Ὁ Προφήτης Ἠλίας ἦταν γιὸς τοῦ Σωβὰκ καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ Θέσβη τῆς περιοχῆς Γαλαάδ, καὶ ἀνῆκε στὴν φυλὴ τοῦ Ἀαρῶν.
Ὅταν γεννήθηκε, ὁ πατέρας του εἶδε μία θεία ὀπτασία: Δυὸ ἄνδρες λευκοφορεμένοι τὸν ὀνόμαζαν Ἠλία, τὸν σπαργάνωναν μὲ φωτιὰ καὶ τοῦ ἔδιναν φλόγα νὰ φάει. Τότε ὁ πατέρας του, πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἀφοῦ περιέγραψε τὴν ὀπτασία στοὺς ἱερεῖς, ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν ἐρμηνεύοντας τὴν ὀπτασία, ὅτι ὁ γιὸς του θὰ γίνει προφήτης καὶ θὰ κρίνει τὸ Ἰσραὴλ μὲ δίκοπο μαχαίρι καὶ φωτιά.
Ὁ Προφήτης ἄσκησε τὸ προφητικό του χάρισμα ἐπὶ 25 ἔτη. Προεῖπε γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὴν γῆ 816 χρόνια πρίν. Ἦταν τόσο μεγάλη ἡ πίστη του, ποὺ κατέβασε τρεῖς φορὲς φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό, σταμάτησε τὴν βροχὴ καὶ ἀνάστησε νεκρούς. Μὲ τὴν φωτιὰ μάλιστα ἔκαψε τοὺς στρατιῶτες ποὺ εἶχε στείλει ὁ βασιλιὰς Ὀχοζίας γιὰ νὰ τὸν συλλάβουν.


