανή ηχογράφηση στον Ι.Ν. Παντανάσσης Κατερίνης
σήμερα, Κυριακή του Παραλύτου, 3 Μαΐου 2015)


Τήν Θεοτόκον καί Μητέρα τοῦ Φωτός ἐν ὕμνοις τιμῶντες μεγαλύνωμεν.

ᾠδὴ θ’

Στίχ. Μεγάλυνον, ψυχή μου, τόν ἐθελουσίως παθόντα καί ταφέντα καί ἐξαναστάντα τριήμερον ἐκ τάφου.

Φωτίζου, φωτίζου, ἡ νέα Ἱερουσαλήμ, ἡ γὰρ δόξα Κυρίου ἐπὶ σὲ ἀνέτειλε, Χόρευε νῦν, καὶ ἀγάλλου Σιών, σὺ δὲ ἁγνή, τέρπου Θεοτόκε, ἐν τῇ ἐγέρσει τοῦ τόκου σου.


Στίχ. Μεγάλυνον, ψυχή μου, τόν ἐξαναστάντα, τριήμερον ἐκ τάφου, Χριστόν τόν ζωοδότην.

Φωτίζου, φωτίζου, ἡ νέα Ἱερουσαλήμ,…


Στίχ. Χριστός τό καινόν Πάσχα, τό ζωόθυτον θῦμα, ἀμνός Θεοῦ, ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν κόσμου.

Ὢ θείας, ὢ φίλης, ὢ γλυκυτάτης σου φωνῆς, μεθ’ ἡμῶν ἀψευδῶς γάρ, ἐπηγγείλω ἔσεσθαι, μέχρι τερμάτων αἰῶνος Χριστέ, ἣν οἱ πιστοί, ἄγκυραν ἐλπίδος, κατέχοντες ἀγαλλόμεθα.


Στίχ. Σήμερον πᾶσα κτίσις ἀγάλλεται καί χαίρει, ὅτι Χριστός ἀνέστη καί ῞ᾼδης ἐσκυλεύθη.

Ὢ Πάσχα τὸ μέγα, καὶ ἱερώτατον Χριστέ, ὢ σοφία καὶ Λόγε, τοῦ Θεοῦ καὶ δύναμις, δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον, σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας σου.


Δόξα Πατρί …

Στίχ. Μεγάλυνον, ψυχή μου, τῆς τρισυποστάτου καί ἀδιαιρέτου Θεότητος τό κράτος.

Συμφώνως Παρθένε, σὲ μακαρίζομεν πιστοί, Χαῖρε πύλη Κυρίου, χαῖρε πόλις ἔμψυχε, χαῖρε, δι’ ἧς ἡμῖν ἔλαμψε, σήμερον φῶς τοῦ ἐκ σοῦ τεχθέντος, τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως.


Καὶ νῦν…

Στίχ. Χαῖρε, Παρθένε, χαῖρε, χαῖρε, εὐλογημένη, χαῖρε, δεδοξασμένη· σός γάρ Υἱός ἀνέστη, τριήμερος ἐκ τάφου.

Εὐφραίνου, ἀγάλλου, ἡ θεία πύλη τοῦ φωτός, ὁ γὰρ δύνας ἐν τάφῳ, Ἰησοῦς ἀνέτειλε, λάμψας ἡλίου φαιδρότερον, καὶ τοὺς πιστοὺς πάντας καταυγάσας, θεοχαρίτωτε Δέσποινα.

Καταβασία

Στίχ. Ὁ῎Αγγελος ἐβόα τῇ Κεχαριτωμένῃ· ῾Αγνή, Παρθένε χαῖρε, καί πάλιν ἐρῶ χαῖρε, ὁ σός Υἱός ἀνέστη, τριήμερος ἐκ τάφου.

Φωτίζου, φωτίζου, ἡ νέα Ἱερουσαλήμ, ἡ γὰρ δόξα Κυρίου ἐπὶ σὲ ἀνέτειλε, Χόρευε νῦν, καὶ ἀγάλλου Σιών, σὺ δὲ ἁγνή, τέρπου Θεοτόκε, ἐν τῇ ἐγέρσει τοῦ τόκου σου.

Δοξαστικό Κυριακής του Παραλύτου


(Ζωντανή ηχογράφηση στον Ι.Ν. Παντανάσσης Κατερίνης
σήμερα, Κυριακή του Παραλύτου, 3 Μαΐου 2015)


Δόξα Πατρί… Ἦχος πλ. δ’

Κύριε, τὸν Παράλυτον οὐχ ἡ κολυμβήθρα ἐθεράπευσεν, ἀλλ’ ὁ σὸς λόγος ἀνεκαίνισε, καὶ οὐδὲ ἡ πολυχρόνιος αὐτῷ ἐνεπόδισε νόσος, ὅτι τῆς φωνῆς σου ὀξυτέρα ἡ ἐνέργεια ἐδείχθη, καὶ τὸ δυσβάστακτον βάρος ἀπέῤῥιψε, καὶ τὸ φορτίον τῆς κλίνης ἐβάστασεν, εἰς μαρτύριον τοῦ πλήθους τῶν οἰκτιρμῶν σου, δόξα σοι.

Εβδομαδιαίο Πρόγραμμα Ιερών Ακολουθιών


Κυριακάτικο Κήρυγμα


Κυριακή τοῦ Παραλύτου
(Ἰω. ε΄1-15)


Ἐτοῦτος ὁ παραλυτικὸς τοῦ σημερινοῦ Εὑαγγελίου, ἐκφράζει ἕνα βασικὸ παράπονο. Δὲν ἔχει κάποιον δικό του ἄνθρωπο γιὰ νὰ τὸν βάλει μέσα στὰ ταραγμένα νερὰ τῆς μικρῆς λίμνης. Εἶναι μόνος καὶ μέσα στὴν μοναξιά του, ὑπομένει γιὰ τριάντα ὀκτὼ χρόνια τὴν ἀσθένεια του, ποὺ τὸν κάνει δυστυχισμένο καὶ ξεχασμένο.

Σ᾿ αὐτὴ τὴ θλιβερὴ εἰκόνα ποὺ περιγράφεται ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ιωάννη, ἐκτὸς βεβαίως τοῦ βασικοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ κέντρο καὶ φυσικὰ τοῦ παραλυτικοῦ, ὑπάρχει καὶ τὸ στοιχεῖο τοῦ νεροῦ, τὸ ὁποῖο παίζει ἕναν πρωταρχικὸ ρόλο, ἀφοῦ ἀποτελεῖ τὸ ἰαματικὸ μέσο ποὺ καθαρίζει καὶ ἰατρεύει τὶς παθήσεις.

Θὰ προσθέταμε ὅμως, πὼς ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀσθενεῖς, προσμένουν μοιρολατρικὰ ἀπὸ τὸ ταραγμένο νερό, νὰ τοὺς χαρίσει τὴν ἴαση, νὰ τοὺς λυτρώσει ἀπὸ τὰ δεινά. Τοὺς διαφεύγει ὅμως τὸ γεγονός, ὅτι αὐτὸ καθ᾿ ἑαυτὸ τὸ στοιχεῖο τοῦ νεροῦ εἶναι ἀνύμπορο γιὰ μιὰ τέτοια ἐνέργεια. Τὴν ἰαματική του ἰδιότητα τὴν λαμβάνει ἀπὸ τὴν στιγμή ποὺ ὁ Ἄγγελος θὰ ταράξει τὴν ἠρεμία του.

Συνεπῶς, ἡ ἰαματικὴ ἐνέργεια τοῦ νεροῦ, ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἕναν ἐξωτερικὸ παράγοντα· κι αὐτὸς εἶναι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ γίγεται γιὰ τῆς παρουσίας τοῦ Ἀγγέλου. Δίχως αὐτὴν τὸ νερὸ μένει νερό, ὅπως ἄλλωστε ὅλα τ᾿ ἄλλα νερά. Ἐνῶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ μεταβάλλεται σὲ ἰαματικὸ γιὰ τὶς ἄνθρώπινες ἀσθένειες.

Τὸ στοιχεῖο τοῦ νεροῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία μας, κατέχει ἐξέχουσα θέση. Ἀποτελεῖ τὸ μέσο ἀπολυτρώσεως, ἁγιασμοῦ, καθάρσεως σωματικῆς καὶ πνευματικῆς· ἕνα καινούργιο ἔνδυμα. Γιατί, διὰ μέσου τοῦ νεροῦ, καὶ συγκεκριμένα στὸ μυστήριο τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, συντελεῖται μιὰ ταύτιση μὲ τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Στὸ θάνατο γίεται ἡ ἔκδυση τοῦ παλαιοῦ καὶ φθαρτοῦ καὶ στὴν Ἀνάστασή ἡ ἔνδυση τοῦ νέου καὶ ἄφθαρτου.

Ἀκολουθοῦσα ἡ Ἐκκλησία τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, πὼς πρέπει «νὰ γαννηθοῦμε πνευματικὰ ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καὶ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἀοράτως διὰ τοῦ νεροῦ τούτου ἐπενεργεῖ τὴν ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου»· ἁγιάζει μὲ εἰδικὲς εὐχὲς τὸ νερό.

Νὰ τὶ λέγει ἀκριβῶς: «Ἀλλὰ σὺ Δέσποτα τῶν ἀπάντων, ν᾿ ἀναδείξεις τὸ νερὸ αὐτό, νερό ἀπολυτρώσεως, νερό ἁγιασμοῦ, ποὺ νὰ καθαρίζει τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα. Νὰ ἀναδείξεις τὸ νερὸ αὐτό, μέσο χαλάρωσης τῶν δεσμῶν τῆς ἁμαρτίας καὶ ἄφεση παραπτωμάτων... Μὰ κυρίως ν᾿ ἀναδείξεις τὸ νερὸ αὐτὸ παροχέα ζωῆς».

Ὁ παραλυτικὸς τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου, βρίσκεται μεταξὺ δύο βασικῶν πόλων. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ τὸ νερὸ τῆς λίμνης, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ στοιχεῖο γιατρειᾶς του καὶ ἄρα στηρίζει σ᾿ αὐτὸ κάθε του ἐλπίδα, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τοῦ εἶναι ἄγνωστο, ὅσο ἄγνωστη μένει σ᾿ αὐτὸν ἡ Θεϊκή Του δύναμη γιὰ ἀποτελεσματικὴ προσφορὰ καὶ θεραπεία.

Ἀφήνει λοιπὸν ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή του ἐπάνω στὸ στοιχεῖο τοῦ νεροῦ, ποὺ εἶναι ὅμως ὅπως ὅλα τ᾿ ἄλλαμέσα στὴ φύση, καὶ τοῦ διαφεύγει Αὐτὸς ποὺ τὰ ζωογονεῖ καὶ τὰ μεταβάλλει σὲ ἰαματικὰ καὶ θεραπευτικά.

Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστὸς μὲ τὴν παρουσία Του ἐδῶ καὶ τὴν ἐρώτησή Του πρὸς τὸν παραλυτικό· «θέλεις νὰ γιατρευτεῖς;», ἐπιθυμεῖ νὰ στρέψει τὴν προσοχή του στὸ πρόσωπό Του, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ πηγὴ τῆς σωτηρίας. Νὰ πεῖ ἁπλὰ στὸν παραλυτικὸ πὼς τὸ νερὸ δὲν τοῦ παρέχει αὐτὸ ποὺ ζητεῖ. Μόνο ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων.

Γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ζωή μας καὶ ἡ ζωὴ ὁλόκληρης τῆς δημιουργίας. Ἀφοῦ μέσα στὸν Χριστὸ, ποὺ ζοῦμε καὶ κινούμαστε καὶ ὑπάρχουμε, καθὼς ὁ ἀπόστολος Παῦλος θὰ διακηρύσσει πρὸς τοὺς Ἀθηναίους ἐπάνω στὴν Πνύκα, κατὰ τὴν ἐπίσκεψη του στὴν Ἀθήνα.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ παραλυτικὸς τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου, δὲν θὰ εὕρισκε τὴ γιατρειά του μέσα στὴ μικρὴ λίμνη. Γιατὶ ἂν ἦταν ἔτσι, τότε θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει σἐ οἱονδήποτε χῶρο ποὺ ὑπῆρχε νερό. Μὰ στὸ ταρασσόμενο νερὸ τῆς λίμνης ἀπὸ τὴ παρουσία τοῦ Ἀγγέλου. Δηλαδὴ ἀπὸ τὸ κατάλληλο ὄργανο τῆς Θεϊκῆς ἐπεμβάσεως. Καὶ ἡ ἐπέμβαση αὐτὴ εἶναι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ δίδει ἰαματικὲς καὶ θεραπευτικὲς ἰδιότητες στὸ νερό.

Ἔτσι ὁ Χριστὸς μπορεῖ σ᾿ αὐτὰ τὰ φυσικὰ στοιχεῖα νὰ δίδει πνευματικὲς προεκτάσεις. Νὰ τὰ μεταβάλλει σὲ πνευματικὰ μεγέθη. Νὰ τοὺς δίδει ὑπερφυσικὲς ἰδιότητες. Νὰ τὰ κάνει θεραπευτικὰ καὶ ἰαματικὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο.

Ἐμεῖς ὀφείλουμε μέσα ἀπὸ τὰ φυσικὰ πράγματα, αὐτὰ ποὺ βρίσκονται γύρω καὶ δίπλα μας καὶ τὰ χρησιμοποιοῦμε καθημερινά, νὰ βλέπουμε τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ Αὐτὸς μᾶς τὰ χορηγεῖ πλούσια καὶ τὰ εὐλογεῖ γιὰ νὰ μᾶς βοηθοῦν καὶ νὰ στηρίζουν τὴν ζωή μας. Καὶ σὰν δημιουργός Τους, τοὺς παρέχει τὴ χάρη Του γιατὶ τὰ μεταβάλλει σὲ ἰαματικὰ καὶ θεραπευτικὰ σ᾿ ἐκείνους ποὺ γνωρίζουν νὰ τὰ σέβονται, νὰ τὰ διακονοῦν καὶ νὰ Τὸν εὐχαριστοῦν γιὰ τὰ εὐλογημένα δῶρα Του.


Ἀρχιμ. Ν.Π.

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

† Κυριακή 3 Μαΐου 2015 (τοῦ Παραλύτου)

Ευαγγελική Περικοπή

Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην
Κεφ. ε΄: 1-15

Τ
ῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀνέβη ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα. Ἔστι δὲ ἐν τοῖς ῾Ιεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη ῾Εβραῑστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. Ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. Ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. Ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ. Τοῦτον ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; Ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. Λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. Καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ Σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. Ἔλεγον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· Σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἄραι τὸν κράββατον. Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· Ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. Ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι· Ἆρον τὸν κράβαττόν σου καί περιπάτει; Ὁ δὲ ἰαθείς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ ᾿Ιησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. Μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ, καί εἶπεν αὐτῶ· Ἴδε, ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. Ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς ᾿Ιουδαίοις, ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.



Απόστολος

Πράξεων τῶν Ἀποστόλων
Κεφ. θ΄: 32-42

ν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο Πέτρον· διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν. Εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν παραλελυμένος. Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε ᾿Ιησοῦς ὁ Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. Καὶ εὐθέως ἀνέστη. Καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον. ᾿Εν ᾿Ιόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει. Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ αὐτὴν ἔθηκαν ἐν ὑπερῴῳ. Ἐγγὺς δὲ οὔσης Λύδδης τῇ ᾿Ιόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι Πέτρος ἐστὶν ἐν αὐτῇ, ἀπέστειλαν δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν. Ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον. καὶ παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ᾿ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς. Ἐκβαλὼν δὲ ἔξω πάντας ὁ Πέτρος θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο. καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα εἶπε· Ταβιθά, ἀνάστηθι. Ἡ δὲ ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον ἀνεκάθισε. Δοὺς δὲ αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν, φωνήσας δὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὰς χήρας παρέστησεν αὐτὴν ζῶσαν. Γνωστὸν δὲ ἐγένετο καθ᾿ ὅλης τῆς ᾿Ιόππης, καὶ πολλοὶ ἐπίστευσαν ἐπὶ τὸν Κύριον.



Εἰς τόν Ὄρθρον 
Τὸ Ε΄ Ἑωθινόν Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν 
Κεφ. κδ΄: 12-35

Τ
ῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὁ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα· καὶ ἀπῆλθε πρὸς ἑαυτόν, θαυμάζων τὸ γεγονός. Καὶ ἰδοὺ, δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην, ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ ῾Ιερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα ᾿Εμμαούς· καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν, καὶ αὐτὸς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐγγίσας, συνεπορεύετο αὐτοῖς· οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες, καί ἐστε σκυθρωποί; Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ εἷς, ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν· Σὺ μόνος παροικεῖς ἐν ῾Ιερουσαλὴμ καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις; Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ποῖα; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Τὰ περὶ ᾿Ιησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ· ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν· ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν, ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν ᾿Ισραήλ· ἀλλά γε σὺν πᾶσι τούτοις, τρίτην ταύτην ἡμέραν ἄγει σήμερον ἀφ᾿ οὗ ταῦτα ἐγένετο. Ἀλλὰ καὶ γυναῖκές τινες ἐξ ἡμῶν ἐξέστησαν ἡμᾶς, γενόμεναι ὄρθριαι ἐπὶ τὸ μνημεῖον· καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ σῶμα αὐτοῦ, ἦλθον, λέγουσαι καὶ ὀπτασίαν Ἀγγέλων ἑωρακέναι, οἳ λέγουσιν αὐτὸν ζῆν. Καὶ ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ἡμῖν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ εὗρον οὕτω καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον· αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον. Καὶ αὐτὸς εἶπε πρὸς αὐτούς· Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ Προφῆται. Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ; Καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν Προφητῶν διηρμήνευεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς Γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ. Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο· καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο πορρωτέρω πορεύεσθαι. Καὶ παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες· μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα· Καὶ εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ᾿ αὐτῶν, λαβὼν τὸν ἄρτον, εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς. Αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν· καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ᾿ αὐτῶν. Καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους· οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς; Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς, λέγοντας· Ὅτι ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως καὶ ὤφθη Σίμωνι. Καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ· καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.

Η πηγή των δύο υδάτων...


Η πηγή με τα δύο νερά είναι ο άνθρωπος. Με το ένα νερό ζωντανεύει, με το άλλο νεκρώνει. Μ’ ένα πλένει, με το άλλο λερώνει. Και τα δύο νερά ρέουν ἀπό το ίδιο στόμα. 

Ο ἂνθρωπος μπορεῖ με το στόμα να παινεύη την αρετή, αλλά μπορεί και να τη μαλώνη, μπορεί να δοξάζη τον Θεό, αλλά μπορεί και να Τον υβρίζη, μπορεί να σηκώση τον πεσμένο, αλλά μπορεί και να ρίξη τον όρθιο, μπορεί να ενθαρρύνη, αλλά μπορεί και να αποδυναμώση, μπορεί να οδηγήση, αλλά μπορεί και να αποπλανήση.

Στο βιβλίο του σοφού γιού του Σειράχ είναι γραμμένο: 
«Εὰν φυσήσης εις σπινθήρα, εκκαήσεται και εάν πτύσης επ’ αυτόν, σβεσθήσεται͘ και αμφότερα εκ του στόματος σου εκπορεύεται» (Σοφ. Σειρ.28,12). 

Η Μαρία, αδελφή του Μωυσή, έψελνε δοξολογία στον Θεό όταν έσωσε τον λαό Του και βύθισε τον Φαραώ λέγοντας:
«Άσωμεν τω Κυρίω, ενδόξως γαρ δεδόξασται» (Εξ. 15, 21). 

Η ίδια Μαρία αργότερα αυθαδίαζε εναντίον του αδελφού της Μωυσή. Και γι’ αυτό τιμωρήθηκε από τον Θεό, και έγινε λεπρή. Βλέπετε, πως από ένα στόμα βγαίνει και το καλό και το κακό;

Γι’ αυτό, χριστιανέ, να είσαι συνεπής στο καλό. Και όταν βλέπεις τον δίκαιο, μην σβήνεις με το φτύσιμο τη δικαιοσύνη του, αλλά φύσα και αναζωπύρωσε τη θεϊκή σπίθα μέσα του, ώστε να είναι όσο περισσότερο γίνεται φωτεινότερη.

Και όταν βλέπεις ότι ο αμαρτωλός μετανοεί, μην αναφέρεις τις αμαρτίες για τις οποίες μετανόησε εκείνο πού αυτός πετά από πάνω του, τα κουρέλια της αμαρτίας, μην τα πετάς πάλι επάνω του διότι η αμαρτία του θα πέση πάνω σου και θα δικαστής σαν να την έκανες εσύ και όχι αυτός. 

Μην λερώνεις εκείνον πού άρχισε να πλένεται, αλλά βοήθησέ τον να πλυθή. Μην φοβερίζεις εκείνον πού κατευθύνθηκε στον δρόμο της αρετής, αλλά ενθάρρυνέ τον. 

Αφού σύμφωνα με αυτά πού βγαίνουν από το στόμα σου σ’ αυτόν τον κόσμο, θα δικαστείς στη φοβερή δίκη του Θεού.


Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, 
Βιβλίο: Δεν φτάνει μόνο η πίστη… 
Ιεραποστολικές επιστολές Β΄-

Γνωρίζοντας το Θεό, νοιώθεις γεμάτος...


Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν πιστεύη στὴν ἄλλη ζωή, ζητάει νὰ γνωρίση τὸν κόσμο, νὰ χαρῆ σ΄αὐτὴν τὴν ζωὴ ἐκεῖνο, τὸ ἄλλο..., καὶ τελικὰ τί βγαίνει; 

Ἔχει συνέχεια μέσα του ἕνα κενό. 

Ἐνῶ, ἅμα πιστέψη στὸν Θεό, γνωρίζει τὸν Θεό, τὸν γνωρίζει ὁ Θεὸς καὶ τότε νιώθει μέσα του γεμάτος.


Άγιος Γέρων Παΐσιος

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Μετανόησε και προσκόμισε στον Κύριο τα δάκρυά σου σαν μύρο μετανοίας


Αγίου Δημητρίου τού Ροστώφ


Να κρατάς αδιάκοπα την ψυχή σου σε κατάσταση μετανοίας και πένθους. Διαπίστωσε και τις πιο ασήμαντες αδυναμίες σου και πολέμησέ τες. Αν αδιαφορήσεις για τις μικρές πτώσεις και τα μικρά αμαρτήματα, να είσαι βέβαιος ότι θα δεις κάποτε τον εαυτό σου ν' αδιαφορεί και για τα μεγάλα. Από την πιο φευγαλέα και λεπτή αμαρτωλή σκέψη γεννιέται κάποτε το πιο σοβαρό αμάρτημα.

Αρχή της σωτηρίας είναι η αρχή της μετανοίας. Αρχή της μετανοίας είναι η αποχή από την αμαρτία. Αρχή της αποχής από την αμαρτία είναι η καλή πρόθεσις, η αγαθή προαίρεσις.


Η αγαθή προαίρεσης γεννά τους κόπους. Οι κόποι γεννούν τις αρετές. Οι αρετές γεννούν την πνευματική εργασία. Η πνευματική εργασία, τέλος, όταν είναι συνεχής και επίμονη, μονιμοποιεί στην ψυχή την αρετή και την κάνει φυσική κατάστασή της. Όταν φθάσεις σ' αυτή την τελευταία βαθμίδα, λίγο θ' απέχεις από την ψηλάφηση του Θεού!

Άκουσε με πολλή προσοχή πώς ορίζει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος την αληθινή μετάνοια:


Μετάνοια σημαίνει ανανέωσις του βαπτίσματος. 
Μετάνοια σημαίνει συμφωνία με τον Θεό για νέα ζωή.
Μετάνοια σημαίνει οριστική αποχή από την αμαρτία. 
Μετάνοια σημαίνει βαθιά συντριβή και ταπείνωσις. 
Μετάνοια σημαίνει μόνιμη απομάκρυνσις από κάθε σωματική απόλαυση. 
Μετάνοια σημαίνει διαρκής αυτoκατάκρισις. 
Μετάνοια σημαίνει αδιαφορία για τα πάντα και ενδιαφέρον μόνο για τη σωτηρία της ψυχής σου. 
Μετάνοια σημαίνει έργα αρετής αντίθετα προς τις προηγούμενες αμαρτίες. 
Μετάνοια σημαίνει κάθαρσις της σκoτισμένης συνειδήσεως. 
Μετάνοια σημαίνει θεληματική υπομονή όλων των θλίψεων, από ανθρώπους και από δαίμονες. 
Μετάνοια σημαίνει αυτοτιμωρίες και συνεχείς ταλαιπωρίες της σάρκας. 
Μετάνοια σημαίνει κάψιμο των αμαρτιών με τη φωτιά της αδιάλειπτης δακρύρροης προσευχής.
Όλα αυτά αποτελούν την αληθινή μετάνοια. Είναι όμως γνωρίσματα της δικής σου μετανοίας;

Αυτός ο κόσμος, που ξέχασε τον Θεό, δεν είναι παρά κοιλάδα της αμαρτίας και λαβύρινθος του θρήνου. Δεν έχει τίποτε καλό, τίποτε αξιέπαινο. Παντού βασιλεύει η αμαρτία, η παρανομία, η αποστασία· αλλά και οι άφευκτες συνέπειές τους: ο πόνος, η θλίψης, ο στεναγμός. 

"Πάσα κεφαλή εις πόνον και πάσα καρδία εις λύπην. Από ποδών έως κεφαλής ουκ εστίν εν αυτώ ολοκληρία… Ουκ εστί μάλαγμα επιθήναι ούτε έλατον ούτε καταδέσμους" (Ησαΐας 1. 5). 

Γι' αυτό εσύ, αδελφέ μου, "κατάγαγε ως χείμαρρους δάκρυα ημέρας και νυκτός· μη δως έκνηψιν σεαυτώ μη σιωπήσαιτο ο οφθαλμός σου" (παράβαλλε Θρην. Ιερεμ. 2. 18).


Όλοι οι Άγιοι έκλαψαν και πένθησαν πολύ, μετανοώντας για τις αμαρτίες τους, κι ας ήταν λιγότερες από τις δικές σου. 

"Εγεννήθησαν τα δάκρυα αυτών αυτοίς άρτος ημέρας και νυκτός" και "το πόμα αυτών μετά κλαυθμού εκίρνων" (παράβαλλε Ψαλμοί 41. 4 και 10 1. 10). Και ο Κύριος έκλαψε, όχι γιατί είχε ανάγκη από τα δάκρυα της μετανοίας, αλλά για να θρηνήσει την αμετανοησία και τη σκληροκαρδία των ανθρώπων: "Ιδών την πόλιν (την Ιερουσαλήμ) έκλαψε επ' αυτή, λέγων ότι ει έγνως και συ, και γε εν τη ημέρα σου ταύτη, τα προς ειρήνην σου! νυν δε εκρύβη από οφθαλμών σου" (Λουκάς 19. 41-42).

Πώς να μην κλάψεις όταν η ζωή σου είναι γεμάτη από δοκιμασίες, θλίψεις, πόνο, συμφορές; 

"Ποία του βίου τρυφή διαμένει λύπης αμέτοχος; Ποία δόξα έστηκεν επί γης αμετάθετος; Πάντα σκιάς ασθενέστερα, πάντα ονείρων απατηλότερα· μία ροπή, και ταύτα πάντα θάνατος διαδέχεται". 

Πώς να μη θρηνήσεις όταν και την άλλη ζωή, την αιώνια, κινδυνεύεις να τη χάσης; Αυτή θα είναι η πιο μεγάλη συμφορά. Κανείς δεν ξέρει τι θα τού συμβεί εκεί.

Καμιά είδησις, καμιά πληροφορία… Θα έρθει σαν κλέφτης ο θάνατος, θα χωρισθεί η ψυχή από το σώμα και θ' ακολουθήσει ο φοβερός τελωνισμός της από τα πονηρά πνεύματα. "Ω, ποία ώρα τότε! θα πάει η ψυχή εκεί που ποτέ δεν ήταν. Θα δει εκείνα που ποτέ δεν γνώρισε. Θ' ακούσει όσα ποτέ δεν άκουσε.

Κλάψε, λοιπόν. Μετανόησε και προσκόμισε στον Κύριο τα δάκρυά σου σαν μύρο μετανοίας. Το δάκρυ καθαρίζει την ψυχή και την ξεπλένει από κάθε κηλίδα, λαμπικάρει τη συνείδηση, φωτίζει τον νου, σπάζει τα δεσμά των παθών, σχίζει τα χειρόγραφα της αμαρτίας.

Κλάψε και θρήνησε με μετάνοια, για να ξεπλυθείς κι εσύ από τις αμαρτίες σου, για να καθαρίσεις τον ρύπο της ψυχής σου, για να θεραπευθείς από την πνευματική τύφλωση, για να πνίξεις στη θάλασσα των δακρύων τον νοητό διώκτη Φαραώ, για να σβήσεις με τους κρουνούς των ματιών σου τη φλόγα της γεένης και ν' αξιωθείς της αιωνίας ζωής εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.


"Πνευματικό Αλφάβητο"
Ιερά Μονή Παρακλήτου
Ωρωπός Αττικής, 1996.

Επιστολή στο Νικόβουλο που κατηγορούσε την σύζυγό του


Ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στό Νικόβουλο ὁ ὁποῖος πῆρε σύζυγό του τήν Ἀλυπιανή, ἀνιψιά τοῦ Γρηγορίου ἀπό τήν ἀδερφή του Γοργονία. Φαίνεται ὅτι σέ κάποια προστριβή πού παρουσιάστηκε στό ἀνδρόγυνο ἀναφέρεται ἡ ἐπιστολή. Γράφτηκε τό 365 μ.Χ


Μοῦ κατηγορεῖς τήν Ἀλυπιανή μου, ἐπειδή τάχα εἶναι μικρόσωμη κι ἀνάξια γιά τά μεγαλεῖα σου, ὦ ψηλέ ἐσύ καί γιγάντιε καί πελώριε, στήν ἐμφάνιση καί στή δύναμη. Τώρα κατάλαβα ὅτι τήν ψυχή μπορεῖ νά τήν μετρήσουμε κι ὅτι ἡ ἀρετή ζυγίζεται, οἱ πέτρες εἶναι πολυτιμότερες ἀπό τά μαργαριτάρια καί τά κοράκια ἀκριβότερα ἀπό τά ἀηδόνια.

Μπορεῖς λοιπόν ἐσύ νά ἀπολαμβάνεις τό μέγεθος καί τούς πήχεις σου καί νά μήν ὑστερεῖς σέ τίποτα ἀπό ἐκείνους τούς Ἀλωάδες(1). Καβαλικεύεις ἄλογο, τινάζεις κοντάρι κι ὁ νοῦ σου εἶναι στά θηρία.

Ἐνῶ αὐτή δέν κάνει καμιά δουλειά, οὔτε ἔχει πολλές δυνάμεις γιά νά περνάει τή σαΐτα, νά μεταχειρίζεται τήν ἡλακάτη καί νά δουλεύει τόν ἀργαλειό(2). Αὐτό ἔχει δοθεῖ στίς γυναῖκες. Κι ἄν προσθέσεις καί ἐτοῦτο ὅτι ἔχει καρφωθεῖ στή γῆ ἀπό τὶς προσευχές της, καί εἶναι πάντα κοντά στό Θεό μέ τίς μεγάλες ἐξάρσεις τῆς ψυχῆς, τί τό θέλεις ἐδῶ τό ὕψος σου καί τίς διαστάσεις τοῦ σώματός σου; 


Πρόσεξε πῶς σωπαίνει τήν ὥρα πού πρέπει, ἄκουσέ την ὅταν μιλᾶ, κοίταξε πόσο ἀδιαφορεῖ γιά τόν καλλωπισμό της, πόσο στά γυναικεῖα μέτρα ἔχει σθένος ἀνδρικό, τήν ὠφέλεια πού προκαλεῖ στό σπίτι, τήν ἀγάπη στόν ἄνδρα της. Καί τότε θά πεῖς τό λόγο τοῦ Λάκωνα, στά ἀλήθεια ἡ ψυχή δέν ἔχει μέτρο καί πρέπει ὁ ἔξω ἄνθρωπος νά στρέφει τό βλέμμα του πρός τά μέσα.

Ἄν δεῖς τό πράγμα ἀπό αὐτή τή σκοπιά, θά παύσεις νά παίζεις καί νά τήν περιπαίζεις σάν μικρή καί θά μακαρίζεις τή συζυγία σου.

____________________


(1) Ἀλωάδες: ὁ Ὦτος καὶ ὁ Ἐφιάλτης, γιοὶ τοῦ Ποσειδώνα καὶ τῆς Ἰφιμέδειας, γυναίκας τοῦ γίγαντα Ἀλωέα. Βλ. Ὁμήρου, Ὀδύσσεια. Λ. Γιγαντόσωμοι, ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ θέλουν νὰ βάλουν τὴν Ὄσσα πάνω στὸν Ὄλυμπο. 

(2) Ἡμιστίχιο ἀπὸ τὸ ποίημα τοῦ Γρηγορίου, Ἔπη ἠθικά, «Περὶ γυναικῶν καλλοπιζομένων»

(Ε.Π.Ε. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τόμος 7)