Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Συμεών ο νέος Θεολόγος: 154 Πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια (μέρος Α΄, κεφ. 1-50)


1. Πίστη είναι να πεθάνει κανείς για το Χριστό και για χάρη της εντολής Του, πιστεύοντας ότι ο θάνατος αυτός θα του γίνει πρόξενος ζωής· να θεωρεί τη φτώχεια σαν πλούτο, την ευτέλεια και την ασημότητα σαν αληθινή δόξα και κοινωνική λάμψη· και να πιστεύει ότι με το να μην έχει τίποτε, κατέχει τα πάντα ή μάλλον απέκτησε τον ανεξερεύνητο πλούτο της επιγνώσεως του Χριστού, και όλα τα ορατά να τα βλέπει σαν λάσπη ή καπνό.

2. Πίστη στο Χριστό είναι όχι μόνο να καταφρονήσομε όλα τα ευχάριστα του κόσμου, αλλά και να έχομε εγκαρτέρηση και υπομονή σε κάθε πειρασμό που μας έρχεται και μας προκαλεί λύπες, θλίψεις και συμφορές, ώσπου να ευδοκήσει να μας επισκεφθεί ο Θεός, όπως λέει ο ψαλμωδός: «με κάθε υπομονή περίμενα τον Κύριο, και Αυτός με επισκέφθηκε».

3. Εκείνοι που προτιμούν σε κάτι τους γονείς τους από την εντολή του Θεού, δεν έχουν πίστη στο Χριστό, και οπωσδήποτε καταδικάζονται από τη συνείδησή τους, αν βέβαια έχουν ζωντανή συνείδηση της απιστίας τους. Γνώρισμα των πιστών είναι να μην παραβαίνουν σε τίποτε απολύτως την εντολή του μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.


4. Η πίστη στο Χριστό, τον αληθινό Θεό, γεννά την επιθυμία των καλών και το φόβο της κολάσεως. Η επιθυμία των πράγματι καλών και ο φόβος της κολάσεως, προξενούν την ακριβή τήρηση των εντολών. Η ακριβής τήρηση των εντολών διδάσκει στους ανθρώπους πόσο αδύνατοι είναι. Η κατανόηση της πραγματικής αδυναμίας μας γεννά τη μνήμη του θανάτου. Όποιος απέκτησε σύνοικό του τη μνήμη του θανάτου, θα ζητήσει με πόνο να μάθει, τι τον περιμένει μετά την έξοδο και την αναχώρησή του από αυτή τη ζωή. Και όποιος φροντίζει να μάθει για τα μετά θάνατον, οφείλει πρώτα απ' όλα να στερήσει τον εαυτό του από τα παρόντα· γιατί όποιος είναι δεμένος με εμπάθεια σ' αυτά, έστω και στο παραμικρό, δεν μπορεί να αποκτήσει την τέλεια γνώση των μελλόντων. Αλλά και αν ακόμη, κατά θεία οικονομία, γευθεί κάπως τη γνώση αυτή, δεν αφήσει όμως το ταχύτερο αυτά με τα οποία είναι δεμένος με εμπάθεια, για να παραμείνει ολοκληρωτικά στη γνώση αυτή, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό του να σκέφτεται τίποτε άλλο εκτός από αυτή, τότε και η γνώση που νομίζει ότι έχει, θα του αφαιρεθεί.


5. Η απάρνηση του κόσμου και η τέλεια αναχώρηση από αυτόν, μαζί με την αποξένωση απ' όλα τα υλικά, τις συνήθειες, τις γνώμες και τα πρόσωπα του κόσμου, και με την άρνηση του σώματος και του θελήματος, προξενεί μέσα σε λίγο καιρό μεγάλη ψυχική ωφέλεια σ' εκείνον που με τόση θέρμη απαρνήθηκε τον κόσμο.

6. Έσύ που φεύγεις από τον κόσμο, πρόσεξε μην αφήσεις στην αρχή την ψυχή σου να ζητά παρηγοριά μένοντας μέσα σ' αυτόν, και ας σε αναγκάζουν όλοι οι συγγενείς και φίλοι. Αυτά τους τα συμβουλεύουν οι δαίμονες, για να σβήσουν τη θέρμη της καρδίας σου. Γιατί και αν ακόμη δεν εμποδίσουν ολότελα την πρόθεσή σου, πάντως την κάνουν πιο χαύνη και ασθενική.

7. Όταν σε όλα τα ευχάριστα του βίου σταθείς ανδρείος και ανυποχώρητος, τότε οι δαίμονες στρέφουν τους συγγενείς σου σε συμπάθεια τάχα, και τους κάνουν να κλαίνε και να θρηνούν για σένα μπροστά σου. Θα καταλάβεις όμως αυτή την αλήθεια όταν, εσύ μεν μείνεις ακλόνητος και σ' αυτή τη δαιμονική επίθεση, ενώ εκείνους θα τους δεις να ανάβουν ξαφνικά εναντίον σου από μανία και μίσος και να σε αποστρέφονται σαν εχθρό και να μη θέλουν ούτε να σε δουν.

8. Όταν βλέπεις τη θλίψη που προκαλείται εξαιτίας σου στους γονείς, τους αδελφούς και τους φίλους, γέλα σε βάρος του δαίμονα που υποβάλλει ποικιλότροπα να γίνονται όλα αυτά εναντίον σου. Με φόβο και μεγάλη σπουδή αποτραβήξου και παρακάλεσε εκτενώς το Θεό να φτάσεις το ταχύτερο σε λιμάνι καλού πνευματικού πατέρα, όπου αυτός θα αναπαύσει την κουρασμένη και φορτωμένη ψυχή σου. Γιατί το πέλαγος του βίου κρύβει πολλά που προξενούν κινδύνους και την πλήρη απώλεια.

9. Εκείνος που θέλει να μισήσει τον κόσμο, οφείλει να έχει αγάπη στο Θεό από τα βάθη της ψυχής του, και αέναη τη μνήμη Του. Γιατί τίποτε, εκτός από αυτά, δεν κάνει τον άνθρωπο να αφήνει τα πάντα με χαρά και να τα αποστρέφεται σαν σκύβαλα.

10. Μη θελήσεις καθόλου να μείνεις στον κόσμο για εύλογες ή παράλογες αιτίες, αλλ' όταν κληθείς, υπάκουσε αμέσως. Γιατί σε κανένα άλλο δεν ευχαριστείται ο Θεός, όσο στην ταχεία ανταπόκρισή μας. Καλύτερα σύντομα υπακοή με φτώχεια, παρά αργοπορία με πολλά υπάρχοντα.

11. Αφού ο κόσμος και τα του κόσμου είναι όλα πρόσκαιρα, κι ο Θεός είναι άφθαρτος και αθάνατος, να χαίρεστε όσοι γι' Αυτόν αφήσατε τα φθαρτά. Φθαρτά δεν είναι μόνον ο πλούτος και τα χρήματα, αλλά και κάθε ηδονή και απόλαυση της αμαρτίας είναι φθορά. Μόνο οι εντολές του Θεού είναι φως και ζωή. Και έτσι τις ονομάζουν όλοι.

12. Αν έλαβες, αδελφέ, μέσα σου θεία φλόγα και γι' αυτό έτρεξες σε κοινόβιο ή σε πνευματικό πατέρα, αν σε παρακινεί αυτός ή οι συνασκούμενοι αδελφοί σου να αναπαύεσαι με λουτρά ή φαγητά ή άλλες περιποιήσεις του σώματος, μη δεχτείς, αλλά να είσαι πάντοτε έτοιμος για νηστεία, κακοπάθεια και αυστηρότατη εγκράτεια. Έτσι, αν παρακινηθείς από τον πνευματικό σου πατέρα να περιποιηθείς λίγο το σώμα σου, να βρεθείς έτοιμος να υπακούσεις, χωρίς ούτε και σ' αυτό να κάνεις το δικό σου θέλημα. Αν πάλι δε συμβεί αυτό, να υπομείνεις με χαρά ό,τι θεληματικά προτίμησες, και έτσι να ωφελείσαι ψυχικά. Αν το τηρείς αυτό, θα είσαι πάντοτε σε όλα νηστευτής και εγκρατευτής και ολότελα αρνητής του δικού σου θελήματος. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και τη φλόγα της καρδιάς σου θα την φυλάξεις άσβηστη, που σε πείθει να καταφρονείς τα πάντα.

13. Όταν οι δαίμονες κάνουν τα πάντα και δεν μπορέσουν να κλονίσουν τον κατά Θεόν σκοπό μας ή να τον εμποδίσουν, τότε μπαίνουν κρυφά σ' αυτούς που υποκρίνονται ευλάβεια και προσπαθούν μέσω αυτών να εμποδίζουν τους αγωνιζόμενους. Και στην αρχή, σαν να κινούνται τάχα από αγάπη και συμπάθεια, τους παρακινούν σε σωματικές αναπαύσεις, για να μην αδυνατίσει το σώμα —λένε— και πέσει σε ακηδία. Τους παρασύρουν έπειτα σε ανώφελες συνομιλίες και τους κάνουν να ξοδεύουν σ' αυτές τις ημέρες τους. Και όταν κανείς από τους αγωνιστές τους ακούσει και γίνει όμοιός τους, αυτοί αλλάζουν και γελούν για την απώλειά του. Αν πάλι δεν ακούσει τα λόγια τους, αλλά κρατά τον εαυτό του ξένο απ' όλα αυτά και σκεφτικό και συνεσταλμένο, αρχίζουν να τον φθονούν και κάνουν τα πάντα, για να τον διώξουν και από τη Μονή ακόμη. Γιατί η κενοδοξία όταν δεν τιμάται, δεν υποφέρει να βλέπει απέναντί της να επαινούν την ταπείνωση.

14. Πνίγεται ο κενόδοξος βλέποντας τον ταπεινόφρονα να χύνει δάκρυα και να ωφελείται διπλά: εξιλεώνει μ' αυτά το Θεό, και χωρίς να θέλει κάνει τους ανθρώπους να τον επαινούν.

15. Αφότου αναθέσεις τον εαυτό σου ολόκληρο στον πνευματικό σου πατέρα, να ξέρεις ότι είσαι ξένος πλέον σε όλα εκείνα τα οποία φέρνεις μαζί σου απ' έξω: ανθρώπους, πράγματα και χρήματα. Χωρίς τη γνώμη του τίποτε μη θελήσεις να κάνεις, αλλά μήτε να ζητήσεις από αυτόν κάτι, ούτε μεγάλο, ούτε μικρό, εκτός αν εκείνος με δική του γνώμη σε διατάξει να πάρεις, ή σου δώσει με τα χέρια του.

16. Χωρίς γνώμη του πνευματικού σου πατέρα ούτε ελεημοσύνη να δώσεις από τα χρήματα που έφερες, μα ούτε και να θελήσεις να λάβεις από αυτόν κάτι από αυτά με τη μεσολάβηση άλλου. Καλύτερα να είσαι φτωχός και ξένος και να υπακούς, παρά να σκορπάς χρήματα και να δίνεις στους φτωχούς όσο είσαι αρχάριος. Απόδειξη της καθαρής πίστεώς σου είναι να αναθέσεις τα πάντα στον πνευματικό σου πατέρα, σαν να τα ανέθεσες στο χέρι του Θεού.

17. Ούτε νερό να ζητήσεις, και ας σου συμβαίνει να φλέγεσαι, μέχρις ότου μόνος του ο πνευματικός σου πατέρας σε προτρέψει. Πίεζε τον εαυτό σου και βίαζέ τον σε όλα, πείθοντας το λογισμό σου με τα λόγια: «Αν θέλει ο Θεός και είσαι άξιος να πιείς, θα το φανερώσει στον πατέρα σου και θα σου πει νά πιείς. Και τότε θα πιείς με καθαρή συνείδηση, κι ας μην είναι ακόμη η ώρα.»

18. Κάποιος που δοκίμασε πνευματική ωφέλεια και απέκτησε ανόθευτη πίστη στον πνευματικό του πατέρα, βάζοντας μάρτυρα της αλήθειας το Θεό είπε: «Έχω πάρει μέσα μου αυτή την απόφαση· να μη ζητήσω από τον πνευματικό μου πατέρα ούτε να φάω ούτε να πιω τίποτε, ή να γευθώ κάτι χωρίς να μου πει εκείνος, έως ότου ο Θεός τον πληροφορήσει και με διατάξει ο ίδιος. Και με αυτό τον τρόπο δεν αστόχησα ποτέ».

19. Εκείνος που απέκτησε καθαρή πίστη στον κατά Θεόν πατέρα του, θεωρεί ότι βλέποντας αυτόν, βλέπει τον ίδιο το Χριστό. Και όταν βρίσκεται μαζί του ή τον ακολουθεί, πιστεύει ακλόνητα ότι βρίσκεται μαζί με το Χριστό και ότι Αυτόν ακολουθεί. Αυτός ο υποτακτικός ποτέ δε θα επιθυμήσει να συναναστραφεί με κάποιον άλλο, ούτε θα προτιμήσει κανένα από τα πράγματα του κόσμου παραπάνω από την μνήμη εκείνου και την αγάπη του. Γιατί τι είναι μεγαλύτερο και ωφελιμότερο και στην παρούσα ζωή και στη μέλλουσα από το να είναι κανείς μαζί με το Χριστό; Και τι είναι ωραιότερο και γλυκύτερο από τη θέα του Χριστού; Κι αν μάλιστα αξιωθεί να συνομιλεί μαζί Του, εξάπαντος από αυτό θ' αντλήσει ζωή αιώνια.

20. Εκείνος που αγαπά με όλη του την ψυχή εκείνους που τον υβρίζουν ή τον αδικούν και του στερούν τα πράγματά του, και προσεύχεται γι' αυτούς, ανεβαίνει σε λίγο καιρό σε υψηλό βαθμό προκοπής. Γιατί όταν αυτό γίνεται με αίσθηση της καρδιάς, κατεβάζει τον άνθρωπο σε άβυσσο ταπεινώσεως και σε πηγές δακρύων, όπου βυθίζεται το τριμερές της ψυχής, και ανεβάζει στον ουρανό της απάθειας το νου και τον κάνει θεωρητικό. Και με τη γεύση της ουράνιας αγαθότητας τον κάνει να θεωρεί σκύβαλα όλα τα πράγματα αυτής της ζωής, και να παίρνει ακόμη και αυτήν την τροφή και το νερό πιο αραιά και χωρίς ηδονική διάθεση.

21. Ο ασκητής δεν πρέπει να απέχει μόνον από κακές πράξεις, αλλά και να φροντίζει να είναι ελεύθερος από λογισμούς και έννοιες κακές, και να ασχολείται συνεχώς με ψυχωφελείς και πνευματικές ενθυμήσεις, για να μένει έτσι αμέριμνος από τα βιοτικά.

22. Αν κανείς ξεγυμνώσει όλο το σώμα του, έχει όμως κάλυμμα στα μάτια και δε θελήσει να το πετάξει, δεν μπορεί με μόνη τη γύμνια του σώματος να δει το φως. Έτσι κι εκείνος που καταφρόνησε όλα τα άλλα πράγματα και τα χρήματα και ελευθερώθηκε από τα πάθη του, αν δεν ελευθερώσει και τα μάτια της ψυχής του από τις ενθυμήσεις του κόσμου και τις πονηρές έννοιες, δε θα δει ποτέ το νοητό φως, δηλαδή τον Κύριο και Θεό μας Ιησού Χριστό.

23. Ό,τι κάνει το κάλυμμα που εμποδίζει τα μάτια, το ίδιο κάνουν και οι κοσμικοί λογισμοί και οι βιοτικές ενθυμήσεις στη διάνοια, που είναι ο οφθαλμός της ψυχής. Όσον καιρό λοιπόν τις έχομε, δεν πρόκειται να δούμε· όταν όμως αφαιρεθούν με τη μνήμη του θανάτου, τότε θα δούμε ολοκάθαρα το αληθινό Φως, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον άνω κόσμο.

24. Εκείνος που είναι τυφλός εκ γενετής δε θα μάθει, ούτε θα πιστέψει την αξία των γραφομένων εκείνος όμως που κάποτε θ' αξιωθεί να δει, θα μαρτυρήσει ότι είναι αλήθεια τα λεγόμενα.

25. Εκείνος που βλέπει με τα αισθητά μάτια, ξέρει πότε είναι νύχτα και πότε ημέρα, ενώ ο τυφλός αγνοεί και τα δύο. Και εκείνος που θεραπεύτηκε από την πνευματική τύφλωση και βλέπει με τα νοερά μάτια, έχοντας δει το αληθινό και άδυτο Φως, όταν από ραθυμία γυρίσει στην πρωτινή του τύφλωση και στερηθεί το φως, αισθάνεται έντονα τη στέρησή του, και δεν αγνοεί από που του προήλθε αυτή. Εκείνος όμως που είναι τυφλός εκ γενετής, δε γνωρίζει τίποτε από αυτά ούτε με την πείρα, ούτε από την ενέργειά τους, εκτός αν εξ ακοής ακούσει και μάθει κάτι γι' αυτά που ποτέ δεν είδε, και διηγηθεί σε άλλους εκείνα που άκουσε· όμως κι αυτός και όσοι τον ακούνε δε θα γνωρίζουν για ποια πράγματα μιλούνε.

26. Είναι αδύνατο και στη σάρκα να προξενεί κανείς κόρο με άφθονα φαγητά, και παράλληλα να απολαμβάνει πνευματικά τη νοερή και θεία χρηστότητα. Όσο υπηρετήσει κανείς την κοιλιά του, τόσο θα στερηθεί τη θεία χρηστότητα. Και στο βαθμό που θα ταλαιπωρήσει κανείς το σώμα του, ανάλογα θα χορτάσει πνευματική τροφή και παρηγοριά.

27. Ας αφήσομε όλα τα επίγεια· όχι μόνο τον πλούτο και το χρυσάφι και τα άλλα υλικά πράγματα του βίου, αλλά ας διώξομε τελείως και την επιθυμία τους από τις ψυχές μας. Ας μισήσομε όχι μόνον τις ηδονές του σώματος, αλλά και τις άλογες κινήσεις του και ας φροντίσομε να το νεκρώσομε με κόπους. Γιατί με το σώμα εκδηλώνεται η επιθυμία και καταλήγει στην πράξη. Και όσο αυτό ζεί, είναι επόμενο η ψυχή μας να είναι νεκρή και δυσκίνητη για κάθε θεία εντολή, ή και τελείως ακίνητη.

28. Όπως η φλόγα στρέφεται πάντοτε προς τα πάνω, και μάλιστα αν ανακατέψεις τα ξύλα, έτσι και η καρδιά του κενόδοξου δεν μπορεί να ταπεινωθεί, αλλά έτσι και του πεις εκείνα που τον ωφελούν, υπερηφανεύεται περισσότερο. Όταν δηλαδή τον ελέγχουν ή τον νουθετούν, αντιλέγει έντονα· ενώ όταν τον επαινούν και τον κολακεύουν, επαίρεται άπρεπα.

29. Εκείνος που αποφάσισε να αντιλέγει, είναι για τον εαυτό του δίκοπο μαχαίρι· χωρίς να το καταλαβαίνει φονεύει την ψυχή του και την αποξενώνει από την αιώνια ζωή.

30. Εκείνος που αντιλέγει είναι όμοιος μ' εκείνον που παραδίνεται θεληματικά στους εχθρούς του βασιλιά. Γιατί η αντιλογία είναι αγκίστρι, με δόλωμα τη δικαιολογία, από την οποία δελεαζόμαστε και καταπίνομε το αγκίστρι της αμαρτίας. Μ' αυτό συνηθίζουν να πιάνουν τη δύστυχη ψυχή από τη γλώσσα και το λαιμό τα πνεύματα της πονηρίας, και άλλοτε να την τινάζουν ψηλά στην υπερηφάνεια, άλλοτε να την καταποντίζουν σε αβυσσαλέο χάος αμαρτίας, και έτσι να την καταδικάζουν μαζί με τους δαίμονες που έπεσαν από τον ουρανό.

31. Εκείνος που οταν δέχεται ατιμίες και ύβρεις αισθάνεται μεγάλο πόνο στην καρδιά, ας μάθει από αυτό ότι κουβαλάει στον κόρφο του το παλιό φίδι. Αν λοιπόν υπομείνει με σιωπή ή αποκριθεί με μεγάλη ταπείνωση, εξασθενίζει αυτό το φίδι και το παραλύει. Αν όμως αντιπεί πικρόλογα ή μιλήσει με αυθάδεια, δίνει δύναμη στο φίδι να χύνει το δηλητήριό του μέσα στην καρδιά του και να του κατατρώει ανελέητα τα εντόσθιά του· έτσι αυτό θα δυναμώνει κάθε μέρα και θα κατατρώει τη βελτίωση στο αγαθό και τη δύναμη της άθλιας ψυχής του, με αποτέλεσμα να ζει στο εξής για την αμαρτία, να είναι όμως τελείως νεκρός για την αρετή.

32. Αν θελήσεις να απαρνηθείς τον κόσμο και να διδαχθείς τον ευαγγελικό τρόπο ζωής, μην παραδώσεις τον εαυτό σου σε άπειρο ή εμπαθή δάσκαλο, για να μη διδαχθείς αντί ευαγγελική τη διαβολική ζωή. Γιατί των καλών δασκάλων είναι καλά τα μαθήματα, ενώ των κακών, κακά. Και οι κακοί σπόροι οπωσδήποτε δίνουν κακούς καρπούς.

33. Να ικετεύεις το Θεό με προσευχές και δάκρυα να σου στείλει οδηγό απαθή και άγιο. Αλλά και συ ο ίδιος να μελετάς τις θείες Γραφές, και μάλιστα τα πρακτικά συγγράμματα των αγίων Πατέρων, για να αντιπαραβάλλεις σ' αυτά τη διδασκαλία και τις πράξεις του διδασκάλου και γέροντά σου, βλέποντάς τες όπως σε καθρέφτη και εξετάζοντάς τες. Και όσα είναι σύμφωνα με τις Γραφές να τα εγκολπώνεσαι και να τα κρατείς στο νου σου, τα νόθα όμως και ξένα να τα διακρίνεις και να τα απορρίπτεις, για να μην πλανηθείς. Γιατί να ξέρεις, πολλοί πλάνοι και ψευδοδιδάσκαλοι υπάρχουν σήμερα.

34. Εκείνος που δε βλέπει και υπόσχεται να οδηγεί άλλους, είναι πλάνος και οδηγεί στην απώλεια εκείνους που τον ακολουθούν, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου: «Όταν ένας τυφλός οδηγεί άλλον τυφλό, θα πέσουν και οι δύο σε λάκκο».

35. Όποιος είναι τυφλός προς το Ένα, είναι τελείως τυφλός προς όλα. Όποιος βλέπει στο Ένα, βρίσκεται στη θεωρία των πάντων· απέχει από τη θεωρία των πάντων και φτάνει στη θεωρία των πάντων, όντας έξω από τα θεωρούμενα. Όταν έτσι βρίσκεται στο Ένα, βλέπει τα πάντα· και ενώ είναι στα πάντα, δε βλέπει τίποτε από αυτά. Όποιος βλέπει στο Ένα, μέσω του Ενός βλέπει και τον εαυτό του και όλα και όλους· και όντας κρυμμένος στο Ένα, τίποτε από τα πάντα δεν βλέπει.

36. Εκείνος που δεν ντύθηκε την εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του επουρανίου ανθρώπου και Θεού, κατά το λογικό και νοερό του μέρος με συναίσθηση και γνώση, είναι μόνο σάρκα και αίμα, μην μπορώντας να λάβει αίσθηση της πνευματικής δόξας με τα λόγια, όπως και οι γεννημένοι τυφλοί δεν μπορούν να εννοήσουν το φως του ηλίου μόνο με τα λόγια.

37. Όποιος έτσι ακούει και βλέπει και αισθάνεται, καταλαβαίνει τη σημασία των λεγομένων, επειδή φόρεσε ήδη την εικόνα του επουρανίου και έφτασε στην τέλεια πνευματική ωριμότητα, που μέτρο της είναι ο Χριστός. Σ' αυτή την κατάσταση μπορεί να οδηγεί καλά στο δρόμο των θείων εντολών το ποίμνιο του Θεού. Εκείνος που δεν έχει αυτή τη γνώση, αλλά είναι σε άλλη κατάσταση, είναι φανερό ότι ούτε τα αισθητήρια της ψυχής έχει καθαρά και υγιή. Αυτός είναι καλό να οδηγείται μάλλον, παρά να οδηγεί άλλους.

38. Εκείνος που βλέπει τον πνευματικό του δάσκαλο και οδηγό σαν Θεό, δεν μπορεί να του αντιλέγει. Αν νομίζει και λέει ότι κάνει και τα δυο, να ξέρει πως έχει πλανηθεί. Γιατί δεν ξέρει τι διάθεση προς το Θεό έχουν οι άνθρωποι του Θεού.

39. Εκείνος που πιστεύει ότι στο χέρι του οδηγού του είναι η ζωή και ο θάνατός του, δεν αντιλέγει ποτέ. Η άγνοια αυτού του πράγματος γεννά την αντιλογία, που προξενεί το νοητό και αιώνιο θάνατο.

40. Πριν ακούσει την απόφαση ο υπόδικος, έχει την άδεια να απολογηθεί και να μιλήσει μπροστά στο δικαστή για ό,τι έκανε. Έπειτα όμως, αφού φανερωθούν όσα έκανε και βγάλει την απόφασή του ο δικαστής, δε φέρνει καμία αντίρρηση, είτε μικρή είτε μεγάλη, σ' εκείνους που τον τιμωρούν.

41. Πριν να εισέλθει ο μοναχός σ' αυτό το δικαστήριο και φανερώσει όσα κρύβει στην καρδιά του, ίσως να του επιτρέπεται να αντιλέγει, είτε από άγνοια, είτε γιατί νομίζει ότι κρύβει τις αμαρτίες του. Μετά την φανέρωση όμως των λογισμών του και την ειλικρινή εξομολόγηση, ποτέ πιά δεν του επιτρέπεται να αντιλέγει στο δεύτερο μετά το Θεό δικαστή του και εξουσιαστή, μέχρι το θάνατό του. Γιατί ο μοναχός που μπήκε από την αρχή σ' αυτό το δικαστήριο και ξεγύμνωσε όσα κρύβει η καρδιά του, είναι από πριν πεπεισμένος —αν έχει κάποια πνευματική γνώση— ότι είναι άξιος μυρίων θανάτων και πιστεύει ότι με την υπακοή και την ταπείνωσή του θα λυτρωθεί από κάθε τιμωρία και κόλαση. Αυτά βέβαια αν αληθινά γνωρίζει τι σημαίνει αυτό το μυστήριο.

42. Όποιος φυλάει αυτά ανεξάλειπτα στη διάνοιά του, δε θα έχει ποτέ καμία εμπαθή κίνηση στην καρδιά του όταν παιδαγωγείται ή νουθετείται ή ελέγχεται. Γιατί όποιος πέφτει στα σφάλματα αυτά, εννοώ την αντιλογία και την απιστία στον πνευματικό του πατέρα και διδάσκαλο, γκρεμίζεται αξιοθρήνητα, ενώ ζει ακόμη, στα βαθύτερα μέρη του άδη. Και γίνεται κατοικία του σατανά και όλου του ακάθαρτου συρφετού του, επειδή είναι απειθής και βαδίζει στην απώλεια.

43. Παρακαλώ εσένα, το τέκνο της υπακοής, να έχεις συνεχώς αυτά μέσα στο νου σου, και να αγωνίζεσαι με όλη τη δύναμή σου να μην γκρεμιστείς στα δεινά του άδη που αναφέραμε, αλλά να παρακαλείς θερμά κάθε μέρα το Θεό λέγοντας: «Θεέ και Κύριε των απάντων, Εσύ που έχεις εξουσία πάνω σε κάθε πνοή και ψυχή, που Εσύ μόνος μπορείς να με γιατρέψεις, άκουσε τη δέησή μου του ταλαίπωρου, και το φίδι που φωλιάζει μέσα μου, θανάτωσέ το με την επιφοίτηση του παναγίου Σου Πνεύματος και αφάνισέ το. Και εμένα που είμαι φτωχός και γυμνός από κάθε αρετή, αξίωσέ με να πέσω στα πόδια του αγίου μου πατέρα με δάκρυα· και έλκυσε την αγία του ψυχή σε συμπάθεια για να με ελεήσει. Και δώσε Κύριε ταπείνωση στην καρδιά μου και λογισμούς που αρμόζουν σε αμαρτωλό, ο οποίος σου υποσχέθηκε να μετανοεί. Και μην εγκαταλείψεις τελείως μια ψυχή που ήρθε μια για πάντα μαζί Σου και σε ομολόγησε και σε διάλεξε και σε προτίμησε αντί όλο τον κόσμο. Γνωρίζεις Κύριε ότι θέλω να σωθώ, αν και η κακή μου συνήθεια μού γίνεται εμπόδιο. Αλλά σε Σένα Κύριε είναι δυνατά, όλα όσα είναι αδύνατα στους ανθρώπους».

44. Όποιοι με φόβο και τρόμο έβαλαν το καλό θεμέλιο της πίστεως και της ελπίδας στην αυλή της ευσέβειας, και στήριξαν τα πόδια τους ασάλευτα στο βράχο της υπακοής σε πνευματικούς πατέρες και ακούνε τις εντολές τους σαν να προέρχονται από το στόμα του Θεού, και πάνω σ' αυτό το θεμέλιο της υπακοής τις κτίζουν αδίστακτα με ταπείνωση, αυτοί παρουσιάζουν αμέσως προκοπή. Και κατορθώνουν το μεγάλο και πρώτο κατόρθωμα, την απάρνηση του εαυτού των. Γιατί το να εκπληρώνει κανείς το ξένο θέλημα και οχι το δικό του, αυτό προξενεί όχι μόνον απάρνηση της ψυχής του, αλλά και νέκρωση προς τον κόσμο όλο.

45. Με αυτόν που αντιλέγει στον πνευματικό του πατέρα, χαίρονται οι δαίμονες. Εκείνον που ταπεινώνεται μέχρι θανάτου, τον θαυμάζουν οι Άγγελοι. Γιατί αυτός εργάζεται θεϊκό έργο, καθώς εξομοιώνεται με τον Υιό του Θεού, που έκανε υπακοή στον Πατέρα Του μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού.

46. Η υπερβολική και άκαιρη συντριβή της καρδιάς σκοτίζει και θολώνει τη διάνοια· εξαφανίζει την καθαρή προσευχή και την κατάνυξη από την ψυχή και προξενεί πολύ μεγάλο πόνο στην καρδιά, και απ' αυτό φέρνει σκληρότητα και άπειρη πώρωση. Μ' αυτό τον τρόπο επιχειρούν οι δαίμονες να οδηγήσουν τους πνευματικούς σε απόγνωση.

47. Όταν, Μοναχέ, σου συμβούν αυτά, έχεις όμως στην ψυχή σου μεγάλο ζήλο και πόθο για την τελειότητα, ώστε να επιθυμήσεις να εκπληρώσεις κάθε εντολή του Θεού, και να μην πέφτεις και αμαρτάνεις ούτε ακόμη και σε μάταιο λόγο, και να μην υπολειφθείς κανένα από τους παλιούς Αγίους στην πράξη, στη γνώση και στη θεωρία· και παρ' ολα αυτά βλέπεις τον εαυτό σου να εμποδίζεται από εκείνον που σπέρνει τα ζιζάνια της αθυμίας και δε σε αφήνει να φτάσεις σε τέτοιο ύψος αγιοσύνης υποβάλλοντάς σου λογισμούς αθυμίας και λέγοντας: «Αδύνατο μέσα στον κόσμο να σωθείς και να φυλάξεις απαρασάλευτα όλες τις εντολές του Θεού»· τότε εσύ κάθισε μόνος σε μιά γωνιά, περιόρισε τον εαυτό σου, συγκέντρωσε το λογισμό σου, πάρε καλή απόφαση στην ψυχή σου και πες: «Γιατί, ψυχή μου, είσαι περίλυπη; Γιατί με συνταράζεις; Στήριξε την ελπίδα σου στο Θεό, γιατί σ' Αυτόν θ' ανοίξω την καρδιά μου. Σωτηρία μου δεν είναι τα έργα μου, αλλά ο Θεός μου. Με τα έργα του νόμου ποιος μπορεί να σωθεί; Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να δικαιώσει τον εαυτό του ενώπιον του Θεού. Πιστεύοντας όμως στο Θεό μου, ελπίζω να μου χαρίσει Αυτός τη σωτηρία ένεκα της ανέκφραστης ευσπλαχνίας Του. Φύγε πίσω μου, σατανά. Εγώ προσκυνώ τον Κύριο και Θεό μου και Τον λατρεύω από τη νεότητά μου. Αυτός μπορεί να με σώσει με μόνο το έλεός Του. Απομακρύνσου λοιπόν από μένα. Ο Θεός που με έκανε κατ' εικόνα και ομοίωσή Του, θα σε καταργήσει.»

48. Ο Θεός μόνον αυτό ζητά από μας τους ανθρώπους, να μην αμαρτάνομε. Αυτό δεν είναι έργο νόμου, αλλά φύλαξη απαράβατη της θείας εικόνας που έχομε και του θείου αξιώματος. Μένοντας σ' αυτά, όπως επιβάλλει η φύση μας, και φορώντας το λαμπρό χιτώνα του Πνεύματος, μένομε μέσα στο Θεό και ο Θεός μέσα σε μας και γινόμαστε θεοί κατά χάρη και υιοί Θεού, φωτιζόμενοι με το φως της γνώσεως του Θεού.

49. Η ακηδία και η αίσθηση βάρους του σώματος που προκαλούνται στην ψυχή από την οκνηρία και την αμέλεια, οδηγούν σε εγκατάλειψη του συνηθισμένου κανόνα και σε σκοτισμό του νου και σε αθυμία, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται στην καρδιά λογισμοί δειλίας και βλασφημίας, ώστε ούτε στο συνηθισμένο τόπο της προσευχής να μην μπορεί να μπει εκείνος που πειράζεται από τον δαίμονα της ακηδίας, αλλά να γίνεται οκνηρός, ή ακόμη και να κάνει παράλογες σκέψεις σε βάρος του Δημιουργού των όλων. Αφού λοιπόν έμαθες ποιά είναι η αιτία αυτών και από που σου προξενήθηκαν, σπεύσε στο συνηθισμένο τόπο της προσευχής σου, πέσε εμπρός στον φιλάνθρωπο Θεό και παρακάλεσέ Τον με στεναγμούς της καρδίας, με πόνο και δάκρυα, ζητώντας να ελευθερωθείς από το βάρος της ακηδίας και από τους πονηρούς λογισμούς. Θα σου δοθεί γρήγορα η απαλλαγή από αυτά, καθώς θα το ζητάς με πόνο και επιμονή.

50. Όποιος απέκτησε καθαρή καρδιά, αυτός νίκησε τη δειλία. Όποιος βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της καθάρσεως, άλλοτε χτυπά τη δειλία και άλλοτε τον χτυπά αυτή. Εκείνος που δεν αγωνίζεται καθόλου, είναι τελείως αναίσθητος και είναι φίλος των δαιμόνων και των παθών και μαζί με την κενοδοξία έχει και υπερηφάνεια, νομίζοντας ότι είναι κάτι ενώ δεν είναι τίποτε· ή είναι δούλος και υποχείριος της δειλίας και εξαιτίας του νηπιώδους φρονήματός του τρέμει και φοβάται εκεί που δεν υπάρχει φόβος, ούτε δειλία για εκείνους που φοβούνται τον Κύριο.

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Η Αγία Τριάδα του Ρουμπλιόβ

Ο Αντρέι Ρουμπλιόβ (περί το 1360 με 1370 - πιθανόν 17 Οκτωβρίου 1428) θεωρείται ο κορυφαίος Ρώσος αγιογράφος του Μεσαίωνα.

Λίγα είναι γνωστά για τη ζωή του. Δεν ξέρουμε ούτε πού γεννήθηκε, ούτε ποιο ήταν το κοσμικό του όνομα, καθώς το όνομα «Απόστολος Ανδρέας» του δόθηκε όταν εκάρη μοναχός στη Μονή της Αγίας Τριάδας. 

Η πρώτη αναφορά στο όνομά του γίνεται το 1405 σε ένα έγγραφο, το οποίο αναφέρει ότι ανέλαβε την εικονογράφηση του Ναού του Ευαγγελισμού στο Κρεμλίνο μαζί με το Θεοφάνη τον Έλληνα και κάποιον μαΐστορα Πρόχορο. Αναφερόταν εκεί τελευταίος, και λόγω ηλικίας και λόγω αρχαιότητας.

Λέγεται ότι το 1408 ανέλαβε, μαζί με το συνεργάτη του Δανιήλ, την αγιογράφηση του Ναού της Αναλήψεως στο Βλαντίμιρ και από το 1425 ως το 1427 του καθολικού της Μονής του, της Αγίας Τριάδας ή Αγίου Σεργίου. 

Τέλος, μετά το θάνατο του συνεργάτη του Δανιήλ ήρθε στη Μονή Ανδρόνικωφ στη Μόσχα, όπου ανέλαβε την αγιογράφηση του καθολικού. Θεωρείται ότι πέθανε κατά τη διάρκεια αυτής της εργασίας στις 17 Οκτωβρίου 1428 (η ημερομηνία αμφισβητείται, άλλες πηγές αναφέρουν την 29η Ιανουαρίου του 1430).

Το 1988, ανακηρύχθηκε άγιος από τη Ρωσική Εκκλησία ως Άγιος Ανδρέας ο Εικονογράφος και η μνήμη του τιμάται στις 4 Ιουλίου.

Ο Αντρέι Ρουμπλιόβ υπήρξε ο επιφανέστερος Ρώσος αγιογράφος και θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους του κόσμου. 

Το έργο για το οποίο αναγνωρίζεται ως ένας από τους κορυφαίους Ορθόδοξους αγιογράφους, είναι η εικόνα της Αγίας Τριάδος, η οποία είναι το αριστούργημα της ρωσικής εικονογραφικής τέχνης. 

Η εικόνα της Αγίας Τριάδος, γνωστή ως «Φιλοξενία του Αβραάμ», διακρίνεται για τη σύνθεση, το ρυθμό, το φωτισμό, την αρμονία, την καθαρότητα και την απλότητα.


Αισθητικές κρίσεις για το έργο του είναι δύσκολο να διατυπωθούν με βεβαιότητα, καθώς τα έργα που του αποδίδονται (εκτός του ότι η πατρότητά τους είναι αμφίβολη) έχουν υποστεί επιχρωματώσεις από μεταγενέστερους, καθώς τα υλικά που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στη Ρωσία δεν ήταν ανεξίτηλα. 

Σε κάθε περίπτωση διακρίνονται σαφείς επιδράσεις από το έργο του Θεοφάνη του Έλληνα, αλλά θεωρείται ότι έχει πάει ακόμη παραπέρα από το Θεοφάνη, αναφορικά με την απεικόνιση της πνευματικότητας στις μορφές.

Η τεχνική του συνδυάζει ασκητισμό και αρμονία κατά το βυζαντινό πρότυπο. Τα έργα του διακρίνονται από ηρεμία και γαλήνη και θεωρούνται πρότυπο ορθόδοξης εικονογραφίας.

Το κήρυγμα του λόγου του Θεού πρέπει να ξεκινά από την αγάπη

Ο Θεός είναι αγάπη και γι’ αυτόν τον λόγο το κήρυγμα του λόγου Του πρέπει να ξεκινά από την αγάπη. 

Τότε και αυτός που κηρύττει και ο ακροατής θα ωφεληθούν.

Αλλά εάν δεν κάνετε τίποτε άλλο από το να κατηγορείτε, η ψυχή των ανθρώπων δεν θα σας ακούσει και δεν θα προκύψει κανένα καλό.


Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Η αμαρτία είναι το τραύμα και η μετάνοια το φάρμακο


«Αν έχεις αμαρτίες, να μην απελπιστείς, αυτά δεν παύω να σας τα λέω συνεχώς, και αν κάθε μέρα αμαρτάνεις, να μετανοείς καθημερινά. Γιατί η μετάνοια είναι το φάρμακο κατά των αμαρτημάτων είναι η προς τον Θεόν παρρησία, είναι όπλο κατά του διαβόλου, είναι η μάχαιρα πού του κόβει το κεφάλι, είναι η ελπίδα της σωτηρίας, είναι η αναίρεση της απογνώσεως.

Η μετάνοια μάς ανοίγει τον ουρανό και μάς εισάγει στον Παράδεισο. Γι' αυτό (σου λέω), είσαι αμαρτωλός; μην απελπίζεσαι. Ίσως βέβαια αναλογιστείς. Μα τόσα έχω ακούσει στην Εκκλησία και δεν τα ετήρησα. Πώς να εισέλθω και πάλι και πώς και πάλι να ακούσω; Μα γι' αυτό ακριβώς πρέπει να εισέλθεις επειδή, όσα άκουσες δεν τα ετήρησες. Να τα ξανακούσεις, λοιπόν, και να τα τηρήσεις.

Εάν ο ιατρός σου βάλει φάρμακο στην πληγή σου και παρά ταύτα δεν καθαρίσει, την επομένη ημέρα δεν θα σου ξαναβάλει πάλι; Μη ντρέπεσαι, λοιπόν, να ξαναέλθεις στην Εκκλησία. Να ντρέπεσαι όταν πράττεις την αμαρτία. Η αμαρτία είναι το τραύμα και η μετάνοια το φάρμακο. 

Αν, λοιπόν, έχεις παλιώσει σήμερα από την αμαρτία, να ανακαινίσεις τον εαυτό σου με τη μετάνοια. Και είναι δυνατό, μπορεί να πει κανείς να σωθώ, αφού μετανοήσω; Και βέβαια είναι. Μα, όλη τη ζωή μου την πέρασα μέσα στις αμαρτίες, και εάν μετανοήσω θα βρω τη σωτηρία; Και βέβαια. Από που γίνεται αυτό φανερό; Από τη φιλανθρωπία του Κυρίου σου... Γιατί η φιλανθρωπία του Θεού δεν έχει μέτρο. Και ούτε μπορεί να ερμηνευτεί με λόγια η πατρική Του αγαθότητα. Σκέψου μια σπίθα πού έπεσε μέσα στη θάλασσα, μήπως μπορεί να σταθεί εκεί ή να φανεί;

Όση σχέση έχει, λοιπόν, μια σπίθα με το πέλαγος, τόση σχέση έχει η αμαρτία σου σε σύγκριση με τη φιλανθρωπία του Θεού. Και καλύτερα, θα έλεγα, όχι τόση, άλλα πιο πολλή. Γιατί το πέλαγος, ακόμη και αν είναι απέραντο, έχει όριο, μέτρο και σύνορα. Η φιλανθρωπία όμως του Θεού είναι απεριόριστη. Γι' αυτό σου επαναλαμβάνω. Είσαι αμαρτωλός; Μην απελπίζεσαι»


Άγιος Ιωάννης ο χρυσόστομος

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Νομίζεις, ότι με την εκδικητικότητα τιμωρείς εκείνον που σε έβλαψε;


Τα εξής παραγγέλνει ο Θεός στους ανθρώπους: «κανείς από σας ας μη διατηρεί στην καρδιά του κακία για τον αδελφό του» (Ζαχ. ζ' 10) και «κανείς ας μην συλλογίζεται την κακία του άλλου» (Ζαχ. η' 17). Δεν λέει μόνο, συγχώρεσε το κακό του άλλου, αλλά μην το έχεις ούτε στη σκέψη σου, μη το συλλογίζεσαι, άφησε όλη την οργή, εξαφάνισε την πληγή.

Νομίζεις, βεβαίως, ότι με την εκδικητικότητα τιμωρείς εκείνον που σε έβλαψε. Γιατί εσύ ο ίδιος σαν άλλο δήμιο εγκατέστησες μέσα σου το θυμό και καταξεσκίζεις τα ίδια σου τα σπλάχνα. 

Έχεις αδικηθεί πολύ και στερήθηκες πολλά εξαιτίας κάποιου, κακολογήθηκες και ζημιώθηκες σε πολύ σοβαρά θέματά σου και γι αυτό θέλεις να δεις να τιμωρείται ο αδελφός σου; Και δω πάλι είναι χρήσιμο να τον συγχωρήσεις. Γιατί, αν θελήσεις, εσύ ο ίδιος να εκδικηθείς και να επιτεθείς εναντίον του είτε με τα λόγια σου, είτε με κάποια ενέργειά σου, ή με την κατάρα σου, ο Θεός όχι μόνο δεν θα επέμβει κατ αυτού -εφόσον εσύ ανέλαβες την τιμωρία του- αλλά επιπλέον θα σε τιμωρήσει ως θεομάχο.

Άφησε τα πράγματα στο Θεό. Αυτός θα τα τακτοποιήσει πολύ καλύτερα απ ό,τι εσύ θέλεις. Σε σένα έδωσε μόνο την εντολή να προσεύχεσαι για τον άνθρωπο που σε λύπησε.

Μάλωσες με κάποιον και κρατάς μέσα σου κακία; Μην προσέλθεις στη Θεία Κοινωνία! Θέλεις να προσέλθεις; Συμφιλιώσου πρώτα και τότε να έλθεις να εγγίσεις τα Αχραντα Μυστήρια! 

Αυτά δεν τα λέγω εγώ, αλλά ο ίδιος ο Κύριος. Αυτός για να σε συμφιλιώσει με τον Πατέρα, δεν αρνήθηκε ούτε να σφαγιασθεί, ούτε το αίμα Του να χύσει. Και σύ, για να συμφιλιωθείς με τον συνάνθρωπό σου, ούτε μία λέξη δεν καταδέχεσαι να βγάλεις από το στόμα σου; Και διστάζεις να τρέξεις πρώτος; Άκουσε τί λέει για όσους κρατούν τη στάση αυτή: «Αν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου» (Ματθ. ε' 23-24).

simfiliosi.jpg

Αν έβλεπες ένα μέλος του σώματός σου αποκομμένο, δεν θα έκανες τα πάντα για να τα ενώσεις με το σώμα σου; Αυτό κάνε και για τους αδελφούς σου. Όταν τους δείς να έχουν αποκοπεί από την αγάπη σου, τρέξε γρήγορα και περιμάζεψέ τους μη περιμένεις εκείνους να έλθουν, σπεύσε εσύ πρώτος, για να λάβεις τα βραβεία! 

Ένα μόνο εχθρό διαταχθήκαμε να έχουμε, τον διάβολο. Με αυτόν να μην συμφιλιωθείς ποτέ, προς τον αδελφό σου όμως ποτέ να μην έχεις βαριά καρδιά. Κι αν ακόμη συμβεί κάποια μικροψυχία, ας είναι παροδική, ας μην υπερβαίνει το διάστημα της ημέρας. 

«Η δύση του ηλίου να μη σας προφθάνει οργισμένους», λέει ο Απόστολος. « ...Αφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών ...» (Ματθ. στ' 12).

Βλέπεις; Ο Θεός εσένα τον ίδιο έκανε κριτή της συγχωρήσεως των αμαρτημάτων σου. Αν συγχωρήσεις λίγα, λίγα θα σου συγχωρεθούν. Αν συγχωρήσεις πολλά, θα σου συγχωρηθούν πολλά. Αν τα συγχωρήσεις με ειλικρίνεια και με όλη σου την καρδιά, με τον ίδιο τρόπο θα συγχωρήσει και τα δικά σου ο Θεός. Αν μετά την συγχώρηση, κάνεις φίλο σου τον εχθρό σου, έτσι θα διάκειται και ο Θεός απέναντί σου.

Ποιάς, λοιπόν, τιμωρίας δεν είναι άξιος εκείνος, που ενώ πρόκειται να κερδίσει δέκα χιλιάδες τάλαντα, εάν χάσει εκατό μόνο δηνάρια, ούτε και τα λίγα δεν συγχωρεί, αλλά στρέφει εναντίον του τα ίδια τα λόγια της προσευχής; 

Γιατί όταν λες στον Θεό «συγχώρεσέ μας, όπως και εμείς συγχωρούμε τούς εχθρούς μας» και κατόπιν εσύ δεν συγχωρείς, για τίποτε άλλο δεν παρακαλείς τον Θεό, παρά να σε στερήσει από κάθε απολογία και συγγνώμη ...


Άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Στοχασμοί του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς


Η ψυχή πιο σημαντική από το σώμα

Ο άνθρωπος είναι σαν το πουλί, που ο καιρός το στολίζει με πολύχρωμα πούπουλα. Όμως, σαν έρθει θα μαδήσει τα πούπουλά σου. Άμα δέσεις υπερβολικά την ψυχή σου με τα πούπουλα, ο καιρός μαζί με τα πούπουλα θα μαδήσει και την ψυχή σου. Ω, πόσο άσχημη θα είναι τότε η γύμνια σου!

Ο άθεος είναι δήμιος του εαυτού του

Όταν ο άνθρωπος στρέψει το πρόσωπό του στον Θεό, όλοι οι δρόμοι οδηγούν σ’ Αυτόν. Όταν ο άνθρωπος αποστρέψει το πρόσωπό του από τον Θεό, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην καταστροφή.

Όποιος αρνηθεί τον Θεό, με τον λόγο και την καρδιά, τίποτα δεν μπορεί να κάνει στη ζωή, που να μην οδηγεί στην ολοκληρωτική ερήμωση του σώματος και της ψυχής.

Γι’ αυτό μην βιάζεσαι να ψάξεις δήμιο για τον άθεο. Τον βρήκε μόνος του στον εαυτό του, πιο αξιόπιστο, απ’ όσο όλος ο κόσμος μπορούσε να του προσφέρει.

Τα δυνατά πνεύματα

Δεν φθάνει μόνο η δύναμη της θέλησης, ούτε μόνο η δύναμη της αίσθησης, ούτε μόνο η δύναμη του νου. Ούτε όλα αυτά μαζί φθάνουν χωρίς τον φωτεινό στόχο.

Ως προς τι αξίζει η ταχύτητα των ποδιών και η δύναμη των πνευμόνων στον αθλητή, εάν ο καθένας απομακρύνεται από αυτόν με φόβο και εάν κανείς δεν θέλει τη βοήθειά του;

Όλα τα ισχυρά και θυελλώδη στοιχεία της φύσης, ντυμένα στο σκοτάδι της νύχτας, γεμίζουν τον ταξιδιώτη με φόβο. Όμως, όταν ο πρωινός ήλιος τα φωτίσει, ο ταξιδιώτης γίνεται φίλος μ’ αυτά.

Τέτοια είναι και τα λεγόμενα δυνατά πνεύματα. Ντυμένα στο σκοτάδι του εγωισμού και της ματαιοδοξίας είναι σκιάχτρα και για τους ανθρώπους και για τη φύση γύρω τους. Όμως, όταν φωτιστούν με θεϊκό φως, γίνονται ανατολής χαρά για όλα γύρω τους.

Το χαλάζι είναι πιο δυνατό από τη βροχή, αλλά γι’ αυτό δεν έχει φίλους στη γη.

Η σιωπή

Περί τριών πραγμάτων μην βιάζεσαι να μιλάς: 
Περί του Θεού- μέχρι να στερεώσεις την πίστη σ’ Αυτόν.
Περί της αμαρτίας του άλλου- μέχρι να θυμηθείς τη δική σου- 
και περί της επόμενης ημέρας- μέχρι την αυγή της.



Από το περιοδικό : «πειραϊκή εκκλησία»
ΜΗΝΙΑΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΤΟΣ 22ο ΤΕΥΧΟΣ 240
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2012

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Για τους λαϊκούς που κρίνουν τους ιερείς


Παρακαλώ και συμβουλεύω να λείψει η πονηρή αυτή συνήθεια. Για να μάθεις καλά ότι, και αν ακόμη πέφτουν σε αμαρτήματα οι ιερείς, συ δεν δικαιολογείσαι να γίνεσαι παρήκοος.

Άκουσε τι λέγει για τους συγχρόνους του άρχοντας των Ιουδαί­ων ο Χριστός : Επί της Μωσέως καθέδρας εκάθησαν οι γραμματείς και οι φαρισαίοι πάντα ουν, όσα αν λέγωσιν υμίν ποιείν, ποιείτε κατά δε τα έργα αυτών μη ποιείτε (Ματθ. ΚΓ' 23).

Και όμως τί μπορούσε να είναι χειρότερο από εκείνους, των οποίων τα πάθη διέστρεφαν τους μαθητές των; Αλλά και πάλι δεν θέλησε να εκμηδένισει το κύρος των και να συστήσει στον λαόν να παρακούει. Και πολύ σωστά. Διότι, αν οι λαϊκοί ήθελαν να πάρουν τέτοια εξουσία, θα τους βλέπατε να κατα­ληφθούν από την μανία να καθαιρούν και να εκβάλλουν τους ιερείς από το άγιον βήμα.

...Όχι, δεν επιτρέπεται στους λαϊ­κούς, οφείλοντας υποταγή, να εμφανίζωνται επικριταί των Ιερέων και να αξιούν ότι αυτοί είναι αρμόδιοι να διορθώσουν την Εκκλησία. Διότι, εάν ο ένας και ο άλλος, με πρόφαση να διορ­θώσουν τα κακώς κείμενα, έκαναν επέμβαση στα Ιερατικά δικαιώματα, ούτε πρόφαση επεμβάσης θα λείψει ποτέ, ούτε θα γνωρίζωμε ποιοι εί­ναι στην Εκκλησία οι άρχοντες και ποιοι οι αρχόμενοι, αλλά θα επήρχετο γενικό ανακάτευμα και θαλάσσωμα.

Δια τους λαϊκούς τους κρίνοντας τους ιερείς και επεμβαίνοντας εις την διοίκησιν της Εκκλησίας

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Κοινή προσευχή. Δεν εισακούεσαι τόσο πολύ παρακαλώντας μόνος σου τον Κύριο


«Αλλά ποιά είναι η ψυχρή δικαιολογία των πολλών; Μπορώ, λέγει, να προσευχηθώ και στο σπίτι μου, ενώ ομιλίες και διδασκαλίες δεν είναι δυνατό ν' ακούσω εκεί. Απατάς τον εαυτό σου, άνθρωπε!

Βέβαια είναι δυνατό να προσευχηθείς και στο σπίτι σου, είναι αδύνατο όμως να προσευχηθείς έτσι, όπως προσεύχεσαι στην Εκκλησία, όπου υπάρχει τόσο πλήθος πατέρων, όπου αναπέμπεται απ' όλους μαζί κοινή προσευχή προς τον Θεό.

Δεν εισακούεσαι τόσο πολύ παρακαλώντας μόνο σου τον Κύριο, όσο όταν τον παρακαλείς μαζί με τους αδελφούς σου.

Γιατί εδώ στην Εκκλησία υπάρχει κάτι το επιπλέον, όπως δηλαδή η ομόνοια, η συμφωνία, ο σύνδεσμος της αγάπης και οι ευχές των ιερέων. Γι' αυτό βέβαια και επί κεφαλής των ακολουθιών είναι οι ιερείς, ώστε οι ευχές του πλήθους, που είναι ασθενέστερες, ενισχυόμενες με τις δυνατότερες ευχές αυτών, να ανεβούν μαζί μ' αυτές στον ουρανό.

Εξάλλου ποιά ωφέλεια θα μπορούσε να προκύψει απ' την ομιλία, όταν δεν συνδέεται με την προσευχή; Πρέπει να προηγείται η προσευχή και ν' ακολουθεί ο λόγος. Αυτό ακριβώς λένε και οι Απόστολοι: «Εμείς όμως θ' αφοσιωθούμε στην προσευχή και στην υπηρεσία του Θείου λόγου» (Πράξ. 6, 6). Το ίδιο κάνει και ο Παύλος στα προοίμια των επιστολών του, όπου προσεύχεται, όπως ακριβώς το φως του λυχναριού, έτσι και το φως της προσευχής να βοηθήσει στην ορθή ανάπτυξη της διδασκαλίας.

Αν συνηθίσεις τον εαυτό σου να προσεύχεται σωστά, δεν θα έχεις ανάγκη απ' τη διδασκαλία των συνδούλων σου, εφ' όσον ο ίδιος ο Θεός θα σου καταφωτίσει το νου χωρίς τη μεσολάβηση μεσίτη. Αν η προσευχή ενός μόνου άνθρωπου έχει τόση δύναμη, πολύ μεγαλύτερη έχει η προσευχή που γίνεται από πλήθος ανθρώπων. Γιατί είναι μεγαλύτερη ή δύναμη αυτής και πολύ πιο μεγαλύτερη η παρρησία από την ιδιωτική προσευχή πού γίνεται στην οικία.

Από πού γίνεται αυτό φανερό; Άκουσε τον ίδιο τον Παύλο που λέει:«Ο οποίος μας έσωσε από ένα τόσο μεγάλο θάνατο και μας σώζει, ελπίζουμε δε ότι και πάλι θα μας σώσει, εάν και σεις με βοηθήσετε με την προσευχή σας, ώστε ν' αποδοθεί ευχαριστία από πολλούς για λογαριασμό μας για τη χάρη που έδειξε ο Θεός σε σας» (Β' Κορ. 1, 10).Έτσι και ο Πέτρος διέφυγε απ' τη φυλακή. Γιατί λέει: «Προσευχή θερμή γινόταν από την Εκκλησία προς το Θεό γι' αυτόν» (Πράξ. 12, 5).

Εάν λοιπόν η προσευχή της Εκκλησίας ωφέλησε τον Πέτρο, κι έβγαλε από τη φυλακή το στύλο εκείνο, πες μου, πώς εσύ περιφρονείς τη δύναμή της και ποιά δικαιολογία θα έχεις;

Άκουσε και τον ίδιο το Θεό που λέει ότι συγχωρεί το πλήθος όταν τον παρακαλεί με όλη την αγαθή διάθεση. Γιατί απολογούμενος προς τον Ιωνά, λέει προς αυτόν σχετικά με το φυτό της κολοκυθιάς: «Εσύ λυπήθηκες για μια κολοκυθιά, για την οποία δεν κόπιασες ούτε και την έθρεψες, εγώ δεν θα λυπηθώ για τη μεγάλη πόλη της Νινευί, στην οποία κατοικούν περισσότεροι από δώδεκα μυριάδες άνθρωποι;» (Ιωνά 4, 10). Δεν αναφέρει ο Θεός τυχαία τον αριθμό των κατοίκων, αλλά για να μάθεις, ότι είναι μεγάλη η δύναμη της ομαδικής προσευχής.

Αυτό επιθυμώ να σας το κάνω φανερό κι από μία ανθρώπινη ιστορία.

Πριν από δέκα χρόνια, όπως κι εσείς γνωρίζετε, συνελήφθηκαν μερικοί για συνωμοσία. Κάποιος τότε ανώτερος αξιωματούχος, που αποδείχτηκε συνένοχος για τις κατηγορίες, δέθηκε με σκοινί στο στόμα και οδηγείτο στον τόπο της εκτελέσεως. Τότε λοιπόν όλοι οι κάτοικοι έτρεξαν προς τον ιππόδρομο, παρασύροντας μαζί τους κι εκείνους που εργάζονταν στα εργαστήρια, και σύσσωμος ο λαός άρπαξε απ' την οργή του βασιλιά, εκείνον που είχε καταδικαστεί και δεν ήταν άξιος καμμιάς συγγνώμης.

Ώστε λοιπόν, θέλοντας να καταπραΰνετε την οργή του επίγειου βασιλιά, τρέχατε όλοι μαζί με τα παιδιά και τις γυναίκες σας, όταν όμως πρόκειται να εξιλεώσετε το Βασιλιά των Ουρανών και να σώσετε απ' την οργή του όχι ένα, όπως τότε, ούτε δυο και τρεις και εκατό, αλλά όλους τους αμαρτωλούς της οικουμένης, και ν' απαλλάξετε τους δαιμονιζόμενους απ' την παγίδα του διαβόλου, κάθεστε έξω και δεν τρέχετε όλοι μαζί μέσα, ώστε ο Θεός, αφού εκτιμήσει τη συμπαράσταση όλων σας, κι εκείνους ν' απαλλάξει από την τιμωρία, και τα δικά σας αμαρτήματα να συγχωρήσει;

Γιατί, εάν στην περίπτωση εκείνη τύχαινε να βρίσκεσαι στην αγορά, ή στην οικία, ή σ' επείγουσα εργασία, δεν θα έπρεπε να τρέξεις προς την κοινή παράκληση, σπάζοντας όλα τα δεσμά με πολύ πιο μεγαλύτερη ορμή από οποιοδήποτε λιοντάρι;

Πες μου, αγαπητέ μου, ποιά ελπίδα σωτηρίας θα έχεις κατά τον καιρό εκείνο της απολογίας σου ενώπιον του Θεού; Δεν αναπέμπουν εκείνη τη φρικωδέστατη φωνή μόνον άνθρωποι, αλλά και άγγελοι ικετεύουν τον Κύριο, κι αρχάγγελοι τον παρακαλούν. Έχουν και τον καιρό σύμμαχό τους και την προσφορά της θυσίας βοηθό ...».


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Δοξαστικό Κυριακής των Αγ. Πάντων & των 12 Αποστόλων


(Ζωντανή ηχογράφηση στον Ι.Ν. Παντανάσσης Κατερίνης)

Δόξα... Ἦχος πλ. δ'
Κοσμᾶ Μοναχοῦ

Ἣν διήλθετε κτίσιν φωτίσαντες, οἱ τοῦ Σωτῆρος Μαθηταί, τὴν πλάνην τῶν εἰδώλων, ὡς ὕλην καταφλέξαντες τοῖς διδάγμασιν ὑμῶν, τὰ ἔθνη ἐξ ἀγνωσίας βυθοῦ, πρός τὴν θείαν γνῶσιν, σαγηνεύσαντες ἐσώσατε, καὶ νῦν πρεσβεύσατε Χριστῷ, ὅπως ἵλεως γένηται ἡμῖν, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως.


Καὶ νῦν... Θεοτοκίον

Ὑπερευλογημένη ὑπάρχεις Θεοτόκε Παρθένε·
διά γάρ τοῦ ἐκ σοῦ σαρκωθέντος,
ὁ ἅδης ἠχμαλώτισται, ὁ Ἀδάμ ἀνακέκληται,
ἡ κατάρα νενέκρωται, ἡ Εὔα ἠλευθέρωται,
ὁ θάνατος τεθανάτωται, καί ἡμεῖς ἐζωοποιήθημεν.
Διό ἀνυμνοῦντες βοῶμεν· εὐλογητός Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν,
ὁ οὕτως εὐδοκήσας, δόξα σοι».

Εβδομαδιαίο Πρόγραμμα Ιερών Ακολουθιών


Το κήρυγμα των Αποστόλων

Του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού


Και να ηξεύρετε, παιδιά μου, ετούτην την γην, όπου κατοικούμεν, την έχει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.
Καθώς έχει ένας βασιλεύς και μαζώνει όλα τα βασιλικά χρέη και παίρνει από χωράφια, από αμπέλια και από τους ανθρώπους, και στέλνει ανθρώπους ιδικούς του και τα μαζώνουν κάθε χρόνον, και όταν τα πηγαίνουν εκείνοι έμπροσθεν εις τον βασιλέα χαίρεται ο βασιλεύς και τους δίδει μεγάλα χαρίσματα και τους έχει φίλους ήγαπημένους, έτσι έχει ο Χριστός την γην ωσάν αμπέλι, όλον τον κόσμον.


Και έβαλεν εργάτας τους δώδεκα Αποστόλους, τους ευλόγησε και τους έδωκε την χάριν του Αγίου Πνεύματος και ευθύς έμαθον τα γράμματα και όλες τις γλώσσες, ότι πρώτον οι Απόστολοι ήταν αγράμματοι και μίαν γλώσσαν μόνον ήξευραν, και αφού τους ηυλόγησε και τους εφύσησε εις το στόμα τους και έλαβον χάριν, όλα τα γράμματα και τις γλώσσες τις εμαθον.

Και τους εστειλεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο αληθινός Θεός, εις όλον τον κόσμον και τους είπεν: Σύρτε εις όλον τον τόπον και εις όλην την γην, κάστρα και χωριά, και ειπέτε τους, αν ίσως θέλουν να ζήσουν και εδώ καλά και ειρηνικά και να τους βάλω εις τον παράδεισον, να πιστεύσουν και να βαπτίζωνται εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και να φυλάγουν τα προστάγματα του αγίου Ευαγγελίου.

Και εις οποίαν χώραν επήγαιναν οι Απόστολοι, είπεν ο Κύριος να ευλογούν την χώραν εκείνην. Και εις οποίαν χώραν και δεν τους δέχονται οι άνθρωποι, είπεν ο Κύριος: Να τινάζετε και τα παπούτσια σας από τον κονιορτόν και να φύγετε. Και ωσάν έλαβον οι Απόστολοι την χάριν και την ευλογίαν του Αγίου Πνεύματος, ευθύς έτρεξαν ωσάν αστραπή εις όλον τον κόσμον και μετ’ εκείνην την χάριν του Αγίου Πνεύματος ιάτρευον τυφλούς, λεπρούς, αρρώστους και τους δαιμονιζομένους, και, το μεγαλύτερον, με το όνομα του Χριστού μας επρόσταζαν τους νεκρούς και ανεσταίνονταν.

Και εις οποίαν χώραν επήγαιναν οι Απόστολοι και τους εδέχονταν οι άνθρωποι, αρχιερείς, ιερείς, διακόνους, αναγνώστας έκαμναν και εκκλησίας, και ευλογούνταν η χώρα εκείνη και εγίνονταν ένας επίγειος παράδεισος, μία μεγάλη χαρά και ευφροσύνη, κατοικία των Αγγέλων, κατοικία του Χριστού μας. Και εις οποίαν χώραν επήγαιναν οι Απόστολοι και δεν τους εδέχονταν οι άνθρωποι, δεν ευλογούνταν η χώρα εκείνη, έμενε κατάρα και όχι ευλογία, κατοικία του διαβόλου και όχι του Χριστού μας.

Κυριακάτικο Κήρυγμα (Α' Ματθαίου)


Κυριακή Α' Ματθαίου [των Αγίων Πάντων]
Ματθ. 10: 32-33, 37-38, 19: 27-30

Γιορτάζει η αγία μας Εκκλησία και πανηγυρίζει σήμερα τους Άγιους Πάντες, όλους δηλαδή εκείνους τους συνανθρώπους μας που όχι μόνο πίστεψαν στο κήρυγμα του Χριστού, αλλά με τη ζωή τους έκαναν πράξη τις αλήθειες του Ευαγγελίου και με το παράδειγμά τους ενισχύουν και προτρέπουν όλους εμάς να συνεχίσουμε τον καλό αγώνα της πίστεως. Είναι οι αδελφοί μας οι γνωστοί και οι αφανείς, είναι οι προστάτες μας, εκείνοι που πρεσβεύουν στον Κύριο και για τη δική μας σωτηρία και θαυματουργούν όταν τους επικαλούμαστε με πίστη, είναι τα ζωντανά βιβλία της πίστεως, τα παραδείγματά μας και η απόδειξη ότι ο αγώνας μας και εφικτός είναι και δεν είναι άσκοπος αλλά το αντίθετο, σωτήριος και ζωοποιός.

Γι αυτό και σήμερα ακούμε από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο να μας μεταφέρει τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: “ Κάθε έναν που θα με ομολογήσει ενώπιον των ανθρώπων, θα τον ομολογήσω κι εγώ μπροστά στον Πατέρα μου τον επουράνιο· και όποιον με αρνηθεί ενώπιον των ανθρώπων, θα τον αρνηθώ κι εγώ μπροστά στον Πατέρα μου. Εκείνος που αγαπά μητέρα ή πατέρα περισσότερο από εμένα, δεν μου είναι άξιος· και εκείνος που αγαπά τα παιδιά του περισσότερο από εμένα, δεν μου είναι άξιος. Κι εκείνος που δεν σηκώνει τον σταυρό του και δεν με ακολουθεί, δεν μου είναι άξιος”. 

Του λέει ο Πέτρος: Κύριε, ορίστε, τα έχουμε εγκαταλείψει όλα για να σε ακολουθήσουμε· τί λοιπόν θα κερδίσουμε; Ο Χριστός υπόσχεται ότι κατά την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας Του οι Απόστολοι θα καθίσουν δίπλα από τον θρόνο Του, και θα κρίνουν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, “και ο καθένας που άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή μητέρα ή πατέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή αγρούς για χάρη του ονόματός μου, θα λάβει εκατό φορές περισσότερα και θα κληρονομήσει την αιώνιο ζωή”.

Η ομολογία της πίστεως αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για τη ζωή μας. Οι Άγιοι Πάντες το πέτυχαν αυτό, ομολόγησαν δηλαδή την πίστη τους στο Χριστό και Τον έθεσαν πρώτη προτεραιότητα στη ζωή τους, πάνω από κάθε τι ανθρώπινο και γήινο, γι αυτό και δοξάστηκαν από τον Θεό και τιμούνται από εμάς σήμερα. Και όταν μιλάμε για ομολογία πίστεως, έχουμε βέβαια στο νου μας τους άπειρους Μάρτυρες, που θυσίασαν ακόμα και τη ζωή τους προκειμένου να μην αρνηθούν την πίστη τους στον Χριστό. 

Δεν σκέφτηκαν τίποτα, δεν δείλιασαν μπροστά σε καμία απειλή, δεν κάμφθηκαν από τους πόνους και τα βασανιστήρια, δεν αρνήθηκαν τον Χριστό ακόμα και όταν οι τύραννοι θανάτωναν ενώπιόν τους τα αγαπημένα τους πρόσωπα, γονείς, παιδιά, συζύγους. Για τους Μάρτυρες της πίστεώς μας το μεγαλύτερο αγαθό, το οποίο δεν μπορεί κανείς να μας αφαιρέσει, είναι ο Χριστός, τον οποίο δεν αρνήθηκαν και γι αυτό τα ονόματά τους έχουν μείνει αιώνια γραμμένα στο βιβλίο της ζωής.

Η ομολογία ωστόσο της πίστεως στον Χριστό δεν έχει να κάνει μόνο με το σωματικό μαρτύριο, αλλά με την όλη στάση του ανθρώπου, με τη διαρκή παρουσία του Χριστού στην καρδιά και στη ζωή του. Ομολογία πίστεως έδωσαν οι ασκητές της ερήμου, που θυσίασαν κάθε δικαίωμά τους και κάθε άνεση, ακόμα και την καθημερινή τους τροφή, για την αγάπη του Χριστού. Ομολογία πίστεως έδωσαν και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ποιμαίνοντας τον λαό του Θεού με το παράδειγμά τους και με τα συγγράμματά τους, με τα οποία αγωνίστηκαν να μας μορφώσουν εν Χριστώ και να αντικρούσουν τις πλάνες των αιρέσεων. Ομολογία πίστεως έδωσαν και όλοι οι Άγιοι, ακόμα και εκείνοι που παραμένουν άγνωστοι σε εμάς και μόνο ο Θεός γνωρίζει.

Ομολογία του Χριστού καλείται να δώσει ο κάθε πιστός σε κάθε εποχή και σε κάθε περίσταση, σε κάθε πτυχή και δραστηριότητα του καθημερινού του βίου, στην εργασία, στο σπίτι, στις συναναστροφές, στην κοινωνία, στον κάθε μας συνάνθρωπο. Ιδιαίτερα μάλιστα στην εποχή μας, που γίνεται προσπάθεια να περιοριστεί η πίστη στην ιδιωτική ζωή του ανθρώπου, που ο Χριστός και η πίστη μας βάλλεται με νέα μέσα και με πρόσχημα τα ανθρώπινα δήθεν δικαιώματα, ο λόγος του Κυρίου μας θα πρέπει να μας προβληματίσει ακόμα περισσότερο.

Και τούτο επειδή, δυστυχώς, πολλές φορές παραθεωρούμε τον Χριστό και θέτουμε άλλες προτεραιότητες στη ζωή μας. Ασχολούμαστε με τα βιοτικά και τα καθημερινά, με την εργασία μας, με την οικογένειά μας, με τα θέλω μας, με το πώς θα γίνουμε αρεστοί και “επιτυχημένοι” στον κοινωνικό μας περίγυρο, και ξεχνάμε τον Χριστό ή δεν μιλάμε και πολύ γι' Αυτόν, μήπως και μας παρεξηγήσουν ή μας περιθωριοποιήσουν. Για να μη βρεθούμε στο περιθώριο της κοινωνίας, διαλέγουμε να θέσουμε τον Χριστό στο περιθώριο της ζωής μας, και να ασχοληθούμε με Αυτόν όταν οι άλλοι δεν θα μας βλέπουν, μυστικά και ιδιωτικά.

Στο σύγχρονο αυτό πειρασμό ας μη λησμονούμε ότι καμία αρετή δεν έχει μεγαλύτερη σημασία, όσο από την δημόσια ομολογία της πίστης μας στον Χριστό, όχι απλά με λόγια, αλλά με τα έργα μας και με τις πράξεις μας. 

[Διαφορετικά, αν δεν κάνουμε πράξη όσα μας προτρέπει σήμερα ο Χριστός, θα εκπλαγούμε εκείνη την ημέρα, όταν θα φωνάζουμε “Κύριε, άνοιξέ μας” κι εκείνος απαντήσει “Αλήθεια, δεν σας γνωρίζω” (Ματθ. 25, 12).]

xerouveim