
Το πρώτο μέσο με το όποιο μπορεί κανείς να πιστέψει στον Θεό είναι το κήρυγμα, δεδομένου ότι ή πίστης έρχεται δια της ακοής καί ή ακοή έρχεται με την διήγηση του λόγου του Θεού (Ρωμ. 10,17). Διότι πώς θα πιστέψει εάν δεν ακούσει; (Ίωάν. 1,7 17,20 Πράξ. 8,12 14,27 Ρωμ. 1,5 Έφεσ. 1,13 Β’ Θεσ. 1,10).
Το δεύτερο μέσον είναι ή ανάγνωσης των Αγίων Γραφών, κατά την μαρτυρία ή οποία λέγει: «Ταύτα δε γέγραπται ίνα πιστεύσητε ότι Ιησούς εστίν ό Χριστός ό Υιός του Θεού, καί ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού» (Ίωάν. 20,30-31).
Το τρίτο μέσον είναι τα θαύματα του Θεού «Είπον ούν αύτω· τι ούν ποιείς συ σημείον ίνα ίδωμεν καί πιστεύσωμεν σοι;» (Ίωάν. 6,30 7,31 11,23 20,30-31).
Το τέταρτο μέσον είναι θεωρία των κτισμάτων του Θεού, όπως είναι γραμμένο στην προς Ρωμ. επιστολή (1,20) «Τα γαρ αόρατα αύ-του από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράτε, ή τε αΐδιος αυτού δύναμις καί θειότης, εις το είναι αυτούς αναπολόγητους».




