Επωμιζόμενος, λοιπόν, ο κληρικός, τέτοια ευθύνη και δεχόμενος τέτοιου είδους τιμή, δωρεά και προσφορά από το Θεό, όπως είναι η ιερωσύνη, έχει ιερό χρέος και οφείλει να πορεύεται αναλόγως, διότι σε τελευταία ανάλυση ο ιερεύς δεν είναι άνθρωπος αλλά θυσία.
Μια θυσία που προστίθεται στη θυσία του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού και αυτό είναι ιερωσύνη. Όχι άνεση, όχι μεγαλεία, όχι τυμπανοκρουσίες και επίδειξη αλλά ταπείνωση, αγάπη, αφιλοχρηματία, ελεημοσύνη και εγκράτεια. Ο άξιος ποιμένας κηρύττει πρώτα με την κρυστάλλινη ζωή του και μετά με τα λόγια του, διότι «η ιερωσύνη είναι σαν το μάτι που δεν δέχεται καμμία τρίχα».
Βέβαια και εκείνος ως άνθρωπος αμαρτάνει. «Η Χάρις, όμως, του Θεού δεν παύει να ενεργεί διά του ιερωμένου, λόγω της χειροτονίας, εκτός αν αυτός αστοχήση στην πίστη». Οι πιστοί, όμως, σε καμμία περίπτωση δεν πρέπει να κρίνουν τον ιερέα , διότι η ιεροκατηγορία συνιστά βαρύτατο αμάρτημα και ο Μόνος Δίκαιος Κριτής όλων μας είναι ο Φιλεύσπλαχνος Κύριός μας.