Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

Κυριακάτικο Κήρυγμα

Κυριακή Α' Νηστειών 
[Ορθοδοξίας]


Η σημερινή Κυριακή, η πρώτη της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ονομάζεται Κυριακή της Ορθοδοξίας, και εορτάζουμε την αναστήλωση των ιερών εικόνων και τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας έναντι της αιρέσεως της εικονομαχίας. 

Στην Κέρκυρα δε, τούτη την ημέρα, έχουμε το προνόμιο να λιτανεύουμε, μαζί με τις ιερές εικόνες, και το σκήνωμα της αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, η οποία πρωτοστάτησε στην πανηγυρική αναστήλωση των εικόνων. 

Και είναι τόσο σπουδαίο για την ζωή της Εκκλησίας τούτο το γεγονός, διότι μέσα από την αποδοχή και την προσκύνηση των ιερών εικόνων επιβεβαιώνεται και διατρανώνεται η Ορθόδοξη πίστη και διδασκαλία σχετικά με την ενανθρώπηση του Χριστού και το σωτήριο Πάθος Του, αλλά και με τις ευεργεσίες που παρέχουν στους πιστούς οι Άγιοι που ευαρέστησαν τον Θεό. 

Η επίθεση των εικονομάχων κατά των εικόνων είχε ως αιχμή της την εικόνα του Χριστού και την εντολή του Θεού στις Δέκα Εντολές, που απαγορεύει την κατασκευή και την προσκύνηση των ειδώλων. Διατείνοντο δηλαδή από τη μια ότι οι εικόνες δεν είναι σύμφωνες με την εντολή του Θεού και δεν διαφέρουν από τα είδωλα, και από την άλλη ότι είναι βλασφημία κατά του Θεού να ζωγραφίζουμε την εικόνα του Χριστού, διότι η θεία φύση είναι απερίγραπτη. 

Η Εκκλησία ωστόσο, ήδη από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, προέκρινε ότι η εικόνα του Χριστού αποτελεί έκφραση και απόδειξη της αληθινής σαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, του Πάθους και της Αναστάσεώς Του και της απολυτρώσεως που έφερε στον κόσμο. Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ένας από τους μεγαλύτερους θεολόγους της Εκκλησίας και από τους θερμότερους υποστηρικτές των ιερών εικόνων, πολύ σωστά διαπιστώνει ότι η μεν θεία φύση είναι απερίγραπτη, μετά όμως την ενανθρώπηση του Υιού, ο απερίγραπτος Θεός γίνεται περιγραπτός και η εικόνα του Χριστού αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτή την άρρηκτο ένωση των δύο φύσεων, της θείας και της ανθρώπινης, στο πρόσωπο του θεανθρώπου Ιησού Χριστού. 

Στο άλλο επιχείρημα των εικονομάχων, ότι δηλαδή ο Θεός απαγορεύει τα είδωλα και την προσκύνησή τους, η Έβδομη Οικουμενική Σύνοδος που επικύρωσε την θεολογία των εικόνων, δέχτηκε την διάκριση που είχαν κάνει μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας ανάμεσα στα είδωλα και τις εικόνες. 

Ότι δηλαδή το είδωλο είναι μια αναπαράσταση ενός ψεύτικου ή ανύπαρκτου θεού, ενώ η εικόνα περιγράφει τη μορφή του θεανθρώπου Χριστού και των αγίων. Επίσης, κατά την διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ουδέποτε οι πιστοί αποδίδουμε λατρεία στις εικόνες. 

Η λατρεία αρμόζει και αποδίδεται μόνο στον Τριαδικό Θεό, ενώ τις εικόνες τις τιμούμε και τις προσκυνούμε, δηλαδή τις ασπαζόμαστε, γνωρίζοντας ότι “η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει”, σύμφωνα με τη φράση του Μεγάλου Βασιλείου. Δεν τιμούμε δηλαδή και δεν προσκυνούμε το ξύλο ή τα χρώματα της εικόνας, αλλά το πρόσωπο που εικονίζεται, τον Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους. 

Οι ιερές εικόνες είναι επιπλέον χρήσιμες και διδακτικές για κάθε πιστό, αφού περιγράφουν με τρόπο παραστατικό τις αλήθειες της πίστεώς μας, τη σάρκωση του Θεού, τα θαύματα του Χριστού, το Πάθος και την Ανάστασή Του, τους άθλους των Μαρτύρων, τις μορφές και τους βίους των Αγίων. 

Συμπληρώνουν δηλαδή και επεξηγούν όσα η Αγία Γραφή και τα Συναξάρια των Αγίων μας διηγούνται, και παράλληλα μας ωθούν όλους σε κατάνυξη, σε προσευχή, σε επιθυμία των επουρανίων αγαθών, σε εντατικότερους πνευματικούς αγώνες, ώστε να ομοιάσουμε κι εμείς με τους Αγίους. 

Γι αυτό και οι εικόνες δεν αποτελούν απλά ένα διακοσμητικό στοιχείο των ιερών ναών, αλλά στοιχείο αναπόσπαστο της Λατρευτικής και Μυστηριακής ζωής της Εκκλησίας, σε κάθε γιορτή, σε κάθε Θεία Λειτουργία, σε κάθε επίσκεψή μας στο Ναό, ακόμα και για να ανάψουμε απλά ένα κερί και να προσευχηθούμε. 

Όλες αυτές τις μεγάλες αλήθειες μας υπενθυμίζει ο σημερινός εορτασμός, στην αρχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Μας υπενθυμίζει και μας υπογραμμίζει ότι η πίστη μας είναι αληθινή, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι πράγματι ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, ότι έχει παρέλθει η σκιά του Νόμου και βρισκόμαστε στην περίοδο της Χάριτος και της Απολυτρώσεως που ο Σωτήρας Χριστός έφερε στον κόσμο. 

Μας υπενθυμίζει ακόμα ότι ο πνευματικός μας αγώνας, που ετούτη την περίοδο οφείλει να είναι πιο έντονος, έχει ως τέρμα την Ανάσταση, την οποία μας καλεί να εορτάσουμε γνήσια, με επίγνωση της αληθείας και με ουσιαστική, πνευματική μας ανάσταση και μεταμόρφωση.