Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Κυριακάτικο Κήρυγμα

Κυριακή Γ΄ Νηστειῶν
[ Σταυροπροσκυνήσεως ]
(Μαρκ. η΄34 – θ΄1)


Βρισκόμαστε ἤδη στὸ μέσο τῆς περιόδου τῆς μεγάλης Σαρακοστῆς. Σ᾿ αὐτὸ τὸ πνευματικὸ στάδιο, ἀγωνιστές! Στὸν χῶρο τῆς νηστείας, ὁδοιπόροι! Στὴν προσευχή, γρηγοροῦντες! Στὶς καλὲς καὶ φιλάνθρωπες πράξεις, ἐνεργοῦντες! Στὸ κακὸ καὶ ἁμαρτωλό, ἀπέχοντες...!

Ἐτούτη κυρίως ἡ περίοδος, εἶναι χῶρος ἀγώνων πνευματικῶν. Ὄχι βέβαια ὡς τόπος, μὰ ὡς τρόπος ἐνεργείας. Καὶ ἐπιβεβαιώνει τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι ὅπως στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ἀναφέρεται: «Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ γίνῃ ὀπαδός μου, ἂς ἀρνηθῇ τὸν ἑαυτόν του, ἂς σηκώσῃ τὸ σταυρό του κι ἂς μ᾿ ἀκολουθήσῃ...».

Συνεπῶς, γιὰ νὰ εἴμαστε μὲ τὸν Χριστό, μήτε εὔκολο πρᾶγμα εἶναι, μήτε σύντομο. Καὶ δὲν εἶναι εὔκολο, ἐπειδὴ ζητεῖται μιὰ ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, μιὰ ἄρση τοῦ σταυροῦ μας καὶ μιὰ ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ. Ὅλ᾿ αὐτὰ ὅμως εἶναι καὶ δύσκολα, μὰ καὶ μακροχρόνια.

Ἀπαιτεῖται ἀγώνας καὶ προσπάθεια νὰ πείσουμε τὸν ἑαυτόν μας. Νὰ τὸν ἀρνηθοῦμε. Νὰ σηκώσουμε ὕστερα τὸ δικό μας σταυρό, ἀναζητώντας τὸν ἄλλον τὸν ἀδελφό. Καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν Χριστό.

Γιατὶ δὲν μποροῦμε νὰ διασωθοῦμε μόνον ἐμεῖς. Δηλαδὴ δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ νὰ ἐπιδιώκουμε τὴ δική μας σωτηρία πέρα καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν σωτηρία τοῦ ἄλλου. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὸ τί θὰ ἀπογίνουν οἱ ἄλλοι. Εἴμαστε μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀδελφοί Του κατὰ χάρη, γι᾿ αὐτὸ ἐργαζόμενοι τὸ καλὸ ἢ τὸ κακὸ ἔχει ἀντίκτυπο στοὺς ἄλλους. Δὲν εἴμαστε συνεπῶς μονάδα, ὡσὰν τὸν ἕνα κόκκο σιταριοῦ μέσα στοὺς χιλιάδους κόκκους στὸ σακί. Μὰ εἴμαστε πρόσωπο μὲ συνείδηση τῆς ὑπάρξεώς μας, ποὺ συνδεόμαστε μὲ τοὺς ἄλλους, τοὺς ἀδελφοὺς μὲ τὸ σύνδεσμο τῆς ἀγάπης. Δὲν εἴμαστε λοιπὸν ἄτομο, γιατὶ τὸ ἄτομο εἶναι καὶ μένει ἀνώνυμο καὶ ξεχωριστό. Εἴμαστε πρόσωπο ποὺ εἶναι καὶ ἀνώνυμο καὶ ἑνωμένο μὲ ἄλλο πρόσωπο.

Ὅταν δὲ ὁ Χριστὸς μᾶς καλεῖ ν᾿ ἀρνηθοῦμε τὸν ἑαυτόν μας, δὲν μᾶς καλεῖ νὰ τὸν ἀπαξιώσουμε. Ἐννοεῖ νὰ ξεπεράσουμε τὶς ὅποιες ἀναστολὲς ἢ ἐμπόδια ποὺ μᾶς ἐγκλωβίζουν σ᾿ αὐτό. Ν᾿ ἀνοίξουμε τοὺς ὁρίζοντες τῆς ὑπάρξεώς μας γιὰ νὰ χωρέσουν μέσα ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι - ἀδελφοί.

Καὶ ὅταν ὁ Χριστὸς μᾶς τονίζει πὼς πρέπει νὰ σηκώσουμε τὸ δικό μας σταυρό, θέλει νὰ τονίσει πὼς ὁ δρόμος μας, ὁ βίος μας, θὰ πορεύεται μέσα ἀπὸ ἀγῶνες ἐνάντια στὸ κακό. Στὸ κακό, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ πρὸς τὴν πίστη. Καὶ ἐμεῖς θὰ κάνουμε τὸν ἀγώνα μας μὲ τὴ δική Του βοήθεια, γιὰ νὰ σηκωθοῦμε. Αὐτὴ δὲ ἡ προσπάθεια δὲν ἔχει ἀνάπαυλα μήτε διακοπή, ἐπειδὴ ὁ διάβολος δὲν κάνει ἀπεργία. Νυχθημερὸν ἐργάζεται καὶ συνεχῶς μᾶς παρενοχλεῖ καὶ μᾶς διαβάλλει.

Ἐὰν λοιπὸν ἀποφασίσουμε νὰ εἴμαστε μὲ τὸν Χριστό, ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε μαζί Του συνέχεια. Δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε μαζί Του καὶ κάπου ἀλλοῦ. Νὰ λέμε πὼς ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστό, καὶ ταυτόχρονα νὰ μὴν ἐγκαταλείπουμε τὸ διάβολο. Σὲ δύο κυρίους νὰ δουλεύουμε δὲν μποροῦμε, κατὰ τὸν λόγον Του.

Ἔχουμε στὴν ἱστορία πολλοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀπαρνιοῦνται τὸν ἑαυτόν τους θυσιάζοντάς τον, γιὰ τὴν πατρίδα, τὴν οἰκογένεια, τὰ ἀγαθά. Καὶ τοὺς θαυμάζουμε. Τοὺς θεωροῦμε ἥρωες. Τοὺς στεφανώνουμε καὶ τοὺς χαρίζουμε τὴν ὑστεροφημία.

Ὅλ᾿ αὐτὰ ὅμως δὲν εἶναι ἀρκετά. Ἐπειδὴ ὁ σκοπὸς ποὺ γίνονται δὲν εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ τὸ Εὐαγγέλιό Του. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Ἴδιος εἶπε πὼς ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, δὲν εἶναι ἀόριστη καὶ δίχως ἕνα πνευματικὸ σκοπό. Μήτε ἡ ἄρση τοῦ σταυροῦ μπορεῖ νὰ λογιστεῖ δίχως συγκεκριμένο πνευματικὸ στόχο. Ἀλλὰ ὅλ᾿ αὐτὰ ὀφείλουν νὰ γίνονται μὲ συγκεκριμένο σκοπό, ποὺ εἶναι ἡ ἀκολουθία Του. Νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ Χριστό.

Τελικὰ δὲ ὁ Χριστὸς μὲ τὴ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀποκλείει «κάθε συμβιβασμό, κάθε παρέκκλιση καὶ κάθε παρεξήγηση». Γιατὶ δὲν φτάνει ἡ ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, οὔτε ἡ ἄρση τοῦ σταυροῦ μας, «ποὺ μπορεῖ καὶ τὰ δύο νὰ γίνονται ἀπὸ ἐγωϊστικὲς ψυχικὲς παρορμήσεις, ἀλλ᾿ ἡ προσήλωση στὸν λόγο Του».

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μόνο ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀπαρνιέται τὸν ἑαυτό του γιὰ τὸν ἄλλον, τὸν ἀδελφό· μόνο ἐκεῖνος ποὺ θυσιάζεται προσφέροντας τὸ καλό, κινούμενος ὄχι ἀπὸ παρορμήσεις ἐγωϊστικές, ἀλλὰ ἀπὸ ἀγάπη στὸν Χριστό· μονάχα αὐτὸς ἔχει ἐξασφαλίσει τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του.

Καὶ ἔχει τεράστια ἀξία. Ἔτσι, ὥστε ἀκόμη καὶ ὁλόκληρος ὁ κόσμος, ἂν ἦταν κατορθωτὸ νὰ κατακτηθεῖ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀντισταθμιστεῖ μὲ τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς. Ἂν βέβαια τὸ ἔχουμε καταλάβει, τότε δὲν μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ προσπάθεια ποὺ καταβάλουμε γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε τὸ ἔλαττον, ἐνῶ μᾶς διαφεύγει τὸ μεῖζον.

Γιατὶ τὸ μεῖζον εἶναι ἡ ψυχή μας καὶ τὸ ἔλαττον ἡ ἀπόκτηση τῶν ἀγαθῶν. Τί νὰ τὸ κάνεις ὅμως, ἐὰν ἀποκτήσεις τὰ ἀγαθά, δηλαδὴ τὸ ἔλαττον καὶ χάσεις τὴν ψυχή, δηλαδὴ τὸ μεῖζον; Ἔχει ἆραγε κάποια ἀξία; Καμμία!



Ἀρχιμ. Ν.Π.
imml.gr