Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας ( μέρος β΄ )


[ ... ]


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Δοξολογία

«Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος…». Μ᾿ αὐτὴ τὴ δοξολογία ἀρχίζει ὁ ἱερέας τὴ Λειτουργία. Γιατὶ καὶ οἱ εὐγνώμονες δοῦλοι τὸ ἴδιο κάνουν ὅταν παρουσιάζονται στὸν κύριό τους. Πρῶτα-πρῶτα δηλαδὴ τὸν ἐγκωμιάζουν, κι ἔπειτα τὸν παρακαλοῦν γιὰ τὶς δικές τους ὑποθέσεις.


Εἰρηνικά

Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ πρώτη αἴτηση τοῦ ἱερέα; «Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Λέγοντας εἰρήνη, δὲν ἐννοεῖ μόνο τὴ μεταξύ μας εἰρήνη, ὅταν δηλαδὴ δὲν μνησικακοῦμε ἐναντίον κανενός, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰρήνη πρὸς τοὺς ἑαυτούς μας, ὅταν δηλαδὴ ἡ καρδιά μας δὲν μᾶς κατηγορεῖ γιὰ τίποτα. Τὴν ἀρετὴ τῆς εἰρήνης, βέβαια, τὴν ἔχουμε πάντοτε ἀνάγκη, μὰ ἰδιαίτερα τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, γιατὶ χωρὶς αὐτὴν κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ προσευχηθεῖ σωστὰ καὶ νὰ ἀπολαύσει κάποιο καλὸ ἀπὸ τὴν προσευχή του.

Στὴ συνέχεια παρακαλοῦμε γιὰ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὸ κράτος καὶ τοὺς ἄρχοντες, γιὰ ὅσους βρίσκονται σὲ κινδύνους, γιὰ ὅλους γενικὰ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ δὲν προσευχόμαστε μόνο γιὰ ὅ,τι ἐνδιαφέρει τὴν ψυχή, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ ἀναγκαῖα ὑλικὰ ἀγαθὰ – «ὑπὲρ εὐκρασίας ἀέρων, εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς…». Γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι ὁ αἴτιος καὶ χορηγὸς ὅλων, καὶ σ᾿ Αὐτὸν μόνο πρέπει νὰ ἔχουμε στραμμένα τὰ βλέμματά μας.

Από μας εξαρτάται


Ο Θεός δίνει πλούσια το έλεός του. Από μας όμως, από την ελεύθερη βούλησή μας, εξαρτάται το αν θα το δεχτούμε ή θα το απορρίψουμε, καθώς και το αν θα το δεχτούμε ολόψυχα ή υποκριτικά. 

Τι φέρνει τους Αγγέλους κοντά μας

Αποτέλεσμα εικόνας για τι φερνει τουσ αγγελους κοντα μας

Είναι δόγμα της Εκκλησίας μας η ύπαρξη των αύλων πνευμάτων, των αγγέλων. Στο «Πιστεύω» ομολογούμε ότι ο Θεός είναι «ποιητής ουρανού και γης, ορατών τε και αοράτων». Ανάμεσα στα αόρατα κτίσματα του Θεού είναι οι άσαρκοι –και ως εκ τούτου αόρατοι- άγγελοι. 

Το σώμα που βλέπουν οι πιστοί όταν κάποτε αυτοί εμφανίζονται, είναι φαινομενικό -κατά τους πατέρες- για να μπορούν να τους αντιλαμβάνονται και να επικοινωνούν μαζύ τους. Το ίδιο και τα φτερά τους. Φανερώνουν το ύψος της φύσεως τους, λέγει ο ι. Χρυσόστομος, και επίσης δείχνουν ότι κατεβαίνουν από ψηλά από το Θεό του οποίου είναι αγγελιοφόροι. 

Και είναι δόγμα της Εκκλησίας μας ότι οι άγγελοι βοηθούν και συμπαραστέκονται τους ανθρώπους ποικιλοτρόπως. Λέγει η προς Εβραίους επιστολή ότι οι άγγελοι είναι «λειτουργικά πνεύματα εις διακονία αποστελλόμενα διά τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν» (Εβρ. 1,14).

Ο Μ. Βασίλειος (E.Π.E. 5,219·221) λέγει· «Κοντά στο καθένα που πιστεύει στον Κύριο βρίσκεται άγγελος· εάν βέβαια δεν τον απομακρύνουμε με τα πονηρά μας έργα. Διότι όπως τις μέλισσες τις φυγαδεύει ο καπνός και τα περιστέρια τα εκδιώκει η δυσωδία, έτσι και τον άγγελο που είναι φύλακας της ζωής μας τον απομακρύνει ‘η πολύδακρυς και δυσώδης αμαρτία’. 

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας


Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας



ΠΡΟΛΟΓΟΣ ἐκ τῆς ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ



Η ΘΕΙΑ Λειτουργία ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς ὀρθόδοξης λατρείας. Εἶναι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸ μυστήριο τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ ἀνάμεσά μας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ παραμένει πάντα ἡ μοναδικὴ ἐλπίδα ἀληθινῆς ζωῆς γιὰ τὸν ἄνθρωπο.

Στὸν πνευματικὸ χῶρο τῆς θείας Λειτουργίας μᾶς εἰσάγει ἀριστοτεχνικὰ ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, μεγάλος μυστικὸς θεολόγος καὶ κορυφαῖος θεωρητικὸς της λειτουργικοπνευματικῆς ζωῆς, ὁ σημαντικότερος ἐκπρόσωπος τοῦ ὀρθόδοξου ἀνθρωπισμοῦ τοῦ 14ου αἰῶνα.

Γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη γύρω στὰ 1322. Ἀνατράφηκε χριστιανικὰ ἀπὸ τὴν εὐσεβῆ μητέρα του, ποὺ μετὰ τὴ χηρεία της (1363) ἔγινε μοναχή, διδάχθηκε τὰ ἐγκύκλια γράμματα ἀπὸ τὸν λόγιο θεῖο του Νεῖλο Καβάσιλα, ποὺ ἀργότερα ἀναδείχθηκε σὲ μητροπολίτη Θεσσαλονίκης (1361-1363), καὶ καλλιεργήθηκε πνευματικὰ μέσα στοὺς ἡσυχαστικοὺς κύκλους τῆς γενέτειράς του, ποὺ διευθύνονταν ἀπὸ τὸ μαθητὴ τοῦ ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτη Ἰσίδωρο, τὸν κατοπινὸ οἰκουμενικὸ πατριάρχη (1347-1349).

Γιὰ ἑφτὰ περίπου χρόνια (1335-1342) σπούδασε στὴν Κωνσταντινούπολη φιλοσοφία, θεολογία, ρητορική, νομική, μαθηματικὰ καὶ ἀστρονομία.

Στὴν πατρίδα του ξαναβρέθηκε στὰ χρόνια της ἐπαναστάσεως καὶ κυριαρχίας τῶν Ζηλωτῶν (1342-1349), παίρνοντας ἐνεργὸ μέρος στὶς πολιτικὲς ζυμώσεις, καθὼς καὶ στὰ 1363-1364 γιὰ οἰκογενειακὲς ὑποθέσεις. Τὸ ὑπόλοιπο καὶ μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς του τὸ πέρασε στὴ Βασιλεύουσα, ὅπου, πέρα ἀπὸ τὴν ἐνασχόλησή του μὲ τὰ κοινὰ πράγματα -κοντὰ στ᾿ ἄλλα διετέλεσε καὶ σύμβουλος τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννη ΣΤ´ Καντακουζηνοῦ (1347-1355)-, ἐπιδόθηκε σὲ περαιτέρω μελέτες καὶ στὴ συγγραφή. Τελικά, πάντως, ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια καί, καθὼς φαίνεται, ἔγινε μοναχός, ἴσως καὶ κληρικός. Κοιμήθηκε εἰρηνικὰ μετὰ τὸ 1391, πιθανότατα στὴ μονὴ τῶν Μαγγάνων.

Τον καθένα ξεχωριστά


Ο Χριστός δεν βλέπει τον κόσμο σαν μάζα, αλλά βλέπει τον κάθε άνθρωπο σαν πρόσωπο μοναδικό, θεραπεύει τον καθένα ξεχωριστά και διατηρεί τον χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου. Δεν τους κάνει όλους το ίδιο. 

Γιά τούς άγγέλους


Γιά τούς άγγέλους
Είπε ό Γέροντας σε κάποιον:

— Νά μή στενοχωριέσαι. Θά κάνεις τις προσευχές σου, θά λες γλυκόλογα του Χριστού. Θά ζητάς άνυψώσεις μέσω των άγιων άγγέλων («τίς δώσει μοι πτέρυγας ώσεί περιστεράς και πετασθήσομαι καί καταπαύσω;» Ψαλμ. 54, 7).

Μεταφέρουν τον άγιασμό οί άγγελοι. Μόνο αυτοί μπορούν νά δοξάζουν τόσο τον Θεό.

Είναι ειδικά φώτα, του πρώτου φωτός δεύτερα, πού
ανακλούν τό πρώτο φώς. Έχουν:

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὁ σοφός διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας


Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὁ πάμφτωχος καὶ διαχρονικὸς αὐτὸς φωστήρας τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ μέγιστος διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Γένους μας, γεννήθηκε στὴν Χώρα τῆς Νάξου τὸ ἔτος 1749 ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς, τὸν Ἀντώνιο καὶ τὴν Ἀναστασία Καλλιβρούτση. Κατὰ τὴν βάπτισή του ἔλαβε τὸ ὄνομα Νικόλαος. 

Νηπιόθεν γαλουχήθηκε μὲ τὰ ζωογόνα νάματα τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς πίστεως καὶ ἀνετράφη «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου», ὅπως παραγγέλλει ὁ θεῖος Παῦλος (Ἐφεσ. στ’ 4). Τὴν ἔμφυτη πρὸς τὰ θεία κλήση του, αὔξησε ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη ποὺ πῆρε ἀπὸ τὸ οἰκογενειακό του περιβάλλον καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν ἐκλεκτή του μητέρα, τὴν δὲ εὐφυΐα του ἐκαλλιέργησε καὶ πολλαπλασίασε ἡ μελέτη καὶ ἡ σπουδή.

Προώδευε στὴν ἀρετὴ καὶ στὴν γνώση κατὰ τρόπο θαυμαστό. Κατ’ ἀρχήν, φοίτησε στὴν γενέτειρά του καὶ στὴν Σχολὴ Ἁγίου Γεωργίου περιοχῆς Γρόττας, Χώρας Νάξου, μὲ διδάσκαλο τὸν Ἀρχιμανδρίτη Χρύσανθο, αὐτάδελφο τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Τὶς γνώσεις του συμπλήρωσε στὴν περίφημη Εὐαγγελικὴ Σχολὴ τῆς Σμύρνης, ὅπου φοίτησε γιὰ πέντε χρόνια, μὲ διδάσκαλο τὸν Ἰερόθεο Βουλισμά, διευθυντὴ τῆς Σχολῆς αὐτῆς. 

Δεν φαίνονται έτσι


Όπως οι κατά σάρκα γονείς έχουν ιδιαίτερη φυσική αγάπη στα παιδιά τους, έτσι και ο νους έχει φυσικό σύνδεσμο με τους λόγους του. 

Και όπως όσοι γονείς αγαπούν παθολογικά τα παιδιά τους, τα θεωρούν πως είναι τα πιο ικανά και τα πιο ωραία, ακόμα κι αν είναι σε όλα τα πιο καταγέλαστα, έτσι και στην άφρονα νου οι λόγοι του, ακόμα κι αν είναι οι χειρότεροι απ᾿ όλους, του φαίνονται φρονιμότατοι. 

«Φώτης Κόντογλου, Κυδωνιεύς»

Η φωτογραφία είναι η τελευταία του Φώτη Κόντογλου, Μάιος 1965

Μας συγκίνησε το γεγονός ότι φίλοι του Φώτη Κόντογλου θυμήθηκαν την επέτειο του θανάτου του, στις 13 Ιουλίου 1965. Τι θυμάμαι εγώ, ο συνονόματος εγγονός του από τότε;

Ήταν 13 Ιουλίου του 1965. Ήμουν 13 ετών. Είχα να δω τη μάνα μου, τη Δεσπούλα, μέρες. Η γιαγιά Μαρία, βαριά στο ένα νοσοκομείο, ο παππούς Φώτης, βαριά κι αυτός στο άλλο. 

Που να προλάβει … Είχα βγει για να ψωνίσω στο τέρμα Πατησίων και γύριζα κατάκοπος, μπαφιασμένος, καταϊδρωμένος από τον ανήφορο, μεσημεριάτικα μέσα στο λιοπύρι. Στρίβοντας στην οδό Βιζυηνού σταμάτησα ξαφνιασμένος.

Νέκρα. Ψυχή στο δρόμο. Τα παραθυρόφυλλα κλειστά, τα σπίτια βουβά. Κακοφορέθηκα. Άνοιξα την πόρτα με το κλειδί. Στην κουζίνα καθόταν ο κύριος Θύμιος ο Βαρθολομαίος, φίλος αγαπημένος του σπιτιού. Με κοίταξε, τον κοίταξα, δεν είπαμε λέξη. Κατάλαβα. Κι ένιωσα τα σωθικά μου να αδειάζουν.

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Ο καρπός της νυχτερινής προσευχής και η δύ-ναμη της ευχής (Θαυμαστή Αγιορείτικη διήγηση!)

Αποτέλεσμα εικόνας για η δυναμη της βραδυνης προσευχης

– Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών…, η φωνή του Αφυπνιστή* αντήχησε μέσα στην παγωμένη νύχτα του χειμώνα και ταυτόχρονα ένας ρυθμικός χτύπος ακούστηκε στην πόρτα του κελλιού.

Ο μοναχός ξύπνησε. Κοίταξε γύρω του. Σκοτάδι απλώθηκε σ’ όλο το κελλί του. Η αμέλεια ρίχνει τα πρώτα βέλη της, για να λαβώσει τον αγωνιστή.

– «Είναι νωρίς ακόμη», του ψιθυρίζει. «Κοιμήσου λίγο να ξεκουραστείς και αργότερα με όρεξη… θα κάνεις τα πνευματικά σου».

Ο μοναχός όμως δε φαίνεται να συμφώνησε με το λογισμό.

– «Αμήν», απαντά αμέσως. Η πρώτη νίκη της νύχτας! Και ταυτόχρονα χαρά μεγάλη στον ουρανό. Οι άγγελοι χειροκρότησαν τον αγωνιστή. Αλλά ο δαίμονας της αμέλειας δεν αποθαρρύνεται.

– «Είναι νύχτα και έχει υγρασία. Πώς θα προσευχηθείς;»

Ἑβδομαδιαῖον Πρόγραμμα Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν

Κυριακάτικο Κήρυγμα


Κυριακή ΣΤ' Ματθαίου


Η σημερινή ευαγγελική περικοπή είναι παρμένη από το κατά Ματθαίον Ιερό Ευαγγέλιο και συνέχεια της διήγησης της θεραπείας των δαιμονισμένων στα Γάδαρα. Μετά την απαλλαγή των δύο εκείνων βασανισμένων ανθρώπων από τα δαιμόνια και το καταγκρέμισμα των χοίρων που ακολούθησε, οι κάτοικοι της περιοχής ζητούν από τον Ιησού Χριστό να απομακρυνθεί από τον τόπο τους. Ο Κύριος, σεβόμενος την ελευθερία τους, επιστρέφει «εις την ιδίαν πόλιν».

Τότε έρχονται κάποιοι κρατώντας ένα παράλυτο ξαπλωμένο στο κρεβάτι του. «Καί προύθηκαν τω Χριστώ τον κάμνοντα, λέγοντες μεν ουδέν, αυτώ δε το παν επιτρέποντες. Εν αρχή μεν γαρ και αυτός περιήγε, και ου τοσαύτην παρά των προσιόντων ήτει την πίστιν˙ ενταύθα δέ και προσήεσαν, και πίστην απητούντο» 
(Αγ. Ιωάννη του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, Ομιλία 29). 

Είναι λοιπόν ολοφάνερη η πίστη τόσο των ανθρώπων που βαστάζουν τον παράλυτο, αφού δεν λογαριάζουν καθόλου τον κόπο τους, όσο και του ίδιου του παράλυτου, αφού δέχεται χωρίς γογγυσμό την ταλαιπωρία της μεταφοράς. 

Έτσι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός δεν τον υποβάλλει σε «εξέταση πίστεως» όπως π.χ. στην περίπτωση της Χαναναίας, αλλά αμέσως του δίδει την άφεση των αμαρτιών του. Με την άφεση που δίνει ο Κύριος στον παράλυτο προβαίνει πρώτα στη θεραπεία της ψυχής που δεν είναι ορατή και φανερώνει τη θεότητά Του και την ισοτιμία Του με τον Πατέρα.