Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Ἡ πνευματικὴ εἰρήνη τῆς καρδιᾶς

Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

 Ἡ καρδιά σου, ἀγαπητέ, κτίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μόνο γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτόν, δηλαδὴ γιὰ νὰ ἀγαπᾶται καὶ νὰ κατοικῆται ἀπὸ αὐτόν. Γι᾿ αὐτὸ καθημερινὰ σοῦ φωνάζει νὰ τοῦ τὴν δώσῃς: «Υἱέ, δός μου τὴν καρδιά σου» (Παρ. 23,26). 

Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Θεὸς εἶναι ἡ εἰρήνη ποὺ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ κάθε νοῦ, πρέπει ἡ καρδιὰ ποὺ πρόκειται νὰ τὸν δεχθῆ, νὰ εἶναι εἰρηνικὴ καὶ ἀτάραχη, ὅπως εἶπε ὁ Δαβίδ: «Ἐγενήθη ὁ τόπος σου ἐν εἰρήνῃ» (Ψαλμ. 75,2). Γι᾿ αὐτὸ πρέπει πρῶτα ἀπὸ ὅλα νὰ στερεώσῃς τὴν καρδιά σου σὲ μία εἰρηνικὴ κατάστασι, ὥστε ὅλες σου οἱ ἐξωτερικές σου ἀρετὲς νὰ γεννιῶνται ἀπὸ τὴν εἰρήνη αὐτὴ καὶ ἀπὸ τὶς ἄλλες ἐσωτερικὲς ἀρετές, ὅπως εἶπε ἐκεῖνος ὁ μέγας ἡσυχαστὴς Ἀρσένιος: «Φρόντισε ὥστε ὅλη σου ἡ ἐσωτερικὴ ἐργασία νὰ εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ νικήσῃς τὰ ἐξωτερικὰ πάθη». 

Διότι κι ἂν οἱ σωματικὲς σκληραγωγίες καὶ ὅλες οἱ ἀσκήσεις μὲ τὶς ὁποῖες ἀσκεῖται τὸ σῶμα εἶναι ἄξιες ἐπαίνου, ὅταν εἶναι μὲ διάκρισι καὶ μέτριες, ὅπως ἁρμόζει στὸ πρόσωπο ποὺ τὶς κάνει, ὅμως ἐσὺ ποτὲ δὲν θὰ ἀποκτήσῃς καμία ἀληθινὴ ἀρετὴ μόνο διὰ μέσου τῶν ἀρετῶν ποὺ ἀναφέρθηκαν προηγουμένως, παρὰ ματαιότητα καὶ κενοδοξία, ἂν καὶ οἱ ἀσκήσεις αὐτὲς δὲν παίρνουν δύναμι καὶ ζωὴ καὶ δὲν κυβερνοῦνται ἀπὸ τὶς ἐσωτερικὲς καὶ ψυχικὲς ἀρετές.

Ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνας πόλεμος καὶ πειρασμὸς συνεχής, ὅπως εἶπε καὶ ὁ Ἰώβ: «Δὲν εἶναι ἕνα πειρατήριο ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου πάνω στὴ γῆ;» (7,1). Λοιπὸν ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου αὐτοῦ ἐσὺ πρέπει πάντοτε νὰ εἶσαι ἄγρυπνος καὶ νὰ προσέχῃς πολὺ καὶ νὰ παρατηρῇς τὴν καρδιά σου νὰ εἶναι πάντοτε εἰρηνικὴ καὶ ἀναπαυμένη.

Καὶ ὅταν σηκώνεται ὁποιοδήποτε κῦμα ταραχῆς στὴν ψυχή σου, νὰ παραμένῃς πρόθυμος γιὰ νὰ ἡσυχάζῃς καὶ νὰ εἰρηνεύῃς ἀμέσως τὴν καρδιά σου μὴ ἀφήνοντάς την νὰ ἀλλάξη πορεία καὶ νὰ καταστραφῆ ἀπὸ τὴν ταραχὴ ἐκείνη. Γιατὶ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὅμοια μὲ τὸ βαρίδι τοῦ ὡρολογιοῦ καὶ μὲ τὸ τιμόνι τοῦ καραβιοῦ. Καὶ ὅπως ὅταν κάποιο βαρίδι τοῦ ὡρολογιοῦ ξεκρεμασθῆ ἀπὸ τὴν θέσι του ἀμέσως κινοῦνται καὶ ὅλοι οἱ τροχοί, καὶ ὅταν τὸ τιμόνι δὲν πάρη καλὴ στροφή, τότε ὅλο τὸ καράβι φεύγει ἀπὸ τὴν κανονική του πορεία, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν καρδιά: ὅταν μία φορὰ ταραχθῆ, ἀμέσως συγκινοῦνται ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ ὄργανα τοῦ σώματος καὶ ὁ ἴδιος ὁ νοῦς βγαίνει ἀπὸ τὴ σωστή του κίνησι καὶ τὸν ὀρθὸ λόγο του. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει πάντοτε νὰ εἰρηνεύῃς τὴν καρδιά σου, κάθε φορὰ ποὺ τύχει κάποια ἐνόχλησι καὶ σύγχυσι ἐσωτερική, εἴτε τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, εἴτε σὲ κάθε ἄλλον καιρό.

Καὶ νὰ γνωρίζῃς τὸ ἑξῆς· τότε ξέρεις νὰ προσεύχεσαι καλά, ὅταν γνωρίζῃς νὰ ἐργάζεσαι καλὰ καὶ νὰ παραμένῃς εἰρηνικός, διότι καὶ ὁ ἀπόστολος παραγγέλλει νὰ προσευχώμαστε εἰρηνικά, χωρὶς ὀργὴ καὶ διαλογισμοὺς (Α´ Τιμ. 2,8). Ἔτσι σκέψου ὅτι κάθε ἐργασία σου πρέπει νὰ γίνεται μὲ εἰρήνη, γλυκύτητα καὶ χωρὶς βία. Μὲ συντομία, ὅλη γενικὰ ἡ ἄσκησις τῆς ζωῆς σου πρέπει νὰ γίνεται γιὰ νὰ ἔχῃς εἰρήνη στὴν καρδιά σου καὶ νὰ μὴ συγχίζεται καὶ στὴ συνέχεια μὲ τὴν εἰρήνη αὐτὴ νὰ ἐκτελῇς ὅλα σου τὰ ἔργα μὲ εἰρήνη καὶ πραότητα, ὅπως ἔχει γραφῇ: «Τέκνο μου μὲ πραότητα νὰ ἐκτελῇς τὰ ἔργα σου» (Σείρ. 3,17), γιὰ νὰ ἀξιωθῇς τοῦ μακαρισμοῦ τῶν πράων ποὺ λέγει: «Μακάριοι ὅσοι φέρονται μὲ πραότητα στοὺς ἄλλους, διότι αὐτοὶ θὰ κληρονομήσουν τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας» (Ματθ. 5,5).

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Σὲ τί βρίσκεται ἡ χριστιανικὴ τελειότητα. Γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃ κάποιος, πρέπει νὰ πολεμᾷ. Τὰ τέσσερα ἀναγκαῖα σ᾿ αὐτὸν τὸν πόλεμο

 
Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

Τὸ μεγαλύτερο καὶ τελειότερο κατόρθωμα, ποὺ μπορεῖ νὰ πῇ ἢ νὰ συλλογισθῇ ὁ ἄνθρωπος, εἶναι τὸ νὰ πλησίαση κάπως στὸ Θεὸ καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ αὐτόν.

Λοιπόν, ἐὰν ἐσύ, ἀγαπητέ μου ἐν Χριστῷ ἀναγνώστη, ἐπιθυμεῖς νὰ φθάσης σὲ αὐτὴν τὴν κορυφή, πρῶτα πρέπει νὰ γνωρίσῃς, ἀπὸ τί ἀποτελεῖται ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἡ χριστιανικὴ τελειότητα. Γιατὶ, εἶναι πολλοί, ποὺ λένε, πὼς αὐτὴ ἡ ζωὴ καὶ ἡ τελειότητα βρίσκεται στὶς νηστεῖες, στὶς ἀγρυπνίες, στὶς γονυκλισίες, στὶς χαμαικοιτίες καὶ σὲ ἄλλες παρόμοιες σκληραγωγίες τοῦ σώματος. Ἄλλοι πάλι λένε πὼς βρίσκεται στὶς πολλὲς προσευχὲς καὶ στὶς μεγάλες ἀκολουθίες. Καὶ ἄλλοι πολλοὶ νομίζουν, ὅτι ἡ τελειότητα βρίσκεται ὁλόκληρη στὴ νοερὰ προσευχή, στὴ μοναξιὰ καὶ στὴν ἀναχώρησι, στὴ σιωπὴ καὶ στὴν ἐκπαίδευσι μὲ τὸν κανόνα· δηλαδή, τὸ νὰ βαδίζουν μὲ τὸν κανόνα καὶ τὸ μέτρο, καὶ οὔτε νὰ φτάνουν σὲ ὑπερβολές, οὔτε σὲ ἐλλείψεις. Οἱ ἀρετὲς ὅμως αὐτές, μόνες τους, δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε ὡς χριστιανικὴ τελειότητα, ἀλλὰ εἶναι ἄλλοτε μέσα καὶ ὄργανα, γιὰ νὰ ἀπολαύσῃ κάποιος τὴν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄλλοτε πάλι εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Καὶ ὅτι μὲν εἶναι πολὺ δυνατὰ ὄργανα, γιὰ τὴν ἀπόλαυσι τῆς χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, γιατὶ βλέπουμε πολλοὺς ἐνάρετους ποὺ τὰ μεταχειρίζονται ὅπως πρέπει, μὲ αὐτὸ τὸν σκοπόν, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν δηλαδὴ ἰσχὺ καὶ δύναμι κατὰ τῆς κακίας καὶ τῆς χαλαρότητας, γιὰ νὰ δυναμώνουν ἐναντίον τῶν πειρασμῶν καὶ τῆς πλάνης τῶν τριῶν κοινῶν ἐχθρῶν, δηλαδὴ τῆς σάρκας, τοῦ κόσμου καὶ τοῦ διαβόλου, γιὰ νὰ παίρνουν ἀπὸ ἐκεῖνες τὴν πνευματικὴ βοήθεια, ποὺ εἶναι ἀναγκαῖες σὲ ὅλους τοὺς δούλους τοῦ Θεοῦ, καὶ μάλιστα στοὺς ἀρχαρίους, καὶ ἁπλά, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦν νὰ πάρουν τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· δηλαδή, «Πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας· Πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος· Πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως· Πνεῦμα φόβου Θεοῦ», καθὼς τὰ ἀπαριθμεῖ ὁ Ἡσαΐας.

Ὅτι αὐτὲς οἱ πράξεις εἶναι καὶ καρπὸς τοῦ Πνεύματος καὶ ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν «ἀγάπη, χαρά, πίστι, ἐγκράτεια» (Γάλ. 5,22), ὅπως εἶπε ὁ Παῦλος, καὶ αὐτὸ εἶναι χωρὶς ἀμφιβολία. Γιατὶ οἱ πνευματικοὶ ἄνδρες παιδεύουν τὸ σῶμα μὲ αὐτὲς τὶς σκληραγωγίες, γιατὶ λύπησε τὸν Ποιητή του καὶ γιὰ νὰ τὸ κρατᾶνε πάντα ταπεινωμένο καὶ ὑποτεταγμένο στὸ νὰ ἐργάζεται τὰ τοῦ Θεοῦ. Σιωποῦν καὶ μονάζουν, γιὰ νὰ ἀποφεύγουν καὶ τὴν παραμικρὴ λύπη πρὸς τὸν Θεό. Προσεύχονται καὶ προσέχουν στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ καὶ στὰ ἔργα τῆς εὐσέβειας, γιὰ νὰ ἔχουν τὸ πολίτευμά τους στοὺς οὐρανούς· μελετᾶνε τὴ ζωὴ καὶ τὸ πάθος τοῦ Κυρίου μας, ὄχι γιὰ τίποτα ἄλλο, παρὰ νὰ γνωρίσουν περισσότερο τὴν δική τους κακία, καὶ τὴν ἀγαθότητα καὶ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, ἀκολουθοῦν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ μὲ τὸ νὰ ἀπαρνοῦνται τὸν ἑαυτό τους καὶ μὲ τὸ σταυρὸ στοὺς ὤμους, γιὰ νὰ θερμαίνωνται περισσότερο στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ μῖσος τοῦ ἑαυτοῦ των.

Οἱ ἀρετὲς ὅμως ποὺ ἀναφέρθηκαν, μποροῦν νὰ προξενήσουν σὲ ἐκείνους, ποὺ θέτουν ὅλο τους τὸ βάρος σὲ αὐτές, περισσοτέρη βλάβη ἀπὸ τὶς φανερὲς ἁμαρτίες· ὄχι ἐξαιτίας αὐτῶν (γιατί, αὐτὲς εἶναι ὅλες ἁγιώτατες), ἀλλ᾿ ἐξ αἰτίας ἐκείνων ποὺ τὶς μεταχειρίζονται, ἐπειδή, αὐτοὶ προσέχοντας σ᾿ αὐτὲς μόνο, ἀφήνουν τὴν καρδιά τους νὰ τρέχῃ στὰ δικά τους θελήματα καὶ τὰ θελήματα τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος βλέποντάς τους πὼς πηγαίνουν ἀπὸ τὸν εὐθὺ δρόμο, τοὺς ἀφήνει ὄχι μόνον νὰ ἀγωνίζωνται μὲ χαρὰ σὲ αὐτοὺς τοὺς σωματικοὺς ἀγῶνες, ἀλλὰ ἀκόμη νὰ ἐπεκτείνωνται, μὲ τὸν μάταιο λογισμό τους, καὶ ὡς στὰ μεγαλεῖα του Παραδείσου. Ὅθεν καὶ νομίζουν οἱ τοιοῦτοι πὼς ὑψώθησαν μέχρι τὰ τάγματα τῶν Ἀγγέλων καὶ πὼς αἰσθάνονται τὸν Θεὸ μέσα τους· καὶ κάποτε, βυθισμένοι μέσα σὲ κάποιες σκέψεις καὶ λογισμοὺς περιέργους καὶ ὑψηλούς, νομίζουν πὼς ἄφησαν σχεδὸν τὸν κόσμο αὐτὸν καὶ ἁρπάγησαν μέχρι τὸν τρίτο οὐρανό.

 

Ἀλλά, σὲ πόσα σφάλματα εἶναι μπλεγμένοι αὐτοὶ καὶ πόσο εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ τελειότητα, μπορεῖ νὰ τὸ καταλάβη ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ τὰ ἤθη τους. Γιατὶ, αὐτοὶ θέλουν νὰ προτιμοῦνται ἀπὸ τοὺς ἄλλους σὲ κάθε τί ποὺ ὑπάρχει· εἶναι ἰδιόρρυθμοι καὶ ἰσχυρογνώμονες στὸ θέλημά τους, εἶναι τυφλοὶ σε ὅλα τὰ δικά τους, μὲ ἐπιμέλεια ὅμως ἐξετάζουν τοὺς λόγους καὶ τὶς πράξεις τῶν ἄλλων, ἂν τοὺς ἀγγίξη κάποιος λίγο στὴ μάταιη ὑπόληψι τῆς τιμῆς τους, ποὺ αὐτοὶ νομίζουν πὼς ἔχουν καὶ ποὺ (σὲ ὑπόληψι) θέλουν νὰ τοὺς ἔχουν καὶ οἱ ἄλλοι· ἢ ἐὰν τοὺς ἐμπόδιση κάποιος ἀπὸ κεῖνες τὶς εὐλάβειες καὶ τὶς ἀρετές, μὲ τὶς ὁποῖες καταπιάνονται (ὁ Θεὸς νὰ φυλάει!) ἀμέσως συγχύζονται, ἀμέσως ἀνάβουν ὅλοι ἀπὸ θυμὸ καὶ γίνονται ἔξαλλοι.

Καί, ἂν ὁ Θεὸς θέλοντας νὰ τοὺς φέρῃ σὲ ἀκριβὴ γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ στὸν ἀληθινὸ δρόμο τῆς τελειότητας, τοὺς στείλη θλίψεις καὶ ἀρρώστειες ἢ παραχωρήσῃ νὰ τοὺς ἔρθουν διωγμοὶ (οἱ ὁποῖοι εἶναι τὸ δοκιμαστήριο ποὺ δοκιμάζει τοὺς γνήσιους καὶ ἀληθινοὺς δούλους του), τότε φανερώνουν τὰ κρυφὰ τῆς καρδιᾶς τους, πὼς εἶναι διεφθαρμένοι ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια. Γιατὶ, σὲ κάθε λυπηρὸ γεγονὸς ποὺ συμβαίνει, δὲν θέλουν νὰ ἀκολουθήσουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μένουν ἀναπαυμένοι στὶς δίκαιες, ἂν καὶ κρυφὲς κρίσεις τοῦ Θεοῦ, οὔτε θέλουν κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ ταπεινωθέντα καὶ παθόντα Υἱοῦ αὐτοῦ, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ ταπεινωθοῦν κάτω ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματα, ἔχοντας γιὰ ἀγαπητοὺς φίλους τους τοὺς διῶκτες, σὰν ὄργανα τῆς θείας ἀγαθότητας καὶ συνεργοὺς τῆς σωτηρίας τους.

Ὁπότε εἶναι φανερὸ πὼς βρίσκονται σὲ μεγάλο κίνδυνο. Γιατὶ, ἔχοντας τὸ ἐσωτερικὸ μάτι, δηλαδὴ τὸν νοῦ τους, σκοτεινό, βλέπουν μὲ ἐκεῖνο τὸν ἑαυτόν τους· καὶ σκεπτόμενοι νὰ πετύχουν τὶς ἐξωτερικὲς πράξεις ποὺ κάνουν, πὼς εἶναι καλές, νομίζουν πὼς ἔφτασαν στὴν τελειότητα· καὶ κατὰ αὐτὸν τὸν τρόπο ὑπερηφανευόμενοι, κατακρίνουν τοὺς ἄλλους. Γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἀλλάξη ἄλλος κάποιους ἀπὸ αὐτούς, πάρα μόνο μία ξεχωριστὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ εὐκολώτερα μετατρέπεται στὸ καλὸ ὁ φανερὸς ἁμαρτωλός, παρὰ ὁ ἀπόκρυφος καὶ σκεπασμένος μὲ τὸ κάλυμμα τῶν φαινομενικῶν ἀρετῶν.

Τώρα λοιπὸν ποὺ γνώρισες πολὺ καλὰ ὅτι ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἡ τελειότητα δὲν στέκεται σὲ αὐτὲς τὶς ἀρετές, ποὺ εἴπαμε, γνώριζε ὅτι δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ ἄλλα παρὰ ἀπὸ τὴν γνῶσι τῆς ἀγαθότητας καὶ τῆς μεγαλειότητας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς δικῆς μας μηδεναμηνότητας καὶ κλίσεως σὲ κάθε κακὸ στὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ μῖσος τοῦ ἑαυτοῦ μας· στὴν ὑποταγή, ὄχι μόνο του Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν κτισμάτων, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στὴν ἀποστροφὴ κάθε δικοῦ μας θελήματος, τέλειας ὑπακοῆς στὸ Θεῖο θέλημα· καὶ ἀκόμη, νὰ τὰ θέλουμε ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ τὰ κάνουμε ξεκάθαρα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀρέσουμε σὲ αὐτόν, καὶ γιατὶ ἔτσι θέλει καὶ αὐτὸς καὶ ἔτσι πρέπει νὰ τὸν ἀγαπᾶμε καὶ νὰ τὸν ὑπηρετοῦμε.

Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τῆς ἀγάπης, αὐτὸς ποὺ ἔχει γραφτεῖ ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ στὶς καρδίες τῶν πιστῶν δούλων του. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάρνησις τοῦ ἑαυτοῦ μας, τὴν ὁποία ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεός. Αὐτὸς εἶναι ὁ γλυκὸς ζυγὸς τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸ φορτίο του τὸ ἐλαφρό. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑποταγὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, στὴν ὁποία μᾶς προσκαλεῖ ὁ λυτρωτής μας καὶ Διδάσκαλος μὲ τὸ δικό του παράδειγμα καὶ μὲ τὴ φωνή του.

Λοιπόν, ἐσὺ ἀδελφέ, ποὺ ἐπιθυμεῖς νὰ φθάσης στὸ ὕψος αὐτῆς τῆς τελειότητας, ἐπειδὴ καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ κάνῃς μία ἀκατάπαυστη πάλη μὲ τὸν ἑαυτό σου, γιὰ νὰ νικήσῃς γενναῖα καὶ νὰ ἐξουδετερώσῃς ὅλα τὰ θελήματα μεγάλα καὶ μικρά, ἀναγκαστικά, πρέπει νὰ ἑτοιμασθῇς μὲ κάθε προθυμία τῆς ψυχῆς σου σὲ αὐτὸ τὸν πόλεμο (γιατί, τὸ στεφάνι δὲν δίνεται σὲ ἄλλο, παρὰ μόνο στὸν γενναῖο πολεμιστή)· ὁ ὁποῖος πόλεμος, καθὼς εἶναι δυσκολώτερος ἀπὸ κάθε ἄλλο πόλεμο (γιατὶ πολεμώντας ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας, πολεμούμαστε ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν ἑαυτό μας), ἔτσι καὶ ἡ νίκη ποὺ πετυχαίνουμε σὲ αὐτόν, θὰ εἶναι ἐνδοξότερη ἀπὸ κάθε ἄλλη, καὶ περισσότερο εὐπρόσδεκτη στὸν Θεό. Γιατὶ ἂν θελήσῃς νὰ θανατώσῃς τὰ ἄτακτα πάθη σου, καὶ τὶς ἐπιθυμίες καὶ θελήματά σου, θὰ ἀρέσῃς στὸν Θεὸ περισσότερο, καὶ θὰ τὸν ὑπηρετῆς καλύτερα, παρὰ νὰ μαστιγώνεσαι μέχρι νὰ βγάλης αἷμα, καὶ νὰ νηστεύῃς περισσότερο ἀπὸ τοὺς παλιοὺς ἐρημῖτες, καὶ παρὰ νὰ ἐπέστρεφες στὸ καλὸ χιλιάδες ψυχές, ὄντας ἐσὺ κυριευμένος ἀπὸ τὰ πάθη.

Γιατὶ, ἂν κι ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ περισσότερο τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ψυχῶν, ἀπὸ τὴ νέκρωσι ἑνὸς μικροῦ θελήματος, ὅμως ἐσύ, ἀγαπητέ, δὲν πρέπει νὰ θέλῃς, οὔτε νὰ κάνῃς τίποτα ἄλλο βασικώτερο, ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ὁ Θεὸς ζητᾷ, καὶ θέλει πλέον ἀποκλειστικὰ ἀπὸ σένα· γιατὶ αὐτός, βεβαιότατα, καλύτερα εὐχαριστεῖται στὸ νὰ ἀγωνίζεσαι γιὰ νὰ ἀπονεκρώσῃς ἐσὺ τὰ δικά σου πάθη, παρὰ στὸ νὰ κάνῃς ὁποιοδήποτε ἄλλο πρᾶγμα, καὶ ἂς εἶναι μεγάλο καὶ σπουδαῖο, παραβλέποντας τὰ πάθη σου.

Τώρα λοιπόν, ποὺ ἔμαθες ἀπὸ τί ἀποτελεῖται ἡ χριστιανικὴ τελειότητα καὶ ὅτι γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃς πρέπει νὰ ἔχῃς ἕνα παντοτινὸ καὶ σκληρότατο πόλεμο ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ σου, εἶναι ἀνάγκη νὰ προμηθευτῇς τέσσερα πράγματα, σὰν ὁπλισμὸ πολὺ ἀσφαλῆ καὶ ἀναγκαῖο, γιὰ νὰ γίνῃς νικητὴς σὲ αὐτὸν τὸν ἀόρατο πόλεμο καὶ νὰ λάβης τὸ στεφάνι. Καὶ αὐτὰ εἶναι: α) τὸ νὰ μὴν ἐμπιστεύεσαι ποτὲ τὸν ἑαυτόν σου, β) τὸ νὰ ἔχῃς πάντα ὅλο σου τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα στὸ Θεὸ γ) τὸ νὰ ἀγωνίζεσαι πάντα· καὶ δ) τὸ νὰ προσεύχεσαι.

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ ἄνθρωπος...

...κατὰ τὸν Γέροντα Πορφύριο

 
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ μάννα μας. Γι' αὐτὸ πρέπει νὰ τὴν ἀγαπᾶμε πολύ. "Νὰ μὴ δεχόμαστε νὰ κατηγοροῦν τοὺς ἀντιπροσώπους της". Αὐτοὶ ποὺ κατακρίνουν, ποὺ μέμφονται τὴν Ἐκκλησία δὲν τὴν ἀγαποῦν, οὔτε βέβαια τὴν Κεφαλήν Της, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. 

" Ὅλοι εἴμαστε Ἐκκλησία. Ὅσοι κατηγοροῦν τὴν Ἐκκλησία γιὰ τὰ λάθη τῶν ἐκπροσώπων της, μὲ σκοπὸ δῆθεν νὰ βοηθήσουν γιὰ τὴν διόρθωσι, κάνουν μεγάλο λάθος ". Ἄν θέλουμε νὰ διορθωθοῦν τὰ μέλη τῆς ᾽Εκκλησίας, θὰ πρέπει νὰ προσευχόμαστε γιὰ τὴν κάθαρσι τοῦ κάθε ἀνθρώπου. "Τότε ἀγαπᾶμε τὴν Ἐκκλησία, ὅταν μὲ τὴν προσευχή μας ἀγκαλιάζομε κάθε μέλος Της καὶ κάνομε ὅ,τι κάνει ὁ Χριστός. Θυσιαζόμαστε, ἀγρυπνοῦμε, κάνομε τὸ πᾶν, ὅπως Ἐκεῖνος".

Ὅταν κατηγοροῦμε τὴν Ἐκκλησία, οὐσιαστικὰ κτυπᾶμε τὸν ἑαυτόν μας, τὸ σῶμα μας καὶ Αὐτόν, ποὺ πιὸ πολὺ ἀπὸ ὁποιονδήποτε, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Κύρον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ἡ πρώτη προϋπόθεσις ἑπομένως, γιὰ νὰ παραμείνει ὁ ἄνθρωπος σὰν ζωντανὸ κύτταρο μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς Αὐτὴν καὶ ἡ μὴ κατάκρισις τῶν κληρικῶν ἀλλὰ καὶ τῶν λαϊκῶν μελῶν Της. "Καὶ μὲ τὰ μάτια μας νὰ δοῦμε κάτι ἀρνητικὸ νὰ γίνεται ἀπὸ κάποιον ἱερωμένο, νὰ μὴν τὸ πιστεύουμε, οὔτε νὰ τὸ σκεπτόμαστε, οὔτε νὰ τὸ μεταφέρουμε. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ λαϊκὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ κάθε ἄνθρωπο", ἔλεγε χαρακτηριστικά. 

Τὸ ὀρθόδοξο πνεῦμα, ὁ μακαριστὸς Γέροντας τὸ βρῆκε στὸν τόπο τῆς πρώτης του μετανοίας, δὲν ἔχει καμμία σχέσι μὲ τὴν κατάκρισι. "Στὸ Ἅγιον Ὄρος", ἔλεγε, "τὸ πνεῦμα ποὺ ἔμαθα ἦταν ὀρθόδοξο, βαθύ, ἅγιο, σιωπηλό, χωρὶς ἔριδες, χωρὶς καυγάδες καὶ χωρὶς κατακρίσεις".

Ἡ ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας


Ὁ ἄνθρωπος ζῶντας μέσα στὴν Ἐκκλησία "πετάει", "διαγράφει" τὸν ἑαυτόν του. Ζεῖ γιὰ τὸν Θεὸν καὶ γιὰ τὸν πλησίον του, ποὺ εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος. Τὸν κάθε ἄνθρωπο τὸν βλέπει σὰν τὸν Χριστό. Ὁ Χριστιανὸς ζεῖ μέσα στὸ μυστήριο, τοῦ νὰ μὴν ὑπάρχει αὐτός, ἀλλὰ νὰ ζεῖ ὁ Χριστὸς μέσα του καὶ νὰ ἐνεργεῖ δι' αὐτοῦ.

Ἄν δὲν ζεῖ ἔτσι, ἁμαρτάνει. Διότι ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: "Τοῦ Θεοῦ μὴ ἐνεργοῦντος ἐν ἡμῖν ἁμαρτία πᾶν τὸ παρ' ἡμῶν γενόμενον". Ὁ Χριστιανὸς ζεῖ μέσα στὸ Χριστὸ διὰ τῆς διπλῆς ἀγάπης: τῆς πρὸς τὸν Χριστὸν καὶ τῆς πρὸς τὸν πλησίον. Γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ αὐτό, πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ νεκρώσει τὸν παλαιὸν ἄνθρωπο "σύν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις". Πρῶτο πάθος, ποὺ πρέπει νὰ νεκρωθεῖ, εἶναι ἡ φιλαυτία καὶ ἡ ἀδιαφορία γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἄλλων. Γι' αὐτὸ καὶ θὰ πρέπει νὰ προσευχόμαστε συστηματικὰ γιὰ τοὺς ἄλλους. 

Στὴν Ἐκκλησία καλούμαστε νὰ ταυτιστοῦμε μὲ τοὺς ἄλλους, χωρὶς ὅμως νὰ χάσουμε τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου μας. Γι' αὐτὸ προσευχόμενοι γιὰ τοὺς ἄλλους, λέμε "ἐλέησόν με" καὶ ὄχι "ἐλέησέ τους". Εἶναι αὐτὸ, ἕνας τρόπος γιὰ νὰ ἀγαπήσουμε ἀληθινὰ τὸν ἄλλον, σὰν τὸν ἑαυτόν μας. "Τοὺς κάνομε ἔτσι" ὅλους "ἕνα μὲ τὸν ἑαυτόν μας". "Πιὸ πολὺ θὰ προσεύχεσθε", ἔλεγε ὁ Γέροντας Πορφύριος, "γιὰ τοὺς ἄλλους παρὰ γιὰ τὸν ἑαυτόν σας". Θὰ λέτε τὸ "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με" καὶ θὰ ἔχετε μέσα σας πάντοτε τοὺς ἄλλους.

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Τα άμφια των ιεροπαίδων

Τα παιδιά που διακονούν μέσα στο Άγιο Βήμα, φορούν κι αυτά τα δικά τους άμφια, το στιχάριο και την ζώνη.

Το στιχάριο είναι ένας ποδήρης χιτώνας με φαρδιά μανίκια, ενώ η ζώνη είναι μια στενόμακρη λωρίδα υφάσματος η οποία μπαίνει σταυρωτά στους ώμους και οι δυο άκρες
καταλήγουν μπροστά στη μέση.

Το ύφασμα με το οποίο κατασκευάζονται μπορεί να είναι από απλό έως και πολυτελές, στόφα, δαμασκηνό.

Συμβολίζουν τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, τα οποία είναι διακονικά πνεύματα.

Επίσης την αγνότητα και την καθαρότητα των παιδιών, που επαίνεσε ο ίδιος ο Κύριος:
«Σας διαβεβαιώνω, αν δεν επιστρέψετε, και γίνετε σαν τα παιδάκια, δεν θα μπείτε μέσα στη βασιλεία των ουρανών. Όποιος, λοιπόν, ταπεινώσει τον εαυτό του σαν αυτό το
παιδάκι, αυτός είναι ο μεγαλύτερος στη βασιλεία των ουρανών». Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, Κεφ. 18, Στίχοι 3-4.

Η συμπεριφορά των ιεροπαίδων

- Όταν ετοιμάζουν τη στολή που θα φορέσουν, παίρνουν ευλογία από τον Ιερέα, λέγοντας:
«Ευλόγησον Πάτερ (ή Δέσποτα)» και φιλούν το χέρι του.
- Στέκονται ή κάθονται χωρίς να θορυβούν και αν είναι απαραίτητο να μιλήσουν, φροντίζουν να μην ακούγονται (ψιθυρίζουν), για να μην ενοχλούν τον Λειτουργό Ιερέα.
- Στη μικρή και μεγάλη Είσοδο κατά την ανάγνωση του Ευαγγελίου ετοιμάζονται εγκαίρως, χωρίς να θορυβούν ή να κτυπούν τα εξαπτέρυγα.
- Κινούνται ευλαβώς εντός του Ναού (στις Εισόδους), και όταν φτάσουν στη θέση τους, κρατούν σταθερά το εξαπτέρυγο ή κηροπήγιο και δεν κοιτάζουν περίεργα δεξιά κι
αριστερά.
-Όταν στο: «Μετά φόβου…» εξέρχεται ο Ιερέας για Κοινωνία των πιστών, εξέρχεται μαζί του και ένα «παπαδάκι» στην Ωραία Πύλη, βαστάζοντας αναμμένη λαμπάδα.
- Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας αναχωρούν, λαμβάνοντας από τον Ιερέα και πάλι ευχή - ευλογία.

Η τήρηση των ανωτέρω καθηκόντων, είναι θέμα αποφάσεως και συνήθειας.
Με τον τρόπο αυτό επισύρουμε τη θεία Ευλογία στο πρόσωπό μας.
Οι γονείς και οι κατηχητές ενημερώστε τα παιδιά που υπηρετούν στο Ιερό ώστε να γνωρίζουν τα καθήκοντά τους.


Αντιχιλιαστικό Σημείωμα

Μην σας φανεί παράξενο κατά τη συνομιλία σας με αιρετικό, αν αρχίσει να σας ειρωνεύεται και σας ρωτάει: «πού λέει στην Αγία Γραφή ότι πρέπει να έχουμε «παπαδάκια» μέσα
στην Εκκλησία;»
Οι αιρετικοί κατηγορούν, υποτιμούν και ειρωνεύονται όλα όσα δεν συμβαίνουν στις δικές τους συγκεντρώσεις.

Αν έρθουν λοιπόν έτσι τα πράγματα και μιλήσετε με αιρετικό άνθρωπο για το θέμα των «ιεροπαίδων», αφού διαβάσατε τα παραπάνω, εξηγήστε του για ποιο λόγο υπάρχουν
στην Εκκλησία μας.

Αφού του εξηγήστε, ύστερα ρωτήστε τον κι εσείς: «πού λέει στη Γραφή ότι στις συναθροίσεις πρέπει να υπάρχουν άτομα που να περιφέρονται ανάμεσα στους συναθροιζόμενους
για να τους κρατούν το μικρόφωνο και τί ακριβώς συμβολίζουν;»

Θα ανακαλύψετε από τις εξηγήσεις τους, ότι καμία θεολογική σημασία δεν έχουν.

Ο Θεός να μας προστατεύει από την πλάνη των αιρέσεων.

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Τίποτε δεν αναπαύει τόσο πολύ τήν ψυχή όσο η πραότητα


Ούτε να εξαγριωνόμαστε για τις εναντίον μας ύβρεις, και αν ακόμη είναι κατώτεροι αυτοί που διαπληκτίζονται με μας, αλλά με την επιείκεια και την πραότητα να καταστέλλουμε το θυμό. Γιατί τίποτε δεν υπάρχει πιο ισχυρό και τίποτε πιο δυνατό από την πραότητα. Αυτή εξασφαλίζει διαρκή γαλήνη στην ψυχή μας και την προετοιμάζει, σαν να πρόκειται να προσορμισθεί στο λιμάνι, και γίνεται αιτία για κάθε ανάπαυσή μας. Γι’ αυτό και ο Χριστός διδάσκοντας εκείνη τη θεία διδασκαλία, έλεγε: «Μάθετε από μένα, ότι είμαι πράος και ταπεινός κατά την καρδιά, και θα βρείτε ανάπαυση στις ψυχές σας». Γιατί τίποτε δεν αναπαύει τόσο πολύ την ψυχή και δεν την κάνει να ησυχάζει, όσο η πραότητα και η ταπεινοφροσύνη. Αυτές οι αρετές θα μπορούσαν να γίνουν γι’ αυτόν που τις έχει αποκτήσει, πολυτιμότερες από κάθε στέμμα και ωφελιμότερες από κάθε λαμπρότητα και δόξα. (Ματθ. 11,29).

Ο πράος λοιπόν άνθρωπος είναι αγαπητός σ’ όσους τον βλέπουν, αγαπητός και σ’ εκείνους που τον γνωρίζουν μόνον εξ ακοής. Και δεν υπάρχει κανείς που, όταν ακούσει να επαινείται ένας ήμερος άνθρωπος, δεν θα επιθυμούσε να τον δει και να τον χαιρετίσει και να τον έχει συνεχώς μπροστά στα μάτια του, γιατί θεωρεί κέρδος τη φιλία ενός τέτοιου ανθρώπου. Κι αν ακόμη μερικοί διαπληκτισθούν μεταξύ τους για χρηματικές διαφορές, πηγαίνουν γρήγορα στον καλοκάγαθο και πράο, γιατί πιστεύουν, ότι κάθε διαφορά και φιλονικία θα βρει γρήγορα τη λύση της από την καλοσύνη εκείνου. Κι αν συμβεί ο ένας να αισθάνεται έχθρα προς τον άλλο, η ημερότητα του δικαστή τους αναγκάζει να γίνουν πράοι, αυτοί που εύκολα ξεσπούν σε οργή και θυμό… Όπως η ακτίνα του ήλιου μόλις φανεί, διώχνει αμέσως το σκοτάδι, έτσι και ο καλοκάγαθος και πράος μεταβάλλει γρήγορα την ταραχή και τη διαμάχη σε ειρήνη και ησυχία.


Μην υπερηφανευόμαστε για κείνα που φοβίζουν τους ανθρώπους… Ώστε λοιπόν συμπεραίνουμε, ότι έναν άνθρωπο ήμερο, πράο και καλόψυχο κανένας δεν θα ήταν δυνατόν να τον φοβηθεί, αλλά όλοι τον σεβόμαστε, τον τιμούμε και τον ντρεπόμαστε. Δεν βλέπετε, πώς ένας άνθρωπος που προκαλεί φόβο, είναι μισητός και ανεπιθύμητος από όλους;…
Ας μη θεωρούμε λοιπόν σπουδαίο πράγμα, αν μας φοβούνται οι άνθρωποι.

Ο πράος και καλοσυνάτος άνθρωπος είναι πατέρας των ορφανών, προστάτης των χηρών, κηδεμόνας της φτώχειας, βοηθός των αδικούμενων και σ’ όλες τις περιπτώσεις επιβάλλει τη δύναμη της δικαιοσύνης. Ο πράος πατέρας είναι σεβαστός στο παιδί και το πράο παιδί σεβαστό στον πατέρα και ο δούλος στον κύριό του και τον κύριο τίποτε δεν τον κάνει τόσο συμπαθή στους υπηρέτες, όσο η πραότητα. Γιατί, όταν τον δουν να διακρίνεται για την επιείκειά του και να συμπεριφέρεται σε όλους με πραότητα, πολύ τον εκτιμούν και τον θαυμάζουν και τον θεωρούν πιο πολύ πατέρα παρά αφέντη.

(Ι. Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 3, 16Β, και MG 63)

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Κυριακάτικο Κήρυγμα

 
Κυριακή ΙΓ' Λουκά
(Λουκ. 18, 18-27)
Η προσκόληση στα χρήματα 

Η διήγηση της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής αποτελεί ως προς το περιεχόμενό της συνέχεια της παραβολής του άφρονα πλουσίου που ακούσαμε την περασμένη Κυριακή. Εκεί ο Χριστός αποκάλεσε άφρονα τον άνθρωπο που φροντίζει μόνο για την δική του προσωπική απόλαυση και γίνεται δέσμιος του εγωισμού του και τελικά της ολιγοπιστίας του προς τον Θεό. Σήμερα, στον άρχοντα που Τον ρωτά τί πρέπει να κάνει για να κερδίσει την αιώνιο ζωή, του απαντά να τηρεί τις εντολές της Παλαιάς Διαθήκης. Και στην απόκριση του ανθρώπου ότι από μικρός τηρεί αυτές τις εντολές, ο Κύριος τον καλεί να πουλήσει τα υπάρχοντά του, να τα μοιράσει στους φτωχούς και να Τον ακολουθήσει.
 
Λυπήθηκε ο άρχοντας κι έφυγε, και ο Χριστός μονολόγησε: “πόσο δύσκολο είναι να μπουν στη βασιλεία του Θεού εκείνοι που έχουν χρήματα”, πιο δύσκολο και από το να περάσει μια καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας. “Και ποιός μπορεί τελικά να σωθεί;”, Τον ρώτησαν. Κι Εκείνος απάντησε ότι τα αδύνατα για τους ανθρώπους είναι δυνατά για τον Θεό.

Όπως στην παραβολή του άφρονα πλουσίου ο Χριστός δεν κατέκρινε τα υλικά αγαθά αλλά την προσκόλληση του ανθρώπου σε αυτά, έτσι και σήμερα, δεν κατακρίνει τα χρήματα, αλλά την αδυναμία του ανθρώπου ή την απροθυμία του να αποχωριστεί τον πλούτο προκειμένου να κερδίσει την αιωνιότητα. Πολλοί θεωρούν ότι ο Χριστός εξαιρεί από τον Παράδεισο όλους εκείνους που διαθέτουν χρήματα ή υλικά αγαθά, ότι καταδικάζει εκ προοιμίου τους πλούσιους και ότι μας θέλει φτωχούς, ρακένδυτους, κακομοίρηδες. Αυτό είναι μια μεγάλη παρεξήγηση, και φαίνεται καθαρά από τη σημερινή αφήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά.

Φαίνεται καταρχάς από την πρώτη απάντηση που δίνει ο Χριστός στον άρχοντα, ότι για να κερδίσει την αιώνιο ζωή αρκεί να τηρεί τις εντολές του Θεού. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος που διηγείται το ίδιο περιστατικό, τονίζει μια σημαντική λεπτομέρεια: ο πλούσιος τον ρωτά τί πρέπει επιπλέον να κάνει, ώστε να είναι τέλειος, και τότε ο Χριστός του απαντά να πουλήσει τα υπάρχοντά του και να Τον ακολουθήσει. Επομένως, και από τις δύο διηγήσεις φαίνεται ότι το πρώτιστο που ζητά ο Θεός από εμάς είναι να σεβόμαστε και να τηρούμε τις εντολές του Θεού, να είμαστε δίκαιοι και άνθρωποι αγάπης.

Ότι ο Χριστός δεν απορρίπτει τους πλούσιους φαίνεται επίσης και από το ότι δεν θεωρεί πως είναι αδύνατο να σωθούν, αλλά δύσκολο. Τόσο δύσκολο, που χρειάζεται η βοήθεια του ίδιου του Θεού. Και τούτο επειδή ο άνθρωπος που κατέχει πολλά χρήματα εύκολα προσκολλάται στα υλικά αγαθά και εξαρτάται από αυτά, σε βαθμό που να μη μπορεί πλέον να απεγκλωβιστεί από το κυνήγι του χρήματος, της άνεσης και της ευημερίας. Όταν όλα αυτά αποκτήσουν τόση μεγάλη σημασία και γίνουν προτεραιότητα στη ζωή μας, τότε και η καρδιά μας γίνεται σκληρή απέναντι στο συνάνθρωπο και απέναντι στον ίδιο το Θεό. Άρα ο Χριστός δεν καταδικάζει αυτόν καθαυτό τον πλούτο, αλλά την προσκόλληση σε αυτόν, την ψυχική εξάρτηση, την προσκόλληση της καρδιάς μας σε αυτόν. Και γι' αυτό λέει ότι είναι πιο εύκολο να περάσει μια καμήλα μέσα από την τρύπα μιας βελόνας, παρά ένας εξαρτημένος από τα χρήματα πλούσιος.

Ίσως νομίσουμε ότι τα λόγια αυτά του Κυρίου δεν μας αφορούν άμεσα, μιας που η πλειονότητά μας δεν είμαστε πλούσιοι. Ωστόσο, ο κίνδυνος να προσκολληθεί η καρδιά μας και η φροντίδα μας στα βιοτικά πράγματα, στην απόκτηση αγαθών και στην επιδίωξη του πλούτου, είναι κοινός για τον κάθε άνθρωπο. Όπως είναι κοινός και ο πνευματικός κίνδυνος να θέσουμε όλες αυτές τις υλικές μέριμνες στην κορυφή των προτεραιοτήτων της ζωής μας. Το βλέπουμε καθημερινά γύρω μας, με πόση αγωνία και άγχος ο σύγχρονος άνθρωπος κυνηγά την ευημερία και γίνεται δέσμιος του καταναλωτικού πνεύματος. Βλέπουμε πώς ο αγώνας για την απόκτηση όλο και περισσοτέρων αγαθών καταλήγει σε μια ατέρμονη αίσθηση του ανεκπλήρωτου μέσα μας.

Μέσα μας όμως οφείλουμε να αναζητήσουμε την προσωπική μας ευτυχία. Μέσα μας οφείλουμε να ανακαλύψουμε το θησαυρό μας. Μέσα μας βρίσκεται η Βασιλεία του Θεού, στην αγάπη και τη δικαιοσύνη του Θεού. Ο αγώνας μας αυτός για την εσωτερική μας τελείωση δεν είναι εύκολος, έχει ως εμπόδιο την ίδια μας τη διάθεση να θέτουμε σε πρώτη προτεραιότητα τα βιοτικά, τα υλικά, τα χρήματα. Δεν είναι όμως ένας αγώνας ατελέσφορος. Αρκεί να μη ξεχνάμε, μέσα στην καθημερινότητά μας, να στρέφουμε το βλέμμα μας και την ελπίδα μας στον Θεό, τον μόνο που μπορεί να κάνει τα αδύνατα δυνατά και κατορθωτά.

xerouveim.blogspot

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

† Κυριακή 25 Νοεμβρίου (ΙΓ΄ Λουκά)


  † ᾿Απόδοσις τῶν Εἰσ­ο­δίων, 
† Αἰκατερίνης τῆς μεγα­λο­μάρ­τυρος (†313)


Ευαγγελική Περικοπή,

Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν
Κεφ.  ιη' : 18-27

Τ
ῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπος τις προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ, πειράζων αὐτὸν, καὶ λέγων· Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς, ὁ Θεός. Τὰς ἐντολὰς οἶδας· Μὴ μοιχεύσῃς· μὴ φονεύσῃς· μὴ κλέψῃς· μὴ ψευδομαρτυρήσῃς· τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. Ὁ δὲ εἶπε· Ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου. Ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. Ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα. Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπε· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! Εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. Εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· Καὶ τίς δύναται σωθῆναι; Ὁ δὲ εἶπε· Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις, δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν.


Απόστολος,

Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀναγνωσμα.
Κεφ.  γ' : 23-29,  δ' : 1-5

δελφοί, πρὸ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. Ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ ᾿Αβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ᾿ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι. Λέγω δέ, ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. Οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.




Εἰς τόν Ὄρθρον
Τὸ Γ΄ Ἑωθινόν Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
Κεφ.  ιστ' : 9-20

ναστὰς ὁ Ἰησοῦς πρωῒ Πρώτῃ Σαββάτου, ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, ἀφ᾿ ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλε τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι· Κἀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ, καὶ ἐθεάθη ὑπ᾿ αὐτῆς, ἠπίστησαν. Μετὰ δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη, ἐν ἑτέρᾳ μορφή, πορευομένοις εἰς ἀγρόν. Κἀκεῖνοι ἀπελθόντες, ἀπήγγειλαν τοῖς λοιποῖς· οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν. ῞Υστερον, ἀνακειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη, καὶ ὠνείδισε τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν· ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον οὐκ ἐπίστευσαν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται. Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει. Ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι· γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς· ὄφεις ἀροῦσι· κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει· ἐπὶ ἀρρώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν. ῾Ο μὲν οὖν Κύριος, μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς, ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες, ἐκήρυξαν πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος, διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων. Ἀμήν.

Μεταστράφηκαν και δεν αντιστράφηκαν, μεταβλήθηκαν και δεν καταστράφηκαν

 
Φώναζαν λοιπόν μέσα από τα κατάβαθα της καρδιάς τους οι Νινευίτες στον Θεό. «Βασιλιά, Κύριε της ζωής και του θανάτου, εμείς βέβαια είμαστε άξιοι της αποφάσεως με την οποία μας απείλησες και οφείλουμε κάθε καταδίκη επειδή αγνοήσαμε εσένα τον αληθινό Θεό και ζήσαμε ζωή διεφθαρμένη. Συ όμως, χρησιμοποιώντας το πέλαγος της ευσπλαχνίας Σου, παύσε την εναντίον μας τιμωρία, νίκησε το ενδιάμεσο δίκαιο με την αγαθότητά Σου, και τη δική μας αγνωμοσύνη με την φιλανθρωπία Σου, εάν βέβαια μας επέβαλες την ποινή ξαφνικά, θα είχαν λόγο οι τιμωρίες Σου, και θα μας σκότωνες, αφού ήμασταν ξένοι και διεφθαρμένοι. Όμως τώρα, που εξαιτίας της καλωσύνης Σου, μας έδωσες προθεσμία, αν μας θανατώνεις , ενώ μετανοήσαμε, δεν θα θανατώσεις ξένους, αλλά δικούς Σου. 

Όταν ασεβούσαμε μας φύλαξες, και μας θανατώνεις τώρα που γίναμε πιστοί; Ενόσω ήμασταν πονηροί μας διέσωσες, και μας θανατώνεις τώρα που κάνουμε αγαθοεργίες; Όσο η πόλη ήταν αφοσιωμένη στα είδωλα τη μεγάλωσες και την έκανες βασίλισσα, και την καταστρέφεις τώρα, που έγινε δική σου; Χωρίς να σε γνωρίζουμε, με σένα κυριέψαμε την οικουμένη, και τώρα που σε προσκυνάμε, θα χάσουμε και την ίδια τη ζωή μας; Ευσπλαχνίσου, Βασιλιά, το όνομά Σου, και μη, επιμένοντας να καταδικάσεις τους Νινευίτες, κάνεις να αποφεύγει κανείς την ευσέβεια ως ανώφελη. Μη κλείσεις στους ανθρώπους την πόρτα της ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ, δικάζοντας εμάς δικαίως. Εάν, έχοντας νομοθέτη και δασκάλους, φθάσαμε σε πολλή κακία, να μας θανατώσεις οπωσδήποτε, να μη μας δώσεις συγχώρηση, αν και σε παρακαλούμε, τιμώρησέ μας με ποινή σκληρότερη από αυτήν με την οποία μας απείλησες. Εάν όμως χωρίς να διδαχθούμε, χωρίς να παιδαγωγηθούμε, ζούμε μέσα στη διαφθορά και την ασέβεια, μη καταδικάσεις την άγνοιά μας, βασιλιά, με τόσο μεγάλο αφανισμό.

Παλιά εξαφάνισες τους ανθρώπους με κατακλυσμό δικαίως. γιατί, ενώ δίδασκε ο Νώε, δεν τον άκουαν. Τους προανήγγειλες την καταστροφή, και δεν απέφυγαν την αμαρτία. Τους Σοδομίτες δικαιολογημένα τους έκαψες, γιατί δεν θέλησαν να δεχθούν τις συμβουλές του Λωτ.

Οι Αιγύπτιοι σωστά καταποντίστηκαν μαζί με τον Φαραώ, γιατί, ενώ τους δίδασκε ο Μωυσής, δεν πείσθηκαν, αν και είχαν δε­χθεί πολλές πληγές και είχαν αποκτήσει πείρα της δυνάμεώς Σου. Ή μήπως τολμήσαμε να αντιμιλήσουμε σε κανέναν;

Ένα μόνο προφήτη μας έστειλες τώρα και ούτε και αυτόν να μας διδάξει, αλλά να μας φέρει κακά μηνύματα, και αφού πιστέψαμε και δείξαμε μέσα σ' αυτήν μεγάλη μεταβολή. Αν και μας κηρύχθηκε η καταστροφή μας, δεν χάσαμε την εμπιστοσύνη μας στη φιλανθρωπία Σου. Ενώ ο Προφήτης κήρυξε την καταστροφή, εμείς στηρίξαμε τις ελπίδες μας στο έλεός Σου. Μη διαψεύσεις, αγαθέ, τις ελπίδες μας! Μη σταματήσεις γλώσσες που θέλουν να ανυμνούν την αγαθότητά Σου! Μη θανατώσεις άνδρες που είναι πρόθυμοι να κηρύξουν την επιείκειά Σου! Μη μας εμποδίσεις να γίνουμε σ' όλους τους δικούς μας δάσκαλοι της ευσεβείας!

Μη παραμείνεις αμετακίνητος όμοια με εκείνους που δεν παρέμειναν ποτέ στα ίδια. Αλλάξαμε εμείς, συμφιλιώσου Εσύ. Πάψε την οργή Σου, όπως εμείς σταματήσαμε την πλάνη. Πάψε Συ την τιμωρία, όπως εμείς την κακία. Μας διαπαιδαγώγησες αρκετά με το φόβο, δώσε μας λοιπόν καιρό να αποδείξουμε την αγάπη μας σε Σένα.

 

Λυπήσου τα ζώα που από την πείνα μουγκρίζουν. Λυπήσου τα αναμάρτητα παιδιά που πνίγονται στο κλάμα. Λυπήσου τα τρυφερά νήπια που από την νηστεία πεθαίνουν. Μη καταστρέψεις τους αναίτιους μαζί με τους υπαίτιους. Σπλαχνίσου τις μητέρες που εξαιτίας της οργής Σου, δεν προσφέρουν γάλα στα πολυαγαπημένα τους. Αρνήθηκαν οι γονείς την ευσπλαχνία σ' εκείνα, για να προκαλέσουν τη δική Σου ευσπλαχνία. Όλοι οι άνθρωποι ανέχονται τις ίδιες με εμάς κακίες. Εάν δεν δεχθείς εμάς που μετανοούμε, θα κόψεις όλου του κόσμου τις ελπίδες».

Τέτοια λόγια από την αρχή, όπως είναι φυσικό, χρησιμοποιούν οι Νινευίτες. Ήταν όμως και τα έργα τους εφάμιλλα προς τα λόγια τους, νηστεία, σάκκος, εκτεταμένη προσευχή, δάκρυα, αποφυγή της κακίας. Φώναξαν, λέει, στο Θεό παρατεταμένα, και επέστρεψε ο καθένας από τον κακό δρόμο του και από την αδικία που είχε διαπράξει. Άρχισαν να εφαρμόζουν την συνετή ζωή σε υπερβολικό βαθμό και έκαναν την κορωνίδα της αρετής θεμέλιο της αρετής τους. γιατί, ο καθένας έκανε όποιο έργο ήταν το πιο καλό και προσφιλές στο Θεό.

Είδαν να κηρύσσεται πόλεμος ουράνιος εναντίον τους και οχύρωσαν τους σάκκους σαν θαυμάσια πανοπλία. Αντέταξαν από κάτω προσευχές και δεήσεις εναντίον των κεραυνών του ουρανού. Απέναντι στον πάταγο των βροντών έστησαν τον ήχο της υμνωδίας. Η νηστεία έγινε γι' αυτούς αισθητός πύργος. Με τους κρουνούς των δακρύων τους έσβησαν τη φάλαγγα των αμαρτημάτων τους. Έκαναν φίλους τους εχθρούς, για να συμφιλιώσουν τον Θεό με τους εαυτούς τους. Συγχώρησαν αυτοί την οργή τους εναντίον εκείνων που τους είχαν λυπήσει, για να σταματήσουν την εναντίον τους οργή του Δεσπότη. Έσχισαν το γραμμάτιο των επίγειων χρεών, για να επιτύχουν τη συγχώρηση των πταισμάτων τους από τον ουρανό. Έδωσαν στους δούλους ελευθερία, για να απαλλαγούν οι ίδιοι από την τιμωρία. Έδωσαν τα κτήματά τους σ' αυτούς που είχαν ανάγκη, για να εξασφαλίσουν την κυριότητα της περιουσίας τους. Απέρριψαν την απόλαυση, και επιζητούσαν την εγκράτεια. Απέφυγαν την ακολασία, και ασπάσθηκαν την σωφροσύνη. Μίσησαν τα μεγάλα αξιώματα, και πήραν όλοι ταπεινή και πένθιμη εμφάνιση. Σταμάτησαν τα ψώνια και τα συμβόλαια και όλα τα έργα, και λάτρευαν το Θεό.

Οι κακούργοι, χωρίς να τους υποχρεώνει κανένας, ομολογούσαν τις ληστείες τους. Οι δικαστές δεν καταδίκαζαν αυτούς που ομολογούσαν. Σαν πεθαμένοι ομολογούσαν όλοι τη ζωή τους. Ο πλούτος σκορπιζόταν αφύλακτος και δεν εμφανιζόταν κλέφτης από πουθενά. Δινόταν χρυσάφι στους φτωχούς, και την απόκτησή του ο καθένας την απέφευγε ως ζημία. Ένα πράγμα μόνο ενδιέφερε όλους, η σωτηρία. Ένας δρόμος υπήρχε για πλουσίους και φτωχούς, ο κόπος για τη ζωή. Κάθε τι που δεν οδηγούσε σ' αυτήν, το απομάκρυναν σαν ανώφελο και κακό.

Η σωτηρία ήταν αβέβαιη και έσπευσαν να την ομολογήσουν. Δεν μπορούσαν να ελπίζουν στο αποτέλεσμα της μετάνοιας και για να ζήσουν οπωσδήποτε φρόντιζαν κάθε πράξη τους. Πόσο φιλόσοφοι βάρβαροι! Πόσο σοφοί απαίδευτοι! Έμαθαν χωρίς να διδαχθούν αυτά που έπρεπε, άλλαξαν τρόπο ζωής χωρίς νομοθέτη, σωφρονίσθηκαν χωρίς δασκάλους, από την εσχάτη κακία, έφτασαν σε ουράνια πολιτεία. Αυτή είναι η αλλοίωση που επιφέρει η δύναμη του Υψίστου. Έρριξε μία βροχή απειλής, και οι Νινευίτες παρουσίασαν μυρίων αγαθών καρποφορία. 

Μεταμορφώθηκαν με τη ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Οι αμαρτωλοί που ήταν, έγιναν δίκαιοι, αγαπητοί στους Αγγέλους, ποθητοί στο Θεό. Στήριξαν την πόλη τους που κουνιόταν, την ανόρθωσαν ενώ έπεφτε, την στήριξαν ενώ δονούταν. Μεταστράφηκαν και δεν αντιστράφηκαν. Μεταβλήθηκαν και δεν καταστράφηκαν. Γιατί λέει, «είδε ο Θεός τα έργα τους, ότι δηλαδή επέστρεψαν από τους πονηρούς δρόμους τους, και μετανόησε ο Θεός για όσα είχε πει ότι θα τους καταστρέψει εξ αιτίας της κακίας τους» (Ιωνά 3, 10). Τί παράδοξα πράγματα! Επανέλαβε τη δίκη ο Δικαστής, ακύρωσε την καταδικαστική απόφαση, και έβγαλε άλλη αθωωτική.

Μετανόησαν οι Νινευίτες και μετανόησε και ο Θεός. Η μετάνοια έσχισε το διάταγμα του αφανισμού. Έσχισαν εκείνοι την κακία, έ­σχισε και ο Θεός την απόφαση. Ω παντοδύναμη μετάνοια!! Στη γη τελείται, και αντιστρέφει τα ουράνια!

Έτσι και εμείς, αγαπητοί μου φίλοι, ας μετανοήσουμε. Έτσι ας νηστέψουμε, ας συνδυάσουμε τις καλές πράξεις με τη νηστεία. Ας απέχουμε από τις πονηρές πράξεις. Ας φοβηθούμε την απειλή της γέεννας. Ας αποκτήσουμε τη σωτηρία από το Θεό με την ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Εις στον άναρχο Πατέρα, ανήκει η δόξα, η εξουσία, η δύναμη, η τιμή και ευχαριστία και προσκύνηση, τώρα και πάντοτε και στους αιώνας των αιώνων. ΑΜΗΝ.

Αγιος Ιωαννης ο Χρυσόστομος

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Ὁ καθαρώτατος Ναὸς τοῦ Σωτῆρος (Μέρος Τρίτον)

Ἔχει μεγάλη σημασία αὐτό. Μέσα στὴ χάρι τοῦ Θεοῦ, καὶ  άλιστα στὴν Εὐχαριστία τοῦ Θεοῦ, ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ διατηρηθεῖ πνευματικά. 

Τὴν Παναγία τὴν προετοίμαζαν γιὰ τὸν Ναό, τὴν προσέφεραν στὸν Ναὸ καὶ διατηρήθηκε μέσα στὸν Ναό. Ἐὰν ὁ ναὸς καὶ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων ἦταν ἕνας τόπος φοβερός τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πόσο μᾶλλον τὸ θυσιαστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφοῦ μέσα δὲν ἔχει συνήθη σύμβολα, ὅπως εἶναι ἡ κιβωτὸς τῆς Διαθήκης καὶ ἡ λυχνία, ἀλλὰ τὸν ἴδιον τὸν Κύριον, στὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τῆς Εὐχαριστίας. Στὸν Ναὸν λοιπὸν βρισκόμαστε μαζὶ μὲ τὸν Κύριον.

Ἕνα ἄλλο σημεῖο. Ἡ Παναγία ἀνεχώρησε ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ εἰσῆλθε στὸν Ναό· τὸ ἴδιο νὰ κάνουμε καὶ ἐμεῖς· νὰ ἀναχωρήσουμε ἀπὸ τὴν τρυφή, τὶς σαρκικὲς ἡδονές, ἀπὸ τὶς ἐγωϊστικές μας διαθέσεις, ἀπὸ τὸ μῖσος καὶ τὴν ταραχή, ἀπὸ τοὺς ἐνεδρεύοντες δαίμονες, καὶ νὰ πᾶμε στὸν ἀσφαλῆ τόπο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Νὰ ὑψώσουμε τὴν φύσι μας καὶ τὸν ἑαυτό μας στὰ οὐράνια, ἐκεῖ ποὺ κατοικεῖ ἡ Θεοτόκος.

Ἀκόμη, ἐπειδὴ ἡ Θεοτόκος εἶχε μεγάλες ἐμπειρίες ἀπὸ τὸν Ναό, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν Ἰησοῦν, ὅταν αὐτὸς ἔγινε δώδεκα ἐτῶν, τὸν πῆγε στὸν Ναό. Μέσα στὸν Ναὸ γαλουχήθηκε ἡ Θεοτόκος, μέσα στον Ναό καὶ ὁ Χριστός. Ἡ Παναγία εἶναι τοῦ Χριστοῦ.

Κέντρο τῆς ζωῆς μας εἶναι ὁ Ναός. Νὰ προετοιμαζόμαστε μὲ ἄσκησι καὶ προσευχή, γιὰ νὰ πᾶμε στὸν Ναό. Καὶ νὰ φεύγουμε ἀπὸ τὸν Ναό γεμάτοι ἀπὸ τὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ, κυοφορώντας μέσα μας τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ Θεοτόκος.
Ἐὰν ἡ γυναῖκα ἐκείνη ποὺ ἁπλῶς ἄκουσε τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ἀνεφώνησε· «Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε» (Λουκ. 11, 27), τότε καὶ ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀκούσαμε ἁπλῶς τὰ ῥήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἀλλὰ γευθήκαμε καὶ γνωρίσαμε τὴν Σταύρωσι καὶ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἔγερσιν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, τὴν ζωὴ τὴν ἀθάνατον, ποὺ προέρχονται ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὸν τόκον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τὶ πρέπει νὰ ἀναφωνήσουμε;
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν σύλληψιν, τὴν γέννησιν, καὶ τὴν εἴσοδόν της μὲ τὰ ἴδια λόγια: «Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὕς ἐθήλασας». Tέλος.

Ὁ Διάβολος πρέπει νὰ φοβῆται τοὺς Χριστιανούς, καὶ ὄχι οἱ Χριστιανοὶ τὸν διάβολον


Ὅτι ἂν θέλουν οἱ Χριστιανοί, ὁ διάβολος γίνεται μέγας ἢ μικρός. Πλὴν καὶ αὐτὴν τὴν ληστρικὴν καὶ μερικὴν ἀρχήν, ὁποῦ τώρα ἔχει ὁ διάβολος, καὶ τὴν ἀπάτην ὁποῦ μεταχειρίζεται, κατὰ ἄλλον τρόπον δὲν εἰμπορεῖ νὰ τὴν ἐνεργήσῃ, πάρεξ μὲ τὴν θέλησιν τὴν ἰδικήν μας καὶ συγκατάθεσιν, καὶ μὲ τὴν συγχώρησιν καὶ ἄδειαν τὴν ἐκ Θεοῦ, διότι ὁ μὲν διάβολος προσβάλλει καὶ πολεμεῖ τὸν ἄνθρωπον μὲ τοὺς κακοὺς λογισμούς, ὅμως εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἀνθρώπου στέκεται, ἢ νὰ δεχθῇ τὴν προσβολὴν τῶν λογισμῶν, ἢ νὰ μὴ τὴν δεχθῇ, χωρὶς κᾀμμίαν βίαν· ὅθεν λέγει ὁ Δαμασκηνὸς Ἰωάννης·
«προσβάλλειν μὲν τῷ ἀνθρώπῳ συνεχωρήθησαν, (οἱ δαίμονες δηλαδὴ) βιάζεσθαι δὲ τινα οὐκ ἰσχύουσιν· ἐν ἡμῖν γάρ ἐστι δέξασθαι τὴν προσβολήν, ἢ μὴ δέξασθαι» (Θεολογικ. Βίβλ. β´ Κεφ. ιθ´)· τί φοβεῖσθε λοιπὸν Χριστιανοὶ τὸν διάβολον;
ὁποῦ δὲν εἰμπορεῖ νὰ σᾶς κάμῃ κᾀμμίαν βίαν; ὁ διάβολος μᾶλλον πρέπει νὰ φοβᾶται ἐσᾶς, καὶ ὄχι ἐσεῖς τὸν διάβολον, διότι ἐσεῖς εἶσθε ἐνδεδυμένοι μὲ ὅλην τὴν ἁμαρτωσίαν, καὶ πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ·
ἐσεῖς ἔχετε τὴν σφενδόνην τὸ σημεῖον τοῦ τιμίου Σταυροῦ, μὲ τὸ ὁποῖον καὶ ἀπὸ μακρόθεν σφενδονίζετε ὅλους τοὺς δαίμονας· ἐσεῖς φορεῖτε, ὡς μάχαιραν δίστομον, τὸ φοβερὸν ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖον φοβοῦνται καὶ τρέμουν οἱ δαίμονες·
καὶ ἐσεῖς ἐὰν θέλητε νὰ φυλάττητε τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου, καὶ νὰ εἶσθε φίλοι, καὶ στρατιῶται ἀληθεῖς τοῦ Οὐρανίου Βασιλέως, οὔτε μαγικὰ ἔχετε χρείαν, οὔτε κᾀμμίαν ἄλλην ἐπιβουλὴν τοῦ διαβόλου, ἀλλὰ καταπατεῖτε τοῦτον μὲ τοὺς πόδας σας ὡσὰν κνώδαλον, ὡσὰν ἕνα μικρὸν στρουθίον καὶ ὡσὰν ἕνα σκορπίον καὶ μύρμηκα·
«ἰδοὺ δέδωκά φησι ἡμῖν τὴν ἐξουσίαν, τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσει» (Λουκ. ι´ 19)· ὥστε, ἂν ἐσεῖς θελήσητε, τόσον σμικρύνεται καὶ ταπεινώνεται ὁ διάβολος, ὁποῦ γίνεται ὡσὰν ἕνα νήπιον·
καὶ πάλιν ἂν ἐσεῖς θελήσητε, τόσον μέγας γίνεται ὁ διάβολος κατ᾿ ἐπάνω σας, ὥστε ὁποῦ βρυχᾶται ὡσὰν λέοντας φοβερός, καὶ ζητεῖ νὰ σᾶς καταπίῃ· διὰ τοῦτο ὀρθότατα εἶπε καὶ ὁ Χρυσόστομος περὶ τούτου·
«καταπάτημα αὐτῶν τῶν ἡμετέρων ἐποίησε ποδῶν, ἂν βουλώμεθα· ὅρα τοίνυν πόσος γέλως, πόση ἀθλιότης· ὃν ἐλάβομεν πατεῖν, ὁρᾷν ὑπὲρ κεφαλῆς ἑστῶτα τῆς ἡμετέρας· πῶς δὲ τοῦτο γίνεται; παρ᾿ ἡμῶν· ἂν ἡμεῖς βουλώμεθα, μέγας ἐστίν· ἂν ἡμεῖς βουλώμεθα, γίνεται μικρός· ἐὰν προσέχωμεν ἑαυτοῖς, καὶ μετὰ τοῦ Βασιλέως ὦμεν τοῦ ἡμετέρου, συστέλλεται, καὶ παιδίου μικροῦ οὐδὲν ἄμεινον, διακείσεται ἐν τῇ πρὸς ἡμᾶς μάχῃ· ὅταν ἀποστῶμεν αὐτοῦ, μεγάλα φυσᾷ καὶ βρυχᾶται, τρίζει τοὺς ὀδόντας· ἅτε ἐρήμους ἡμᾶς τῆς μεγάλης συμμαχίας λαβών» (Λόγ. στ´ εἰς τὴν πρὸς Φιλιππ.).



Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Οι τύψεις δεν έρχονται χωρίς λόγο

 «Οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου». (Ψαλμ. 37, 4 )

Αλλά οι τύψεις δεν έρχονται χωρίς λόγο. Ποτέ δεν ενόχλησαν κανέναν χωρίς αιτία, ούτε παρουσιάσθηκαν αδικαιολόγητα. Κάποιος λόγος και κάποια αιτία , είναι αλήθεια, ότι υπάρχει και τις προκαλεί. Κι εδώ θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα, προκειμένου να εντοπίσουμε το αίτιο που δημιουργεί αυτή την επανάσταση της συνείδησης. Είναι φανερό , ότι το παν εξαρτάται από τη στάση μας έναντι του νόμου του Θεού. Κάθε μας παρεκτροπή είναι και μία αιτία εξέγερσης αυτού που ονομάσαμε φωνή του Θεού μέσα μας. Τη συνείδησή μας ενοχλεί η παράβαση των εντολών του Θεού, η περιφρόνηση του θελήματός Του, η αντίθετη προς το νόμο Του πορείας μας, γενικά με μια λέξη η αμαρτία. Και αυτή ακριβώς η αμαρτία αποτελεί το αίτιο της επανάστασης και της φυγάδευσης της ειρήνης από το εσωτερικό μας.

Είτε το θέλουμε είτε όχι, η ειρήνευση και γαλήνη της καρδιάς μας και η εσωτερική μας ισορροπία και χαρά, εξαρτώνται από τη σχέση μας προς τον Θεό και το νόμο Του. Ο άνθρωπος είναι πλάσμα του Θεού, είναι ο φορέας της πνοής Του και του πνεύματός Του. Και όσο κι αν προσπαθεί να αποβάλει το χαλινάρι της υποταγής στον Δημιουργό του, δεν παύει εντούτοις να αντιλαμβάνεται και ο ίδιος , σε στιγμές λογικής και νηφαλιότητας , ότι ο Θεός αποτελεί το οξυγόνο των ψυχικών του πνευμόνων και τη φυσική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία είναι δυνατοί οι ψυχικοί του πτερυγισμοί. Βλέπει και αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος , ότι οδηγός και κανόνας του βίου του πρέπει να είναι το θέλημα του Θεού , όπως είναι διατυπωμένο στην Αγία Γραφή.
Και πυξίδα, με τη βοήθεια της οποίας θα διέλθει το τρικυμιώδες αυτό πέλαγος της γεμάτης στεναγμούς και ταραγμένης ζωής, η συμμόρφωσή του προς τις εντολές του ουρανού. Διότι ο άνθρωπος είναι κατεξοχήν θρησκευτική ύπαρξη. Είτε ζει μέσα σε πολιτισμένη κοινωνία, είτε περιφέρεται ως σκηνίτης στο ύπαιθρο, είτε ζει απομονωμένος στις ερήμους, είτε σαν τον Ροβινσώνα, είτε άγνωστος εν μέσω αγνώστων περνά τον παρόντα καιρό« ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς» ως ερημίτης και ασκητής, δεν παύει να αισθάνεται μέσα του τους παλμούς της ψυχής. Έτσι τον έπλασε ο Κτίστης, ώστε μόνο πλησίον Του να αισθάνεται ασφαλής και να βρίσκει την ολοκλήρωσή του.


Στα αβέβαια βήματα των περιπλανήσεών του, μάταια προσπαθεί να βρει , μακράν του Θεού, την εσωτερική του ανάπαυση. Διότι η ψυχή μας , όπως λέει τόσο χαρακτηριστικά ο ιερός Αυγουστίνος , δεν επαναπαύεται, παρά μόνον όταν βρει και πλησιάσει τον Θεό. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο και όταν δείχνει ανυπακοή στη φωνή του Δημιουργού του, όταν απομακρύνεται απ’ Αυτόν, όταν δηλαδή αμαρτάνει, τότε ταράσσεται η ψυχή του, επαναστατεί η συνείδησή του και εξορίζεται η χαρά και η ειρήνη από την καρδιά του.

Η αμαρτία λοιπόν, είναι το αίτιο του ψυχικού πόνου. Αλλά τι είναι αμαρτία; Είναι η παράβαση των εντολών του Θεού, η περιφρόνηση της θείας βούλησής Του, που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, είτε με έργα, είτε με λόγια, είτε σε συλλογισμούς, είτε με κάθε άλλη αίσθηση. Ωραία και παραστατικά διατυπώνει αυτή την αλήθεια, ότι δηλαδή αιτία των τύψεων είναι η αμαρτία , ο Μανασσής στην περίφημη προσευχή του: «Οὐκ ἔστι μοι ἄνεσις, διότι παρώργισα τὸν θυμόν σου καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, μὴ ποιήσας τὸ θέλημά σου καὶ μὴ φυλάξας τὰ προστάγματά σου.» Δεν νιώθω, λέει, διόλου ήσυχος, Κύριε. Δεν μπορώ να βρω ανάπαυση και ηρεμία ,διότι Σε εξόργισα με τις συνεχείς μου αμαρτίες, τις πτώσεις και τις παρεκτροπές μου.

Και ο προφήτης Ιερεμίας, με το προφητικό του χάρισμα, σπεύδει να μας διαβεβαιώσει, ότι είναι πικρό για τον άνθρωπο να εγκαταλείπει τον Θεό και να τρέπεται αλλού, να απομακρύνεται: « Γνῶθι καὶ ἰδέ, ὅτι πικρόν σοι τὸ καταλιπεῖν σε ἐμέ, λέγει Κύριος ὁ Θεός σου» ( 2,19 ) . Πικρή, λοιπόν και οδυνηρή η αποστασία, διότι επισσωρεύει πολλά δεινά στον άνθρωπο…


Από το βιβλίο: «ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ» Μητροπολίτου πρ. Πειραιώς ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΚΑΡΟΥΣΟΥ ΑΘΗΝΑ 2012 Εκδόσεις: “ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ” -Εις δόξαν Θεού

Αιτίες του θυμού


Όπως ο πυρετός του σώματος είναι μεν ένας στην ουσία, αλλά έχει πολλές αφορμές που τον δημιουργούν, έτσι και η εμφάνιση και έξαψη του θυμού, καθώς βέβαια και των άλλων παθών μας, οφείλονται σε πολλές και διάφορες αιτίες. Γι’ αυτό και είναι αδύνατον να ορίσουμε τον ίδιο τρόπο για την αντιμετώπισή τους. Η αρχή της θεραπείας θα είναι να γνωρίσει ο ασθενής την αιτία του πόνου και της οδύνης του. Και εφόσον ευρεθεί η αίτια, τότε εμείς που ασθενούμε θα πάρουμε την κατάλληλη αλοιφή από την Πρόνοια του Θεού και τους πνευματικούς ιατρούς μας.

Ας στήσουμε κατά κάποιο τρόπο ένα φανταστικό δικαστήριο. Όσοι θέλουν να μας ακολουθούσουν, με τη Χάρη του Κυρίου, ας εισέλθουν σ’ αυτό το δικαστήριο και ας εξετάσουν κάπως μαζί μας τα προηγούμενα πάθη και τις αιτίες τους. Ας δεθεί λοιπόν ο θυμός, ο τύραννος, με τα δεσμά της πραότητας. Ας κτυπηθεί με τη μακροθυμία, ας συρθεί με την αγία αγάπη, ας παρουσιασθεί στο δικαστικό βήμα του λόγου και ας ανακριθεί καταλλήλως:

Λέγε μας, ω παράφρον και άσεμνε, τα ονόματα του πατέρα σου και της μητέρας που κακώς σε γέννησαν, καθώς και των υιών και των βδελυκτών θυγατέρων σου. Και όχι μόνο αυτά, αλλά να μας εξηγήσεις επιπλέον, ποιοί είναι αυτοί που σε πολεμούν και σε φονεύουν.

Και αυτός, ο θυμός δηλαδή, απαντώντας θα μας πει περίπου τα εξής:

Οι αίτιες που με γεννούν είναι πολλές. Και ο πατέρας μου δεν είναι ένας. Μητέρες μου είναι η κενοδοξία, η φιλαργυρία, η γαστριμαργία· μερικές φορές και η πορνεία. Εκείνος που με γέννησε ονομάζεται τύφος, δηλαδή έπαρση. Οι θυγατέρες μου ονομάζονται μνησικακία, έχθρα, δικαιολογία, μίσος. Οι εχθροί μου, από τους οποίους τώρα κρατούμαι δεμένος είναι αντίπαλοι των θυγατέρων μου, η αοργησία δηλαδή και η πραότητα. Αυτή που με επιβουλεύεται ονομάζεται ταπεινοφροσύνη.

Ὁ καθαρώτατος Ναὸς τοῦ Σωτῆρος (Μέρος Δεύτερο)

 

Τώρα ἄς ἰδοῦμε τὴν εἴσοδό της στὸν Ναό. Πρῶτα-πρῶτα ἡ Παναγία εἰσῆλθε στὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ποὺ παρομοιάζονται μὲ τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν παράδεισον. Ἦταν ἡ μόνη ἀξία νὰ εἰσέλθει μέσα στὸν χῶρον αὐτόν, γιατὶ ἡ ἴδια ἔγινε παράδεισος καὶ ἅγια ἁγίων, ἀφοῦ μέσα της ἐπὶ ἐννέα ὁλόκληρους μῆνες κράτησε τὸν Χριστόν, ποὺ εἶναι ὁ νοητὸς παράδεισος. Μὲ τὸν παράδοξον τόκο της χάρισε τὶς οὐράνιες μονὲς τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν στοὺς ἀνθρώπους.

Ἡ Παναγία εἰσῆλθε στὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ὅπως εἰσέρχεται ἡ νύμφη στὴ νυμφικὴ παστάδα της. Πράγματι μέσα στὴν κοιλία τῆς Θεοτόκου ἔγινε ὁ πιὸ παράδοξος γάμος. Ἔγινε ὁ γάμος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύσι. Καὶ ὁ καρπὸς τῆς ἑνώσεως αὐτῆς εἶναι ὁ καινούργιος ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος.
Ἡ Θεοτόκος εἰσέρχεται σήμερα στὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ ἡ εἴσοδός της εἶναι προμήνυμα μεγάλης χαρᾶς γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἀπ’ αὐτὴ θὰ γεννηθεῖ σὲ λίγο αὐτὸς ποὺ θὰ σταματήσει τὸ μαρτύριο τῆς ἐξορίας τοῦ ἀνθρώπου. Θὰ ξαναφέρει πάλι τὸ ἀνθρώπινο γένος στὸν Παράδεισο. Γι’ αὐτὸ μαζὶ μὲ τὴν εἴσοδο τῆς Παρθένου σήμερα γίνεται καὶ ἡ εἴσοδος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.

Μέσα στὸν Ναὸ ὑπῆρχε ἡ χρυσῆ λυχνία. Ἀλλὰ καὶ ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ κεχρυσωμένη ἐν Πνεύματι λυχνία, τῆς ὁποίας ἡ λαμπάδα φώτισε τὰ σύμπαντα. Διὰ τῆς Θεοτόκου ἄναψαν τὰ ἑπτὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ φώτισαν τὸν κόσμον.

Ἡ παραμονὴ της στὸν Ναὸ εἶναι παράδοξος. Ἐτρέφετο δι’ ἀγγέλου (Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία εἰς τὴν εἴσοδον, ΕΠΕ τόμ. 11, σελ. 316). Ἐκεῖ μέσα εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων ἡ Παρθένος «τὰς ὑψηλὰς ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ διέθετο», ὅπως λέγει ὁ Δαυΐδ (Ψαλμ. 83, 5). Ἀνέβαιναν οἱ διαλογισμοί της μέχρι τὸν οὐρανόν. Ἐκεῖ βρισκόταν «πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν» (Ψαλμ. 44, 14). Ὅλη ἡ δόξα καὶ ἡ εὐτρέπειά της φυλασσόταν ἐκεῖ μέσα μυστικά, γιὰ νὰ δοθεῖ στὸν Χριστόν, σὰν θησαυρὸς πολύτιμος. Ἐκεῖ μέσα στὰ ἅγια τῶν ἁγίων κατασκευαζόταν τὸ δῶρο τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Θεόν (Γρηγορίου Παλαμᾶ, ὁμιλία εἰς τὴν Εἴσοδον τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ τόμ. 11, σέλ. 254).

Ἦλθε ὁ Θεός, ὅπως λέγει ὁ Λέων ὁ Στ΄ ὁ σοφός νὰ δώσει τὴν σωτηρία στὸν ἄνθρωπον. Ἀλλὰ ἤθελε ἡ σωτηρία αὐτὴ νὰ μὴν εἶναι χάρισμα. Θὰ λέγαμε, ἤθελε καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ προσφέρει κάτι (Λέοντος Σοφοῦ, λόγος εἰς τὴν προσαγομένην εἰς τὰ Ἅγια, PG 107, 16 B). Φαινομενικὰ παίρνει τὸ δῶρο τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης, δηλαδὴ τὴν Παναγία, κατ’ οὐσίαν ὅμως στὸ πρόσωπο της λαμβάνει τὴν ἀνθρωπίνην φύσι. 

Τὰ Ἅγια τῶν ἁγίων ἔγιναν τὸ καλύτερο θησαυροφυλάκιον, γιὰ νὰ διατηρήσουν τὸ δῶρο τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεόν, ποὺ εἶναι ἡ Θεοτόκος. Ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιό του ὁμιλεῖ περὶ τοῦ πιστοῦ δούλου καὶ φρονίμου, τὸν ὁποῖον ὁ κύριός του τὸν ἄφησε «ἐπὶ τῆς θεραπείας αὐτοῦ», γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἔκανε κύριο σὲ ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα (Λουκ. 12, 42). Ὁ πιστὸς καὶ φρόνιμος οἰκονόμος, αὐτὸς ποὺ διατήρησε τὴν περιουσία τοῦ Θεοῦ, ὄχι ζῶντας ἄσωτα, εἶναι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Αὐτὴ μέσα στὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ τὸν ἑαυτόν της διετήρησε καὶ τὴν ἔλευσι τοῦ Χριστοῦ περίμενε.

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Η γλώσσα των Αγγέλων


Σύμφωνα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων μας, οι άγγελοι αφ’ ενός μεν δεν έχουν σώματα, αφ’ ετέρου δε, δεν είναι άϋλα όντα, αλλά είναι αιθέρια όντα, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Έχουν νουν, έχουν ύπαρξη, είναι πρόσωπα, αλλά δεν έχουν σώματα, όπως είναι ο άνθρωπος. Είναι νόες, όπως λένε τα κείμενα της Εκκλησίας μας και η λειτουργική γλώσσα. Οπότε, το ερώτημα είναι: Εφόσον οι άγγελοι, και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ που εμφανίσθηκε στην Παναγία μας, είναι ασώματα όντα, τότε πως εμφανίσθηκε με σώμα και πως ομιλούσε στην Παναγία; 

Αυτό είναι ένα μυστήριο το οποίο δεν μπορεί κανείς να το εξηγήσει λογικά, αλλά βλέπουμε μια εξήγηση στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων. Άλλωστε η ίδια η Παναγία μας, όπως λένε τα ιερά τροπάρια φαίνεται να λέγει στον Αρχάγγελο: «Φαίνη μοι ως άνθρωπος και πως φθέγγη ρήματα υπέρ άνθρωπον;». Πως εσύ, ενώ μου φαίνεσαι ως άνθρωπος –δεν είσαι άνθρωπος– ομιλείς και λες ρήματα τα οποία είναι πάνω από την γλώσσα των ανθρώπων; Άρα κάτι συμβαίνει ιδιαίτερο με τους αγγέλους και κάτι διαφορετικό έγινε εκείνη την ώρα που εμφανίσθηκε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στην Παναγία μας.

Την αρχαιότερη διδασκαλία των αγίων Πατέρων πάνω στο θέμα αυτό την συνάντησα στον άγιο Διάδοχο τον Φωτικής, έναν μεγάλο Πατέρα της Εκκλησίας μας, ο οποίος έζησε στην Φωτική, δίπλα στην Παραμυθιά της Θεσπρωτίας, τον 5
ο αιώνα, ο οποίος έχει μια ωραία ανάλυση αυτού του γεγονότος, όπως του αποκαλύφθηκε από τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Απαντάει στο ερώτημα αν οι άγγελοι έχουν σχήμα. Και λέγει ότι δεν έχουν σχήμα οι άγγελοι, όπως το ξέρουμε εμείς, περιγραπτό σχήμα, αλλά η ευπρέπεια του νοός και των νοημάτων, η εσωτερική χάρη την οποίαν έχουν, η Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, αυτή λάμπει και ακτινοβολεί, δημιουργεί κάλλος. Όπως για παράδειγμα τα σύννεφα δεν έχουν ένα ιδιαίτερο σχήμα, θα λέγαμε, ή μάλλον δεν
έχουν ιδιαίτερη μορφή, αλλά όταν φωτίζονται από τον ήλιο, τότε λάμπουν και ακτινοβολούν, έτσι και οι άγγελοι βρίσκονται συνεχώς δίπλα, κοντά στον Θεό και συμμετέχουν στην άκτιστη θεία Λειτουργία, όπως έλεγα προηγουμένως, λαμβάνουν φως από το φως του Θεού και από το φως της άκτιστης αυτής θείας Λειτουργίας στον Παράδεισο.
Το επόμενο ερώτημα το οποίο θέτει ο άγιος Διάδοχος ο Φωτικής είναι ότι, εφόσον δεν έχουν σχήμα τότε πως εμφανίζονται με σχήματα είτε διαφόρων πτηνών –να έχουν πτερά– είτε εδώ στην εμφάνιση του αρχαγγέλου στην Παναγία με ένα ανθρώπινο σώμα. Και δίδει την απάντηση ότι η φύση των αγγέλων είναι πάρα πολύ αραιά και καθώς πυκνώνεται, με την δύναμη της θελήσεως την οποίαν έχουν να εφαρμόσουν το θέλημα του Θεού και να έρθουν στην γη και να καθοδηγήσουν τους ανθρώπους, έρχονται από τα μη φαινόμενα στα φαινόμενα με μια ιδιαίτερη μορφή και ένα
ιδιαίτερο σχήμα που θέλουν, για να μην τρομάξουν και να μεταφέρουν το θέλημα του Θεού σε μια καθαρή ψυχή. Το ίδιο με άλλη μορφή το κάνουν και οι δαίμονες, αφού οι άγγελοι έχουν φως διότι έρχονται από τον Θεό και οι δαίμονες, που δεν έχουν σχέση με τον Θεό, έχουν σκοτάδι. Επομένως, το παράδειγμα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε είναι ότι όπως τα σύννεφα είναι αραιά και
έχουν αραιά φύση και καθώς πυκνώνουν, μερικές φορές τα βλέπουμε να σχηματίζουν διάφορες μορφές, έτσι αναλογικά γίνεται με τους αγγέλους και με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ.

Το άλλο ερώτημα είναι ότι, εφόσον οι άγγελοι δεν έχουν σχήμα, εφόσον δεν έχουν σώματα και κατ’ επέκτασιν δεν έχουν σωματικά όργανα και δεν έχουν φωνή, τότε πως ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ομίλησε με την Παναγία και πως ομιλούν οι άγγελοι με άλλους αγίους, όταν εμφανίζονται σε αυτούς και μεταφέρουν το θέλημα του Θεού; Και στο σημείο αυτό ο άγιος Διάδοχος ο Φωτικής λέγει ότι η φύση των αγγέλων είναι απλή και φιλόηχη, και έχουν ήχο από την αεικινησία τους. Οι άγγελοι κινούνται διαρκώς, έχουν μια ακατάπαυστη κίνηση και αυτό το αερώδες της φύσεως των
αγγέλων ως φιλόμουσον τους παρακινεί σε ύμνο και βοή.
Ένα τροπάριο, το οποίο ψάλλεται αυτήν την ημέρα στα στιχηρά του Εσπερινού, λέγει: «γλώσσαν, ην ουκ έγνω, ήκουσεν η Θεοτόκος». Δηλαδή η Θεοτόκος την ώρα εκείνη άκουσε μια γλώσσα την οποίαν δεν εγνώριζε, δεν ήταν γλώσσα ανθρώπινη, ήταν αγγελική, που σημαίνει αυτή η συνάντηση του Αρχαγγέλου Γαβριήλ με την Παναγία έγινε μέσα σε ένα μυστήριο, στο μυστήριο θεώσεως της
Θεοτόκου, αφού είχε φθάσει στην θέωση, σε μια κατάσταση η οποία δεν μπορεί να ερμηνευθή με την ανθρώπινη λογική.

Οι άγγελοι κατ’ οικονομίαν Θεού παίρνουν ένα ιδιαίτερο σώμα και μεταδίδουν αυτό το θέλημα του Θεού με μια άλλη μυστηριώδη δυνατότητα και έκφραση. Και η Παναγία είχε υψωθή από τα ανθρώπινα, γι’ αυτό και μπόρεσε όχι μόνο να ακούση, αλλά και να καταλάβη αυτήν την γλώσσα του Αρχαγγέλου Γαβριήλ.


Τι σημαίνουν όλα αυτά, αγαπητοί μου αδελφοί; Σημαίνουν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι απλώς ένα κοινό σύστημα, δεν είναι μια θρησκεία ανθρώπινη που την εφεύραν οι άνθρωποι. Η Εκκλησία είναι το Σώμα το ευλογημένο του Χριστού. Υπάρχει η ορατή όψη της Εκκλησίας, αυτό που εμείς βλέπουμε, και υπάρχει και η αόρατη όψη της Εκκλησίας την οποίαν εμείς δεν βλέπουμε
με τα σωματικά μας μάτια, εκτός αν αυτά μεταμορφωθούν από την άκτιστη χάρη του Θεού.

Τι ήταν αυτό που έκανε τον άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ, όταν ήταν Διάκονος και έκανε την Είσοδο στην θεία Λειτουργία, την μικρά Είσοδο, –και εμείς όταν κάνουμε την Είσοδο αυτή λέμε «ποίησον συν τη εισόδω ημών είσοδον αγίων αγγέλων γενέσθαι», που την ώρα εκείνη πράγματι έρχεται ο Χριστός με τους αγγέλους– και εισήλθεν ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ ως Διάκονος, και όταν βγήκε για να πη, όταν λέγη ο Ιερεύς, «ότι άγιος ει ο Θεός ημών» και εκείνος: «και εις τους αιώνας των αιώνων», είδε από την νότια πύλη του ναού να εισέρχεται ο Χριστός δορυφορούμενος από μυριάδες μυριάδων αγγέλων. Τότε παρέμεινε ακίνητος μέσα στην θεωρία, δεν μπορούσε να συνεχίση, δεν καταλάβαινε τι γινόταν στον εσωτερικό χώρο. Γι’ αυτό τον πήραν σιγά σιγά, τον έβαλαν μέσα στο Ιερό Βήμα, τον άφησαν σε ένα σημείο, ακίνητον μέσα σε αυτήν την θεωρία, γιατί αξιώθηκε να φθάση και να δη εκείνη την ώρα την άκτιστη, όπως έλεγα προηγουμένως, θεία Λειτουργία και παρέμεινε σ’ αυτήν την κατάσταση τρεις ολόκληρες ώρες! 

Ήταν αυτή η θεωρία του ουρανίου τμήματος της Εκκλησίας. Άρα, η Εκκλησία είναι ένα μυστήριο, δεν είναι μόνον αυτό που βλέπουμε, είναι και αυτά που δεν βλέπουμε και τα αισθανόμαστε μερικές φορές και, όταν η καρδιά μας καθαρισθή από τα πάθη, μπορούμε κι εμείς να τα δούμε.


Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθέου
(Απόσπασμα Κυρήγματος)

Δοῦλοι, Κύριον, ᾿Αλληλούια (Ψαλμός 134)



Δοῦλοι, Κύριον, ᾿Αλληλούια. 
Αἰνεῖτε τὸ ὄνομα Κυρίου, αἰνεῖτε, δοῦλοι, Κύριον, ᾿Αλληλούια. 
Οἱ ἑστῶτες ἐν οἴκῳ Κυρίου, ἐν αὐλαῖς οἴκου Θεοῦ ἡμῶν, ᾿Αλληλούια. 
Αἰνεῖτε τὸν Κύριον, ὅτι ἀγαθὸς Κύριος· ψάλατε τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, ὅτι καλόν, ᾿Αλληλούια. 
ὅτι τὸν ᾿Ιακὼβ ἐξελέξατο ἑαυτῷ ὁ Κύριος, ᾿Ισραὴλ εἰς περιουσιασμὸν ἑαυτῷ, ᾿Αλληλούια. 
ὅτι ἐγὼ ἔγνωκα ὅτι μέγας ὁ Κύριος, καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν παρὰ πάντας τοὺς θεούς, ᾿Αλληλούια. 
Πάντα, ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος ἐποίησεν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ, ἐν ταῖς θαλάσσαις καὶ ἐν πάσαις ταῖς ἀβύσσοις, ᾿Αλληλούια. 
ἀνάγων νεφέλας ἐξ ἐσχάτου τῆς γῆς, ἀστραπὰς εἰς ὑετὸν ἐποίησεν, ᾿Αλληλούια. 
ὁ ἐξάγων ἀνέμους ἐκ θησαυρῶν αὐτοῦ, ὃς ἐπάταξε τὰ πρωτότοκα Αἰγύπτου ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους, ᾿Αλληλούια. 
ἐξαπέστειλε σημεῖα καὶ τέρατα ἐν μέσῳ σου, Αἴγυπτε, ἐν Φαραὼ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς δούλοις αὐτοῦ, ᾿Αλληλούια. 
ὃς ἐπάταξεν ἔθνη πολλὰ καὶ ἀπέκτεινε βασιλεῖς κραταιούς, ᾿Αλληλούια. 
Τὸν Σηὼν βασιλέα τῶν ᾿Αμορραίων καὶ τὸν ῍Ωγ βασιλέα τῆς Βασὰν καὶ πάσας τὰς βασιλείας Χαναάν, ᾿Αλληλούια. 
Καὶ ἔδωκε τὴν γῆν αὐτῶν κληρονομίαν, κληρονομίαν ᾿Ισραὴλ λαῷ αὐτοῦ, ᾿Αλληλούια. 
Κύριε, τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα καὶ τὸ μνημόσυνόν σου εἰς γενεὰν καὶ γενεάν, ᾿Αλληλούια. 
ὅτι κρινεῖ Κύριος τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοῖς δούλοις αὐτοῦ παρακληθήσεται, ᾿Αλληλούια. 
Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων, ᾿Αλληλούια. 
Στόμα ἔχουσι καὶ οὐ λαλήσουσιν, ὀφθαλμοὺς ἔχουσι καὶ οὐκ ὄψονται, ᾿Αλληλούια. 
ὦτα ἔχουσι καὶ οὐκ ἐνωτισθήσονται, οὐδὲ γάρ ἐστι πνεῦμα ἐν τῷ στόματι αὐτῶν, ᾿Αλληλούια. 
ὅμοιοι αὐτοῖς γένοιντο οἱ ποιοῦντες αὐτὰ καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτοῖς, ᾿Αλληλούια. 
Οἶκος ᾿Ισραήλ, εὐλογήσατε τὸν Κύριον, ᾿Αλληλούια.
Οἶκος ᾿Ααρών, εὐλογήσατε τὸν Κύριον, ᾿Αλληλούια. 
Οἶκος Λευΐ, εὐλογήσατε τὸν Κύριον, ᾿Αλληλούια. 
Οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον, εὐλογήσατε τὸν Κύριον, εὐλογητὸς Κύριος ἐκ Σιών, ὁ κατοικῶν ῾Ιερουσαλήμ, ᾿Αλληλούια.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Ἡ προσευχὴ στὴν Ἐκκλησία

 
Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος 

Λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης:

* * *
Μή τό κάνεις καλέ μου ἄνθρωπε, τέτοιο λάθος! Γιατί, ἄν τό κάνεις, τόν ἑαυτό σου ζημιώνεις!

Κάθε ἄνθρωπος, τό ξέρουμε, ἔχει δικαίωμα, νά κάνει προσευχή καί στό σπίτι του. Ναί, ἔτσι εἶναι! Ὅμως ποτέ κανένας δέν κάνει στό σπίτι του προσευχή, σάν ἐκείνη πού κάνει στήν Ἐκκλησία!

Τί εἶναι ἐκεῖνο πού κάνει τήν προσευχή στήν Ἐκκλησία, νά εἶναι ἡ πιό καλή;

Ἐκεῖ, στήν Ἐκκλησία, εἶναι καί οἱ πατέρες μας, οἱ ἱερεῖς! Καί πλῆθος κόσμου! Καί ὅλοι μαζί, μέ μιά καρδιά καί μιά φωνή, μιλᾶμε στόν ἐπουράνιο Πατέρα μας!

Μή σοῦ περνάει λοιπόν ἡ ἰδέα, ὅτι, ἄν κάθεσαι στό σπιτάκι σου καί κάνεις ἐκεῖ τήν προσευχή σου, μέ τό δικό σου τρόπο, θά σέ ἀκούσει ὁ Κύριος καλύτερα!

Λάθος κάνεις. Μεγάλο λάθος. Ὁ Θεός θέλει, ὅλοι ἐμεῖς σάν ἀδέλφια‐σάν παιδιά Του, νά κάνουμε τήν προσευχή μας ὅλοι μαζί!…

Μᾶς δίδαξε νά λέμε «Πάτερ ἡμῶν», «πατέρα ὅλων μας».

* * *

Καί, τελικά, τί κάνουμε στήν Ἐκκλησία; Νά. Ἁπλά παρακολουθοῦμε τά λόγια τῶν ἱερέων. Καί τά ἐπαναλαμβάνουμε σάν δικά μας.

Ψάχνεις νά βρεῖς, τί εἶναι ἐκεῖνο πού κάνει τήν προσευχή στήν ἐκκλησία, νά εἶναι καλύτερη;

Πολλά!…

Καί συγκεκριμένα: Στήν Ἐκκλησία εἴμαστε πολλοί. Καί ὅλοι μαζί ἔχουμε τά ἴδια στό νοῦ (στό μυαλό μας) καί τά ἴδια στό στόμα. Στήν Ἐκκλησία εἴμαστε ὅλοι δεμένοι μέ τήν ἀγάπη, ὅλοι ἕνα. Καί τό πιό μεγάλο καί πιό σημαντικό: Στήν Ἐκκλησία ἔχουμε μαζί μας τούς ἱερεῖς μας· πού προσεύχονται μαζί μας· καί μᾶς εὐλογοῦν.

Καί γιατί προεξάρχουν, στίς προσευχές μας, στήν Ἐκκλησία, οἱ ἱερεῖς;

Θέλεις νά τό ἀκούσεις; Ἄκουσέ το.

Οἱ προσευχές τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων εἶναι προσευχές ἀδύνατες καί ἰσχνές! Ὅταν ὅμως αὐτοί οἱ ἄνθρωποι οἱ ἁπλοῖ, παρακολουθοῦν τίς προσευχές τῶν ἱερέων, τότε οἱ προσευχές τους παίρνουν τέτοια δύναμη, πού ἀνεβαίνουν στόν οὐρανό!

Τί εἶπες; Πότε οἱ προσευχές μας ἀνεβαίνουν στόν οὐρανό;

Ὅταν προσευχή μας κάνουμε τά λόγια τῶν ἱερέων καί τῆς ἱερῆς ἀκολουθίας.

Αὐτή εἶναι ἡ καλύτερη προσευχή.

(Ἀπό τήν ὁμιλία του: Περί ἀκαταλήπτου Λόγος Γ’, P.G. 48, σ. 725)

* * *
Μέ λόγια πιό ἁπλά: Ὁ μεγάλος ἅγιος διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας μας μᾶς λέγει, ὅτι ἡ πιό καλή προσευχή, γίνεται στήν Ἐκκλησία· καί μάλιστα τότε πού ὁ κάθε πιστός ἑνώνει τήν προσευχή του μέ τήν προσευχή τῶν ἱερέων

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Ανακοίνωση της Ιεράς Μητροπόλεως Κίτρους, Κατερίνης & Πλαταμώνος

Ο σταυρός μας και ο Σταυρός του Χριστού

 
Ο ΚΥΡΙΟΣ είπε στους μαθητές Του: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει τον σταυρό του κι ας με ακολουθεί».

Γιατί είπε, «τον σταυρό του»; Επειδή είναι σταυρός προσωπικός. Κάθε άνθρωπος, δηλαδή, έχει να σηκώσει τον δικό του σταυρό, ο οποίος, όμως, ονομάζεται συνάμα και Σταυρός του Χριστού.

Για κάθε άνθρωπο «ο σταυρός του» είναι οι θλίψεις και οι οδύνες της επίγειας ζωής, θλίψεις και οδύνες προσωπικές.

Για κάθε άνθρωπο «ο σταυρός του» είναι η νηστεία, η αγρυπνία και οι άλλες ασκήσεις της ευσέβειας, με τις όποιες ταπεινώνεται η σάρκα και υποτάσσεται το πνεύμα. Είναι κι αυτές προσωπικές, καθώς πρέπει να αναλογούν στις δυνάμεις τού καθενός.

Για κάθε άνθρωπο «ο σταυρός του» είναι οι αμαρτωλές αδυναμίες και τα πάθη, προσωπικά επίσης. Με ορισμένα απ’ αυτά γεννιέται, ενώ άλλα τα αποκτά στην πορεία της επίγειας ζωής του.

Ο Σταυρός τού Χριστού είναι η διδασκαλία τού Χριστού.

Μάταιος και ατελέσφορος ο σταυρός, όσο βαρύς κι αν είναι, πού σηκώνουμε, ακολουθώντας τον Χριστό, αν δεν μεταβληθεί σε Σταυρό του Χριστού.

Για τον μαθητή του Χριστού «ο σταυρός του» γίνεται Σταυρός τού Χριστού. Γιατί ό μαθητής του Χριστού έχει την ακλόνητη πεποίθηση ότι Εκείνος πάντοτε αγρυπνεί γι’ αυτόν, ότι Εκείνος είναι πού παραχωρεί όλες τις θλίψεις, ως απαραίτητο και αναπόφευκτο όρο της χριστιανικής ιδιότητας, και ότι μ’ αυτές μιμείται και οικειώνεται τον Χριστό, γίνεται μέτοχος των παθημάτων Του στη γή, για να γίνει μέτοχος και της δόξας Του στον ουρανό.

Για τον μαθητή τού Χριστού «ο σταυρός του» γίνεται Σταυρός τού Χριστού. Γιατί ο αληθινός μαθητής τού Χριστού μοναδικό σκοπό της ζωής του έχει την εκπλήρωση των εντολών Εκείνου. Οι πανάγιες εντολές τού Χριστού γίνονται για τον μαθητή Του σταυρός, πού πάνω του διαρκώς σταυρώνει τον παλαιό αμαρτωλό εαυτό του «μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες του».

Έτσι γίνεται φανερό ότι, για να σηκώσει κανείς τον σταυρό του και ν’ ακολουθήσει τον Χριστό, πρέπει ν’ απαρνηθεί τον εαυτό του να τον απαρνηθεί ως τον αφανισμό της ψυχής του! Ναι, γιατί τόσο βαθιά, τόσο πληθωρικά διαπότισε η αμαρτία τη φθαρμένη φύση μας, ώστε η ψυχή μας πρέπει ν’ αφανιστεί και να γεννηθεί πάλι από το Άγιο Πνεύμα.

Για να σηκώσεις τον σταυρό σου, πρέπει, πρώτον, να αρνηθείς στο σώμα την ικανοποίηση των ιδιότροπων επιθυμιών του, προσφέροντας του μόνο τα απαραίτητα για τη συντήρηση του, δεύτερον, να παραδεχθείς ότι το δίκαιο σου είναι απάνθρωπη αδικία και η λογική σου τέλειος παραλογισμός ενώπιον τού Θεού και, τρίτον, να παραδοθείς στον Κύριο με ακλόνητη πίστη και να επιδοθείς στην επιμελή σπουδή τού Ευαγγελίου, αποστέργοντας το θέλημα σου.

Όποιος μ’ αυτόν τον τρόπο απαρνείται τον εαυτό του, είναι ικανός να σηκώσει τον σταυρό του. Με πνεύμα υποταγής στον Θεό και με την επίκληση της βοήθειας Του, η οποία έρχεται να τον ενισχύσει, κοιτάζει άφοβα και ατάραχα τη θλίψη να τον πλησιάζει και ετοιμάζεται μεγαλόψυχα να την υπομείνει. Ελπίζει ότι έτσι θα γίνει μέτοχος των παθημάτων τού Χριστού και θα φτάσει στην ομολογία Του, ομολογία μυστική, με τον νου και την καρδιά, αλλά και φανερή, με τις πράξεις και ολόκληρη τη ζωή.

Όσο ο σταυρός παραμένει μόνο δικός μας, είναι πολύ βαρύς. Όταν μεταβληθεί σε Σταυρό τού Χριστού, γίνεται εξαιρετικά ελαφρός. «Γιατί ο ζυγός μου είναι απαλός και το φορτίο μου ελαφρό», είπε ο Κύριος.

Ο σταυρός τοποθετείται στους ώμους τού μαθητή τού Χριστού, όταν αυτός αναγνωρίσει πώς είναι άξιος των θλίψεων πού τού έστειλε η πρόνοια τού Θεού.

Ο μαθητής τού Χριστού σηκώνει ορθά τον σταυρό του, όταν παραδέχεται ότι οι θλίψεις είναι απαραίτητες για τη μεταμόρφωση του, την ομοίωση του με τον Χριστό και τη σωτηρία του.

Η καρτερική άρση τού σταυρού σου είναι η καθαρή θέαση και επίγνωση της άμαρτωλότητάς σου. Σ’ αυτή την επίγνωση δεν υπάρχει αυταπάτη. Απεναντίας, αν ομολογείς πώς είσαι αμαρτωλός αλλά βαρυγκωμάς για τον σταυρό σου, αποδεικνύεις πώς έχεις επιφανειακή γνώση της άμαρτωλότητάς σου και βρίσκεσαι μέσα στην αυταπάτη.

Η καρτερική άρση τού σταυρού σου είναι η πραγματική μετάνοια.

Καρφωμένος στον σταυρό, ομολόγησε μπροστά στον Κύριο πώς οι αποφάσεις Του είναι αλάθητες. Κατηγόρησε τον εαυτό σου, δικαίωσε την κρίση του Θεού, και θα λάβεις την άφεση των αμαρτιών σου.

Καρφωμένος στον σταυρό, γνώρισα τον Χριστό, και θ’ ανοιχθούν για σένα οι πύλες του παραδείσου.

Καρφωμένος στον σταυρό σου, δόξασε τον Κύριο, αποδιώχνοντας ως άνομο και βλάσφημο κάθε λογισμό παραπόνου και γογγυσμού.

Καρφωμένος στον σταυρό σου, ευχαρίστησε τον Κύριο γι’ αυτό το ανεκτίμητο δώρο Του τη δυνατότητα, δηλαδή, πού σου δίνει να Τον μιμηθείς με τις οδύνες σου.

Καρφωμένος στον σταυρό σου, να θεολογείς- γιατί ό σταυρός είναι το αληθινό σχολείο, το μοναδικό θησαυροφυλάκιο και ο ύψιστος θρόνος της αυθεντικής θεολογίας. Δίχως σταυρό δεν υπάρχει ζωντανή γνώση του Θεού.

«Μη ζητάς την τελειότητα τού νόμου της ελευθερίας (δηλ. του Ευαγγελίου) σε ανθρώπινες αρετές, γιατί τέλειος άνθρωπος μ’ αυτές τις αρετές δεν υπάρχει, η τελειότητα του είναι κρυμμένη στον Σταυρό του Χριστού».

Σε Σταυρό του Χριστού μεταβάλλει ο σταυρός του μαθητή του Χριστού, όταν αυτός τον σηκώνει με ειλικρινή συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του ευχαριστώντας και δοξολογώντας τον Κύριο. Από την ευχαριστία και τη δοξολογία έρχεται η πνευματική παρηγοριά. Η ευχαριστία και η δοξολογία γίνονται πλούσιες πηγές ασύλληπτης και άφθαρτης χαράς, που κοχλάζει ευεργετικά μέσα στην καρδιά, ξεχύνεται στην ψυχή, απλώνεται στο σώμα, κυριεύει όλη την ύπαρξη την ανθρώπου.

Ο Σταυρός του Χριστού είναι για τούς σαρκικούς ανθρώπους ασήκωτος. Για τον μαθητή και ακόλουθο του Χριστού, όμως, είναι αστείρευτη πηγή ανέκφραστης πνευματικής ευφροσύνης. Τόσο μεγάλη είναι αυτή η ευφροσύνη, πού εξουδετερώνει εντελώς τη θλίψη και τον πόνο.

Η νεαρή Μαύρα είπε στον σύζυγο της Τιμόθεο, όταν εκείνος, υπομένοντας με καρτερία φοβερά βασανιστήρια για την πίστη του στον Χριστό, την καλούσε στο μαρτύριο: “Φοβάμαι, αδελφέ μου, να μη δειλιάσω, όταν δώ τα βασανιστικά όργανα και τον οργισμένο ηγεμόνα φοβάμαι μήπως λυγίσω, επειδή είμαι νέα”. Και ο Τιμόθεος της απάντησε: “Να στηρίξεις την ελπίδα σου στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, και τα βασανιστήρια θα γίνουν λάδι, πού θα χυθεί πάνω στο σώμα σου, θα γίνουν πνοή δροσιάς, πού θα σε ανακουφίσει από τούς πόνους σου”.

Ο Σταυρός είναι η δύναμη και η δόξα των αγίων όλων των αιώνων.

Ο Σταυρός είναι ό θεραπευτής των παθών και ό εξολοθρευτής των δαιμόνων.

Θανατηφόρος είναι ό σταυρός τους για όσους δεν φρόντισαν να τον μεταβάλουν σε Σταυρό του Χριστού, για όσους βαρυγκωμούν ενάντια στη θεία πρόνοια, για όσους παραδίνονται στην απελπισία και την απόγνωση. Οι αμαρτωλοί πού δεν έχουν επίγνωση της άμαρτωλότητάς τους, επομένως ούτε και μετάνοια, πεθαίνουν για πάντα πάνω στον σταυρό τους και στερούνται, από έλλειψη αυτογνωσίας και καρτερίας, την αληθινή ζωή, τη ζωή μαζί με τον Θεό. Οι ψυχές τους κατεβαίνουν από τον σταυρό των θλίψεων μόνο νεκρές, για να ριχθούν στον αιώνιο τάφο, στη φυλακή του άδη.
Ο Σταυρός του Χριστού ανυψώνει πάνω από τη γη τον σταυρωμένο σ’ αυτόν μαθητή του Χριστού. Ο μαθητής του Χριστού, καρφωμένος στον σταυρό του και Σταυρό του Χριστού, έχει τις σκέψεις του στραμμένες στα αιώνια και άφθαρτα αγαθά, με τον νου και την καρδιά του ζει στον ουρανό και θεωρεί τα μυστήρια του Πνεύματος.

«Όποιος θέλει να με ακολουθήσει», είπε ό Κύριος, «ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθεί». Αμήν.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Το στόμα έλεγε την προσευχή και ο νους μετρούσε τόκους και συμβόλαια!

 Γιατί έρχονται πολλοί στην εκκλησία, επαναλαμβάνουν μηχανικά ψαλμούς και ευχές, και φεύγουν, δίχως να ξέρουν τι είπαν. Τα χείλη κινούνται, αλλά τ' αυτιά δεν ακούνε.

Eσύ δεν ακούς την προσευχή σου, και θέλεις να σε εισακούσει ο Θεός; Γονάτισα, λες· αλλά ο νους σου πετούσε μακριά. Το σώμα σου ήταν μέσα στην εκκλησία και η ψυχή σου έξω.

Το στόμα έλεγε την προσευχή και ο νους μετρούσε τόκους, συμβόλαια, συναλλαγές, χωράφια, κτήματα, συναναστροφές με φίλους. Κι όλα αυτά συμβαίνουν, γιατί ο διάβολος είναι πονηρός· ξέρει πως την ώρα της προσευχής κερδίζουμε πολλά, γι' αυτό τότε επιτίθεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Άλλες φορές είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και τίποτα δεν σκεφτόμαστε· ήρθαμε όμως στην εκκλησία να προσευχηθούμε, και ο διάβολος μας έβαλε ένα σωρό λογισμούς, ώστε καθόλου να μην ωφεληθούμε.

Αν, αλήθεια, ο Θεός σου ζητήσει λόγο για την αδιαφορία ή και την ασέβεια που δείχνεις στις λατρευτικές συνάξεις, τι θα κάνεις; Να, την ώρα που Αυτός σου μιλάει, εσύ, αντί να προσεύχεσαι, έχεις πιάσει κουβέντα με τον διπλανό σου για πράγματα ανώφελα. Και όλα τ' άλλα αμαρτήματά μας αν παραβλέψει ο Θεός, τούτο φτάνει για να στερηθούμε τη σωτηρία. Μην το θεωρείς μικρό παράπτωμα. Για να καταλάβεις, τη βαρύτητά του, σκέψου τι γίνεται στην ανάλογη περίπτωση των ανθρώπων. Ας υποθέσουμε ότι συζητάς μ' ένα επίσημο πρόσωπο ή μ' έναν εγκάρδιο φίλο σου. Και ενώ εκείνος σου μιλάει, εσύ γυρίζεις αδιάφορα το κεφάλι σου και αρχίζεις να κουβεντιάζεις με κάποιον άλλο. Δεν θα προσβληθεί ο συνομιλητής σου απ' αυτή την απρέπειά σου; Δεν θα θυμώσει; Δεν θα σου ζητήσει το λόγο;

Αλίμονο! Βρίσκεσαι στη θεία Λειτουργία, κι ενώ το βασιλικό τραπέζι είναι ετοιμασμένο, ενώ ο Αμνός του Θεού θυσιάζεται για χάρη σου, ενώ ο ιερέας αγωνίζεται για τη σωτηρία σου, εσύ αδιαφορείς. Την ώρα που τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ σκεπάζουν τα πρόσωπά τους από δέος και όλες οι ουράνιες δυνάμεις μαζί με τον ιερέα παρακαλούν το Θεό για σένα, τη στιγμή που κατεβαίνει από τον ουρανό η φωτιά του Αγίου Πνεύματος και το αίμα του Χριστού χύνεται από την άχραντη πλευρά Του μέσα στο άγιο Ποτήριο, τη στιγμή αυτή η συνείδησή σου, άραγε, δεν σε ελέγχει για την απροσεξία σου; Σκέψου, άνθρωπε μου, μπροστά σε Ποιον στέκεσαι την ώρα της φρικτής μυσταγωγίας και μαζί με ποιους - με τα Χερουβείμ, με τα Σεραφείμ, με όλες τις ουράνιες δυνάμεις. Αναλογίσου μαζί με ποιους ψάλλεις και προσεύχεσαι. Είναι αρκετό για να συνέλθεις, όταν θυμηθείς ότι, ενώ έχεις υλικό σώμα, αξιώνεσαι να υμνείς τον Κύριο της κτίσεως μαζί με τους ασώματους αγγέλους.

Μη συμμετέχεις, λοιπόν, στην ιερή εκείνη υμνωδία με αδιαφορία. Μην έχεις στο νου σου βιοτικές σκέψεις. Διώξε κάθε γήινο λογισμό και ανέβα νοερά στον ουρανό, κοντά στο θρόνο του Θεού. Πέταξε εκεί μαζί με τα Σεραφείμ, φτερούγισε μαζί τους, ψάλε τον τρισάγιο ύμνο στην Παναγία Τριάδα.

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Κυριακάτικο Κήρυγμα



Κυριακή Θ' Λουκά 
Λουκ. 12, 16-21
Η παραβολή του άφρονα πλουσίου

Άφρονα χαρακτηρίζει ο Κύριος τον πλούσιο της παραβολής που ακούμε κατά τη σημερινή Θεία Λειτουργία. Τον πλούσιο εκείνο που η γη του έκανε τόσο πολλούς καρπούς, ώστε δεν είχε πού να τους βάλει. Και σκέφτηκε: “θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα χτίσω μεγαλύτερες και θα πω: ψυχή μου, έχεις άφθονα αγαθά για πολλά χρόνια, φάε, πιες, ευχαριστήσου”. Ο Θεός όμως του είπε: “άφρονα, απόψε αφήνεις την τελευταία σου πνοή. Όλα αυτά που ετοίμασες σε ποιόν θα ανήκουν λοιπόν;”.

“Τέτοιος είναι ο άνθρωπος που μαζεύει θησαυρούς για τον εαυτό του και δεν πλουτίζει κατά Θεόν”. Με αυτή τη φράση κλείνει ο Χριστός την παραβολή, θέλοντας να αντιδιαστείλει τη μέριμνα για τα υλικά αγαθά με τη φροντίδα για την απόκτηση των πνευματικών θησαυρών. Δεν καταδικάζει τον άνθρωπο της παραβολής επειδή ήταν πλούσιος, ούτε γιατί καρποφόρησε άφθονα η γη του. Τον κατακρίνει για τον εγωκεντρισμό του, που αφ' ενός μεν θεώρησε ότι τα αγαθά που απέκτησε προορίζονται αποκλειστικά για τη δική του ευχαρίστηση και αφ' ετέρου πίστεψε ότι θα ζει αιώνια και θα απολαμβάνει τον πλούτο του.

Τον χαρακτηρίζει ο Χριστός άφρονα, δηλαδή ανόητο, όχι για την προνοητικότητά του, αλλά για την απληστία του. Θα μπορούσε ο πλούσιος της παραβολής να συγκεντρώσει τα αγαθά του στις αποθήκες που διέθετε και το περίσσευμα να το δώσει στους φτωχούς, περιμένοντας στο μεταξύ τη νέα σοδειά. Αυτός όμως όχι μόνο δεν σκέφτεται τον πλησίον του, αλλά με τη συμπεριφορά του δείχνει ότι δεν εμπιστεύεται τον Θεό, ή έστω τη γη την ίδια που παράγει τους καρπούς. Και το αποτέλεσμα δεν είναι άλλο, από το να στερηθεί και ο ίδιος, μιας που ο Θεός τον παίρνει από την επίγεια ζωή, όλα αυτά που με κόπο και ιδρώτα συνέλεξε για την δική του προσωπική απόλαυση.

Καταδικάζει επιπλέον τούτη τη συμπεριφορά ο Κύριος, επειδή στο βάθος του ο εγωκεντρισμός συνιστά απιστία κατά του Θεού. Χαίρεται ο πλούσιος με τη γη και τα αγαθά του, θεωρεί ότι του ανήκουν όλα και ότι μπορεί μόνος του να ρυθμίζει τη ζωή του. Ξεχνά πως ό,τι και αν έχουμε, είναι δώρο του Θεού, ακόμα και τα υλικά αγαθά. Ξεχνά, ακόμα περισσότερο, πως όσο και αν προσπαθήσουμε, πάντα υπάρχουν γεγονότα και καταστάσεις στη ζωή μας που ούτε να προβλέψουμε μπορούμε, ούτε να ελέγξουμε ή να αποτρέψουμε. Και εκεί, αν μη τι άλλο, αποδεικνύεται πόσο εύθραυστη είναι η “παντοδυναμία” μας και πόσο έχουμε ανάγκη τη βοήθεια του Θεού.
Γι αυτό και ο Χριστός, στην επί του Όρους ομιλία Του, πριν μας παροτρύνει να φροντίζουμε για τους πνευματικούς θησαυρούς, μας λέει να μη μεριμνάμε ούτε για τροφές, ούτε για ενδύματα, ούτε για επίγειους θησαυρούς που αφανίζονται από τους κλέφτες και από τη φθορά του χρόνου, και να μην είμαστε ολιγόπιστοι αλλά να έχουμε εμπιστοσύνη στο Θεό, που φροντίζει και προσφέρει τροφή στα πουλιά και λαμπρά χρώματα στα λουλούδια, και κάθε απαραίτητο αγαθό στον άνθρωπο που πιστεύει στον Θεό. “Αλλά”, μας παροτρύνει, “ να αποθησαυρίζετε τους επουράνιους θησαυρούς, που ούτε σαπίζουν, ούτε καταναλώνονται, ούτε αρπάζονται από τους κλέφτες. Γιατί όπου βρίσκεται ο θησαυρός σου, εκεί είναι και η καρδιά σου”.

Δυστυχώς, η καρδιά των ανθρώπων ανέκαθεν κινείται και προσκολλάται σε αυτά που βλέπει, στις μέριμνες του βίου και στα υλικά αγαθά. Η καταναλωτική κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά επίφαση αυτού του γεγονότος. Οι άνθρωποι διακατεχόμαστε από μια σπουδή να αποκτήσουμε όσο περισσότερα μπορούμε, προκειμένου να κάνουμε τη ζωή μας πιο άνετη, και τελικά εγκλωβιζόμαστε στην αναζήτηση της ευτυχίας, στη δυστυχία της πλεονεξίας μας. Αδιαφορούμε για τον πλησίον μας, για τα προβλήματά του, για τις ανάγκες του. Και τελικά, σαν τον άφρονα της παραβολής, παγιδευόμαστε στον εγωισμό μας και ολιγοπιστούμε απέναντι στο Θεό.

Δεν μας λέει ο Χριστός να μη φροντίζουμε για την οικογένειά μας, για το μέλλον των παιδιών μας, για την εξασφάλιση των αναγκαίων. Αλλά μας τονίζει ότι δεν είναι αυτά όλα τόσο σημαντικά, ώστε να ξεχνούμε την επιμέλεια της ψυχής μας. Μας παροτρύνει λοιπόν να προσδιορίσουμε εκ νέου τις προτεραιότητές μας, να στρέψουμε και πάλι στο βλέμμα στον ουρανό: “να επιζητείτε πρώτα την βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνη Του, και όλα τα άλλα θα σας δοθούν”.

xerouveim.blogspot