
64. Τό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας ἀποτελεῖται ἀπό δύο ἄγνοιες, καί δύο ἄγνοιες ἑνωμένες μαζί ἀποτελοῦν μιά φρόνηση συγκεχυμένη. Γιατί ὑπερήφανος εἶναι μόνο ἐκεῖνος πού ἀγνόησε καί τή θεία βοήθεια καί τήν ἀνθρώπινη ἀσθένεια. Ἄρα λοιπόν ὑπερηφάνεια εἶναι στέρηση θείας καί ἀνθρώπινης γνώσεως. Γιατί μέ δύο ἀρνήσεις τῶν ἀληθινῶν ἄκρων, γίνεται μία καί ψεύτικη κατάφαση.
65. Ἡ κενοδοξία εἶναι ἀπομάκρυνση ἀπό τό θεῖο σκοπό καί μετάβαση σέ ἄλλο σκοπό, διαφορετικό ἀπό τό θεῖο. Κενόδοξος δηλαδή εἶναι ἐκεῖνος πού ἐργάζεται τήν ἀρετή γιά χάρη τῆς δικῆς του δόξας καί ὄχι τοῦ Θεοῦ, καί μέ τούς κόπους του ἐξαγοράζει τούς ἀνυπόστατους ἐπαίνους τῶν ἀνθρώπων.
66. Ὁ ἀνθρωπάρεσκος ἐνδιαφέρεται μόνο γιά τήν ἐξωτερική συμπεριφορά, καί βέβαια καί γιά τούς λόγους τοῦ κόλακα. Θέλει μέ τή συμπεριφορά νά κλέβει τήν ὅραση, καί μέ τόν κόλακα τήν ἀκοή ἐκείνων πού εὐχαριστοῦνται ἤ καί καταπλήσσονται μόνο ἀπ᾿ ὅσα ἀκοῦνε καί ὅσα βλέπουν καί πού μόνον μέ τήν αἴσθηση ὁρίζουν τήν ἀρετή. Λέμε λοιπόν ὅτι ἀνθρωπαρέσκεια εἶναι ἡ ἐπίδειξη πού κάνει κάποιος τῆς δῆθεν ἀρετῆς του μέ πράξεις καί λόγους.






