Σάββατο 23 Μαΐου 2026

† Κυριακῇ 24 Μαΐου 2026 (τῶν Ἁγίων 318 Πατέρων τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου)


Τὸ Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην 
Κεφ. ιζ' : 1-13

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπάρας ὁ ᾿Ιησοῦς, τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν Υἱόν, ἵνα καὶ ὁ Υἱός σου δοξάσῃ σε, καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν. Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπί τῆς γῆς· τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καὶ νῦν δόξασόν με σύ Πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξη ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. ᾿Εφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου· σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ῥήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. ᾿Εγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περί τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι. Καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι, καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. Καὶ οὐκ έτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι.

Αν έχετε αγάπη


Αν έχετε αγάπη στον πλησίον και στον Θεό, θα δώσει ο Θεός την ταπείνωση, θα δώσει τον αγιασμό. Αν δεν έχετε αγάπη στον Θεό και στον πλησίον, αν τεμπελιάζετε, θα σας βασανίσει ο σατανάς, θα σας εκδικηθεί ο παλαιός άνθρωπος.

Διήγηση γιά τό νόημα τοῦ Σταυροῦ


Εἶναι ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Χριστοῦ ποὺ μᾶς ἔχει σώσει ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο, ποὺ μᾶς ἔχει δώσει τὴ δύναμη νὰ ὑπερνικοῦμε τὴν ἁμαρτία καὶ ν' ἀρχίζουμε ἀπὸ τώρα πάνω στὴ γῆ μιὰ καινούρια ζωή, τὴ ζωὴ τοῦ Θεοῦ. Πῶς νὰ φανταστοῦμε ὅμως τὴ δολοφονία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους νὰ φέρνει τὴ συμφιλίωση τῶν δύο μερῶν; 

Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω αὐτὸ μὲ ἕνα παράδειγμα παρμένο ἀπὸ τὴν ἱστορία μας, τὴ Ρωσικὴ ἱστορία, ποὺ δείχνει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὅποιο ἡ ἀγάπη ποὺ ἐκφράζεται ὡς θυσία τῆς ζωῆς μας ἔχει τὴ δύναμη νὰ φέρνει τὴ συμφιλίωση.

Τὸ 1192, τὸ δωδέκατο δηλαδὴ αἰώνα, ἕνας ἀπὸ τοὺς πρίγκηπές μας, ὁ πρίγκηπας τοῦ Μοῦρομ ἦταν σὲ πόλεμο μ' ἕνα μικρὸ πριγκηπάτο τὸ ὁποῖο δὲν εἶχε ἀκόμα ἀσπαστεῖ τὸ Χριστιανισμό. Μ' ἕνα γρήγορο πόλεμο κατάφερε νὰ περικυκλώσει τοὺς ἀντιπάλους του μέσα στὸ κάστρο τους. Αὐτὸ ποὺ ἀπέμενε, ἂν ἤθελε νὰ κερδίσει μία εὔκολη καὶ ἀποφασιστικὴ νίκη, ἦταν νὰ ἀποκλείσει τὴ μικρὴ πόλη καὶ νὰ περιμένει μέχρις ὅτου ἡ πείνα καὶ ἡ μιζέρια τοὺς σκοτώσουν ἤ διαφορετικά τοὺς ὑποχρεώσουν νὰ παραδοθοῦν. 

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου


Εἶναι στενὴ, ἀλλὰ καὶ εὐρύχωρος, ὅπως μᾶς συμβουλεύει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Τίποτε δὲν εἶναι μόνιμο, ἀλλὰ τὰ πάντα παρέρχονται, καὶ τὰ λυπηρὰ καὶ τὰ καλά τῆς ζωῆς. Καὶ δὲν εἶναι ὡς πρὸς αὐτὸ μόνο εὔκολα τὰ τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ τέλος των πάλι γίνονται εὐκολώτερα.

Ὄχι μόνο ἐπειδὴ παρέρχονται οἱ κόποι καὶ οἱ ἱδρῶτες, ἀλλὰ καὶ γιά τὸ ὅτι καταλήγουν εἰς αἴσιον τέλος (διότι καταλήγουν εἰς ζωήν), ποὺ εἶναι ἱκανὸ νὰ παρηγορήσει αὐτοὺς ποὺ ἀγωνίζονται.

Ὥστε καὶ τὸ ὅτι οἱ κόποι εἶναι πρόσκαιροι, ἐνῶ οἱ στέφανοι παντοτινοί, καὶ τὸ ὅτι αὐτὰ μὲν προηγοῦνται ἐνῶ ἐκεῖνα ἀκολουθοῦν, θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἀποτελέσει πάρα πολὺ μεγάλη παρηγορία εἰς τοὺς κόπους.

Διά τοῦτο ὁ Παῦλος ὠνόμασε τὴν θλίψη ἐλαφρά, ὄχι ἐξ αἰτίας τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ ἐξ αἰτίας τῆς προαιρέσεως αὐτῶν, ποὺ ἀγωνίζονται καὶ τῆς μελλοντικῆς ἐλπίδος».1

Ο Θεός Είναι


Αν υπάρχει ζωή… θέλω να ζήσω.

Ο Θεός δεν προσεγγίζεται λογικά. Αν έτσι συνέβαινε, θα Τον ανακάλυπταν οι έξυπνοι, οι μορφωμένοι και οι σοφοί του κόσμου. Συχνά η αλήθεια κρύβεται από τα μάτια «των σοφών και συνετών και αποκαλύπτεται νηπίοις» (Ματθ. ια’ 25)

Υπάρχω σημαίνει βρίσκομαι κάτω από μία αρχή. Εμείς υπάρχουμε γιατί βρισκόμαστε κάτω από Αυτόν.

Τα δεν… και τα θα…


1. Δεν θα πω αυτή τη λέξη, γιατί πληγώνει.

2. Δεν θα υπενθυμίζω εκείνο το γεγονός, γιατι στεναχωρεί.

3. Δεν θα μιλήσω απότομα, γιατί θα μεταμεληθώ.

4. Δεν θα πω κακό για τον άλλο, γιατί είναι κουτσομπολιό.

5. Δεν θα διακόψω τον άλλο, όταν μιλάει, γιατί είναι αγενές.

6. Δεν θα πω αυτό το αστείο, γιατί είναι χυδαίο.

7. Δεν θα πετιέμαι σαν τον κόκκορα, γιατί αυτό λέγεται προπέτεια.

8. Δεν θα φλυαρώ, γιατί αυτό δείχνει ελαφρότητα.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Νοερά προσευχή


- Ο μακαριστός πατέρας Ζωσιμάς (+ 2010), υποτακτικός του Γέροντος πατρός Σίμωνος (+ 1988) και συγγραφέας των πέντε βιβλίων, τα οποία αναφέρονται στη ζωή και το έργο του πνευματικού του πατρός, όπου γέμουν και από διηγήσεις πολυαρίθμων ιαθέντων, από πάσης φύσεως ασθενειών και μαστίγων, με την θαυματουργική προσευχή και την αταλάντευτη πίστη του π. Σίμωνος, ο οποίος συνεχίζει να θαυματουργεί αποδεδειγμένα μέχρι και σήμερα, παραθέτει και μερικές προσωπικές του εμπειρίες, όπως αυτές, που αμέσως ακολουθούν, για την νοερά προσευχή και συμβουλές του πατρός Σίμωνος προς τον κατά πάντα άξιο αναδειχθέντα και αποδειχθέντα, υποτακτικό του, πατέρα Ζωσιμά:

Ο Γέροντας πάντα μου έλεγε για τη νοερά προσευχή:

«Στο μέρος, που θα κάνεις τη νοερά προσευχή, να είναι σκοτεινά, γιατί προσεύχεσαι με περισσότερη κατάνυξη. Θα καρφώνεις τα μάτια σου μπροστά σ’ ένα σημείο, δεν θα τα μετακινείς καθόλου δεξιά και αριστερά. Μόνο όταν αρχίζουν να κουράζονται, τότε θα τα μετακινήσεις δίπλα ελαφριά, γιατί, αν δεν το κάνεις αυτό, θα προσεύχεσαι με κούραση και δεν θα καταλαβαίνεις την ευχή».

Ένα βράδυ σηκώθηκα και βγήκα από το κελί του Γέροντα……και άρχισα να κάνω στο σκοτεινό χωλ τον κανόνα μου. Ο Γέροντας παρακολουθούσε στη διάνοιά μου την ευχή, εάν την κάνω όπως μου είπε. Μόλις είδε ότι άρχισα να κουράζομαι, να μην καταλαβαίνω την ευχή και εγώ είχα ξεχάσει να μετακινήσω τα μάτια μου, μου φωνάζει από μέσα δυνατά: 

Σταματά το λογικό τους


Οι ισχυρογνώμονες, οι φιλόνικοι, οι φιλέριδες, είναι μάταιοι και κενοί. Αγωνίζονται με τους άλλους μέχρι εξάντλησης, και ενώ μπορεί να κατακουραστούν, δεν ενδίδουν. 

Δεν υπολογίζουν τον εαυτό τους και παραφέρονται σαν να καταλαμβάνονται από μανία. 

Φώτης Κόντογλου: Πόσο θα ήθελα να κάθομαι στην Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης πούνε στο Άγιονόρος!


Πόσο θα ήθελα να κάθομαι στην Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης πούνε στο Άγιονόρος!

Μέσα στα άγρια κράκουρα, ξεχασμένος από τον κάθε άνθρωπο, κι’ εγώ να τους έχω ξεχασμένους όλους, εξόν από τους λιγοστούς πατέρας που θα ζούνε μαζί μου.

Να τρυπώσω στο κελλί μου, σα να με κυνηγάνε ληστάδες, να κρυφτώ, να δοξάζω τον Θεό που βρήκα καταφύγιο.

Να απομείνω μοναχός να κάνω την προσευχή μου βαθειά από τα έγκατά μου, να χορτάσω να πίνω από την παρηγορητική πηγή, να μιλώ με τον Θεό όπως μιλά το παιδί στον πατέρα του, «ἑσπέρας καὶ πρωΐ καὶ μεσημβρίας, ἑπτάκις τῆς ἡμέρας».

Να σηκώνομαι τη νύχτα να λέγω το Ψαλτήρι, και να πετώ στον ουρανό.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Ἡ Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου


Βλέπετε αὐτὴ τὴν κοινὴ γιὰ μᾶς ἑορτὴ καὶ εὐφροσύνη, τὴν ὁποία ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς χάρισε μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ ἀνάληψή του στοὺς πιστούς; 

Πήγασε ἀπὸ θλίψη. Βλέπετε αὐτὴ τὴ ζωή, μᾶλλον δέ, τὴν ἀθανασία; Ἐπιφάνηκε σὲ μᾶς ἀπὸ θάνατο. Βλέπετε τὸ οὐράνιο ὕψος, στὸ ὁποῖο ἀνέβηκε κατὰ τὴν ἀνύψωσή του ὁ Κύριος καὶ τὴν ὑπερδεδοξασμένη δόξα ποὺ δοξάσθηκε κατὰ σάρκα; 

Τὸ πέτυχε μὲ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀδοξία. Ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος γι’ αὐτόν, «ταπείνωσε τὸν ἑαυτό του γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα σταυρικοῦ θανάτου, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε καὶ τοῦ χάρισε ὄνομα ἀνώτερο ἀπὸ κάθε ὄνομα, ὥστε στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ νὰ καμφθεῖ κάθε γόνατο ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων καὶ νὰ διακηρύξει κάθε γλώσσα ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος σὲ δόξα Θεοῦ Πατρός».(Φιλιπ. β ,8 – 11).

Ἐὰν λοιπὸν ὁ Θεὸς ὑπερύψωσε τὸ Χριστό του γιὰ τὸ λόγο ὅτι ταπεινώθηκε, ὅτι ἀτιμάσθηκε, ὅτι πειράσθηκε, ὅτι ὑπέμεινε ἐπονείδιστο σταυρὸ καὶ θάνατο γιὰ χάρη μας, πῶς θὰ σώσει καὶ θὰ δοξάσει καὶ θὰ ἀνυψώσει ἐμᾶς, ἂν δὲν ἐπιλέξουμε τὴν ταπείνωση, ἂν δὲν δείξουμε τὴν πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἀγάπη, ἂν δὲν ἀνακτήσουμε τὶς ψυχές μας διὰ τῆς ὑπομονῆς τῶν πειρασμῶν, ἂν δὲν ἀκολουθοῦμε διὰ τῆς στενῆς πύλης καὶ ὁδοῦ, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή, τὸν σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ’ αὐτήν; «διότι, καὶ ὁ Χριστὸς ἔπαθε γιὰ μᾶς, ἀφήνοντάς μας ὑπογραμμό, γιὰ νὰ παρακολουθήσουμε τὰ ἴχνη του». (Α’ Πέτρ. β, 21).

Οἱ Ἅγιοι Κωνσταντίνος καί Ἑλένη οἱ Ἱσαπόστολοι

Ὡς γενέτειρα πόλη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἀναφέρεται τόσο ἡ Ταρσὸς τῆς Κιλικίας ὅσο καὶ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας. Ὡστόσο ἡ ἅποψη ποὺ ἐπικρατεῖ φέρει τὸν Μέγα Κωνσταντίνο νὰ ἔχει γεννηθεῖ στὴ Ναϊσὸ τῆς Ἄνω Μοισίας. Τὸ ἀκριβὲς ἔτος τῆς γεννήσεώς του δὲν εἶναι γνωστὸ, θεωρεῖται ὅμως ὅτι γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 274 – 288 μ.Χ.

Πατέρας του ἦταν ὁ Κωνστάντιος, ποὺ λόγῳ τῆς χλωμότητος τοῦ προσώπου του ὀνομάσθηκε Χλωρὸς, καὶ ἦταν συγγενὴς τοῦ αὐτοκράτορος Κλαυδίου. Μητέρα του ἦταν ἡ Ἁγία Ἑλένη, θυγατέρα ἑνὸς πανδοχέως ἀπὸ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας.

Τὸ 305 μ.Χ. ὁ Κωνσταντίνος εὑρίσκεται στὴν αὐλὴ τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ στὴ Νικομήδεια μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ χιλίαρχου. Τὸ ἴδιο ἔτος οἱ δύο Αὔγουστοι, Διοκλητιανὸς καὶ Μαξιμιανὸς, παραιτοῦνται ἀπὸ τὰ ἀξιώματά τους καὶ ἀποσύρονται. Στὸ ὕπατο ἀξίωμα τοῦ Αὐγούστου προάγονται ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς στὴ Δύση καὶ ὁ Γαλέριος στὴν Ἀνατολή. Ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς πέθανε στὶς 25 Ἰουλίου 306 μ.Χ. καὶ ὁ στρατὸς ἀνακήρυξε Αὔγουστο τὸν Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι ὅμως ποὺ δὲν ἀποδέχθηκε ὁ Γαλέριος. Μετὰ ἀπὸ μιὰ σειρὰ διαφόρων ἱστορικῶν γεγονότων ὁ Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται μὲ τὸν Μαξέντιο, υἱὸ τοῦ Μαξιμιανοῦ, ὁ ὁποῖος πλεονεκτοῦσε στρατηγικὰ, ἐπειδὴ διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα καὶ ὁ στρατὸς τοῦ Κωνσταντίνου ἦταν ἤδη καταπονημένος.

᾿Απόδοσις τοῦ Πάσχα [«ἀπόδοσις τοῦ Χριστός ἀνέστη»]


Η Ανάσταση συνεχίζεται! Αυτό δείχνει και η γιορτή της Αποδόσεως του Πάσχα. Τα ιδία γράμματα της νύχτας της Αναστάσεως, ακούγονται και κατά την Απόδοση του Πάσχα. Τελείται μια μέρα πριν απ’ τη γιορτή της Αναλήψεως.

Κάθε μεγάλη γιορτή στην Ορθόδοξη λατρεία έχει την «απόδοσή» της. Κάθε γιορτή είναι ζωντανό γεγονός, που επαναλαμβάνεται στη ζωή της Εκκλησίας, στη ζωή του πιστού.

Αλλά και για άλλο λόγο γίνεται ο επανεορτασμός μιας εορτής, δηλαδή η απόδοσή της. Για ν’ απολαύσουμε ακόμα μια φορά την ομορφιά της γιορτής.

Όταν ένα θέαμα είναι ωραίο, ποθούμε να το ξαναδούμε. Όταν ένα φαγητό είναι νόστιμο, θέλουμε να το ξαναγευτούμε. Ο εορτασμός κάποιου γεγονότος της ζωής του Χριστού ή της Θεοτόκου, προξενεί γλυκύτητα στη ψυχή, που θέλει να το ξαναγιορτάσει.