Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος: Λόγος περί πίστεως και διδασκαλία


Λόγος περί πίστεως Και διδασκαλία για εκείνους πού λένε, ότι δεν είναι δυνατόν εκείνοι πού βρίσκονται μέσα στις φροντίδες του κόσμου να φτάσουν στην τελειότητα των αρετών. Και διήγηση επωφελής στην αρχή.


Αδελφοί και πατέρες· είναι καλό να διακηρύττομε σε όλους το έλεος του Θεού και να φανερώνομε στους πλησίον μας την ευσπλαχνία και την ανείπωτη αγαθότητα του Θεού προς εμάς. « Εγώ λοιπόν, καθώς το βλέπετε, μήτε νηστείες έκανα, μήτε αγρυπνίες, μήτε χαμαικοιτίες, αλλά μόνο ταπεινώθηκα και ο Κύριος σύντομα με έσωσε», λέει ο θειος Δαβίδ. Και μπορεί κανείς να πει πολύ πιο σύντομα: «Μόνο πίστεψα, και με δέχτηκε ο Κύριος». 

Επειδή είναι πολλά αυτά πού μας εμποδίζουν ν΄ αποκτήσομε την ταπείνωση, να βρούμε όμως την πίστη δεν μας εμποδίζει τίποτε. Γιατί αν το θελήσομε ολόψυχα, ευθύς ενεργεί μέσα μας η πίστη, αφού είναι δώρο του Θεού και φυσικό προσόν, αν και υπόκειται στην αυτεξουσιότητα της προαιρέσεώς μας. Γι΄ αυτό ακόμη και οι Σκύθες και οι βάρβαροι πιστεύουν ο ένας τα λόγια του άλλου. Και για να σας δείξω στην πράξη την ενέργεια της ενδιάθετης πίστεως και να βεβαιώσω όσα είπα, ακούστε να σας διηγηθώ κάτι πού άκουσα από κάποιον πού δεν ψεύδεται.

Κάποιος, Γεώργιος ονομαζόμενος, νέος στην ηλικία, έως είκοσι χρόνων, κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη τώρα στους καιρούς μας· ο οποίος ήταν όμορφος και φανταχτερός στην εμφάνιση, τούς τρόπους και το βάδισμα, έτσι πού μερικοί από τούτα σχημάτισαν κακή γνώμη γι΄ αυτόν, όσοι δηλαδή βλέπουν μόνο τα εξωτερικά και κρίνουν κακώς τα των άλλων. Αυτός γνωρίστηκε με κάποιον άγιο μοναχό πού ζούσε σ΄ ένα μοναστήρι της πόλεως, και αναθέτοντάς του όλα τα της ψυχής του, έλαβε από αυτόν για υπενθύμιση μια μικρή εντολή (ένα σύντομο κανόνα). Ο νέος ζήτησε ακόμη από τον γέροντα να του δώσει κανένα βιβλίο πού να περιέχει διηγήσεις για τη ζωή των μοναχών και την πρακτική τους άσκηση. Εκείνος του έδωσε να διαβάσει το σύγγραμμα του μοναχού Μάρκου πού διδάσκει περί του πνευματικού νόμου· το οποίο ο νέος το πήρε σαν να ήταν σταλμένο από τον ίδιο το Θεό. Και ελπίζοντας πώς θα λάβει πολύ μεγάλη ωφέλεια από αυτό, το διάβασε όλο με πόθο και προσοχή. Και ωφελήθηκε βέβαια απ΄ όλα όσα διάβασε, όμως τρία κεφάλαια* μόνο ενσφήνωσε, να πω έτσι, στην καρδιά του.

Το ένα έλεγε επί λέξει: « Αν ζητάς τη θεραπεία της ψυχής σου, επιμελήσου τη συνείδησή σου, και να κάνεις όσα αυτή σου επιδεικνύει, και θα βρεις ωφέλεια». Το άλλο έλεγε: « Όποιος ζητά τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος προτού να εργαστεί τις εντολές του Θεού, είναι παρόμοιος με αγορασμένο δούλο, ο οποίος την ίδια ώρα πού αγοράστηκε ζητά να του δώσουν και το χαρτί της απελευθερώσεως». Και το τρίτο έλεγε: « Εκείνος πού προσεύχεται σωματικά και δεν απέκτησε ακόμη γνώση πνευματική, είναι παρόμοιος με τον τυφλό πού φώναζε '' Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με ''. Όταν ο πρώην τυφλός έλαβε το φως του και είδε τον Κύριο, δεν τον ονόμασε πλέον υιό Δαβίδ, αλλά τον ομολόγησε Υιό Θεού και τον προσκύνησε».

Αυτά λοιπόν τα διάβασε ο νέος εκείνος και τα θαύμασε, και πίστεψε ότι με την επιμέλεια της συνειδήσεως θα βρει ωφέλεια και με την εργασία των εντολών θα δεχτεί συνειδητά την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και με τη χάρη Του θ΄ ανοίξουν τα νοερά του μάτια και θα δει τον Κύριο. Και πληγωμένος από την αγάπη και την επιθυμία του Κυρίου, ζητούσε πλέον το Πρώτο Κάλλος, το αόρατο.

Τίποτε άλλο όμως δεν έκανε, καθώς με βεβαίωσε ύστερα με όρκους, παρά μόνο εκτελούσε κάθε βράδυ το σύντομο κανόνα πού του όρισε ο άγιος εκείνος γέρων, και τότε πλάγιαζε και κοιμόταν. Και καθώς η συνείδηση του έλεγε: «Κάνε κι άλλες μετάνοιες, πρόσθεσε κι άλλους ψαλμούς, πες κι άλλο το Κύριε ελέησον, αφού μπορείς», αυτός υπάκουε σ΄ αυτήν πρόθυμα κι αδίστακτα κι έτσι έπραττε, σαν να τα έλεγε ο ίδιος ο Θεός. Και από τότε πλέον δεν κοιμήθηκε ποτέ με τη συνείδηση να τον ελέγχει και να λέει: «Αυτό γιατί δεν το έκανες;». 

Κι έτσι, υπακούοντας αυτός χωρίς παράλειψη στη συνείδησή του κι εκείνη προσθέτοντας μέρα με τη μέρα περισσότερο, σε λίγες μέρες αυξήθηκε πολύ η εσπερινή προσευχή του. Κατά τη διάρκεια της ημέρας είχε την επιστασία του σπιτιού ενός πατρικίου κι είχε πολλές βιοτικές φροντίδες και πήγαινε κάθε μέρα στο Παλάτι· έτσι κανείς δεν αντιλήφθηκε όσα αυτός έπραττε το βράδυ. Αλλά κάθε βράδυ έτρεχαν από τα μάτια του δάκρυα κι έκανε πολλές γονυκλισίες και μετάνοιες και όταν στεκόταν σε προσευχή είχε τα πόδια κολλημένα μεταξύ τους και ακίνητα και διάβαζε ευχές στη Θεοτόκο με πόνο και στεναγμούς και δάκρυα και, σαν να ήταν ο Κύριος παρών σωματικά, έτσι έπεφτε εμπρός στα άχραντα πόδια Του και ως τυφλός του ζητούσε να τον σπλαχνιστεί και να του χαρίσει το φως των ματιών της ψυχής του. 

Και καθώς πλήθαινε κάθε βράδυ η προσευχή, κρατούσε ως τα μεσάνυχτα, κι όση ώρα προσευχόταν, στεκόταν όρθιος σαν κολόνα η σαν ασώματος, χωρίς διόλου να χαλαρώνει η να ραθυμεί η έστω να κινεί κανένα μέλος του σώματός του, μήτε τα μάτια του να στρέψει η να τα σηκώσει.

Ένα βράδυ λοιπόν, πού ήταν όρθιος κι έλεγε το «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ» με το νου μάλλον παρά με το στόμα, έξαφνα φανερώθηκε πλούσια από ψηλά μια έλλαμψη θεϊκή και γέμισε από φως όλο τον τόπο και ο νέος αγνόησε και λησμόνησε αν βρισκόταν μέσα σε σπίτι η αν ήταν κάτω από στέγη, γιατί παντού έβλεπε μόνο φως και δεν ήξερε μήτε αν πατούσε στη γη. 

Ούτε φόβο είχε μήπως πέσει, ούτε καμία φροντίδα του κόσμου, ούτε τίποτε άλλο από όσα ταιριάζουν σε ανθρώπους πού έχουν σώμα περνούσε από το λογισμό του. Αλλά μένοντας τελείως μέσα στο άϋλο φως, του φαινόταν πώς έγινε και αυτός φως και λησμόνησε όλο τον κόσμο κι ήταν όλος γεμάτος από δάκρυα κι από ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση. Και ύστερα από τούτο ανέβηκε ο νους του στον ουρανό κι εκεί είδε άλλο φως λαμπρότερο από το γύρω του· και κοντά σ΄ εκείνο το φως του φάνηκε να στέκεται ο άγιος και ισάγγελος εκείνος γέροντας πού του έδωσε, όπως είπαμε, την εντολή και το βιβλίο.

Εγώ λοιπόν, καθώς τʼ άκουσα από το νέο, σκέφτηκα ότι και η πρεσβεία του αγίου εκείνου θα είχε συνεργήσει πολύ σε τούτο και ότι ο Θεός πάλι θα οικονόμησε να δείξει στο νέο σε ποιο ύψος αρετής βρισκόταν ο άγιος εκείνος. Όταν πέρασε αυτή η θεωρία και ήρθε πάλι στον εαυτό του ο νέος εκείνος, όπως έλεγε, ήταν γεμάτος από χαρά και θαυμασμό και έκπληξη και δάκρυζε από την καρδιά του· και μαζί με τα δάκρυα ακολουθούσε και μία γλυκύτητα. Τέλος, πλάγιασε να κοιμηθεί και την ίδια ώρα λάλησε ο πετεινός, δείχνοντας τη μέση της νύχτας· και σε λίγο σήμαναν οι εκκλησίες για το Όρθρο. Και σηκώθηκε ο νέος για να ψάλλει κατά τη συνήθειά του, χωρίς να σκεφτεί καθόλου τον ύπνο εκείνη τη νύχτα.

Αυτά έγιναν όπως ο Θεός γνωρίζει, ο οποίος και τα πραγματοποίησε για λόγους πού μόνο Εκείνος ξέρει, ενώ ο νέος δεν έκανε τίποτε περισσότερο από όσα ακούσατε, πλην είχε ορθή πίστη και αδίστακτη ελπίδα. Και μην πει κανείς, πώς εκείνος τα έκανε αυτά για να δοκιμάσει· γιατί αυτός μήτε με το λογισμό του είπε μήτε καν σκέφτηκε κάτι τέτοιο -επειδή όποιος δοκιμάζει η πειράζει το Θεό, δεν έχει πίστη. Αλλά απορρίπτοντας ο νέος εκείνος κάθε άλλον εμπαθή και φιλήδονο λογισμό, φρόντιζε τόσο πολύ -όπως έλεγε με όρκο- να πραγματοποιεί εκείνα πού του έλεγε η συνείδησή του, ώστε σε όλα τα άλλα αισθητά πράγματα του κόσμου να είναι σαν αναίσθητος και δεν ήθελε μήτε να φάει η να πιει ηδονικά η συχνότερα.

Ακούσατε, αδελφοί μου, τι κατορθώνει η πίστη στο Θεό, όταν βεβαιώνεται με τα έργα; Καταλάβατε πώς μήτε η νεότητα είναι απορριπτέα, μήτε το γήρας ωφέλιμο, αν λείπει η σύνεση και ο φόβος του Θεού; Μάθατε ότι μήτε η παραμονή στην πόλη μας εμποδίζει να εργαστούμε τις εντολές του Θεού, αν έχουμε προθυμία και εγρήγορση, μήτε η ησυχία και η αναχώρηση από τον κόσμο μας ωφελούν αν βρισκόμαστε σε ραθυμία και αμέλεια; 

Όλοι μας ακούμε για τον Δαβίδ και θαυμάζομε και λέμε ότι ένας Δαβίδ έγινε κι όχι άλλος· και να πού σε τούτο το νέο συνέβη κάτι περισσότερο από το Δαβίδ. Γιατί ο Δαβίδ έλαβε τη μαρτυρία από τον ίδιο το Θεό, χρίστηκε προφήτης και βασιλιάς, έγινε μέτοχος του Αγίου Πνεύματος κι είχε λάβει πολλές αποδείξεις περί Θεού. Όταν λοιπόν αμάρτησε κι έχασε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και το αξίωμα της προφητείας και αποξενώθηκε από τη συναναστροφή του Θεού, τι το παράδοξο πού τα ζήτησε πάλι, όταν έφερε στο νου του τη χάρη από την οποία ξέπεσε; Ο νέος όμως αυτός τίποτε τέτοιο δεν είχε σκεφτεί ποτέ, αλλά ήταν προσηλωμένος μόνο στα κοσμικά πράγματα κι έβλεπε μόνο τα πρόσκαιρα και η διάνοιά του δεν είχε φανταστεί τίποτε ανώτερο από τα γήινα· και -τι θαυμαστά τα κρίματά Σου,Κύριε!- μόνο άκουσε γι΄ αυτά κι ευθύς πίστεψε. 

Και τόσο πολύ πίστεψε, ώστε να παρουσιάσει και έργα πού αρμόζουν στην πίστη, με τα όποια η διάνοιά του πήρε φτερά και έφτασε στους ουρανούς κι έκανε τη Μητέρα του Χριστού να τον ευσπλαχνιστεί και με την πρεσβεία της εξιλέωσε το Θεό και κατέβασε ως αυτόν τη χάρη του Πνεύματος· και αυτή τον δυνάμωσε να φτάσει ως τον ουρανό και τον αξίωσε να δει φως, το οποίο όλοι το επιθυμούν μα πολύ λίγοι το πετυχαίνουν.

Ο νέος αυτός πού μήτε χρόνους πολλούς νήστεψε, μήτε ποτέ κοιμήθηκε στο έδαφος, μήτε φόρεσε τρίχινα ρούχα, μήτε τη μοναχική κουρά έλαβε, μήτε από τον κόσμο αναχώρησε σωματικά, αλλά μόνο πνευματικά· μόνο αγρύπνησε λίγο, και φάνηκε ανώτερος από τον Λώτ στα Σόδομα. Ή μάλλον, έγινε άγγελος μέσα σε σώμα, πού ενώ οι άλλοι τον ψηλαφούσαν και τον έβλεπαν, ήταν εντούτοις ακράτητος και ασύλληπτος, άνθρωπος στο φαινόμενο και άσαρκος στο νοούμενο, βλεπόμενος από όλους και μόνος ευρισκόμενος με μόνο τον παντογνώστη Θεό. 

Γι΄ αυτό και με τη δύση του αισθητού ηλίου τον έλουσε το γλυκύ φως του νοητού Ηλίου, και πολύ εύλογα· γιατί η αγάπη του προς τον ζητούμενο Θεό τον έβγαλε τελείως από τον κόσμο και από την ίδια του τη φύση και από όλα τα πράγματα και τον έκανε όλον πνευματικό και όλον φως, και μάλιστα ενώ κατοικούσε μέσα στην πόλη κι είχε την επιστασία ενός αρχοντικού και φρόντιζε για δούλους και ελεύθερους και έκανε και έπραττε όλα όσα αρμόζουν στο βίο.

Αλλά είναι αρκετά αυτά πού είπαμε και για έπαινο του νέου και για παρακίνηση δική σας στον πόθο και τη μίμησή του, ή θέλετε να σας πω και αλλά μεγαλύτερα, τα όποια ίσως δεν μπορέσει να δεχτεί η ακοή σας; Όμως τι άλλο θα βρεθεί μεγαλύτερο η τελειότερο από αυτό; 

Σίγουρα, δεν υπάρχει άλλο μεγαλύτερο, καθώς λέει ο Θεολόγος Γρηγόριος: « Αρχή της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου. Όπου είναι ο φόβος, εκεί και η φύλαξη των εντολών· και όπου η φύλαξη των εντολών, εκεί και η κάθαρση της σάρκας, η οποία είναι ένα νέφος εμπρός στην ψυχή και δεν την αφήνει να δει καθαρά τη λάμψη τη θεϊκή· κι εκεί πού είναι η κάθαρση, εκεί και η έλλαμψη. Και η έλλαμψη είναι η ικανοποίηση του πόθου αυτών πού ποθούν τα μέγιστα η το μέγιστο η αυτό πού είναι πάνω από μέγα.» Λέγοντας αυτά φανέρωσε ότι ο φωτισμός του Πνεύματος είναι τέλος ατελές κάθε αρετής, και όποιος έρθει σ΄ αυτόν, έφτασε στο τέλος και το πέρας όλων των αισθητών και βρήκε την αρχή της γνώσεως των πνευματικών.

Αυτά είναι, αδελφοί μου, τα θαυμάσια του Θεού· για τούτο φανερώνει ο Θεός τούς κρυπτόμενους Αγίους Του, ώστε άλλοι να τούς μιμηθούν και άλλοι να μείνουν αναπολόγητοι. Γιατί κι εκείνοι πού βρίσκονται μέσα στους περισπασμούς και όσοι είναι στα κοινόβια, τα όρη και τα σπήλαια και πολιτεύονται όπως πρέπει, σώζονται και αξιώνονται να λάβουν από το Θεό μεγάλα καλά, για μόνη την πίστη τους προς Αυτόν, έτσι ώστε όσοι αποτυγχάνουν από ραθυμία, να μην έχουν να πουν τίποτε την ημέρα της Κρίσεως. 

Γιατί, αδελφοί μου, δεν ψεύδεται Αυτός πού υποσχέθηκε να σώζει για μόνη την πίστη προς Αυτόν. Λοιπόν λυπηθείτε τον εαυτό σας και εμάς πού σας αγαπούμε και συχνά θρηνούμε και κλαίμε για χάρη σας -γιατί τέτοιοι προστάζει να είμαστε ο σπλαχνικός και ελεήμων Θεός-· και πιστεύοντας ολόψυχα στον Κύριο, αφήστε τη γη κι όλα όσα παρέρχονται, και προσέλθετε και κολληθείτε σ΄ Αυτόν, γιατί λίγο ακόμη και ο ουρανός με τη γη θα παρέλθουν, και έξω από το Θεό δεν υπάρχει ούτε στάση ούτε πέρας ούτε κατάληξη της πτώσεως των αμαρτωλών. Αφού δηλαδή ο Θεός είναι αχώρητος και ακατάληπτος, πές μου, αν μπορείς, που θα βρεθεί τόπος για όσους εκπίπτουν από τη βασιλεία Του;

Μου έρχεται να θρηνώ και λυπούμαι υπερβολικά και λιώνω για σας, όταν συλλογιστώ πώς έχουμε τέτοιο Κύριο πλουσιόδωρο και φιλάνθρωπο, πού για μόνη την πίστη μας προς Αυτόν μας χαρίζει αυτά πού υπερβαίνουν κάθε νου και ακοή και διάνοια και πού ποτέ δεν τα συνέλαβε άνθρωπος, κι εμείς σαν άλογα ζώα προτιμούμε μόνο τη γη και όσα η γη βγάζει για μας από την πολλή ευσπλαχνία του Θεού για να επαρκούμε στις ανάγκες του σώματος· ώστε εμείς να τρεφόμαστε από αυτά με μέτρο και η ψυχή μας να κάνει ανεμπόδιστα την πορεία της προς τα άνω, τρεφόμενη και αυτή με τη νοερή τροφή του Πνεύματος, ανάλογα με την κάθαρση και την ανάβασή της.

Γιατί αυτό είναι ο άνθρωπος και για τούτο δημιουργηθήκαμε και ήρθαμε στην ύπαρξη· δεχόμενοι εδώ αυτές τις μικρές ευεργεσίες, με την ευχαριστία και την ευγνωμοσύνη προς το Θεό ν΄ απολαύσομε εκεί τα ανώτερα και αιώνια. Αλλά εμείς, αλίμονο, ενώ δε φροντίζομε καθόλου για τα μέλλοντα, είμαστε αχάριστοι για όσα απολαμβάνομε εδώ, κι έτσι γινόμαστε παρόμοιοι με τούς δαίμονες η και χειρότεροι, αν πρέπει να πω την αλήθεια. Και για τούτο πρέπει να τιμωρηθούμε περισσότερο, γιατί και περισσότερες ευεργεσίες λάβαμε και γνωρίζομε Θεό πού έγινε για μας άνθρωπος όπως εμείς, μόνο χωρίς την αμαρτία, για να μας απαλλάξει από την πλάνη και να μας ελευθερώσει από την αμαρτία. Τι άλλο να πω; Σε όλα αυτά πιστεύομε μονάχα με τα λόγια, και με τα έργα τα αρνούμαστε. 

Δεν ακούγεται παντού το όνομα του Χριστού, στις πόλεις και τα χωριά και τα κοινόβια και τα όρη; Αν θέλεις, κοίταξε και εξέτασε προσεκτικά, αν τηρούν τις εντολές Του· και μόλις θα βρεις -είναι αλήθεια- ένα σε χιλιάδες η ένα σε μυριάδες πού να είναι Χριστιανός και με τα λόγια και με τα έργα. Δεν είπε ο Κύριος και Θεός μας στο άγιο ευαγγέλιο: « Όποιος πιστέψει σ΄ εμένα θα κάνει κι αυτός τα έργα πού κάνω εγώ κι ακόμη μεγαλύτερα»; Ποιος λοιπόν από εμάς τολμά να πει: «Εγώ κάνω έργα Χριστού και πιστεύω ορθά στο Χριστό»; 

Δε βλέπετε, αδελφοί, ότι έχουμε να βρεθούμε άπιστοι κατά την ημέρα της κρίσεως και να κολαστούμε χειρότερα από εκείνους πού δε γνωρίζουν τον Κύριο; Γιατί είναι ανάγκη η εμείς να καταδικαστούμε ως άπιστοι, η ο Χριστός να αποδειχτεί ψεύτης, το οποίο είναι αδύνατο, αδελφοί μου, αδύνατο.

Αυτά τα έγραψα όχι για να εμποδίσω την αναχώρηση από τον κόσμο και να προβάλω τη ζωή μέσα σ΄ αυτόν, αλλά για να πληροφορήσω όλους όσοι διαβάσουν την παρούσα διήγηση, πώς εκείνος πού θέλει να κάνει το αγαθό, έλαβε και τη δύναμη από το Θεό να μπορεί να το κάνει σε κάθε τόπο.

(Και να αξιωθεί να λάβει και χαρίσματα πνευματικά και θείες θεωρίες όπως και τούτος ο νέος, ο ευλογημένος Γεώργιος, τον οποίο επειδή είχα γνώριμο και στενό φίλο, τον παρακάλεσα και μου τα διηγήθηκε καθώς τα έγραψα).

Για τούτο, αδελφοί μου εν Χριστώ, σας παρακαλώ ας τρέξομε κι εμείς με κόπο το δρόμο των εντολών του Χριστού, και δεν πρόκειται να καλύψει η ντροπή τα πρόσωπά μας. 

Γιατί όπως ο Χριστός ανοίγει τις πύλες της βασιλείας Του σε καθένα πού χτυπά επίμονα, και δίνει το ευθές και πανάγιο Πνεύμα σε καθένα πού γυρεύει, και είναι αδύνατο, εκείνος πού ζητά ολοψύχως, να μη βρει τον πλούτο των χαρισμάτων Του, έτσι κι εσείς θα εντρυφήσετε στα απόρρητα αγαθά Του, τα όποια ετοίμασε γι΄ αυτούς πού τον αγαπούν, τώρα βέβαια εν μέρει και με πνευματική σοφία, κατά τον μέλλοντα όμως αιώνα ολοκληρωτικά, μαζί με όλους τούς Αγίους, με τη χάρη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας. Σ΄ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Σκέψεις γιὰ τὸν θάνατο

Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov

Ὁ κλῆρος ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς, κλῆρος ἀναπόφευκτος, εἶναι ὁ θάνατος. Τὸν φοβόμαστε ὡς τὸν πιὸ ἄσπονδο ἐχθρό μας. Τὰ θύματά του τὰ κλαῖμε πικρά. Ὡστόσο ζοῦμε σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε θάνατος, ζοῦμε σὰν νὰ εἴμαστε αἰώνιοι πάνω στὴ γῆ.

Τάφε μου! Γιατί σὲ ξεχνῶ; Ἐσὺ μὲ περιμένεις. Περιμένεις νὰ γίνω ὁ κάτοικός σου. Καὶ θὰ γίνω. Γιατί, λοιπόν, σὲ ξεχνῶ καὶ ζῶ σὰν νὰ περιμένεις κάθε ἄλλον ἄνθρωπο ἐκτὸς ἀπὸ μένα;

Ἡ ἁμαρτία μοῦ στέρησε καὶ μοῦ στερεῖ τὴ γνώση καὶ τὴν αἴσθηση κάθε ἀλήθειας. Μοῦ κλέβει, μοῦ ἁρπάζει ἀπὸ τὸν νοῦ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, τοῦ τελευταίου καὶ συνάμα τοῦ πιὸ σημαντικοῦ καὶ τοῦ πιὸ βέβαιου γεγονότος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Γιὰ νὰ θυμόμαστε τὸν θάνατο, πρέπει νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ καθαρίζονται, νεκρώνονται γιὰ τὸν κόσμο καὶ ἀναζωογονοῦνται γιὰ τὸν Κύριο. Ὁ νοῦς, ὅσο ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τοὺς κακοὺς ἤ καὶ ἁπλῶς μάταιους λογισμούς, τόσο συλλογίζεται τὸν θάνατο. Ἡ καρδιά, ὅσο ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ πάθη, τόσο τὸν προαισθάνεται. Καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά, ὅσο ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ κόσμο, τόσο στρέφονται πρὸς τὴν αἰωνιότητα· ὅσο ἀγαποῦν τὸν Χριστό, τόσο ποθοῦν νὰ βρεθοῦν κοντά Του, μολονότι, ἔχοντας συναίσθηση τοῦ μεγαλείου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς δικῆς τους ἁμαρτωλότητας, ἀναλογίζονται μὲ τρόμο τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Φοβερὸς παρουσιάζεται μπροστά τους ὁ θάνατος μαζὶ μὲ τὸν ἀγώνα του. Τὸν ποθοῦν, ὡστόσο, γιὰ νὰ λυτρωθοῦν ἀπὸ τὴν ἐπίγεια αἰχμαλωσία.

Ἂν ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ ποθοῦμε τὸν θάνατο λόγω τῆς ψυχρότητάς μας ἀπέναντι στὸν Χριστὸ καὶ τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὰ φθαρτά, ἂς χρησιμοποιήσουμε τουλάχιστο τὴ μνήμη τοῦ θανάτου σὰν ἕνα πικρὸ φάρμακο ἐνάντια στὴν ἁμαρτωλότητά μας. Γιατί ἡ ψυχή, ὅταν οἰκειωθεῖ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, διαλύει τὴ φιλία της μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀπομακρύνεται ἀπ’ ὅλες τὶς ἁμαρτωλὲς ἀπολαύσεις.

«Μόνο αὐτὸς ποὺ γνώρισε τί σημαίνει μνήμη θανάτου», εἶπε κάποιος ἀπὸ τοὺς ὁσίους πατέρες, «δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ πιὰ ν’ ἁμαρτήσει». «Νὰ θυμᾶσαι πάντα τὰ τέλη τῆς ζωῆς σου», λέει καὶ ἡ Γραφή, «καὶ δὲν θὰ ἁμαρτήσεις ποτὲ».

Νὰ σηκώνεσαι ἀπὸ τὸ κρεβάτι σου σὰν ἀναστημένος ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Νὰ ξαπλώνεις στὸ κρεβάτι σου σὰν νεκρὸς ποὺ τοποθετεῖται στὸν τάφο. Ὁ ὕπνος εἶναι συμβολισμὸς τοῦ θανάτου. Καὶ τὸ σκοτάδι τῆς νύχτας εἶναι προάγγελος τοῦ σκοταδιοῦ τοῦ τάφου, ποὺ θὰ τὸ διαλύσει τὸ φῶς τῆς ἀναστάσεως, φῶς χαρμόσυνο γιὰ τοὺς φίλους τοῦ Χριστοῦ καὶ φοβερὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς Του.

Ἕνα πυκνὸ σύννεφο, μολονότι δὲν εἶναι παρὰ μιά λεπτὴ μάζα ὑδρατμῶν, κρύβει ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ σώματός μας τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Ἔτσι καὶ τὸ πυκνὸ σύννεφο τῶν σαρκικῶν ἀπολαύσεων, τοῦ περισπασμοῦ καὶ τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν κρύβει ἀπὸ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας τὴ μεγαλειώδη αἰωνιότητα.

Γιὰ τὰ τυφλωμένα μάτια δὲν ὑπάρχει ὁ λαμπερὸς ἥλιος στὸν καθαρὸ οὐρανό. Γιὰ τὴν καρδιὰ ποὺ ἔχει τυφλωθεῖ ἀπὸ τὴν ἐμπάθεια, ἀπὸ τὴν προσκόλληση στὸν πλοῦτο καὶ τὴ δόξα καὶ τὶς ἡδονὲς τῆς γῆς, δὲν ὑπάρχει αἰωνιότητα.

«Κακὸς εἶναι ὁ θάνατος τῶν ἁμαρτωλῶν» καὶ τοὺς ἐπισκέπτεται τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν τὸν περιμένουν, βρίσκοντάς τους ἐντελῶς ἀπροετοίμαστους γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Τοὺς ἁρπάζει, λοιπόν, ἀπὸ τὴ γῆ, ὅπου ἄλλο τίποτα δὲν ἔκαναν παρὰ νὰ παροργίζουν τὸν Θεό, καὶ τοὺς ρίχνει γιὰ πάντα στὴ φυλακὴ τοῦ ἅδη.

Θέλεις νὰ θυμᾶσαι τὸν θάνατο; Νὰ εἶσαι αὐστηρὰ μετρημένος στὴ διατροφή σου, στὴν ἔνδυσή σου, στὴ χρήση ὑλικῶν ἀντικειμένων γενικά. Νὰ προσέχεις μήπως τὰ εἴδη πρώτης ἀνάγκης φτάσουν νὰ γίνουν εἴδη πολυτελείας. Νὰ μελετᾶς μὲ πνεῦμα μαθητείας τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ μέρα καὶ νύχτα ἤ ὅσο μπορεῖς συχνότερα. Ἔτσι θὰ κρατήσεις τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Καὶ θὰ τὴν κρατήσεις σταθερά, μόνιμα, ἀκλόνητα, ἂν τὴν ἑνώσεις μὲ τὴ βαθιὰ μετάνοια γιὰ τὶς ἁμαρτίες σου, μὲ τὴν εἰλικρινή διάθεσή σου γιὰ διόρθωση, μὲ τὰ ποτάμια τῶν κατανυκτικῶν δακρύων, μὲ ἐγκάρδιες καὶ πολλὲς προσευχές.

Ποιὸς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἔμεινε γιὰ πάντα σωματικὰ ζωντανὸς στὴ γῆ; Κανένας. Θ’ ἀκολουθήσω, λοιπόν, κι ἐγὼ τ’ ἀχνάρια τῶν γονιῶν μου, τῶν παππούδων μου, τῶν ἀδελφῶν μου καὶ ὅλων τῶν συνανθρώπων μου. Τὸ σῶμα μου θὰ κλειστεῖ στὸν σκοτεινὸ τάφο. Ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς μου θὰ εἶναι μυστήριο ἀξεδιάλυτο γιὰ ὅσους θὰ βρίσκονται ἀκόμα στὴ γῆ.

Θὰ κλάψουν γιὰ μένα οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ φίλοι μου. Ἴσως νὰ κλάψουν πολὺ πικρά. Σύντομα, ὅμως, θὰ μὲ λησμονήσουν. Ἔτσι θρηνήθηκαν καὶ ἔτσι λησμονήθηκαν ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι πρὶν ἀπὸ μένα. Τώρα δὲν τοὺς θυμᾶται παρὰ μόνο ὁ ὑπερτέλειος Θεός.

Ἀμέσως μετὰ τὴ γέννησή μου, ἤ μᾶλλον ἀμέσως μετὰ τὴ σύλληψή μου, ὁ θάνατος ἔβαλε πάνω μου τὴ σφραγίδα του. "Εἶναι δικός μου κι αὐτός", εἶπε, ἑτοιμάζοντας χωρὶς χρονοτριβή τὸ δρεπάνι του. Ὁποιαδήποτε στιγμὴ μπορῶ νὰ γίνω θύμα του! Ἴσως νὰ μοῦ κατάφερε ἤδη —καὶ πράγματι μοῦ κατάφερε— πολλὰ ἄστοχα χτυπήματα. Ἀναπόφευκτα, ὅμως, θὰ ἔρθει καὶ τὸ εὔστοχο, τὸ καίριο καὶ τελευταῖο χτύπημα.

Μὲ παγερὸ χαμόγελο καὶ ὑπεροπτικὸ ὕφος κοιτάζει ὁ θάνατος τὰ ἐπίγεια ἔργα τῶν ἀνθρώπων. Κοιτάζει τὸν ἀρχιτέκτονα νὰ σχεδιάζει ἕνα κολοσσιαῖο κτίριο, κοιτάζει τὸν ζωγράφο νὰ φιλοτεχνεῖ ἕναν ὑπέροχο πίνακα, κοιτάζει τὸν μεγαλοφυή στοχαστὴ νὰ καταγράφει τὶς ἰδέες του. Καὶ ξαφνικὰ ἔρχεται ἀπρόσκλητος, ἀπρόσμενος ἀλλὰ καὶ ἀδυσώπητος στοὺς μεγάλους τῆς γῆς, παίρνει τὴ ζωή τους καὶ ἀκυρώνει τὰ φιλόδοξα σχέδιά τους.

Μόνο μπροστὰ στὸν μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ στέκεται εὐλαβικὰ ὁ σκληρὸς θάνατος. Νικημένος καθὼς εἶναι ἀπὸ τὸν ἀναστημένο Θεάνθρωπο, σέβεται μόνο τὴν «ἐν Χριστῷ» ζωή. Συχνὰ οὐράνιος ἀγγελιοφόρος πληροφορεῖ τοὺς ὑπηρέτες τῆς Ἀλήθειας γιὰ τὴν ἐπικείμενη μετοίκησή τους στὴν αἰώνια μακαριότητα. Ἔτσι, προετοιμασμένοι γιὰ τὸν θάνατο μὲ τὴν πνευματικὴ ζωή, παρηγορημένοι ἀπὸ τὴ μαρτυρία τῆς συνειδήσεώς τους καὶ ἀπὸ τὴν οὐράνια ὑπόσχεση, κοιμοῦνται τὸν αἰώνιο ὕπνο ἥσυχα, μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη.

Ἔχεις δεῖ σῶμα ἁγίου μετὰ τὴν ἔξοδο τῆς ψυχῆς του; Δὲν ἀναδίδει δυσοσμία. Δὲν ἐμπνέει φόβο. Ὅταν ἐνταφιάζεται, τὴ διάχυτη θλίψη τῶν παρόντων ἀνθρώπων τὴ σκορπίζει καὶ τὴν ἐξαφανίζει μία ἀκατάληπτη χαρά. Τὸ πρόσωπο, μὲ τὰ χαρακτηριστικά του ἀναλλοίωτα, ἀναπαύεται μέσα σὲ μιὰ βαθιὰ εἰρήνη καὶ συνάμα λάμπει ἀπὸ μιάν ἀπερίγραπτη εὐφροσύνη, τὴν εὐφροσύνη τῶν τερπνῶν συναντήσεων καὶ ἀσπασμῶν μὲ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ παραλάβουν τὴν ψυχή.

Ἔλα, λοιπόν, μνήμη τοῦ θανάτου μου! Ἔλα ἐσύ, ἡ τόσο πικρὴ ἀλλὰ καὶ τόσο ρεαλιστικὴ καὶ ἀναγκαία καὶ ὠφέλιμη μνήμη! Ἀπομάκρυνέ με ἀπὸ τὴν ἁμαρτία! Βάλε με στὸν δρόμο τοῦ Χριστοῦ! Παράλυσε τὰ μέλη μου γιὰ κάθε κούφια, κάθε μάταιη, κάθε ἁμαρτωλὴ ἐνέργεια.

Ἔλα, μνήμη τοῦ θανάτου μου! Ἔλα, καὶ θὰ διώξω μακριά μου τὴν κενοδοξία καὶ τὴ φιληδονία, ποὺ θέλουν νὰ μὲ αἰχμαλωτίσουν. Ἔλα, καὶ θὰ ἀποσύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι μου τὰ ἀχνιστά, πλούσια φαγητά. Ἔλα, καὶ θὰ βγάλω τὰ φανταχτερά μου ροῦχα, γιὰ νὰ βάλω πένθιμα. Ἔλα, καὶ θὰ κλάψω ζωντανὸς τὸν ἑαυτό μου, τὸν νεκρὸ ἀπὸ τὴ γέννησή του.

"Ἔτσι!", μοῦ ἀποκρίνεται ἡ μνήμη τοῦ θανάτου. “Θρήνησε τὸν ἑαυτό σου ὅσο ἀκόμα εἶσαι ζωντανός! Ἐγὼ ἦρθα γιὰ νὰ σὲ πικράνω εὐεργετικά, φέρνοντας μαζί μου σκέψεις πολλές, σκέψεις ὠφέλιμες γιὰ τὴν ψυχή σου. Πούλησε ὅσα ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά σου δὲν σοῦ εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαῖα καὶ δῶσε τὰ χρήματα στοὺς φτωχούς, στέλνοντας μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο προκαταβολικά τούς θησαυρούς σου στὸν οὐρανό, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος. Ὅταν πᾶς κι ἐσὺ ἐκεῖ, θὰ βρεῖς τοὺς θησαυρούς σου αὐξημένους ἑκατὸ φορές. Κλάψε πικρὰ καὶ προσευχήσου θερμὰ γιὰ τὸν ἑαυτό σου. 

Ποιὸς θὰ σὲ μνημονεύει τόσο ἐπίμονα καὶ ἐγκάρδια μετὰ τὸν θάνατό σου ὅσο ἐσύ ὁ ἴδιος πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό σου; Μὴν ἐμπιστεύεσαι τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς σου σὲ ἄλλους, ὅταν μπορεῖς μόνος σου νὰ ἐπιτελέσεις αὐτὸ τὸ ἔργο, τὸ πιὸ σημαντικό, τὸ πιὸ ἐπιτακτικό, ἀλλὰ καὶ τὸ πιὸ ἐπεῖγον ἔργο τῆς ζωῆς σου! Γιατί νὰ τρέχεις πίσω ἀπὸ τὴ φθορά, ὅταν ὁ θάνατος ὁπωσδήποτε θὰ σοῦ ἀφαιρέσει ὅλα τὰ φθαρτά; Ὁ θάνατος εἶναι ἐκτελεστής τῶν ἐντολῶν τοῦ παναγίου Θεοῦ.

Μόλις ἀκούσει μιάν ἐντολή Του, σπεύδει νὰ τὴν ἐκτελέσει μὲ ταχύτητα ἀστραπῆς. Δὲν ντρέπεται οὔτε τὸν πλούσιο οὔτε τὸν ἄρχοντα οὔτε τὸν ἥρωα οὔτε τὸν μεγαλοφυή. Δὲν λυπᾶται οὔτε τὰ νιάτα οὔτε τὴν ὀμορφιὰ οὔτε τὴν ἐγκόσμια εὐτυχία. Μεταφέρει στὴν αἰωνιότητα κάθε ἄνθρωπο˙ τὸν φίλο τοῦ Θεοῦ στὴν αἰώνια μακαριότητα καὶ τὸν ἐχθρό τοῦ Θεοῦ στὴν αἰώνια κόλαση".

«Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ», εἶπαν οἱ πατέρες. Κι αὐτὸ τὸ δῶρο δίνεται στοὺς τηρητὲς τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ τοὺς τελειοποιήσει στὸν ἱερὸ ἀγώνα τῆς μετάνοιας καὶ τῆς σωτηρίας.

Ἡ εὐεργετικὴ καὶ θεοδώρητη μνήμη τοῦ θανάτου προϋποθέτει πάντοτε τὴν ἔντονη προσωπικὴ προσπάθεια γιὰ τὴν οἰκείωση αὐτῆς τῆς μνήμης. Μὴ σταματήσεις, λοιπόν, νὰ ἀσκεῖς στὸν ἑαυτό σου ὅση βία χρειάζεται γιὰ νὰ θυμᾶται —ἀδιάλειπτα, ἂν εἶναι δυνατόν— τὴν ὥρα τοῦ τέλους του.

Ἀνάγκαζέ τον, μὲ συνεχεῖς ὑπομνήσεις, νὰ συλλογίζεται τὴν ἀναμφισβήτητη τούτη ἀλήθεια, ὅτι ὁπωσδήποτε κάποτε, ἄγνωστο πότε ἀκριβῶς, θὰ πεθάνει. Ἔπειτα ἀπὸ ὀλιγόχρονη ἄσκηση βίας καὶ χάρη στὶς ὑπομνήσεις σου, ἡ μνήμη τοῦ θανάτου θ’ ἀρχίσει νὰ ἔρχεται ἀπὸ μόνη της στὸν νοῦ, νὰ ἔρχεται ὅλο καὶ πιὸ συχνά, νὰ ἔρχεται δυνατὴ καὶ συνταρακτική, χτυπώντας μὲ τὸ θανατηφόρο ξίφος της κάθε ἁμάρτημα πρὶν καλὰ-καλὰ γεννηθεῖ.

Ξένος πρὸς τὸ πνευματικὸ αὐτὸ δῶρο εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὴν ἁμαρτία. Ὁ φίλος τῆς ἁμαρτίας καὶ λίγο πρὶν τοποθετηθεῖ στὸν τάφο ἀποζητάει τὶς σαρκικὲς ἀπολαύσεις. Καταπρόσωπο βλέπει τὸν θάνατο, καὶ δὲν προβληματίζεται. Ἀντίθετα, ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμα κι ἂν βρίσκεται σὲ μεγαλόπρεπα ἀνάκτορα, θυμᾶται τὸν τάφο, ποὺ τὸν προσμένει, καὶ χύνει δάκρυα σωτήρια γιὰ τὴν ψυχή του. Ἀμήν.

Άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος: Περί των τριών τρόπων της προσευχής


(Ο Λόγος αυτός θεωρείται ότι δεν είναι του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Βλ. Φιλοκαλία, τόμος Δ', σελ. 12, εισαγωγικά σχόλια. Εδώ παρατίθεται σε νέα μετάφραση απ' ευθείας από το πρωτότυπο κείμενο, το οποίο εκδόθηκε το 1927 από τον I. Hausherr στο Orientalia Christiana 36, σελ. 150-172)


Τρεις είναι οι τρόποι της προσοχής και της προσευχής, με τους οποίους η ψυχή ή υψώνεται ή γκρεμίζεται• υψώνεται όταν τους μεταχειρίζεται σε κατάλληλο καιρό, γκρεμίζεται όταν τους κατέχει παράκαιρα και ανόητα. 

Η νήψη λοιπόν και η προσευχή είναι δεμένες όπως η ψυχή με το σώμα και η μία χωρίς την άλλη δεν μπορεί να σταθεί. Αυτά τα δύο συνδέονται μεταξύ τους με δύο τρόπους. Πρώτα η νήψη αντιστέκεται στην αμαρτία, σαν εμπροσθοφυλακή, και κατόπιν ακολουθεί η προσευχή, η οποία θανατώνει παρευθύς και αφανίζει όλους εκείνους τους αισχρούς λογισμούς που εξουδετέρωσε πρωτύτερα η προσοχή• γιατί αυτή μόνη της δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο.

Αυτή η δυάδα, δηλαδή η προσοχή και η προσευχή, είναι η πύλη της ζωής και του θανάτου, κι όταν με τη νήψη φυλάγομε καθαρή την προσευχή, βελτιωνόμαστε, ενώ όταν δεν προσέχομε και τη μολύνομε και τη διαφθείρομε, αυξανόμαστε στην κακία. 

Επειδή λοιπόν, όπως είπαμε, οι τρόποι της προσοχής και προσευχής είναι τρεις, πρέπει να πούμε και τα ιδιώματα του κάθε τρόπου ώστε, όποιος θέλει να βρει τη ζωή και να εργαστεί, να βεβαιωθεί από αυτές τις τρεις ξεχωριστές καταστάσεις και να διαλέξει το καλύτερο, και όχι από άγνοια να κρατήσει το χειρότερο και να διωχθεί έτσι από το καλύτερο.


Περί της πρώτης προσευχής

Της πρώτης προσευχής τα ιδιώματα είναι τα εξής. Όταν κανείς στέκεται σε προσευχή και σηκώνει στον ουρανό τα χέρια και τα μάτια και το νου του και σχηματίζει ο νους του θεία νοήματα και ουράνια κάλλη, ταξιαρχίες Αγγέλων και κατοικητήρια Αγίων και γενικά, όλα όσα άκουσε από τις Γραφές, αυτά στον καιρό της προσευχής τα συναθροίζει στο νου του και παρακινεί την ψυχή του σε θείο πόθο, ατενίζοντας σταθερά στον ουρανό, και μερικές φορές χύνοντας και δάκρυα από τα μάτια του, με αυτό τον τρόπο λίγο-λίγο υπερηφανεύεται η καρδιά του και επαίρεται, και του φαίνεται πως αυτά που γίνονται είναι από χάρη θεϊκή προς παρηγοριά του, κι εύχεται να βρίσκεται πάντοτε σε τέτοια εργασία. 

Όλα αυτά είναι σημάδια της πλάνης, γιατί το καλό δεν είναι καλό, όταν δε γίνει με τρόπο καλό. Αν λοιπόν ένας τέτοιος άνθρωπος αποσυρθεί σε άκρα ησυχία, είναι αδύνατο να μην τρελαθεί• κι αν τύχει να μην πάθει κάτι τέτοιο, όμως είναι αδύνατο να αποκτήσει τις αρετές ή να φτάσει στην απάθεια.

Με τούτο τον τρόπο πλανήθηκαν κι εκείνοι που βλέπουν φως αισθητά και νιώθουν κάποιες ευωδίες με την όσφρησή τους κι ακούνε φωνές κι άλλα πολλά παρόμοια. Και άλλοι από αυτούς δαιμονίστηκαν και γυρίζουν έξαλλοι από τόπο σε τόπο και από χώρα σε χώρα• άλλοι πάλι δεν κατάλαβαν αυτόν που μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός (Β΄ Κορ. 11,14) και πλανήθηκαν με το να τον δεχτούν κι έμειναν στο εξής αδιόρθωτοι ως το τέλος, χωρίς να δέχονται καμία συμβουλή από ανθρώπους. 

Άλλοι από αυτούς παρακινήθηκαν από το διάβολο που τους απάτησε και σκοτώθηκαν μόνοι τους, άλλοι δηλαδή γκρεμίστηκαν κι άλλοι κρεμάστηκαν. Και ποιος μπορεί να διηγηθεί όλες τις διάφορες μορφές της απάτης του διαβόλου;

Πλην από αυτά που είπαμε, κάθε φρόνιμος άνθρωπος μπορεί να καταλάβει ποιο είναι το κέρδος από τον πρώτο τρόπο της προσευχής. Κι αν τύχει κανείς να μην πάθει αυτά που είπαμε, επειδή βρίσκεται μαζί με άλλους (γιατί αυτά τα παθαίνουν οι αναχωρητές που είναι μόνοι τους), όμως περνά όλη του τη ζωή απρόκοπος.


Περί της δεύτερης προσευχής 

Η δεύτερη προσευχή είναι η εξής. Οταν ο νους συνάγει τον εαυτό του από όλα τα αισθητά και φυλάγεται από τις εξωτερικές αισθήσεις και συνάγει όλους τους λογισμούς, αλλά χωρίς να το καταλαβαίνει πορεύεται μάταια• και πότε εξετάζει τους λογισμούς του, πότε προσέχει στα λόγια της ικεσίας που λέει προς το Θεό• κι άλλοτε επαναφέρει στον εαυτό του τους λογισμούς που αιχμαλωτίστηκαν, ενώ άλλοτε, αφού κυριεύθηκε ο ίδιος από κάποιο πάθος, αρχίζει πάλι με βία να επιστρέφει στον εαυτό του. 

Έχοντας τούτο τον πόλεμο, δεν είναι δυνατό να ειρηνέψει αυτός ποτέ ή να λάβει το στέφανο της νίκης. Γιατί ο τέτοιος άνθρωπος μοιάζει μ' εκείνον που κάνει πόλεμο μέσα στη νύχτα, ο οποίος ακούει τις φωνές των εχθρών και δέχεται πληγές από αυτούς, μα δεν μπορεί να δει καθαρά ποιοι είναι και από πού ήρθαν και πώς και γιατί τον πληγώνουν, επειδή το σκότος που έχει στο νου του προξενεί αυτή τη ζημία, και δεν είναι δυνατό ποτέ να γλυτώσει όποιος κάνει αυτόν τον πόλεμο από τους νοητούς εχθρούς του που τον συντρίβουν.

Και υπομένει τον κόπο, αλλά χάνει το μισθό. Αλλά και εξαπατάται από την κενοδοξία, χωρίς να το καταλαβαίνει, και του φαίνεται πως είναι τάχα προσεκτικός• και καθώς κυριεύεται και εμπαίζεται από αυτή, συχνά καταφρονεί από υπερηφάνεια τους άλλους και τους κατηγορεί ως απρόσεκτους και συστήνει τον εαυτό του ως ποιμένα προβάτων, μοιάζοντας με τυφλό που υπόσχεται να οδηγεί άλλους τυφλούς.

Τούτος είναι ο δεύτερος τρόπος της προσευχής κι από αυτά μπορεί ο φιλόπονος να μάθει τη ζημία που προξενεί. Όμως η δεύτερη προσευχή είναι καλύτερη από την πρώτη, όπως η νύχτα με πανσέληνο από τη νύχτα χωρίς άστρα και φεγγάρι.


Περί της τρίτης προσευχής 

Ιδού αρχίζομε να μιλάμε περί της τρίτης προσευχής. Αυτή είναι πράγμα παράδοξο και δυσκολοερμήνευτο• και σ' εκείνους που την αγνοούν, όχι μόνο είναι δυσκολοκατάληπτη, αλλά σχεδόν και απίστευτη, επειδή δεν συναντάται στους πολλούς• και καθώς νομίζω, αυτό το καλό έφυγε από μας μαζί με την υπακοή. Γιατί η υπακοή απαλλάσσει τον εραστή της από τις επιδράσεις του παρόντος πονηρού κόσμου και τον ελευθερώνει από μέριμνες και εμπαθείς προσκολλήσεις και τον κάνει πρόθυμο και άοκνο στον ζητούμενο σκοπό του, αν βέβαια αυτός έχει βρει απλανή οδηγό. 

Από ποια πρόσκαιρα δηλαδή θα νικηθεί ο νους εκείνου που με την υπακοή νεκρώθηκε για κάθε εμπαθή προσκόλληση στον κόσμο ή το σώμα του; Ή, από ποια μέριμνα μπορεί να δεσμευθεί εκείνος που ανέθεσε κάθε μέριμνα της ψυχής και του σώματός του στο Θεό και στον πνευματικό του πατέρα και δε ζει πλέον για τον εαυτό του, ούτε επιθυμεί να είναι αρεστός σε ανθρώπους; Από αυτά, οι νοητές περικυκλώσεις των αποστατών δαιμόνων, οι οποίες σαν σχοινιά σύρουν το νου σε πολλούς και διάφορους λογισμούς, διαλύονται• και τότε ο νους μένει ελεύθερος και πολεμά με εξουσία και ερευνώντας τους λογισμούς των δαιμόνων τους αποδιώχνει με επιτηδειότητα και προσφέρει με καθαρή καρδιά τις προσευχές του στο Θεό. Αυτή είναι η αρχή της μοναχικής πολιτείας, κι όσοι δεν κάνουν τέτοια αρχή μάταια κοπιάζουν.

Η αρχή τώρα της τρίτης προσευχής δεν είναι να κοιτάζει κανείς στον ουρανό και να σηκώνει τα χέρια του και να συνάγει τους λογισμούς και να ζητά βοήθεια από τον ουρανό• αυτά, καθώς είπαμε, είναι ιδιώματα του πρώτου τρόπου της πλάνης. Μήτε πάλι, όπως στη δεύτερη προσευχή, ο νους αρχίζει να φυλάγεται από τις έξω αισθήσεις του και να μη βλέπει τους εσωτερικούς εχθρούς. Γιατί ένας τέτοιος βάλλεται από τους δαίμονες, μα δε βάλλει εναντίον τους• πληγώνεται, και δεν το ξέρει• πιάνεται αιχμάλωτος, και δεν μπορεί να αμυνθεί σ' αυτούς που τον αιχμαλωτίζουν πάντοτε οι αμαρτωλοί (δαίμονες) σχεδιάζουν κακά πίσω από την πλάτη του(Ψαλμ.128,3) ή μάλλον μπροστά στα μάτια του και τον κάνουν κενόδοξο και υπερήφανο.

Αλλά αν συ θέλεις να κάνεις αρχή αυτής της φωτογεννήτρας και τερπνής εργασίας, βάλε πρόθυμα αρχή ως εξής. Ύστερα από την τέλεια υπακοή που ο λόγος περιέγραψε πρωτύτερα, χρειάζεται να κάνεις και όλα σου τα έργα με συνείδηση καθαρή, γιατί χωρίς υπακοή ούτε καθαρή συνείδηση υπάρχει. 

Και τη συνείδησή σου πρέπει να τη φυλάγεις πρώτον απέναντι στο Θεό• δεύτερον, απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα• και τρίτον, απέναντι στους ανθρώπους και τα πράγματα του κόσμου. Απέναντι στο Θεό οφείλεις να φυλάξεις τη συνείδησή σου έτσι ώστε να μην κάνεις εκείνα πού ξέρεις πως δεν αναπαύουν το Θεό, μήτε του αρέσουν.

Απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα, ώστε να κάνεις όλα εκείνα που σου λέει σύμφωνα με το σκοπό του, χωρίς να προσθέτεις ή να παραλείπεις. Απέναντι στους ανθρώπους πρέπει να φυλάγεις τη συνείδηση ώστε να μην κάνεις στον άλλο εκείνα που εσύ μισείς (Τωβ. 4,15), και στα πράγματα του κόσμου πάλι οφείλεις να φυλάγεσαι από την μη ορθή χρήση σε κάθε περίπτωση, και στο φαγητό και στο ποτό και στην ενδυμασία• και γενικά, όλα πρέπει να τα κάνεις σαν να ήσουν μπροστά στο Θεό, χωρίς να σε ελέγχει σε κάτι η συνείδησή σου.

Αφού λοιπόν προλειάναμε και προετοιμάσαμε το δρόμο της αληθινής προσοχής, ας πούμε, αν θέλετε, μερικά σύντομα και σαφή περί των ιδιωμάτων της. Η αληθινή και απλανής προσοχή και προσευχή είναι αυτή• να φυλάγει ο νους την καρδιά όταν προσεύχεται και να περιστρέφεται πάντοτε μέσα σ' αυτή και από εκείνο το βάθος να αναπέμπει τις δεήσεις προς τον Κύριο. Και αφού εκεί μέσα γευθεί ότι είναι χρηστός ο Κύριος (Ψαλμ. 33,9), δε βγαίνει πλέον από τον τόπο της καρδιάς, γιατί λέει κι αυτός σαν τον Απόστολο:

«Είναι ωραία να είμαστε εδώ»(Ματθ. 17,4). Και παρατηρώντας συνεχώς τους εκεί τόπους, χτυπά και διώχνει τα νοήματα που σπέρνει ο εχθρός. Σ' εκείνους όμως που έχουν άγνοια, αυτό το σωτήριο έργο φαίνεται πολύ σκληρό και δύσκολο• και είναι αληθινά εξαντλητικό το πράγμα και επίπονο, όχι μόνο για τους αμύητους, αλλά και για εκείνους που έλαβαν χωρίς πλάνη την πείρα του μα δε δέχτηκαν και δεν έστειλαν την ηδονή του στο βάθος της καρδιάς. 

Εκείνοι όμως που απόλαυσαν την ηδονή που έχει και γεύθηκαν τη γλυκύτητά της με το φάρυγγα της καρδιάς τους, μπορούν να αναφωνούν μαζί με τον Παύλο: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; κλπ.»(Ρωμ.8,35). Γιατί οι άγιοι Πατέρες μας, ακούγοντας τον Κύριο πού λέει πως από την καρδιά μας βγαίνουν πονηροί λογισμοί, φόνοι, μοιχείες, κλεψιές, ψευδομαρτυρίες, και πως αυτά είναι που μολύνουν τον άνθρωπο (Ματθ. 15, 19-20), και που συμβουλεύει να έχομε καθαρό το εσωτερικό του ποτηριού για να γίνει και το απέξω καθαρό (Ματθ. 23,26), άφησαν κάθε άλλο τρόπο εργασίας των αρετών και αγωνίστηκαν γι' αυτή τη φύλαξη της καρδιάς, ξέροντας πολύ καλά πως μαζί με αυτή θα μπορέσουν χωρίς κόπο να ασκήσουν και κάθε άλλη πνευματική εργασία, ενώ χωρίς αυτή δεν είναι δυνατό να παραμείνει καμία αρετή. 

Αυτήν, μερικοί από τους Πατέρες την ονόμασαν καρδιακή ησυχία• άλλοι, προσοχή• άλλοι, φύλαξη της καρδιάς• άλλοι, νήψη και αντίρρηση• άλλοι, έρευνα των λογισμών και φύλαξη του νου• όλοι όμως με αυτή καλλιέργησαν τη γη της καρδιάς τους και με αυτή αξιώθηκαν να τραφούν με το θείο μάννα. 

Γι' αυτή λέει ο Εκκλησιαστής: «Ευφραίνου, νέε, στη νεότητά σου και περπάτα στους δρόμους της καρδιάς σου άμωμος και διώξε από την καρδιά σου τον παροργισμό. Αν το πνεύμα αυτού που εξουσιάζει έρθει καταπάνω σου, μην αφήσεις τον τόπο σου» (Εκκλ. 11,9· 10,4)• λέγοντας τόπο εννοεί την καρδιά, όπως λέει και ο Κύριος: «Από την καρδιά βγαίνουν πονηροί διαλογισμοί» (Ματθ. 15,19). 

Λέει ακόμη: «Μη σκορπίζετε το νου σας εδώ κι εκεί»(Λουκ. 12,29), και:«Τί στενή είναι η πύλη και δύσκολη η οδός που οδηγεί στη ζωή!»(Ματθ. 7,14), και πάλι: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι»(Ματθ. 5,3), εκείνοι δηλαδή που δεν απέκτησαν μέσα τους καμία έννοια τούτου του κόσμου. 

Λέει και ο Απόστολος Πέτρος: «Να είστε νηφάλιοι και άγρυπνοι• ο αντίπαλος σας διάβολος περιφέρεται σαν το λιοντάρι που ουρλιάζει ζητώντας ποιον να καταπιεί κλπ.»(Α΄ Πετρ. 5, 8). 

Και ο Παύλος αναφέρεται ολοφάνερα στη φύλαξη της καρδιάς όταν γράφει προς τους Εφεσίους: «Η πάλη μας δεν είναι εναντίον όντων από αίμα και σάρκα»(Εφ. 6,12). Και οί θείοι Πατέρες μας έγραψαν πολλά για τη φυλακή της καρδιάς, κι όποιος θέλει ας διαβάσει τα συγγράμματά τους να δει όσα δηλαδή έγραψε ο ασκητής Μάρκος και όσα λέει ο Ιωάννης της Κλίμακας και ο Ησύχιος και ο Φιλόθεος Σιναΐτης και ο Ησαΐας και ο Βαρσανούφιος και το βιβλίο «Παράδεισος Πατέρων» (Γεροντικό). Και τι λέω πολλά;

Κανείς δεν μπόρεσε, αν δε φύλαξε το νου του, να φτάσει στην καθαρότητα της καρδιάς, για να γίνει άξιος να δει το Θεό(Ματθ. 5,8). Γιατί χωρίς την προσοχή κανείς δεν μπορεί να γίνει "πτωχός τω πνεύματι", μήτε μπορεί να πενθήσει ή να πεινάσει και να διψάσει τη δικαιοσύνη, και χωρίς νήψη κανείς δεν μπορεί να είναι αληθινά ελεήμων ή καθαρός στην καρδιά ή ειρηνοποιός ή διωγμένος για χάρη της δικαιοσύνης(Ματθ. 5, 3-10)• και για να πω γενικά, με κανένα τρόπο δεν μπορεί κανείς ν' αποκτήσει όλες τις θεόπνευστες αρετές, παρά με τη νήψη. 

Για τούτο περισσότερο απ' όλα αυτή πρέπει να επιμεληθείς, για να καταλάβεις με τη δοκιμή τα λεγόμενά μου, που είναι άγνωστα σε όλους τους ανθρώπους. Και αν θέλεις να μάθεις και τον τρόπο της προσευχής, θα σου πω με τη δύναμη του Θεού και περί τούτου όσο μπορώ.

Πριν απ' όλα, τρία πράγματα πρέπει να αποκτήσεις κι έπειτα να κάνεις αρχή στην αναζήτησή σου. Αυτά είναι: 

αμεριμνία από κάθε πράγμα, είτε παράλογο, είτε εύλογο, δηλαδή νέκρωση απ' όλα• συνείδηση καθαρή, δηλαδή να φυλάγεις τον εαυτό σου ακατηγόρητο από τη συνείδησή σου• και απροσπάθεια, δηλαδή να μην κλίνεις σε κανένα πράγμα του κόσμου τούτου, ούτε αυτού του σώματός σου. 

Έπειτα κάθισε σε κελί ήσυχο και σε μία μοναχική γωνιά και πρόσεξε να κάνεις ό,τι σου λέω• κλείσε τη θύρα και μάζεψε το νου σου από κάθε μάταιο και πρόσκαιρο πράγμα, και τότε ακούμπησε στο στήθος το πηγούνι σου, στρέφοντας τα αισθητά μάτια μαζί με όλο το νου στο κέντρο της κοιλιάς, δηλαδή στον ομφαλό, και κράτησε και την αναπνοή από τη μύτη για να μην αναπνέεις ανεμπόδιστα, και ερεύνησε νοητά στα έγκατα σου να βρεις τον τόπο της καρδιάς όπου είναι στη φύση τους να συνδιατρίβουν όλες οι ψυχικές δυνάμεις.

Στην αρχή έχεις να βρεις σκότος κι ανυποχώρητη σκληρότητα• αν όμως επιμείνεις κι εργαστείς αυτό το έργο νύχτα και μέρα, θα βρεις, ω του θαύματος, ατέλειωτη ευφροσύνη. Γιατί όταν ο νους βρει τον τόπο της καρδιάς, βλέπει παρευθύς εκεί μέσα εκείνα που δεν ήξερε ποτέ του. Βλέπει δηλαδή τον αέρα που βρίσκεται μέσα στην καρδιά και τον εαυτό του φωτεινό και γεμάτο διάκριση. Και στο εξής, από όποιο μέρος εμφανιστεί κανένας λογισμός, πριν ακόμη να σχηματιστεί ή να είδωλοποιηθεί, τον διώχνει και τον αφανίζει με την επίκληση του Ιησού Χριστού. 

Και από εδώ ο νους, μνησικακώντας κατά των δαιμόνων, σηκώνει καταπάνω τους τη φυσική οργή και κυνηγά και χτυπά τους νοητούς εχθρούς. Τα υπόλοιπα θα τα μάθεις με τη βοήθεια του Θεού μόνος σου, με τη φύλαξη του νου σου και κρατώντας στην καρδιά τον Ιησού• γιατί λέει κάποιος: «Να κάθεσαι στο κελί σου και αυτό θα σε διδάξει τα πάντα».



Ερώτηση – Απόκριση

Ερώτηση: Και γιατί η πρώτη και η δεύτερη φύλαξη δεν μπορούν να οδηγήσουν στην τελείωση τον μοναχό;

Απόκριση: Γιατί δεν τις μεταχειριζόμαστε με τη σειρά που πρέπει. Ο Ιωάννης της Κλίμακος αυτά τα παρομοιάζει με μία κλίμακα, λέγοντας: «Άλλοι περιορίζουν τα πάθη• άλλοι ασχολούνται με την ψαλμωδία και αφιερώνουν σε αυτή τον περισσότερο χρόνο• άλλοι καταγίνονται με τη νοερά προσευχή• και άλλοι ενατενίζουν στη θεωρία και ζούνε στο βυθό. 

Στο πρόβλημα αυτό ας χρησιμοποιηθεί το παράδειγμα της κλίμακας.» Όσοι λοιπόν θέλουν να ανεβούν μία κλίμακα, δεν αρχίζουν από επάνω προς τα κάτω, αλλά από κάτω επάνω, και ανεβαίνουν το πρώτο σκαλί κι έπειτα το επόμενο κι όλα τα πιο πάνω• κι έτσι μπορεί κανείς να σηκωθεί από τη γη και ν' ανεβεί στον ουρανό. 

Αν λοιπόν θέλομε να γίνομε τέλειοι άνδρες με την πληρότητα του Χριστού (Εφ. 4,13), ας αρχίσομε σαν βρέφη την κλίμακα που είπαμε, ώστε με τις διάφορες μεθηλικιώσεις να φτάσομε διαδοχικά τα μέτρα του παιδιού, του άνδρα και του πρεσβυτέρου.

Πρώτη ηλικία της μοναχικής ζωής είναι ο περιορισμός των παθών, που είναι έργο των αρχαρίων.

Δεύτερη βαθμίδα και μεθηλικίωση, που από έφηβο τον κάνει νέο πνευματικά, είναι η απασχόληση με την ψαλμωδία. Γιατί μετά τον κατευνασμό και τη μείωση των παθών, η ψαλμωδία προξενεί γλυκύτητα στη γλώσσα και λογίζεται ευάρεστη στο Θεό, αφού δεν είναι δυνατό να ψάλλομε στο Θεό σε γη ξένη(Ψαλμ. 136,4), δηλαδή σε εμπαθή καρδιά. Τούτο είναι το σημάδι αυτών που προκόβουν.

Τρίτη βαθμίδα και μεθηλικίωση αυτού που από νέος γίνεται πνευματικά άνδρας, είναι η επιμονή στην προσευχή, που είναι σημάδι αυτών που έχουν προκόψει. Και διαφέρει η προσευχή από την ψαλμωδία όσο ο ώριμος άνδρας από το νέο και από τον έφηβο, ανάλογα με το βαθμό πού έχομε.

Εκτός από αυτές, τέταρτη βαθμίδα και μεθηλικίωση πνευματική είναι του πρεσβυτέρου και ασπρομάλλη• η αταλάντευτη δηλαδή ενατένιση της θεωρίας, η οποία είναι των τελείων. Ιδού, συμπληρώθηκε η οδός και πήρε τέλος η κλίμακα.

Αυτά λοιπόν έτσι είναι κι έτσι θεσπίστηκαν από το Πνεύμα, και δεν είναι δυνατό να ανδρωθεί το νήπιο και να γίνει ασπρομάλλης γέροντας, παρά με το να αρχίσει όπως είπαμε από την πρώτη βαθμίδα και περνώντας ορθά από τις τέσσερις ν' ανεβεί στην τελειότητα.

Ξεκίνημα για να έρθει στο φως αυτός που θέλει να αναγεννηθεί πνευματικά, είναι η μείωση των παθών, δηλαδή η φύλαξη της καρδιάς• διαφορετικά είναι αδύνατο να μειωθούν τα πάθη, γιατί από την καρδιά προέρχονται, καθώς λέει ο Σωτήρας, οι πονηροί διαλογισμοί που μολύνουν τον άνθρωπο(Ματθ. 15,19). 

Δεύτερη μετά από αυτά είναι η επίταση της ψαλμωδίας. Γιατί αφού κατευναστούν και λιγοστέψουν τα πάθη με την εναντίωση σ' αυτά της καρδιάς, η επιθυμία της συμφιλιώσεως με το Θεό φλογίζει το νου. Και από αυτό δυναμώνει ο νους και χτυπά και διώχνει τους λογισμούς που περιτριγυρίζουν την επιφάνεια της καρδιάς. 

Και έπειτα πάλι ασχολείται το πιο πολύ με τη δεύτερη προσοχή και προσευχή. Και τότε προβάλλει η αντεπίθεση των πονηρών πνευμάτων και τα πνεύματα των παθών αναταράζουν σφοδρά την άβυσσο της καρδιάς. Όμως με την επίκληση του Κυρίου Ιησού Χριστού αφανίζονται και λιώνουν σαν το κερί. Και πάλι αφού διωχτούν από εκεί, αναταράζουν μέσω των αισθήσεων την επιφάνεια του νου. Και για τούτο γρήγορα αισθάνεται ο νους τη γαλήνη σ' αυτόν, πλην να γλυτώσει τελείως από αυτά και να μην τα πολεμά, είναι αδύνατο. Τούτο έχει δοθεί μόνο σ' εκείνον που έφτασε στη βαθμίδα του τέλειου άνδρα, που έχει αναχωρήσει από όλα τα ορατά και παραμένει συνεχώς στην προσοχή της καρδιάς.

Από αυτά ο προσεκτικός υψώνεται σιγά-σιγά στη σύνεση του ασπρομάλλη γέροντα, δηλαδή στην άνοδο της θεωρίας, πράγμα που είναι των τελείων.

Όποιος λοιπόν τα μεταχειρίζεται αυτά ορθά και στον καιρό του το καθένα, αυτός μπορεί, μετά την αποβολή των παθών από την καρδιά του, και στην ψαλμωδία να επιδοθεί και ν' αντιπολεμήσει τους λογισμούς που ξεσηκώνονται μέσω των αισθήσεων και ταράζουν την επιφάνεια του νου, και στον ουρανό να υψώνει τα αισθητά μαζί με τα νοητά μάτια όταν χρειαστεί, και να προσεύχεται αληθινά και καθαρά• τούτο όμως να το κάνει σπάνια, για το φόβο των δαιμόνων που ενεδρεύουν στον αέρα. 

Γιατί τούτο μόνο ζητά ο Θεός από μας, να είναι καθαρμένη η καρδιά μας με τη φύλαξη• κι αν η ρίζα είναι αγία, καθώς λέει ο Απόστολος (Ρωμ. 11,16), φανερό είναι πως και οι κλάδοι είναι άγιοι κι ο καρπός. Χωρίς όμως τον τρόπο που είπαμε, όποιος σηκώνει τα μάτια και το νου του στον ουρανό και θέλει να φαντάζεται κάποια νοητά, αυτός σχηματίζει μέσα του είδωλα και όχι την αλήθεια• γιατί με το να είναι ακάθαρτη η καρδιά του δεν προκόβει ούτε η πρώτη ούτε η δεύτερη προσοχή. 

Όταν δηλαδή θέλομε να κτίσομε ένα σπίτι, δε βάζομε πρώτα τη σκεπή κι υστέρα το θεμέλιο, γιατί τούτο είναι αδύνατο• αλλά πρώτα βάζομε το θεμέλιο κι ύστερα κτίζομε το σπίτι και τότε βάζομε και τη σκεπή. Έτσι πρέπει να κάνομε και σ' αυτά που λέμε. Πρώτα να βάλομε πνευματικό θεμέλιο, δηλαδή να φυλάξομε την καρδιά και να λιγοστέψομε σε αυτή τα πάθη• κι ύστερα να κτίσομε τους τοίχους του πνευματικού σπιτιού, δηλαδή να αποκρούομε με τη δεύτερη προσοχή τη θύελλα των πονηρών πνευμάτων που ξεσηκώνουν οι εξωτερικές αισθήσεις και να ξεφεύγομε το γρηγορότερο από αυτόν τον πόλεμο. 

Και τότε να στήσομε και τη σκεπή με την τέλεια στροφή προς το Θεό και την αναχώρηση, οπότε ολοκληρώνομε το πνευματικό μας σπίτι με τη δύναμη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας. Σέ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Τρισάγιος Ὕμνος - Δύναμις




(Ζωντανή ηχογράφηση στον Ι.Ν. Παντανάσσης Κατερίνης
στις 7 Ιουλίου 2013)

(Συμμετέχει ο Πρωτοψάλτης του Ι. Μητροπολιτικού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Σερρών, κ. Γούναρης Στυλιανός)


Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς

Μή διώχνετε τό Θεό ἀπό τά παιδιά σας

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς


Τά παιδιά καί οἱ ἅγιοι ἀφοσιώνονται σέ Σένα Κύριε. Οἱ ἄλλοι ἐπαναστατοῦν ἐναντίον Σου. Τά παιδιά καί οἱ ἅγιοι εἶναι ἡ διαχωριστική γραμμή ἀνάμεσα στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν (ἡ φωτεινή ὕπαρξη) καί στό σκόταδι τῆς ἀνυπαρξίας (Ματθ. 18. 2-5).

Οἱ φύλακες τῶν παιδιῶν ὀνομάζουν τούς ἑαυτούς των, γονεῖς καί ἐγκαταλείπουν τά παιδιά Σου στό χάος.

Οἱ φύλακες παρουσιάζονται ὡς γονεῖς καί γι᾽ αὐτό καθοδηγοῦν τά παιδιά Σου σάν νά εἶναι προσωπική τους ἰδιοκτησία. Ἀκριβῶς γι᾽ αὐτό παρεκτρέπονται καί διασποῦν τό ρόλο τους.

Τά παιδιά πού ἐσεῖς οἱ φύλακες ἔχετε ἀπαγάγει ἀνήκουν σέ κάποιον ἄλλον καί σεῖς εὐθύνεστε γιά κλοπή καί ληστεία.

Δέν σᾶς ἀνήκει οὔτε ἡ δική σας ζωή, οὔτε ἡ ζωή τῶν παδιῶν σας γιά τήν ὁποία ἐσεῖς ἔχετε μόνο τό ρόλο τοῦ ἀγωγοῦ. Ὅλα ἀνήκουν σέ κάποιον ἄλλον, ἐκτός ἀπό τήν ἐσωτερική κακία σας καί τήν ἀδυναμία πού εἶναι μόνο δική σας. Γιά ὅτι ἄλλο κατέχετε θά θεωρηθεῖτε ὑπεύθυνοι κλοπῆς. Δηλαδή εὐθύνεστε γιά ληστεία γιατί οἰκειοποιηθήκατε αὐτά πού στήν οὐσία δέν εἶναι δικά σας ἀλλά ἀνήκουν σέ κάποιον ἄλλον. Θά εὐθύνεστε γιά ληστεία ἐπειδή ἔχετε ἀκρωτηριάσει ἐκεῖνα πού ἀνήκουν σέ ἄλλον.

Πάνω στή γῆ, ὑπάρχουν μόνο φύλακες, ὄχι δημιουργοί. Φύλακες τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, καί αὐτό εἶναι μέγιστη τιμή.

Ὁ Θεός σᾶς ἔχει ἐμπιστευτεῖ τήν προστασία, τήν κηδεμονία τοῦ πολυτιμότερου θησαυροῦ Του.
Καί αὐτό εἶναι ἀνυπολόγιστη τιμή.

Ἐκεῖνος πού δέν ἔχει γεννηθεῖ καί ἑπομένως δέν τοῦ ἔχουν ἐμπιστευθεῖ τήν προστασία κανενός θά εἶναι ποιό εὐλογημένος ἀπό σένα, ἄν ἡ κηδεμονία πού ἀσκεῖς εἶναι βδελυγμία καί ἀπονέκρωση τῶν ψυχῶν (Ματθ. 18. 6).

Γιατί ἄλλο νά χαίρεστε πού ἔχετε παιδιά παρά μόνο γιά νά ἀγρυπνεῖτε γι᾽ αὐτά καί νά τά φυλάγετε σάν νά εἶναι ἄγγελοι, ἀπό τόν οὐρανό; Γιατί νά λυπᾶστε γι᾽ αὐτά ὅταν φεύγουν νωρίς καί πετοῦν μέ τούς ἀγγέλους στόν παράδεισο; Ἀπολαμβάνετε ἤ στεναχωρεῖστε γιά κάτι πού ἀνήκει σέ ἄλλον.

Μή φροντίζετε μόνο νά διατηρεῖτε τό σῶμα τῶν παιδιῶν σας ἀσφαλές γιατί ἀκόμα καί οἱ ἀλεποῦδες τό ἴδιο κάνουν γιά τά μικρά τους. Ἀλλά βασικά ἐνδιαφερθεῖτε γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή τῶν παιδιῶν σας. Ἐάν ἐσεῖς ἐνδιαφέρεστε γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, Ἐκεῖνος θά φρόντισει γιά ὅλα τά ὑπόλοιπα. Καί ὅ,τι ἐσεῖς συσσωρεύετε μέ πόνο καί κόπο γιά τά παιδιά σας Ἐκεῖνος τούς τά παρέχει ἄνετα καί ταχύτητα. (Ματθ 6: 33).

Μή διώχνετε τό Θεό ἀπό τά παιδιά σας, γιατί θά τούς στερήσετε τήν εἰρήνη, τήν εὐτυχία, τήν ὑγεία καί τήν εὐημερία τους.

Σέ ἀνθρώπους πού ἔχουν ἐγκαταλείψει τό Θεό, καί ὁλόκληρο τόν κόσμο νά τούς ἀφήσετε, εἶναι σάν νά τόν ἀφήνετε σέ πεινασμένους πού θά τόν καταβροχθίσουν ὁλόκληρο καί ἀκόμη θά πεινοῦν καί θά πεθάνουν ἀπό τήν πεῖνα.

Πολλές φορές κάνετε τό πᾶν γιά νά ἐξασφαλίσετε ἕνα κομμάτι ψωμί γιά τά παιδιά σας ἀλλά ἀδιαφορεῖτε τελείως ἔστω καί γιά τήν παραμικρή ποσότητα τροφῆς τῆς ψυχῆς καί τῆς συνειδήσεώς τους. Μόνο μ᾽ αὐτή τήν τροφή ἐξασφαλίζετε ἀπόλυτα τό μέλλον τῶν παιδιῶν σας καί ἐσεῖς ἐλκύετε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Βασιλιάς Θεός ἐμπιστεύετε τά παιδιά Του στήν κηδεμονία σας. Θά ἀνταμείψει δέ βασιλικά ἐκείνους πού ἀληθινά προστατεύουν τήν «πριγκιπική γενιά» καί δέν σβύνουν μέ τόν τρόπο τους τό Ὄνομα τοῦ Πατέρα ἀπό τή μνήμη τῶν παιδιῶν Του.

Μέσω τῶν παιδιῶν Του ὁ Βασιλιάς παρακολουθεῖ ἐσᾶς πού τά φροντίζετε καί περιμένει τήν ἀνταπόκρισή σας. Ἄν ἡ ἀπάντησή σας εἶναι «νεκρή» αὐτό θά σημαίνει ὅτι φροντίζετε….πτώματα!.

Τά παιδιά – πολύτιμες ὕπαρξεις γιά τό Θεό – μαζί μέ τούς ἁγίους εἶναι στραμένα ἀπόλυτα καί εἰλικρινά πρός τό Θεό… Τά παιδιά καί οἱ ἅγιοι θά κρίνουν τόν κόσμο.
Ἐμεῖς οἱ ἄλλοι εἴμαστε ἐπαναστάτες….

Πρόσεχε, ψυχή μου, πρόσεχε καί μήν κάνεις λάθη.

Ανακοίνωση

Ι.Ν. Παντανάσσης Κατερίνης


Όπως κάθε χρόνο, κατά τους θερινούς μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, 
η Θεία Λειτουργία της Κυριακής, θα τελειώνει περίπου στις 10:00.

Εκ του Ιερού Ναού

Ὑποκρισία: Τό Κέλυφος τοῦ Θανάτου


Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος)

Πόσο ὄμορφα ὁ λαός μας στά Βαλκάνια διακοσμεῖ αὐγά! Τόσο πιό ὄμορφα γιά νά στολίση τό Πάσχα. Γιά νά αὐξήση τήν χαρά τοῦ Πάσχα. Γιά νά κάνη τούς φιλοξενουμένούς του πιό εὐτυχεῖς. Κάποτε μάλιστα τά βαμμένα αὐγά ἀποτελοῦν πραγματικά ἔργα τέχνης. Ἄν τά βαμμένα αὐγά διατηρηθοῦν πάρα πολύ, σαπίζουν ἐσωτερικά καί ἀναδίδουν μιά ἀνυπόφορη δυσοσμία ἤ στό τέλος στεγνώνουν ἐντελῶς.

Τότε εἶναι πού τό χρωματισμένο κέλυφος διατηρεῖ μέσα του τόν θάνατο.

Πιό φοβερή εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ γιά τούς ὑποκριτές, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὅμοιοι «τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μέν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δέ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καί πάσης ἀκαθαρσίας» (Ματθ. κγ´ 27).

«Προσέχετε τήν ἐλεημοσύνην ὑμῶν μή ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρός τό θεαθῆναι αὐτοῖς· εἰ δέ μήγε, μισθόν οὐκ ἔχετε παρά τῷ πατρί ὑμῶν τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. στ´ 1).

Ἡ δικαιοσύνη πού εἶναι εὐάρεστη στόν Θεό, ὅπως ἀπεκαλύφθη ἀπό τόν Ἰησοῦ στό Ὄρος τῶν Μακαρισμῶν, εἶναι ἡ ἀκόλουθη: ἔλεος, προσευχή, ἐμπιστοσύνη καί πίστι στόν Θεό ὡς τόν μόνο Κύριο, ἔλλειψις στενοχώριας γιά τήν αὔριο, ἀναζήτησις πρίν ἀπό ὁ,τιδήποτε ἄλλο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὕπαρξις πίστεως πού νά λαμβάνη ἀπό τόν Θεό ὅ,τι θέλει, νά βρίσκη ὅ,τι ζητᾶ, νά ἀνοίγη μιά κλειστή θύρα· καί ἐπίσης: νά μή κρίνης αὐστηρά, νά μή μετρᾶς μέ ψεύτικο μέτρο, ὥστε νά μή σοῦ συμβῆ παρομοίως· νά μή κοιτᾶς τό κάρφος στό μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἐνῶ ὑποκριτικά κρύβεις τό δοκάρι στό δικό σου μάτι· νά κάνης στόν συνάνθρωπό σου ὅ,τι θά ἤθελες νά σοῦ κάνουν· ὄχι φόβος τῆς στενῆς, ἀλλά καθαρῆς καί ἁγίας ὁδοῦ, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στήν ζωή, καί ἀποφυγή τῆς ἄνετης καί εὔκολης καί πλατειᾶς ὁδοῦ, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στόν θάνατο· ἀπόδοσις ἀγαθῶν καρπῶν στόν Θεό τόν Οἰκοκύρη, ὁ Ὁποῖος σέ φύτευσε σάν καλό δένδρο· ὄχι ὑπερηφάνια γιά τά μεγάλα σου ἔργα, ἀλλά ἐπιτέλεσις τοῦ κάθε πράγματος σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Πατρός ἡμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς· ἐκπλήρωσις στήν πρᾶξι ὅλων τῶν παραγγελιῶν τοῦ Χριστοῦ, καί μέ τόν τρόπο τοῦτο ἀνέγερσις τοῦ οἴκου τῆς αἰωνιότητός σου, ὅπως ἕνας σοφός ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κτίζει τό σπίτι του ὄχι στήν ἄμμο, ἀλλά στόν βράχο, ὥστε οὔτε οἱ καταιγίδες, οὔτε οἱ ἄνεμοι, οὔτε οἱ βροχές νά μποροῦν νά τό βλάψουν (βλ. Ματθ., κεφ. ζ´ 24-25).

Οἱ Φαρισσαῖοι, οἱ Γραμματεῖς καί ὑποκριτές, κάνουν καθετί ἀντίθετο ἀπό τούς Λόγους καί τήν σοφία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἐλεοῦν, τό κάνουν στά κεντρικά μέρη καί στίς ὁδούς καί δέν τό κάνουν αὐτό γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, οὔτε γιά νά βοηθήσουν τούς πτωχούς, ἀλλά μόνον γιά νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι.

Ὅταν προσεύχωνται στόν Θεό, προσεύχονται στούς δρόμους, μόνον γιά νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι.

Ὅταν νηστεύουν, κάνουν τά πρόσωπα τους νά φαίνωνται ἄσχημα καί ἀτημέλητα καί χλωμά, ὥστε καί πάλι νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ἀλλοίμονον! Κάνουν τά πάντα μόνον γιά νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄλλοι, ὅτι εἶναι δῆθεν ἐλεήμονες, προσευχητικοί καί μεγάλοι νηστευτές.

Τά κάνουν ὅλα αὐτά καί τά κάνουν καί σήμερα γιά δύο λόγους: γιά νά λάβουν ἀπό τούς ἀνθρώπους δόξα καί χρήματα. Ὅσο γιά τόν Θεό, δέν τόν ὑπολογίζουν καθόλου, σάν νά μήν ὑπάρχη. Στήν πραγματικότητα, οἱ ὑποκριτές εἶναι ἐντελῶς οἱ πιό ἄθεοι ἄνθρωποι. Ἐξαπατώντας τούς ἀνθρώπους, λαμβάνουν αὐτό πού θέλουν, καί αὐτό εἶναι ἡ τελική πληρωμή τους. Ἀπό τόν Θεό δέν ἔχουν νά περιμένουν τίποτε, ἐπειδή δέν Τόν χρέωσαν μέ καμμιά ἀπό τίς πράξεις τους, ἀλλά ἐπέσυραν μόνον τήν ὀργήν Του.

Γι᾿ αὐτούς εἶπε ὁ Κύριος: «ἐγγίζει μοι ὁ λαός οὗτος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ καί ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτῶν τιμῶσί με, ἡ δέ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ἡσ. κθ´ 13).

Ἐφ᾿ ὅσον δέν τηροῦν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός, τηροῦν τό θέλημα τοῦ πατρός τοῦ ψεύδους. Ὁ πατέρας ὅλων τῶν ψευδῶν, ὁ διάβολος, τούς διδάσκει ὅτι εἶναι κανονικό, φυσικό καί λογικό νά κάνουν ἔτσι, καί ὅτι καί ἄλλοι πρίν ἀπό αὐτούς ἔκαναν ὁμοίως καί ἔζησαν θαυμάσια, κερδίζοντας ἀπό τούς ἀνθρώπους δόξα καί πλούτη. Αὐτή εἶναι ἡ καταστροφική ὁδός τοῦ κόσμου, καί ὅμως αὐτοί δέν τήν ἐγκαταλείπουν, χάριν τοῦ κόσμου. Αὐτοί, ἄθλιοι καθώς εἶναι, δέν αἰσθάνονται πόσο πολύ ὁ σατανᾶς τούς ἔχει ἐξαπατήσει μέ τέτοια ψεύδη καί πόσο πολύ ἔχει μολύνει καί ἀποξηράνει τίς καρδιές τους, πού ἀκόμη καί οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ γυρίζουν μέ ἀποστροφή τά πρόσωπά τους ἀπό τήν δυσωδία τῶν ψυχῶν τους.

Ὁλόκληρη ἡ ἐξωτερική τους, περιποιημένη ἐμφάνισις, εἶναι μόνον τό χρωματισμένο κέλυφος τοῦ θανάτου, ἕνας ἀσβεστωμένος τάφος. Ὅταν τούς βρῆ αὐτό πού λέμε θάνατος, ἀλλοίμονον! Αὐτό πού θά τούς ἔλθη τότε εἶναι ἡ βεβαίωσις καί ἡ σφραγίδα τῆς ἤδη ἀπό μακροῦ νεκρωμένης τους ψυχῆς.

Ἀλλά σεῖς, μήν εἶσθε ὅπως οἱ ὑποκριτές, διδάσκει ὁ Χριστός τούς ἀνθρώπους. Μήν εἶσθε σάν τούς ὑποκριτές, ὅταν ἀγαθοεργῆτε.«σοῦ δέ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μή γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. στ´ 3).

Μήν εἶσθε ὑποκριτές, ὅταν προσεύχεσθε στόν Θεό: «σύ δέ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τό ταμιεῖόν σου, καί κλείσας τήν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. στ´ 6).

Μήν εἶσθε σάν τούς ὑποκριτές, ὅταν νηστεύετε: «σύ δέ νηστεύων ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μή φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλά τῷ πατρί σου ἐν τῷ κρυπτῷ, καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. στ´ 18)· «οὐ γάρ ἐστι κρυπτόν ὅ ἐάν μή φανερωθῇ, οὐδέ ἐγένετο ἀπόκρυφον ἀλλ᾿ ἵνα ἔλθῃ εἰς φανερόν» (Μάρκ. δ´ 22).

Ὁ Θεός θά σοῦ ἀποκαλύψη μεγάλα μυστικά, τότε πού ἐσύ δέν θά τό περιμένης. Οἱ Προφῆτες καί οἱ Δίκαιοι τό ἤξεραν αὐτό, ἀλλά οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι δέν τό ἤξεραν, καί οὔτε τό ξέρουν ἀκόμη καί σήμερα.

Οἱ Προφῆτες καί οἱ Δίκαιοι ἐφοβοῦντο τόν Θεό καί ἀγαποῦσαν τόν λαό τους, ἐνῶ οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ Γραμματεῖς, οἱ ὑποκριτές, δέν φοβοῦνται τόν Θεό καί μισοῦν τόν λαό τους.

Ὁ Ἰησοῦς εὐσπλαγχνίζετο μέχρι δακρύων τόν λαόν Του (βλ. Ματθ. ιε´ 32,  Μάρκ. η´ 2), τόν ὁποῖον οἱ Ἀρχιερεῖς καί οἱ Ἄρχοντες ἐξαπατοῦσαν, ὕβριζαν καί ἐκδικοῦνταν χωρίς ἔλεος. Σέ προηγούμενό Του κήρυγμα, ὁ Χριστός κήρυξε ἀνοικτά πόλεμο κατά τῆς ὑποκρισίας τους.

Καθώς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἦταν μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί ὁ καιρός περνοῦσε, αὔξανε τόν πόλεμό Του κατά τῆς ὑποκρισίας ἐξευτελίζοντάς την, καί τῆς ὑποκρισίας τῶν θρηκευτικῶν ἀρχηγῶν τοῦ καιροῦ ἐκείνου, ἐξευτελίζοντάς τους ἐνώπιόν τους καί ἐνώπιον ὅλου τοῦ λαοῦ Του.

Ποτέ δέν ἐξευτέλισε ὁποιουσδήποτε ἁμαρτωλούς τόσο πολύ, ὅσο ἐξευτέλισε τούς ὑποκριτές. Τελικά, ὁ ἐξευτελισμός τῆς ὑποκρισίας ἀπό τόν Ἰησοῦ, κοντά στό τέλος πλεόν τῆς ἐπιγείου παραμονῆς Του, μετεβλήθη σέ φοβερή βροντή, ἡ ὁποία κυριολεκτικά ἄστραψε καί βρόντηξε. Δέν πρέπει νά ξαφνιάζη τοῦτο αὐτούς πού γνωρίζουν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς δέν ἀπευθύνθηκε μόνον σέ μιά γενιά ἀνθρώπων, αὐτήν τῆς ἐποχῆς Του, ἀλλά πρός ὅλες τίς γενεές ἕως τέλους τοῦ κόσμου.

Καθώς ἐξευτέλιζε τούς Ἰουδαίους ὑποκριτές πρόσωπο πρός πρόσωπο, ἐξευτέλιζε ὅλους τούς ὑποκριτές ὅλων τῶν ἐποχῶν ὅλων τῶν γενεῶν.

Γιατί ἆραγε ὁ Ἰησοῦς κτύπησε τόσο σκληρά καί ἀνελέητα εἰδικά τήν ὑποκρισία; Διότι, ἡ ὑποκρισία εἶναι ἕνα σατανικό ψέμα, ἡ ὑποκρισία εἶναι σατανική ἐξ ἀρχῆς· εἶναι τό ζιζάνιο πού ἔσπειρε ὁ σατανᾶς σέ ὅλες τίς σοδειές τοῦ Θεοῦ στήν γῆ: στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, στό σπίτι του, στόν γάμο του, στήν παρέα των φίλων του, στόν λαό του καί στό ἔθνος, στήν πολιτική καί στό ἐμπόριο, στήν λύπη καί στήν χαρά, παντοῦ, σέ ὅλες τίς ἐποχές καί τούς πολιτισμούς. Κανένας πολιτισμός δέν κατάφερε νά ξερριζώση τό ζιζάνιο τῆς ὑποκρισίας, ἀλλά αὐτό κατώρθωσε νά ἀφανίση πολλούς ἀπό αὐτούς. Ἄν ἕνας πολιτισμός ἔλαμπε μέ ἐξωτερική αἴγλη, ὅπως ὁ Εὐρωπαϊκός καί ὁ Ἰαπωνικός, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι εἶχε καταστρέψει τήν ὑποκρισία, παρά ὅτι τήν εἶχε ἀποκρύψει πιό ἐπιδέξια κάτω ἀπό τό κέλυφός του, πού δέν εἶχε γραμμένο πάνω τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως συμβαίνει μέ τά Πασχαλινά αὐγά στά Βαλκάνια. Μᾶλλον, ἔγραφε στό δικό του κέλυφος: εὐγένεια, τρόποι, σοφιστεία, λόγους δηλαδή πού οἱ δαίμονες δέν φοβοῦνται, καί ἔτσι τό ζιζάνιο τῆς ὑποκρισίας, ἀνεμπόδιστο, βλάστανε ὀργιαστικά.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἐνσαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διεκήρυξε ἐξ ἀρχῆς δύο πολέμους: κατά τού σατανᾶ καί κατά τῆς ὑποκρισίας. Οἱ ἄνθρωποι Τόν ἀγαποῦσαν καί Τόν τιμοῦσαν μέ τεράστιο θεοφοβούμενο σεβασμό, ὡς Σωτῆρα. «Ἦν γάρ διδάσκων αὐτούς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καί οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς» (Ματθ. ζ´ 29).

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Ὁ χερουβικός ὕμνος


(Ζωντανή ηχογράφηση στον Ι.Ν. Παντανάσσης Κατερίνης
στις 7 Ιουλίου 2013)

(Συμμετέχει ο Πρωτοψάλτης του Ι. Μητροπολιτικού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Σερρών, κ. Γούναρης Στυλιανός)


Οἱ τά Χερουβείμ μυστικῶς εἰκονίζοντες καί τῇ ζωοποιῷ Τριάδι τόν τρισάγιον ὕμνον προσάδοντες, πᾶσαν τήν βιοτικήν ἀποθώμεθα μέριναν.

Της Βασίλισσας του Ουρανού η Παράταξη (Σύναξη των Αγιορειτών Πατέρων)

Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ

«Τη δευτέρα Κυριακή του Ματθαίου, την μνήμην εορτάζομεν πάντων των Οσίων Πατέρων, των εν Αγίω Όρει του Άθω λαμψάντων».

Όρη ιερά και, άγια υπάρχουν πολλά… Άγιο όρος και θεοβάδιστο, το Σινά. Εκεί δόθηκε από τον ίδιο το Θεό Σαβαώθ ο Νόμος στο δούλο Του τον Μωυσή. Άγιο όρος το Θαβώρ! Εκεί η Μεταμόρφωση του Ιησού υπήρξε για τους Αγίους Αποστόλους μια εμπειρία θεώσεως. Άγιο όρος το Όρος των Ελαιών, απ’ όπου ο Θεάνθρωπος ανελήφθη στους ουρανούς, «ίνα πέμψη τον Παράκλητον τω κόσμω» κ.λπ.

Όμως εμείς όταν μιλάμε για «Άγιον Όρος», εννοούμε «τον αγιώνυμο Άθω, τον νοητό της Θεοτόκου και ωραίο παράδεισο». Το «Περιβόλι της Παναγίας», όπως απλά τον αποκαλούμε. Άθως. Άγιον Όρος, Περιβόλι της Παναγίας! Ένα βουνό και μια χερσόνησος, που έλαβε το όνομα της απ’ αυτό. Ένα τοπίο ελληνικό, αρκετά όμορφο βέβαια, μα όχι και μοναδικό στις φυσικές ομορφιές. 

Ένας ζωγράφος, ένας ποιητής, θα μπορούσε να ελκυσθεί ίσως περισσότερο από κάποιες άλλες γωνιές της ελληνικής γης. Κι όμως ο Άθως έχει μια δική του ομορφιά, μυστική, κρυμμένη από τα βέβηλα μάτια εκείνων που ως άφρονες λέγουν «εν τη καρδία αυτών: ουκ έστι Θεός» (Ψαλμ. 13: 1). Η ομορφιά αυτή, η απρόσιτη σ’ όσους δεν διαθέτουν τις πνευματικές προϋποθέσεις, οφείλεται στα μυρίπνοα άνθη που άνθισαν στις υπώρειες του. Στα κρίνα τα αειθαλή και πανεύοσμα, που φύτρωσαν στις κοιλάδες του. Στα δένδρα του τα ουρανομήκη και ευσκιόφυλλα, που αναβλάστησαν στα παράλιά του. Στο χορό, θέλω να πω, των Οσίων, των Ομολογητών, των Ιεραρχών και των Μαρτύρων, που στο διάστημα της υπερχιλιόχρονης χριστιανικής ιστορικής πορείας του ανέδειξε! Στα ιερά καρδιοστάλακτα δάκρυα τους! Στους αλάλητους στεναγμούς της καρδιάς τους! Στις θεοπειθείς ευχές τους! Στην ισάγγελη πολιτεία τους! Στην καλή ομολογία της Πίστεως! Στα τίμια μαρτυρικά αίματά τους! 

Η δεύτερη Κυριακή του Ματθαίου είναι ήμερα μνήμης, τιμής, εορτασμού και πανηγύρεως όλων εκείνων των φιλόθεων ψυχών, που με την κατά Θεόν άσκησή τους στον Άθωνα, με την καλή ομολογία της Ορθοδόξου Πίστεως, ή και το μαρτύριο ακόμη χάριν του Χριστού και της πατρώας ευσέβειας, «ευηρέστησαν Θεώ και ανθρώποις», έκλεισαν τον Ιερό εκείνο τόπο, δόξασαν την Εκκλησία, φώτισαν ολόκληρη την ανθρωπότητα, μας χάρισαν νέα, ακριβή σταθμά και μέτρα πίστεως και ευσέβειας!,..

Ποιούς να μνημονεύσει πρώτα κανείς και ποιούς έπειτα; Τον Αθανάσιο, δομήτορα, κτήτορα της Λαύρας; Πέτρο τον επώνυμο του Άθω; Γρηγόριο τον Παλαμά, τον στύλο της Ορθοδοξίας; Νήφωνα τον ιεραπόστολο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως; Συμεών τον Νεμάνια, που μετάλλαξε την επίγεια βασιλεία με την ουράνια; Κοσμά τον Πρώτο, τον Ιερομάρτυρα, και τους μαζί με αυτόν προμάχους της Ορθοδοξίας; Κοσμά τον Αιτωλό, τον Ισαπόστολο Φιλοθεΐτη; Μακάριο τον Διονυσιάτη Νεομάρτυρα; Τους διά πνιγμού τελειωθέντες Ιβηρίτες Οσιομάρτυρες; Τους ολοκαυτωθέντες Ζωγραφινούς; Νικόδημο τον Αγιορείτη, τον απλανή διδάσκαλο της Εκκλησίας; Ή μήπως τους ανώνυμους εκείνους κι άγνωστους -γνωστούς, όμως, πολύ καλά στο Θεό, των οποίων τα ιερά λείψανα «ως βοτάνη ανατέλλουν» σε κάθε γωνιά της αγιορείτικης γης και σκορπούν ευωδία και ιάματα; «Επιλείψει γαρ με διηγούμενον ο χρόνος…» (Εβρ. 11: 32).

Τί να τιμήσει και τί να θαυμάσει κανείς περισσότερο; Τα δάκρυα της κατανύξεως ή τα αίματα του μαρτυρίου; Τους βαθυκάρδιους στεναγμούς της μετανοίας ή τα βασανιστήρια της ομολογίας; Την πτωχεία για τον Ιησού ή τον πλούτο της αρετής; Το βάθος της ταπεινώσεως ή το ύψος της Θεολογίας; Τους αγώνες κατά των παθών ή τα τρόπαια κατά των αιρέσεων και της ασεβείας; Τη συνέπεια της πράξεως ή τον πλούτο της θεωρίας; Την κατά κόσμον ασημότητα ή την εν Χριστώ μεγαλοσύνη; Το ατημέλητο της σάρκας ή τη λαμπρότητα της ψυχής; Την διά βίου σιωπή ή την κατά το μαρτύριο στεντόρεια ομολογία; Το χαροποιό πένθος ή τον γλυκασμό της θεοπτείας; Την εκκοπή κάθε ψεκτού πάθους ή το «παθείν τα θεία»; Τη νοερά προσευχή ή την με αγάπη διακονία; Την διά Χριστόν σαλότητα (τρέλλα) και μωρία ή την ένθεη σοφία; «Απορεί πάσα γλώσσα ευφημείν προς αξίαν»…

Αλλά η γιορτή των Αγιορειτών Αγίων, πέρα από την απόδοση της πρέπουσας τιμής στους ουρανοβάμονες αυτούς θείους άνδρες και επίγειους αγγέλους, έχει και μια άλλη διάσταση: Είναι ένας καθρέφτης. Ένας αδυσώπητος καθρέφτης για όλους εμάς! Για όλους που φέρουμε το υπεύθυνο όνομα «Χριστιανός Ορθόδοξος», κι ακόμα πιο πολύ για όσους φέρουμε το ίδιο με εκείνους σχήμα…

Αν «τιμή μάρτυρος», κατά τον πολύ τα θεία Χρυσόστομο, είναι η «μίμηση μάρτυρος», και εάν, κατά τον ίδιο, «εορτή είναι των αγαθών έργων η επίδειξη· της ψυχής η ευλάβεια· η προσοχή της ζωής μας», εκείνο στο οποίο μας καλεί ο πανηγυρικός εορτασμός των «του Άθω Πατέρων και αγγέλων εν σώματι», είναι προφανές και πασίδηλο…

Ένα τροπάριο της Λιτής της Ακολουθίας των Αγιορειτών Αγίων που είναι ύμνος και δέηση μαζί, θα ήταν νομίζω η καλύτερη κατακλείδα τούτων των γραμμών: 

«Όσιοι Πατέρες οι εν τω Όρει τούτω τους ασκητικούς αγώνας ανύσαντες, υμείς εκ νεότητος τον σταυρόν του Κυρίου αράμενοι, δι’ αυτού υμίν ο κόσμος εσταύρωται και αυτοί τω κόσμω· το μεν αισθητώς αυτού χωρισθέντες το δε, και νοητώς αυτώ νεκρωθέντες. Όθεν διπλήν ειδότες την πράξιν του σταυρού, διπλήν και την ανάβασιν προς αυτόν εποιήσατε, διά πράξεως και θεωρίας, εις την ενδεχομένην ανθρώποις ελάσαντες τελειότητα, και νυν εν ουρανοίς συνδοξασθέντες Χριστώ, ως και συμπαθόντες, πρεσβεύσατε υπέρ των ψυχών ημών».

(Όσιοι Πατέρες, σεις αγωνιστήκατε τους ασκητικούς αγώνες σε τούτο το όρος, σεις από τα νιάτα σας σηκώσατε στον ώμο τον Σταυρό του Χριστού και μ’ αυτόν ο κόσμος σταυρώθηκε για σας και σεις για τον κόσμο, μα και νοερά πεθάνατε για τον κόσμο. Λοιπόν διπλή την μάθατε την πρακτική του Σταυρού και διπλά ανεβήκατε στο ύψος του, με την πράξη και με την θεωρία και έτσι φθάσατε στην τελειότητα που μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος. Και τώρα που βρίσκεστε στον ουρανό και δοξάζεστε μαζί με το Χριστό, αφού πάθατε και μαρτυρήσατε μαζί του, παρακαλέστε Τον για τη σωτηρία των ψυχών μας.)


(Ιωσήφ, Μητροπολίτου Προικοννήσου, «Οσμή ζωής», εκδ. Άθως)

Εβδομαδιαίο Πρόγραμμα Ιερών Ακολουθιών


Κυριακάτικο Κήρυγμα (Β' Ματθαίου)


Κυριακή Β' Ματθαίου

Ματθ. 4, 18-23

Είδαμε την περασμένη Κυριακή ότι έχει μεγάλη σημασία για την πνευματική μας ζωή να προτάσσουμε τον Χριστό ακόμα και από τους γονείς και τους συγγενείς μας και να Τον ομολογούμε ενώπιον των ανθρώπων. 

Ένα τέτοιο παράδειγμα αφοσίωσης αποτελεί και η σημερινή ευαγγελική περικοπή, κατά την οποία ο Ευαγγελιστής Ματθαίος μας περιγράφει την κλήση των πρώτων Αποστόλων. 

Περπατούσε, μας λέει, ο Ιησούς στην άκρη της λίμνης της Γαλιλαίας και είδε δύο αδελφούς, τον Σίμωνα Πέτρο και τον Ανδρέα, οι οποίοι, μιας που ήταν ψαράδες, έριχναν το δίχτυ στη θάλασσα. “Ακολουθήστε με, και θα σας κάνω αλιείς ανθρώπων” τους λέει, κι εκείνοι, δίχως δεύτερη σκέψη, παράτησαν τα δίχτυα μέσα στο νερό, και Τον ακολούθησαν.

Πιο κάτω βλέπει άλλους δύο αδελφούς, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, μέσα στη βάρκα μαζί με τον πατέρα τους Ζεβεδαίο, να ετοιμάζουν κι εκείνοι τα δίχτυα. Στο κάλεσμά Του, άφησαν αμέσως το πλεούμενο και τον πατέρα τους, και ακολούθησαν τον Ιησού, ο οποίος περιόδευε σε ολόκληρη την Γαλιλαία διδάσκοντας το Ευαγγέλιο της βασιλείας του Θεού και θεραπεύοντας κάθε είδους ασθένεια.

Ούτε γονείς σκέφτηκαν οι μαθητές του Χριστού, ούτε περιουσία, ούτε την ίδια τους την εργασία, ούτε καν τον τρόπο με τον οποίο θα εξασφάλιζαν τα προς το ζην. Αλλά χωρίς δισταγμό, χωρίς δεύτερη σκέψη, εγκατέλειψαν πίσω τους τα πάντα και ακολούθησαν τον Ιησού. 

Ακολούθησαν έναν άγνωστο, ο οποίος ακόμα δεν είχε αποκτήσει τη φήμη του Διδασκάλου, κι όμως ο λόγος Του τους σαγήνεψε και τους γέμισε με τέτοια σιγουριά, ώστε να τολμήσουν μέσα σε μια στιγμή να αλλάξουν τη ζωή τους ολόκληρη. Μια τέτοια απόφαση δεν είναι καθόλου απλή, ούτε εύκολη. Απαιτεί τόλμη, πίστη και καθαρότητα καρδιάς, στοιχεία που αναγνωρίζει ο Ιησούς στους ψαράδες τους οποίους καλεί να Τον ακολουθήσουν.

Σε αντίθεση με τους φαρισαίους, οι ψαράδες της Γενησαρέτ δεν έχουν εντρυφήσει στο Μωσαϊκό νόμο, δεν γνωρίζουν πολλά για τις Γραφές, δεν ασχολούνται σχολαστικά με την τήρηση των κανόνων που έχουν επιβάλλει οι νομομαθείς. Οι γραμματείς και οι φαρισαίοι μπορεί να γνώριζαν το Νόμο, ωστόσο η υπερηφάνεια τους και η ασφάλεια που ένοιωθαν εξαιτίας των γνώσεών τους και της διακεκριμένης θέσης τους στην εβραϊκή κοινωνία, δεν τους επέτρεψε να αναγνωρίσουν στο πρόσωπο του Ιησού τον Λυτρωτή του κόσμου, τον αναμενόμενο Μεσσία. 

Διέθεταν γνώση, αλλά τους έλλειπε η αληθινή πίστη. Ένιωθαν τέλειοι, και γιαυτό δεν ήταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν την ατομική τους ασφάλεια και να διακινδυνεύσουν να γίνουν οπαδοί μιας νέας διδασκαλίας, η οποία ασφαλώς απαιτούσε αγώνα. Εγκλωβισμένοι μέσα στην τυπολατρία και την υποκρισία, δεν διέθεταν την καθαρότητα της καρδιάς, ώστε να δουν και να αναγνωρίσουν την Αλήθεια. Και για την κατάστασή τους αυτή δεν ευθύνεται ασφαλώς η μελέτη και η γνώση των Γραφών, αλλά η αυτοεκτίμηση και ο εγωισμός τον οποίο είχαν καλλιεργήσει μέσα τους με αφορμή την υπεροχή τους έναντι των άλλων, των ταπεινών συνανθρώπων τους.

Γι αυτό και ο Χριστός καλεί τους ταπεινούς ψαράδες, οι οποίοι αν και δεν έχουν τα εφόδια των φαρισαίων, διαθέτουν την απλότητα, την καθαρότητα, την ευθυκρισία και την ταπείνωση, στοιχεία απαραίτητα για να δεχτούν το μήνυμα του Ευαγγελίου. Εξαιτίας πάλι της φύσεως του επαγγέλματός τους, έχουν μάθει να μη θεωρούν τίποτα ως δεδομένο και να εμπιστεύονται την πρόνοια του Θεού. Έτσι τολμούν να εγκαταλείψουν τα πάντα, τη δουλειά τους, τα δίχτυα, τους συγγενείς τους, να εμπιστευτούν τα λόγια του Διδασκάλου και να Τον ακολουθήσουν.

Αυτά τα στοιχεία, την πίστη δηλαδή, την άρνηση κάθε πράγματος που μας κρατά προσηλωμένους σε γήινα πράγματα όπως η οικογένεια ή η εργασία, και την αυθόρμητη κίνηση της καρδιάς μας ζητά από όλους μας ο Κύριος προκειμένου να Τον ακολουθήσουμε. Η πίστη στο Χριστό, η μίμηση της ζωής των Αποστόλων, η ζωή σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, προϋποθέτει την αποδέσμευσή μας από κάθε τι που μπορεί να σταθεί εμπόδιο σε αυτή. Για τον λόγο αυτό τονίζεται ιδιαίτερα, και στις δύο περιπτώσεις της σημερινής περικοπής, ότι οι Απόστολοι εγκατέλειψαν τα πάντα και στη συνέχεια ακολούθησαν τον Ιησού.

Στη σύγχρονη κοινωνία μας, περισσότερο από ό,τι κατά το παρελθόν, οι άνθρωποι φροντίζουμε να εξασφαλίσουμε την προσωπική μας άνεση, το βόλεμά μας σε κάθε επίπεδο, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο ασκούμε την θρησκευτικότητά μας. Γι αυτό και συχνά δεν είμαστε πρόθυμοι να ακολουθήσουμε τον δρόμο της ασκήσεως που η Εκκλησία ανέκαθεν υποδεικνύει σε κάθε πιστό. Αρκούμαστε στα λίγα, στην ημιμάθεια, στην αποφυγή κάθε πνευματικής προσπάθειας. 

Και λησμονούμε ότι αν θέλουμε να είμαστε και να λεγόμαστε αληθινοί μαθητές του Χριστού, τότε οφείλουμε να εγκαταλείψουμε τα πάντα και να Τον ακολουθήσουμε, στο δρόμο που οδηγεί στο Γολγοθά και στην Ανάσταση.


xerouveim

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

† Κυριακή 7 Ιουλίου 2013 (Β' Ματθαίου)

Ευαγγελική Περικοπή,

Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον

Κεφ. δ' : 18-23 

Τ
ῷ καιρῷ ἐκείνῳ, περιπατῶν ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς· καὶ λέγει αὐτοῖς· Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν, εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν, καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν· καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν, ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ ᾿Ιησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν, καὶ κηρύσσων τὸ Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας, καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.


Απόστολος,

Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀναγνωσμα
Κεφ. γ' : 22-29, δ' : 1-5

δελφοί, πρὸ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. Ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ ᾿Αβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ᾿ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι. Λέγω δέ, ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. Οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.



Εἰς τόν Ὄρθρον
Τὸ Β΄ Ἑωθινόν Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον 
Κεφ. 16:1-8 

Δ
ιαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ, καὶ Μαρία ἡ τοῦ ᾿Ιακώβου καὶ Σαλώμη, ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν τὸν᾿Ιησοῦν. Καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς Σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; Καὶ ἀναβλέψασαι, θεωροῦσιν, ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. Ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· ᾿Ιησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε, ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. Ἀλλ᾿ ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχύ, ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις· καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.