Ὁ Ἅγιος Προκόπιος, ἔζησε καὶ μεγάλωσε τὰ χρόνια ποὺ αὐτοκράτορας τῶν Ρωμαίων ἦταν ὁ Διοκλητιανός. Ὁ πατέρας του, ὁ Χριστοφόρος, ἦταν εὐσεβὴς ἄνθρωπος, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν μητέρα του ποὺ πίστευε στὰ εἴδωλα.
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του, ἡ μητέρα του τὸν πῆγε στὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος τὸν ἔκανε ἡγεμόνα τῆς πόλης τῶν Ἀλεξανδρέων καὶ τοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ καταδιώκει καὶ νὰ βασανίζει τοὺς χριστιανούς.
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του, ἡ μητέρα του τὸν πῆγε στὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος τὸν ἔκανε ἡγεμόνα τῆς πόλης τῶν Ἀλεξανδρέων καὶ τοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ καταδιώκει καὶ νὰ βασανίζει τοὺς χριστιανούς.
Ἔτσι ὁ Προκόπιος ξεκίνησε γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Κατὰ τὴν πορεία του ὅμως, ξαφνικὰ ἄρχισαν νὰ πέφτουν ἀστραπὲς καὶ βροντὲς καὶ ταυτόχρονα ἄκουσε φωνὴ νὰ τὸν καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά του, ποὺ τὸν ἀπειλοῦσε μὲ θάνατο ἐπειδὴ θὰ κατεδίωκε τοὺς χριστιανοὺς καὶ ταυτόχρονα καὶ τὸν Ἀληθινὸ Θεό.






