Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Ιερός Ναός Παντανάσσης, 60 Χρόνια ... (Επετειακό Λεύκωμα)

   

Από τις 26 Απριλίου 2015 με την ευκαιρία της Επετείου των 60 ετών από τη Θεμελίωση και των 50 ετών από τα Εγκαίνια του Ιερού Ναού Παντανάσσης, έχουμε κυκλοφορήσει το Συλλεκτικό – Επετειακό Λεύκωμα του Ιερού Ναού μας.

Στις 211 σελίδες του, θα μπορείτε να δείτε πλούσιο φωτογραφικό υλικό από την 60χρονη πορεία της Εκκλησίας μας και να διαβάσετε όλο το ιστορικό της Θεμελίωσης, της Ανέγερσης, των Εγκαινίων και της Πνευματικής και Λειτουργικής ζωής του Ναού. 




Το Λεύκωμα μας, προλογίζουν και χαιρετίζουν: 

ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, 

ο Μητροπολίτης Περγάμου και Καταφυγιώτης στην καταγωγή κ. Ιωάννης 

ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κίτρους κ. Γεώργιος 

ο Δήμαρχος Κατερίνης κ. Σάββας Χιονίδης και 

η Αντιπεριφερειάρχης Πιερίας κα. Σοφία Μαυρίδου 





Όποιος επιθυμεί να το προμηθευτεί ή να το παραγγείλει έχει τις παρακάτω επιλογές : 


Α) Από τον Ιερό Ναό Παντανάσσης : 

Μ. Κυρίλλου 6, Κατερίνη 


Β) Τηλεφωνικά στους αριθμούς : 

1) 2351029868 , 2) 6942252197 , 3) 6945930430 


Γ) Επικοινωνώντας στο e-mail του Ναού : 

inpantanassis@gmail.com 



Η τιμή πώλησής του ανέρχεται στα € 20,00.





Επίσης διατίθενται προς πώληση (στην τιμή των € 10,00) και οι Ιερές Εικόνες :

Α) Παναγία η Οδηγήτρια (του Φώτη Κόντογλου)




Β) Παναγία Άξιον Εστί



Δοξαστικό Κυριακής των Μυροφόρων

(Ζωντανή ηχογράφηση στον Ιερό Ναό Παντανάσσης Κατερίνης
σήμερα, Κυριακή των Μυροφόρων Γυναικών, 26 Απριλίου 2015)

Δόξα Πατρί… Ἑωθινόν Β’ Ἦχος β’

Μετὰ μύρων προσελθούσαις, ταῖς περὶ Μαριὰμ γυναιξί, καὶ διαπορουμέναις, πῶς ἔσται αὐταῖς τυχεῖν τοῦ ἐφετοῦ, ὡράθη ὁ λίθος μετηρμένος, καὶ θεῖος νεανίας, καταστέλλων τὸν θόρυβον αὐτῶν τῆς ψυχῆς. Ἠγέρθη γὰρ φησιν, Ἰησοῦς ὁ Κύριος, διὸ κηρύξατε τοῖς κήρυξιν αὐτοῦ Μαθηταῖς, εἰς τὴν Γαλιλαίαν δραμεῖν, καὶ ὄψεσθε αὐτόν, ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν, ὡς ζωοδότην καὶ Κύριον.


Καὶ νῦν… ἦχος πλ.α’

Ἀναστάσεως ἡμέρα, καὶ λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει, καὶ ἀλλήλους περιπτυξώμεθα, Εἴπωμεν ἀδελφοί, καὶ τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς, Συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἀναστάσει, καὶ οὕτω βοήσωμεν΄ Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωὴν χαρισάμενος.

Καθημερινή τέλεση Θείας Λειτουργίας


Εβδομαδιαίο Πρόγραμμα Ιερών Ακολουθιών


Κυριακάτικο Κήρυγμα


Κυριακή τῶν Μυροφόρων
(Μάρκ. ιε΄ 25-27, ιστ΄ 24-25)


Πόσα σημαντικὰ καὶ πόσα θαυμαστὰ γεγονότα δὲν πραγματώθηκαν κατὰ τὴν ἡμέρα «τῆς μιᾶς τῶν σαββάτων», δηλαδὴ τὴν Κυριακή. Τὸ ἱερὸ κείμενο τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου, μᾶς παρουσιάζει μιὰ πληθώρα γεγονότων σημαντικῶν καὶ θαυμαστῶν.

Ὁμιλεῖ γιὰ τὶς τρεῖς γυναικείες μορφὲς ποὺ πορεύθηκαν πολὺ πρωῒ στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ τὴν ἀποκύληση τοῦ μεγάλου βράχου, ποὺ ἔκλεινε τὸν τάφο καὶ γιὰ τὸ κενὸ μνημεῖο. Γιὰ τὴν ὀπτασία τοῦ Ἀγγέλου καὶ γιὰ τὴν παράδοξη ἀγγελία του πὼς ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε.

Ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ παράδοξα καὶ θαυμαστά, ἔλαβαν χώρα κατὰ τὴν ἡμέρα «τῆς μιᾶς σαββάτων». Αὐτὴ τὴν ἡμέρα, ποὺ σηματοδοτεῖ τὴν ἀρχὴ τοῦ καινούργιου κόσμου. Αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ φωτίζεται ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Τὴν Κυριακή, τὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου· αὐτὴν, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τοῦ ἑβδομαδιαίου κύκλου ὡς πρώτη καὶ ἁγία.

«Αὕτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία...»

Καὶ ἔτσι, ὡς κέντρο καὶ βάση τῆς ἑβδομάδος ἡ ἡμέρα αὐτή, ἀποτέλεσε τὸν κατάλληλο χρόνο σύναξης τῆς πρώτης Ἐκκλησίας γιὰ τὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας. Τότε ἄκουγαν τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων ὡς αὐτηκόων καὶ αὐτοπτῶν μαρτύρων τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τότε εὕρισκαν τὸν χρόνο ν᾿ ἀσκήσουν τὴν ἀγάπη μεταξύ τους, προσφέροντας βοήθεια στοὺς ἀδύναμους καὶ ἔχοντας ἀνάγκη ἀδελφούς.

Μὰ τὰ θαυμαστὰ καὶ παράδοξα γεγονότα ποὺ συμβαίνουν κατὰ τὴν Κυριακή, δὲν ἔχουν τελειωμό. Διαβάζουμε στὸ βιβλίο τῶν πράξεων τῶν Ἀποστόλων πὼς ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν Τρωάδα «μιὰ Κυριακὴ παρατείνει τὸν λόγο ὡς τὰ μεσάνυχτα». Καὶ ὁ ἴδιος γράφοντας πρὸς τοὺς Κορινθίους, τοὺς λέγει: «νὰ μὴν ξεχνοῦν τὸ χρέος τῆς ἀγάπης καὶ κάθε Κυριακὴ στὴ θεία Λειτουργία, νὰ συνάζουν χρήματα γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς». Ἀκόμη κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης δέχθηκε στὴν Πάτμο τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ.

Καὶ ἔρχεται ἀργότερα, τὸν 4
ο μ.Χ. αἰῶνα ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μὲ αὐτοκρατορικὸ διάταγμα, νὰ κάνει τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, ἀργία. Ἔτσι ἡ ἡμέρα αὐτὴ συνδέθηκε «μὲ τὴν καινούργια ἐποχὴ τοῦ κόσμου, μὲ τὴν ἵδρυση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὶς παραδόσεις τοῦ λαοῦ».

Ἔτοῦτα ἆρα γε τὰ σημαντικὰ γεγονότα ἀπὸ μόνα τους, δὲν ὁμιλοῦν γιὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ δὲν ἀποτελοῦν μιὰ τρανὴ ἀπόδειξη γι᾿ αὐτήν;

Αὐτὴ ἡ Κυριακή, ἡ ἡμέρα «τῆς μιᾶς σσαββάτων», εἶναι βαθειὰ τοποθετμένη μέσα στὴν συνείδηση τοῦ λαοῦ. Εἶναι ζυμωμένη μὲ τὴν ἴδια τὴ ζωή του καὶ νοηματοδοτεῖ τὴν πίστη του. Ἀφοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἡμέρα ποὺ ἐξ ὁλοκλήρου ἀφιερώνεται στὸν Χριστό.

Τὸ ἐρώτημα ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ θέσουμε ἐδῶ εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐκφράζει ἕνα βασικὸ προβληματισμό. Ποιό εἶναι αὐτὸ τό ἐρώτημα; Ἆρα γε εἴμαστε σήμερα ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι στὸν καιρό μας αἰσθάνονται καὶ τιμοῦν τήν «μίαν τῶν σαββάτων;».

Οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι κατὰ ποικίλο καὶ διάφορο τρόπο αἰσθάνονται τὴν Κυριακή. Γιὰ μερικοὺς ἴσως δὲν διαφέρει σὲ τίποτε ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἄλλες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, ἀφοῦ κι αὐτὴ τὴν ἡμέρα θὰ ἐργαστοῦν. Θὰ ἐργαστοῦν δὲ ὄχι ἐπειδὴ τὸ ἐπάγγελμά τους τὸ ἐπιβάλλει, μὰ γιατὶ εἶναι ἰδική τους ἐπιλογή.

Ἄλλοι θὰ ἐπιλέξουν αὐτὴ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς γιὰ νὰ κάνουν ἐκδρομή. Καὶ ἡ συνήθεια αὐτή, «πάει νὰ διασπάση τὴν πατροπαράδοτη οἰκογενειακὴ συνοχὴ τοῦ λαοῦ μας».

Ἄλλοι αὐτὴ τὴν ἡμέρα λένε νὰ ξεκουραστοῦν καὶ νὰ ἀπολαύσουν τὸν ὕπνο. Καὶ ὅταν ἡ καμπάνα τῆς Ἐκκλησίας μᾶς καλεῖ στὴν Εὐχαριστηριακὴ σύναξη, ποὺ εἶναι ἡ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, ἐκεῖνοι γυρνοῦν ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἢ τὸ χειρότερο ἐνοχλοῦνται.

Καὶ οἱ λιγότεροι θὰ αἰσθανθοῦν αὐτὴ τὴν ἡμέρα, πὼς ἀνήκει στὸ Θεό, θ᾿ ἀκούσουν τὴ φωνή Του, θὰ ἀνταποκριθοῦν στὴν πρόσκλησή Του. Ἐκεῖ δὲ στὴν Ἐκκλησία, θὰ δεχθοῦν τὴ χάρη Του· θὰ Τὸν εὐχαριστήσουν γιὰ τὰ οὐράνια δῶρα Του καὶ θὰ πάρουν δύναμη γιὰ τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, οἱ Μυροφόρες ξεκίνησαν πρωῒ «τῆς μιᾶς Σαββάτων» γιὰ νἄρθουν νὰ βροῦν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ξεπέρασαν ὅλα τὰ ἐμπόδια καὶ πέταξαν ἀπὸ ἐπάνω τους τὸν φόβο. Αὐτὲς ἀποδείχθηκαν γενναῖες γιατὶ ἀγάπησαν πολύ. Ἔτσι ἀνταμείφθηκαν. Πῆραν πρῶτες τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως καὶ γίνηκαν ἀγγελιοφόροι του.

Ἐμεῖς ὅμως κάθε Κυριακὴ ἔχουμε νὰ κάνουμε ἕνα οὐσιαστικὸ ἔργο. Νὰ ἔλθουμε στὴν Ἐκκλησία ν᾿ ἀνταμώσουμε τὸν Χριστό. Ν᾿ ἀκούσουμε τὸν λόγον Του· νὰ δεχθοῦμε τὴν εὐλογία καὶ νὰ βιώσουμε τὴν Ἀνάστασή Του. Καὶ τότε νὰ πάρουμε τὴν εὐλογία Του μέσα ἀπὸ τὸ Εὐαγγελικό λόγο τῆς Ἀναστάσεως καὶ νὰ τὸ φέρουμε στὴν καθημερινότητά μας.

Ἀρχιμ. Ν.Π.

Σάββατο 25 Απριλίου 2015

† Κυριακή 26 Απριλίου 2015 (τῶν Ἁγίων Μυροφόρων γυναικῶν)

Ευαγγελική Περικοπή,

Ἐκ τοῦ κατά Μάρκον
Κεφ. ιε' : 43-47, ιστ' : 1-8

Τ
ῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθὼν ᾿Ιωσὴφ ὁ ἀπὸ ᾿Αριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ. Ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν, εἰ ἤδη τέθνηκε· καὶ προσκαλεσάμενος τὸν Κεντυρίωνα, ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε. Καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ Κεντυρίωνος, ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ ᾿Ιωσήφ. Καὶ ἀγοράσας σινδόνα, καὶ καθελὼν αὐτὸν, ἐνείλησε τῇ σινδόνι, καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μημείου. Ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ, καὶ Μαρία ᾿Ιωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται. Καὶ διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ, καὶ Μαρία ἡ τοῦ ᾿Ιακώβου, καὶ Σαλώμη, ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. Καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς Σαββάτων, ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου· καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; Καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν, ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. Ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· ᾿Ιησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. Ἀλλ᾿ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχύ, ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.



Απόστολος,

Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
Κεφ. στ' : 1-7

ν ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν ῾Ελληνιστῶν πρὸς τοὺς ῾Εβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν. Προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν εἶπον· Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις. Ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά, πλήρεις Πνεύματος ῾Αγίου καὶ σοφίας, οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης· ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν. Καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους· καὶ ἐξελέξαντο Στέφανον, ἄνδρα πλήρη πίστεως καὶ Πνεύματος ῾Αγίου, καὶ Φίλιππον καὶ Πρόχορον καὶ Νικάνορα καὶ Τίμωνα καὶ Παρμενᾶν καὶ Νικόλαον προσήλυτον ᾿Αντιοχέα, οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων, καὶ προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας. Καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε, καὶ ἐπληθύνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἐν ῾Ιερουσαλὴμ σφόδρα, πολύς τε ὄχλος τῶνἸουδαίων ὑπήκουον τῇ πίστει.



Εἰς τόν Ὄρθρον
Τὸ Δ΄ Ἑωθινόν Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν
Κεφ. κδ' : 1-12

Τ
ῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, ὄρθρου βαθέος, ἦλθον γυναῖκες ἐπὶ τὸ μνῆμα φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σὺν αὐταῖς. Εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου· καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου, καὶ ἰδοὺ δύο ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις. Ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν, καὶ κλινουσῶν τὸ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν, εἶπον πρὸς αὐτάς· Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔστιν ὧδε, ἀλλ᾿ ἠγέρθη· μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν ἔτι ὦν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, λέγων·Ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. Καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ· καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. Ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ᾿Ιωάννα καὶ Μαρία ᾿Ιακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς Ἀποστόλους ταῦτα. Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς. Ὁ δὲ Πέτρος, ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον· καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα· καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτόν θαυμάζων τὸ γεγονός.

Εορτή Επετείου


Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

Νὰ μὴν ἀπελπίζεται κανένας, οὑδἑποτε, γιὰ ὁτιδἡποτε


Νὰ μὴν ἀπελπίζεται κανένας, οὑδἑποτε, γιὰ ὁτιδἡποτε.

Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις μέρους τοῦ περὶ Μετανοίας Λόγου,
ἐκ τοῦ ἀποδιδομένου εἰς τὸν Ἅγιον Ἀμφιλὁχιον, Ἐπίσκοπον Ἰκονίου.

«Δεῦτε πρός με πᾶντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι,
κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. 11, 28).


Ἀντὶ προλόγου

Ὁ θεοχειροτόνητος ἐπίσκοπος Ἰκονίου Ἅγιος Ἀμφιλόχιος, ἐξάδελφος Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, μαθητής καὶ φίλος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, εἰς τὸν «Περὶ μετανοίας» ἐπιγραφόμενον εἰς αὐτὸν Λόγον του, μεταξὺ ἄλλων περὶ μετανοίας φιλανθρώπων διηγήσεων, ἀναφέρει καὶ τὸ ἀκόλουθον παράδοξον περιστατικόν.

«Βούλομαι δὲ καὶ ἑτέραν ἀφήγησιν, ὦ φίλοι, ὠφέλιμον οὖσαν ὑμῖν διηγήσασθαι, δεικνύουσαν καθαρῶς Θεὸν μηδένα ἀποστρέφεσθαι τῶν προσπελαζόντων αὐτῷ. Καὶ τοῦτο... ἀπὸ τῆς βίβλου τῶν Πατέρων πειράσομαι διηγήσασθαι».

-Θέλω, ὦ φίλοι, λέγει, νὰ σᾶς διηγηθῶ καὶ μίαν ἄλλην ὠφέλιμον διήγησιν ἡ ὁποία φανερώνει πολὺ καθαρὰ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀποστρἑφεται κανένα ἀπὸ ὅσους θέλουν διὰ μετανοίας νὰ τὸν πλησιἀσουν, μὲ σκοπὸν νὰ σωθοῦν. Καὶ αὐτὸ θὰ τὸ ἀνασὐρω ἀπὸ τὴν βίβλο τῶν πατερικῶν διηγήσεων.

Διηγεῖται λοιπὸν ὁ Ἅγιος καὶ τὸ ἀπροσδόκητον αὐτὸ γεγονός, ὡς ἔνδειγμα τῆς ἄκρας τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας πρὸς τοὺς ἁμαρτἀνοντας, ὥστε νὰ μὴ διστάζουν ὡς πρὸς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἐὰν θελήσουν ἀληθινὰ νὰ μετανοήσουν.

Ἀπὸ τὴν διήγησιν αὐτὴν πληροφορούμεθα ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ ἀφἡνῃ ποτὲ τὸν ἑαυτὸν του εἰς λογισμοὑς ἀπελπισίας καὶ ἀπογνώσεως ὡς πρός τὴν σωτηρίαν του, ἀκόμη καὶ ἐὰν καθ' ὑπόθεσιν ἦτο τόσον ἀμαρτωλός, ὡς νἀ ἧτο δαίμων, καὶ ἤθελε εἰλικρινῶς νὰ μετανοήσῃ.

«Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναβάλλουμε, οὔτε νὰ βραδύνουμε δι' ἐκεῖνον ποὺ πρόκειται νὰ καταπονισθῆ. Διότι ἄν θελήσεις δι' ὁλίγον χρόνον νὰ ἀναβἀλῃς τὴν σωτηρία του, θὰ τὸν ἐγκαταλείψῃς στὴν ἀγριότητα τῆς τρικυμίας. Δι' αὐτὸ σὲ τέτοιες συμφορές χρειάζεται ταχύτης, ταχύτης καὶ προσπάθεια ἐντατικἡ... Ἄς γινὡμεθα, λοιπόν, προνοητικοὶ διὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν μας».
(Ἅγ. Ἰωάν. Χρυσόστομος)

Τα ζώα διαισθάνονται την αγάπη του ανθρώπου

normal_IMG_0283.jpg-Γέροντα, ο Αββάς Ισαάκ λέει: «Καρδία ελεήμων είναι καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως ...». 

-Ναι, έτσι είναι «καύσις καρδίας» και υπέρ των ζώων, αλλά και υπέρ των δαιμόνων ακόμη. Ο πνευματικός άνθρωπος δίνει την αγάπη του πρώτα στον Θεό, έπειτα στους ανθρώπους, και την υπερχείλιση της αγάπης του την δίνει στα ζώα και σε όλη την κτίση.

Αυτή η θεϊκή αγάπη πληροφορεί και τα ζώα, τα οποία καταλαβαίνουν τον άνθρωπο που τα αγαπάει και τα πονάει και τον πλησιάζουν, χωρίς να φοβούνται. Ακόμη και τα άγρια ζώα μπορούν να διακρίνουν έναν άνθρωπο που τα αγαπάει από έναν κυνηγό που θέλει να τα σκοτώση.

Τον κυνηγό τον αποφεύγουν, τον άνθρωπο που τα αγαπάει τον πλησιάζουν. Νόμιζα ότι δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα φίδια, γιατί το φίδι είναι το μόνο ζώο που δεν αγαπιέται από τους ανθρώπους.

Διαπίστωσα όμως αργότερα ότι και τα φίδια διαισθάνονται την αγάπη του ανθρώπου και πιάνουν φιλία μαζί του. Αν ο άνθρωπος έρθη στην θέση του φιδιού και το πονέση, το φίδι αμέσως το καταλαβαίνει και τον πλησιάζει σαν φίλος. Είναι σαν να λέη: «Δόξα σοι ο Θεός, βρήκα κι εγώ επιτέλους έναν φίλο!». 

-Είναι, Γέροντα, το ένστικτο που έχουν; 

-Ο Θεός, για να εξυπηρετούνται, έχει δώσει και σ' αυτά ό,τι χρειάζονται, τους έδωσε την διαίσθηση. Μετά την πτώση ο άνθρωπος στερήθηκε το υπερφυσικό, αλλά του έμεινε ο νους, η λογική. 

Π.χ. οι άνθρωποι βλέπουν κάπου πλατάνια και καταλαβαίνουν ότι εκεί υπάρχει και νερό ψάχνουν και το βρίσκουν. Ενώ τα ζώα το πληροφορούνται σαν να έχουν ραντάρ. Η καμήλα, όταν είναι στην έρημο και διψάη, τρέχει μόνη της προς το μέρος που υπάρχει νερό και ο καμιλιέρης την ακολουθεί.

Είναι σαν να παίρνη τηλεγράφημα.



Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ 
ΛΟΓΟΙ Ε΄ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Ὁ αὐτοκράτορας σώζει τόν ληστή

autokratoras-vyzantiou

Στην Κωνσταντινούπολη, ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ ἀοιδίμου καί μακαρίου βασιλιά μας, Μαυρικίου, πραγματοποιήθηκε το παρακάτω αξιοθαύμαστο γεγονός.

Ὁ Μαυρίκιος ἦταν ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος. Ἔκανε προσευχές, νηστεῖες πολλές καί εἶχε ζῆλο γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἦταν εὔσπλαγχνος, πολυέλεος καί μακρόθυμος. Κάποτε τοῦ εἶπαν, πῶς σ’ ἕνα μέρος ἦταν ἕνας λήσταρχος, πού ἔκλεβε, καί ἔσφαζε χωρίς κανένα δισταγμό. Ἔκαναν λοιπόν συμβούλιο, γιά νά δοῦν τί θά κάνουν καί πῶς θά τόν ἀντιμετωπίσουν. Λέει κάποιος: «Νά στείλουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀστυνομίας. Ποῦ θά πάει; Θά τόν πιάσουν, θά τόν σκοτώσουν, νά ἡσυχάσει ὁ κόσμος».

Τούς λέει ὁ Μαυρίκιος: «Μιά ἁπλή κουβέντα εἶναι νά τόν πιάσουν νά τόν σκοτώσουν, νά ἡσυχάσει ὁ κόσμος. Καί ἡ ψυχή αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ποῦ θά πάει, ἀμετανόητη, φορτωμένη μέ τόσες ἁμαρτίες;»

—Καί τί θέλεις νά κάνουμε βασιλιά μου μ’ αὐτό τό ἀγρίμι; Εἰπέ μας.

—Θά κάνουμε κάτι, τούς λέει καί ἄν δέν πιάσει, νά γίνει τό δικό σας. Καί τί ἔκανε λέτε; Ἔβγαλε ἕνα διάγγελμα: «Ἐσένα τάδε ληστή πού γυρίζεις καί κακοποιεῖς τόν κόσμο, σέ προσκαλῶ ἐγώ, ὁ Μαυρίκιος ὁ βασιλιάς. Νά ρθεῖς εἰρηνικά στήν πόλη, νά σοῦ δώσω ὅτι χρειάζεσαι γιά μιά καλή ζωή. Νά ζήσεις ἔντιμα καί ἤρεμα. Νά μήν κάνεις κακό στόν κόσμο. Καί θά σέ συγχωρήσω, γιά ὅλα ὅσα ἔχεις κάνει μέχρι τώρα». 

Τό ἄκουσε ὁ ληστής, συγκινήθηκε καί εἶπε: «Ὁ Μαυρίκιος, αὐτός ὁ τόσο καλός ἄνθρωπος ζητάει ἐμένα καί μοῦ δείχνει τέτοια καλωσύνη, γιά νά μήν χάσω τήν ψυχή». Ἀμέσως ἄφησε τό λημέρι του καί ξεκίνησε γιά τόν αὐτοκράτορα. Γιατί τοὖρθε ἡ σωστή σκέψη: «Βρέ, δέν πάω καί ἐγώ νά μπῶ στό δρόμο τοῦ Θεοῦ; Μοῦ δίνει τέτοια εὐκαιρία». 

Ἀλλά περπατώντας γιά νά φτάσει στά ἀνάκτορα, νά βρεῖ τόν Μαυρίκιο, τόν ἔπιασε μεγάλη κατάνυξη καί ἄρχισε νά κλαίει. Στό τέλος ἔκατσε σέ μιά πέτρα καί ἔκλαιγε, ἔκλαιγε, ἔκλαιγε. Καί ὅσο σκεπτόταν ὅτι θά παρουσιαστεῖ στό Μαυρίκιο, τόν βασιλιά, καί θά τοῦ πεῖ: «ἦρθα βασιλιά μου, ζητῶ τήν συγγνώμη σου καί σέ εὐχαριστῶ γιά τήν ἀγάπη σου, τήν καλωσύνη σου, τήν εὐσπλαγχνία σου», τόσο ἔτρεχαν τά δάκρυα. Καί μόνο πού τό σκεπτόταν ἔλεγε: «Αὐτός τοῦ Θεοῦ μοιάζει. Τέτοια καλωσύνη νἄχει σέ μένα τό τέρας». Τόσο πολύ τόν ἔπιασε ἡ κατάνυξη, καί τόσο πολύ ἔκλαψε πού φαίνεται πώς ὁ ἄνθρωπος ἔπαθε συγκοπή, πέθανε κλαίγοντας. 

Τό εἶδαν οἱ σύντροφοί του, πού ἦταν μαζί του, καί πῆγαν καί εἶπαν στόν Μαυρίκιο: «ὁ ληστής ἔπαθε αὐτό καί αὐτό. Ἀπό τά πολλά κλάματα, ἀπό τήν μετάνοια καί ἀπό τήν συναίσθηση, ἔκλεισε τά μάτια του, κλαίγοντας».

Ὅταν τό ἄκουσε ὁ Μαυρίκιος ἔκανε τόν Σταυρό του καί εἶπε: «Δόξα σέ σένα Χριστέ μου. Πατέρα τοῦ ἐλέους καί τῆς φιλανθρωπίας καί τῶν οἰκτιρμῶν. Ἕνας ληστής σώθηκε τότε πού ἤσουνα σύ καρφωμένος στό Σταυρό, ἐπειδή σοῦ εἶπε: «Μνήσθητί μου Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου». Καί ἕνας δεύτερος ληστής, ὅμοια φάρα, ὅμοια ποιότητα, σώθηκε ἐπί τῶν ἡμερῶν μου, ἐξ αἰτίας τῆς καλῆς μου διάθεσης, ἐξ αἰτίας τῆς δικῆς μου προσφορᾶς. Δόξα νἄχεις Χριστέ μου, πού μοῦ ἔδωσες τέτοια χαρά. Νά δῶ νά μετανοήσει ἕνας ληστής ἐξ αἰτίας τῆς.

Αὐτή τήν καλωσύνη μᾶς διδάσκει ὁ Χριστός ὅτι πρέπει νά ἔχουμε στήν καρδιά μας. Καί ὅταν βλέπουμε ἄνθρωπο νά κάνει τόν Σταυρό του καί νά θέλει νά κάνει ἕνα τόσο δά βηματάκι, γιά νά πάει πιό κοντά στόν Χριστό, καί ἀπό τήν κακή συμπεριφορά, τήν ὁποιαδήποτε, νά θέλει νά διορθωθεῖ καί νά γίνει λίγο καλύτερος, πρέπει νά αἰσθανόμαστε τέτοια χαρά καί τέτοια εὐφροσύνη, ὥστε νά νομίζουμε ὅτι οἱ στιγμές αὐτές εἶναι οἱ πιό εὐτυχισμένες τῆς ζωῆς μας.

Καί ἐμεῖς, νά φροντίζουμε νά μήν ξεχνᾶμε, ὅτι ἔχουμε χρέος νά κάνουμε πάντοτε τό καθῆκον μας ἀπέναντι τοῦ Κυρίου. Τοῦ Πατέρα τοῦ ἐπουρανίου. Καί ἀπέναντι τῶν ἀδελφῶν μας, τῶν τέκνων τοῦ Πατέρα μας τοῦ ἐπουρανίου. Ἀκόμη νά ἔχουμε στό μυαλό, καί στήν καρδιά μας τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ. Καί νά φροντίζουμε, ἐπειδή εἶναι Πατέρας μας, νά τόν μιμούμεθα στήν ἀγάπη, στήν εὐσπλαγχνία καί στήν καλωσύνη ἀπέναντι ὅλων τῶν ἀνθρώπων. 

Λέει ἕνας μεγάλος συγγραφέας, ὁ μεγαλύτερος ἴσως τοῦ κόσμου, ὁ περίφημος Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι, πού ἦταν καί μεγάλος φιλόσοφος:

«Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου εἶναι τό ὡραιότερο κείμενο, τά ὡραιότερα λόγια πού ἔχουν γραφεῖ σέ ὅλο τόν κόσμο». Καί ὅταν πέθαινε, παρακάλεσε τό παιδί του: «Διάβασέ μου, παιδί μου, ν’ ἀκούσω γιά τελευταία φορά τήν παραβολή τοῦ ἀσώτου, νά εὐφρανθεῖ ἡ ψυχή μου». Ὅσο ὁ γυιός του διάβαζε, ὁ Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι, ὁ τόσο σοφός ἄνθρωπος, ἔκλαιγε συνεχῶς καί δόξαζε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Καί ἐμεῖς, νά ἀκοῦμε μέ αὐτή τήν συγκίνηση πάντοτε, τό θεόσδοτο κείμενο πού λέγεται: «παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ». Ἀμήν.-

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ (†)
διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στήν Κρυοπηγή στίς 21/2/1996

Επιμέλεια για την Αγιοτόκο Θεσσαλονίκη Δημήτριος Γκιουζέλης