Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Δοξαστικό των Αίνων, της Κυριακής των Αγίων Πατέρων της Δ' Οικουμενικής Συνόδου



(Ζωντανή ηχογράφηση στον Ι.Ν. Παντανάσσης Κατερίνης,
την Κυριακή 14 Ιουλίου 2013)


Δόξα... Ἦχος πλ. δ'

Τῶν ἁγίων Πατέρων ὁ χορός, ἐκ τῶν τῆς οἰκουμένης περάτων συνδραμών, Πατρός, καὶ Υἱοῦ, καὶ Πνεύματος ἁγίου, μίαν οὐσίαν ἐδογμάτισε καὶ φύσιν, καὶ τὸ μυστήριον τῆς θεολογίας, τρανῶς παρέδωκε τῇ Ἐκκλησίᾳ· οὓς εὐφημοῦντες ἐν πίστει, μακαρίσωμεν λέγοντες· Ὦ θεία παρεμβολή, θεηγόροι ὁπλῖται, παρατάξεως Κυρίου, ἀστέρες πολύφωτοι, τοῦ νοητοῦ στερεώματος, τῆς μυστικῆς Σιὼν οἱ ἀκαθαίρετοι πύργοι, τὰ μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου, τὰ πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου, Νικαίας τὸ καύχημα, οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, ἐκτενῶς πρεσβεύσατε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

”Η Ευχή”


Γερόντισα Μακρίνα Ι.Μ.Παναγίας Οδηγήτριας Πορταριάς Βόλου
Γερόντισσα Μακρίνα


Στήν ώρα τής διακονίας (εργασίας) μας, ή οτιδήποτε άλλο κάνουμε, αντί νά αργολογήσουμε, αντί νά συζητήσουμε, αντί να πούμε ιστορίες, αντί νά πούμε πνευματικά, καλύτερα είναι νά λέμε τήν “ευχή“

Γιατί μέσα καί στά πνευματικά ακόμη θά υπάρχει καί μία κατάκριση, ένα κουτσομπολιό, μία αργολογία, μία μεμψιμοιρία,, θά υπάρξουν αστεϊσμοί, διάφορα. Όταν μάς έρχεται διάθεσις γιά συζήτηση, όταν μάς πιάνει πλήξη, μάς πιάνει στενοχώρια, νά ξέρετε είναι γιατί δέν κυνηγάμε τήν “ευχή“

Νά τήν κυνηγήσουμε, όπως τήν κυνηγούσαν οί Πατέρες οί άγιοι, όπως τήν κυνήγησαν πνευματικοί άνθρωποι στόν κόσμο καί αισθάνθηκαν τήν Χάρι τού Θεού. Γιορτές καί Κυριακές πού έχουμε περισσότερο χρόνο νά λέμε τήν “ευχή” (Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με), νά τόν εκμεταλευώμαστε τόν χρόνο.


Γερόντισα Μακρίνα – Λόγια Καρδιάς, 
εκδόσεις Ιεράς Μονής Παναγίας οδηγήτριας Πορταριά Βόλου.

Εβδομαδιαίο Πρόγραμμα Ιερών Ακολουθιών


Κυριακάτικο Κήρυγμα (Των Αγίων Πατέρων της Δ' Οικουμενικής Συνόδου)


Κυριακή των Αγίων Πατέρων


Ματθ. 5, 14-19


Τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, καὶ τῶν Πατέρων τὰ δόγματα, τῇ Ἐκκλησίᾳ μίαν τὴν πίστιν ἐκράτυνεν· ἣ καὶ χιτῶνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας, τὸν ὑφαντὸν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας, ὀρθοτομεῖ καὶ δοξάζει, τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα Μυστήριον.


Τιμά σήμερα και εορτάζει η αγία μας Εκκλησία τη μνήμη των Αγίων εξακοσίων τριάντα Πατέρων της Τέταρτης Οικουμενικής Συνόδου, που συνεκλήθη το 451 στη Χαλκηδόνα και κατεδίκασε την αίρεση του Μονοφυσιτισμού, που αναγνώριζε στο πρόσωπο του Χριστού, μετά την ένωση της Θείας με την Ανθρώπινη φύση, μόνο την Θεία φύση. 

Οι Άγιοι Πατέρες, παραμένοντας πιστοί στις Αποστολικές Παραδόσεις και στους πριν από αυτούς Πατέρες της Εκκλησίας, αντέκρουσαν αυτή την πλάνη και ομολόγησαν την αυθεντική πίστη της Εκκλησίας και της Αγίας Γραφής:

ότι δηλαδή ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, και ότι οι δύο φύσεις δεν συγχέονται, δεν έχουν υποστεί αλλοίωση, δεν διαιρούνται και δεν χωρίζονται, τόσο κατά την Ενανθρώπηση όσο και μετά από αυτή, αλλά διατηρεί η καθεμιά τα δικά της ιδιαίτερα γνωρίσματα και ιδιότητες, και συμμετέχουν και οι δύο στο έργο της σωτηρίας του κόσμου.

Για τον λόγο αυτό, για την προσήλωση δηλαδή των Αγίων Πατέρων στις Ευαγγελικές και Αποστολικές παραδόσεις και επειδή με τη συμβολή τους αποτελούν τους νοητούς φάρους της Θεολογίας και γενικότερα της Εκκλησίας, τους τιμά σήμερα η Εκκλησία μας, και στο ανάγνωσμα από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ακούσαμε ένα απόσπασμα από την επί του Όρους Ομιλίας του Χριστού, ο οποίος μας λέει τα εξής:

 “ Εσείς είστε το φως του κόσμου. Μια πόλη που βρίσκεται στην κορυφή του βουνού δεν μπορεί να κρυφτεί, ούτε ανάβουν (οι άνθρωποι) το λυχνάρι και το βάζουν κάτω από το δοχείο, αλλά το αναρτούν στο λυχνοστάτη και φωτίζει όλους όσους είναι στο σπίτι. Έτσι να λάμψει και το δικό σας φως στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον Πατέρα σας τον επουράνιο. Μη νομίσετε ότι ήρθα να καταλύσω το νόμο ή τους προφήτες, δεν ήρθα να τους καταργήσω αλλά να τους ολοκληρώσω. Αλήθεια σας λέω, ακόμα κι αν χαθεί ο ουρανός και η γη, από το νόμο δεν δα εκπέσει ούτε ένα γιώτα ή μία οξεία, μέχρι να εκπληρωθούν τα πάντα. Όποιος λοιπόν καταργήσει έστω και μία από τις εντολές τις πιο ασήμαντες και διδάξει έτσι τους ανθρώπους, αυτός θα ονομαστεί ελάχιστος στη Βασιλεία των Ουρανών. Εκείνος πάλι που θα τις εφαρμόσει και θα τις διδάξει, θα κληθεί μέγας στη Βασιλεία των Ουρανών ”.

Βλέπουμε ότι ο Χριστός αποκαλεί τους γνήσιους μαθητές Του φως του κόσμου, γιατί όλοι μας έχουμε -ή οφείλουμε να έχουμε- γνώση της Αληθείας, όπως ο ίδιος μας την δίδαξε, αλλά και γινόμαστε κοινωνοί, μέσα από τα Μυστήρια της Εκκλησίας, της φωτιστικής χάριτος του Αγίου Πνεύματος.

Από τη στιγμή δηλαδή που έχουμε μέσα μας αυτόν τον διπλό φωτισμό, γινόμαστε εκείνοι που με τη ζωή τους, με το παράδειγμά τους και με τα λόγια τους, έχουν την δυνατότητα αλλά και την υποχρέωση να φωτίσουν ολόκληρο τον κόσμο.

Και αρκεί μόνο το παράδειγμά μας για να διδαχθεί ο υπόλοιπος κόσμος και να γνωρίσει την αλήθεια, χωρίς άλλο ιδιαίτερο κόπο, όπως δεν απαιτείται τίποτα για να είναι εμφανής η πόλη επάνω στο βουνό ή για να φωτίζει ένα λυχνάρι. Γι αυτό και επιμένει ο Χριστός, προτρέποντας όλους μας να φροντίζουμε να κάνουμε ενάρετες πράξεις.

Τα καλά έργα πάλι, δεν είναι ασύνδετα με την ορθή πίστη. Τα έργα για τον πιστό χριστιανό δεν αποτελούν υποχρέωση προς τον Θεό ή προς τους συνανθρώπους, δεν είναι ζήτημα ούτε ηθικής ούτε κοινωνικού ακτιβισμού και εθελοντισμού.

Τα καλά έργα, είτε αφορούν την καλλιέργεια των αρετών είτε την αλληλεγγύη προς τον πλησίον, αποτελούν προέκταση και απόρροια της ορθής πίστης, είναι το αποτέλεσμα της πίστεως και του φωτισμού που οφείλουμε ως πιστοί να μετέχουμε. Γι αυτό και ο Χριστός, στο δεύτερο μέρος της σημερινής περικοπής, ορίζει ότι η διδασκαλία Του και οι εντολές Του παραμένουν αναλλοίωτες στον χρόνο. Γιατί η Αλήθεια είναι κάτι το αναλλοίωτο, και για μας τους χριστιανούς η Αλήθεια είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, όπως ο ίδιος μας είπε (Ιω. 14, 6).

Επομένως, η τελευταία φράση του σημερινού Ευαγγελίου αποτελεί φυσική συνέπεια των ανωτέρω: 

εκείνος που με τα λόγια και με τις πράξεις του θα αλλοιώσει ή θα παραχαράξει την Αλήθεια, δεν έχει θέση στη Βασιλεία του Θεού, ενώ εκείνος που θα την διατηρήσει αναλλοίωτη, θα κληθεί μέγας.

Αν αυτά τα λόγια αφορούν όλους μας, πολύ περισσότερο έχουν εφαρμογή για τους τους Ποιμένες και Διδασκάλους της Εκκλησίας, τους πνευματικούς δηλαδή καθοδηγητές του λαού του Θεού. 

Κι ακόμα περισσότερο, από τη στιγμή που οι Άγιοι Πατέρες έδωσαν αγώνες πνευματικούς για να αποτρέψουν την παραχάραξη της αληθινής πίστης, δίκαια η Εκκλησία μας σήμερα τους τιμά και τους μεγαλύνει και ψάλλει: 

«Ἀποστολικῶν παραδόσεων, ἀκριβεῖς φύλακες γεγόνατε, Ἅγιοι Πατέρες· τῆς γὰρ Ἁγίας Τριάδος τὸ ὁμοούσιον, ὀρθοδόξως δογματίσαντες, Ἀρείου τὸ βλάσφημον συνοδικῶς κατεβάλετε. Μεθ' ὃν καὶ Μακεδόνιον πνευματομάχον ἀπελέγξαντες, κατεκρίνατε Νεστόριον, Εὐτυχέα καὶ Διόσκορον, Σαβέλλιόν τε, καὶ Σεβῆρον τὸν Ἀκέφαλον. Ὧν τῆς πλάνης αἰτήσασθε ῥυσθέντας ἡμᾶς, ἀκηλίδωτον ἡμῶν τὸν βίον, διατηρεῖν ἐν τῇ πίστει δεόμεθα».


xerouveim

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

† Κυριακή 14 Ιουλίου 2013 (Των Αγίων Πατέρων της Δ' Οικουμενικής Συνόδου)

Ευαγγελική Περικοπή,

Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον
Κεφ. ε' : 14-19

Ε
ἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· ῾Υμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου· οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον, ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. Ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν· Ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν, ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου, ἕως ἂν πάντα γένηται. Ὅς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων, καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.


Απόστολος,

Πρὸς Τίτον Ἐπιστολῆς Παύλου
Κεφ. γ' : 8-15

Τ
έκνον Τίτε, πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. Ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις· μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιΐστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι. Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος. ῞Οταν πέμψω ᾿Αρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι. Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ ᾿Απολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ. Μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι. Ἀσπάζονταί σε οἱ μετ᾿ ἐμοῦ πάντες. Ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. ῾Η χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· Ἀμήν.



Εἰς τόν Ὄρθρον
Τὸ Γ΄ Ἑωθινόν Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον 
Κεφ. ιστ' : 9-20

ναστὰς ὁ Ἰησοῦς πρωῒ Πρώτῃ Σαββάτου, ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, ἀφ᾿ ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλε τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι· Κἀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ, καὶ ἐθεάθη ὑπ᾿ αὐτῆς, ἠπίστησαν. Μετὰ δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη, ἐν ἑτέρᾳ μορφή, πορευομένοις εἰς ἀγρόν. Κἀκεῖνοι ἀπελθόντες, ἀπήγγειλαν τοῖς λοιποῖς· οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν. ῞Υστερον, ἀνακειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη, καὶ ὠνείδισε τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν· ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον οὐκ ἐπίστευσαν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται. Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει. Ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι· γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς· ὄφεις ἀροῦσι· κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει· ἐπὶ ἀρρώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν. ῾Ο μὲν οὖν Κύριος, μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς, ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες, ἐκήρυξαν πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος, διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων. Ἀμήν.

Ἡ ἄσκηση στὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ


Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov



Ἂν διαμένεις σὲ μοναστήρι, ὅπου ὁ ἑσπερινὸς κανόνας τελεῖται μὲ γονυκλισίες στὴν ἐκκλησία, τότε, μόλις μπεῖς στὸ κελλί σου, σπούδασε ἀμέσως νὰ κάνεις τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ.

Ἂν διαμένεις σὲ μοναστήρι, ὅπου ὁ ἑσπερινὸς κανόνας τελεῖται μέσα στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ χωρὶς γονυκλισίες, τότε μπαίνοντας στὸ κελλί σου, κάνε πρῶτα κανόνα μὲ γονυκλισίες, καὶ ὕστερα ἐντρύφησε στὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ.

Ἂν ἀνήκεις σὲ μοναστήρι, στὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει ἀπὸ κοινοῦ τελούμενος ἑσπερινὸς κανόνας, ἀλλὰ ἐπαφίεται στὸν καθένα νὰ τὸν τελεῖ στὸ κελλί του, τότε, κάνε τὸν κανόνα μὲ γονυκλισίες, ὕστερα διάβασε προσευχὲς ἤ ἐντρύφησε σὲ ψαλμωδίες καὶ τέλος, ἐντρύφησε στὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ.

Στὴν ἀρχὴ προσπάθησε νὰ πεῖς ἑκατὸ φορὲς τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ μὲ προσοχὴ καὶ χωρὶς νὰ βιάζεσαι. Στὴ συνέχεια, ἂν δεῖς ὅτι μπορεῖς νὰ τὴν προφέρεις περισσότερες φορές, πρόσθεσε ἄλλες ἑκατό. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, βλέποντας καὶ κάνοντας κατὰ τὶς ἀνάγκες, μπορεῖς νὰ τὴ λέγεις ἀκόμα περισσότερες φορές.

Γιὰ νὰ πεῖ κανεὶς τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ ἑκατὸ φορὲς μὲ προσοχὴ καὶ δίχως βιασύνη χρειάζεται 30 λεπτά, ἡ περίπου τόσα· μερικοὶ ἀσκητὲς χρειάζονται ἀκόμα περισσότερο χρόνο γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό. Πρόφερε τὴν προσευχὴ τὴ μία φορὰ ἀμέσως μετὰ τὴν προηγούμενη, ἀλλὰ χωρὶς βιασύνη. Ὕστερα ἀπὸ κάθε προσευχὴ (δηλαδὴ ὕστερα ἀπὸ τὴν καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ἑκατὸ φορές), κάνε μία μικρὴ παύση, γιὰ νὰ βοηθεῖς ἔτσι τὸ νοῦ νὰ συγκεντρώνεται. Ὅταν ἡ προσευχὴ γίνεται χωρὶς καμιὰ διακοπῆ, ὁ νοῦς σκορπίζεται ἐδῶ καὶ κεῖ.

Μετάφερε τὴν ἀναπνοή σου μὲ προσοχὴ• ἀνάπνεε ἥσυχα καὶ ἀργὰ· ὁ μηχανισμὸς αὐτὸς σὲ φυλάει ἀπὸ τὸν περισπασμό. Ὅταν τελειώσεις τὴν ἐντρύφηση στὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ, νὰ μὴ ἐπιδοθεῖς σὲ ποικίλους λογισμοὺς καὶ ρεμβασμούς, ποὺ πάντα εἶναι κενοὶ καὶ μάταιοι, δελεαστικοὶ καὶ ἀπατηλοί, ἀλλὰ νὰ περάσεις τὸ χρόνο σου ἴσαμε νὰ κοιμηθεῖς κάνοντας σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες ποὺ ἔχεις γιὰ τὴν ἄσκηση τῆς προσευχῆς. Ὅταν νοιώσεις ὅτι νυστάζεις, ἐπανέλαβε τὴν προσευχὴ καὶ ἀποκοιμίσου μ’ αὐτή.

Συνήθισε τὸν ἑαυτό σου ἔτσι πού, μόλις ξυπνήσεις ἀπὸ τὸν ὕπνο, ἡ πρώτη σου σκέψη, ὁ πρῶτος σου λόγος καὶ ἡ πρώτη σου ἐργασία νὰ εἶναι ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Ἀφοῦ τὴν πεῖς μερικὲς φορές, σήκω ἀπὸ τὸ κρεββάτι καὶ σπεῦσε στὸν ὄρθρο. Κατὰ τὸν ὄρθρο, ἐντρύφησε, ὅπου τοῦτο εἶναι δυνατό, στὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Κι’ ἂν ἔχεις ἐλεύθερο χρόνο, μεταξὺ ὄρθρου καὶ λειτουργίας, ἐντρύφησε στὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Κάνε ἀκριβῶς τὸ ἴδιο καὶ μετὰ τὸ γεῦμα. 

Οἱ Πατέρες συμβουλεύουν μετὰ τὸ γεῦμα νὰ ἀσχολούμεθα στὴ μνήμη τοῦ θανάτου*. Αὐτὸ εἶναι ὁλότελα ὀρθό, ἀλλὰ ἡ ζῶσα προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ἀδιαχώριστη ἀπὸ τὴν ζῶσα μνήμη τοῦ θανάτου**. Ἡ ζῶσα μνήμη τοῦ θανάτου εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴ ζῶσα προσευχὴ πρὸς τὸν Κύριον Ἰησοῦ, ποὺ μέσω τοῦ θανάτου κατήργησε τὸ θάνατο καὶ χάρισε στοὺς ἀνθρώπους τὴν αἰώνια ζωὴ μὲ τὴν προσωρινὴ ὑποβολή Του στὸ θάνατο.

Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀκολουθιῶν εἶναι χρήσιμο νὰ ἀσκεῖσαι στὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ, γιατί ἡ προσευχὴ αὐτή, κρατώντας τὸ νοῦ ἀπὸ τὸν περισπασμό, τὸν βοήθει νὰ προσέχει στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑμνωδία καὶ ἀναγνώσματα.

Προσπάθησε τόσο πολὺ νὰ συνηθίσεις νὰ ἐντρυφᾶς στὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ, ὥστε νὰ γίνει ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή σου, πράγμα γιὰ τὸ ὁποῖο αὐτὴ εἶναι πολὺ βολικὴ λόγω τῆς συντομίας της, ἐνῶ γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι βολικὲς οἱ μακρὲς προσευχές. Οἱ Πατέρες ἔλεγαν: « Ὀφείλει ὁ μονάζων, εἴτε ἐσθίει, εἴτε πίνει, εἴτε καθέζεται (στὸ κελλί του), εἴτε διακονεῖ (κάνει ὑπακοῆς ἔργο στὸ μοναστήρι), εἴτε ὁδεύει, εἴτε τι ἕτερον ποιεῖ, ἀδιαλείπτως κράζειν τό, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν»***.



Μετάφραση: Χαράλαμπος Ἀσσιώτης

* Ὁσίου Νείλου Σόρσκυ, Λόγος Ζ 
** Κλῖμαξ, Λόγος ΚΗ κέφ. 46
*** Καλλίστου καὶ Ἰγνατίου Ξανθοπούλου, κεφ. κα΄

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Τὸ μεγάλο στοίχημα μεταξύ πιστῶν καὶ ἀπίστων

Κόντογλου Φώτης

Τὴ Λαμπροδευτέρα τὸ βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, πρὶν νὰ πλαγιάσω γιὰ νὰ κοιμηθῶ, βγῆκα στὸ μικρὸ περιβολάκι ποὺ ἔχουμε πίσω ἀπὸ τὸ σπίτι μας, καὶ στάθηκα γιὰ λίγο, κοιτάζοντας τὸ σκοτεινὸ οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα.

Σὰν νὰ τὸν ἔβλεπα πρώτη φορά. Μοῦ φάνηκε πολὺ βαθύς, καὶ σὰν νὰ ἐρχότανε ἀπὸ πάνω μία μακρινὴ ψαλμωδία. Τὸ στόμα μου εἶπε σιγανά: «Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ». Ἕνας ἁγιασμένος γέροντας μοῦ εἶχε πεῖ μία φορὰ πὼς κατὰ τοῦτες τὶς ὧρες ἀνοίγουνε τὰ οὐράνια. Ὁ ἀγέρας μοσκοβολοῦσε ἀπὸ τὰ λουλούδια κι ἀπὸ τὰ ἁγιοχόρταρα, ποὺ ἔχουμε φυτέψει. «Πλήρης δ᾿ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης τοῦ Κυρίου».

Θὰ στεκόμουνα ἔχει πέρα μοναχὸς ὡς τὸ ξημέρωμα. Σὰν νὰ μὴν εἶχα σῶμα, μήτε κανένα δεσμὸ μὲ τὴ γῆ. Ἀλλὰ συλλογίστηκα μήπως ξυπνήσει κανένας μέσα στὸ σπίτι καὶ ἀνησυχήσουνε ποὺ ἔλειπα, καὶ γι᾿ αὐτὸ μπῆκα μέσα καὶ ξάπλωσα.

Δὲ μὲ εἶχε θολώσει καλὰ-καλὰ ὁ ὕπνος, δὲν ξέρω ἂν ἤμουνα ξυπνητὸς ἢ κοιμισμένος, καὶ βλέπω μπροστά μου ἕναν ἄνθρωπο μὲ ἀλλόκοτη ὄψη. Ἤτανε κατακίτρινος, σὰν πεθαμένος, μὰ τὰ μάτια του ἤτανε σὰν ἀνοιχτὰ καὶ μ᾿ ἔβλεπε τρομαγμένος. Τὸ πρόσωπό του ἤτανε σὰν μάσκα, σὰν μούμια, μὲ τὸ πετσί του γυαλιστερό, μαυροκίτρινο, καὶ κολλημένο στὸ νεκροκέφαλο μὲ ὅλα τὰ βαθουλώματα. Κοντανάσαινε σὰν λαχανιασμένος· στό ῾να χέρι του βαστοῦσε κάποιο παράξενο πράγμα, ποὺ δὲν κατάλαβα τί ἤτανε, καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο ἕσφιγγε τὸ στῆθος του, λὲς καὶ πονοῦσε.

Ἐκεῖνο τὸ πλάσμα μ᾿ ἔκανε ν᾿ ἀνατριχιάσω. τὸ κοίταζα, καὶ μὲ κοίταζε, δίχως νὰ μιλήσει, σὰν νὰ περίμενε νὰ τὸ γνωρίσω. Καὶ στ᾿ ἀλήθεια, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε τόσο ἀλλόκοτο, σὰν νὰ μοῦ εἶπε μία φωνή: «Εἶναι ὁ τάδε!». Μόλις ἄκουσα τὴ φωνή, τὸν γνώρισα ποιὸς ἤτανε. Τότε κι ἐκεῖνος ἄνοιξε τὸ στόμα του κι ἀναστέναξε. Μὰ ἡ φωνή του σὰν νὰ ἐρχότανε ἀπὸ πολὺ μακριά, σὰ νά ῾βγαινε ἀπὸ κανένα βαθὺ πηγάδι.

Ἔβλεπα πὼς βρισκότανε σὲ μία μεγάλη ἀγωνία, κι ὑπόφερα κι ἐγὼ μαζί του. Τὰ χέρια του, τὰ πόδια του, τὰ μάτια του, ὅλα φανερώνανε πὼς βασανιζότανε. Ἀπάνω στὴν ἀπελπισία μου, πῆγα κοντά του νὰ τὸν βοηθήσω, μὰ ἐκεῖνος μοῦ ῾κανε νόημα μὲ τὸ χέρι του νὰ σταματήσω.

Ἄρχισε νὰ βογκᾶ, μὲ τέτοιον τρόπο, ποὺ πάγωσα. Ἔπειτα μοῦ λέγει: «δὲν ἦρθα, μὲ στείλανε. Ἐγὼ ὁλοένα τρέμω! Βρίσκομαι σὲ ζάλη μεγάλη. Παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ μὲ λυπηθεῖ. Θέλω νὰ πεθάνω, μὰ δὲ μπορῶ. Ἄχ! Όσα ἔλεγες βγήκανε ἀληθινά. Θυμᾶσαι, λίγες μέρες πρὶν πεθάνω, ποὺ ἦρθες στὸ σπίτι μου καὶ μιλοῦσες γιὰ θρησκευτικά; Ἤτανε καὶ δυὸ ἄλλοι φίλοι μου, ἄπιστοι κι αὐτοὶ σὰν κι ἐμένα. Ἐκεῖ ποὺ μιλοῦσες, ἐκεῖνοι χαμογελούσανε. Σὰν ἔφυγες, μοῦ εἴπανε: Κρίμα, νά ῾χει τέτοιο μυαλό, καὶ νὰ πιστεύει στὶς ἀνοησίες ποὺ πιστεύουνε οἱ γριές! Μία ἄλλη μέρα, σοῦ εἶχα πεῖ ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες φορές: «Βρὲ Φ., μάζευε λεφτά, θὰ πεθάνεις στὴν ψάθα. Βλέπεις ἐγὼ πόσα ἔχω, καὶ πάλι θέλω κι ἄλλα».

Τότε μοῦ εἶπες: «Ἔχεις κάνει συμβόλαιο μὲ τὸν χάρο πὼς θὰ ζήσεις τόσα χρόνια ποὺ θέλεις, γιὰ νὰ καλοπεράσεις στὰ γερατειά σου;». Σοῦ λέγω ἐγώ: «Θὰ δεῖς πόσο χρόνο θὰ πάγω! Τώρα εἶμαι ἑβδομήντα πέντε. Θὰ περάσω τὰ ἑκατό. Ἔχω ἐξασφαλίσει τὰ παιδιά μου, ὁ γιός μου βγάζει λεφτὰ πολλά, τὴν κόρη μου τὴν πάντρεψα μ᾿ ἕναν πλούσιο ἀπὸ τὴν Ἀβησσυνία, ἐγὼ κι ἡ γυναίκα μου ἔχουμε καὶ παραέχουμε.

Ὄχι σὰν κι ἐσένα, ποὺ ἀκοῦς αὐτὰ ποὺ λὲν οἱ παπάδες Χριστιανικὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν. Τί θὰ βγάλεις ἀπὸ τὰ Χριστιανικὰ τὰ τέλη; Παρᾶ νά ῾χεις στὴν τσέπη σου, καὶ μὴ σὲ μέλει. Ἐγὼ νὰ δώσω ἐλεημοσύνη; καὶ γιατί ἔκανε φτωχοὺς ὁ πολυεύσπλαχνος Θεός σας; γιὰ νὰ τοὺς θρέφω ἐγώ; Ἂμ βάζουνε ἐσᾶς καὶ ταΐζετε τοὺς τεμπέληδες, γιὰ νὰ πᾶτε στὸ Παράδεισο! Ἀκοῦς ἐκεῖ Παράδεισο; Ἐγὼ ξέρεις πὼς εἶμαι γιὸς παπᾶ, καὶ τὰ γνωρίζω καλὰ αὐτὰ τὰ κόλπα. Μὰ νὰ τὰ πιστεύουνε αὐτὰ οἱ μικρόμυαλοι. Ὄχι ὅμως κι ἐσύ, ποὺ ἔχεις τέτοια σπουδή, καὶ νὰ πᾶς χαμένος. Ἐσύ, ὅπως πᾶς, θὰ πεθάνεις πρὶν ἀπὸ μένα, θὰ πάρεις καὶ στὸ λαιμό σου τὴν οἰκογένειά σου. μὰ ἐγώ, σοῦ λέγω καὶ σοῦ ὑπογράφω, σὰν γιατρός, ποὺ εἶμαι, πὼς θὰ ζήσω ἑκατὸ δέκα χρόνια».

Λέγοντας αὐτά, στριφογύριζε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, σὰν νὰ ψηνότανε ἀπάνω σὲ καμιὰ σκάρα, βγάζοντας κάτι μουγκρίσματα ἀπὸ τὸ στόμα του: «Ἄχ! Οὔχ! Οὔ! Οὔ! Οὔ! Χοῦ!»

Ἡσύχασε γιὰ λίγο καὶ ξαναεῖπε: «Αὐτὰ ἔλεγα, μὰ σὲ λίγες μέρες πέθανα! Πέθανα κι ἔχασα τὸ στοίχημα! Τί ταραχή! Τί τρομάρα τράβηξα!

Σαστισμένος, μία βουλίαζα καὶ μία ἀνέβαινα ἀπάνω, καὶ φώναζα: Ἔλεος! μὰ κανένας δὲν μ᾿ ἄκουγε. Ἕνα ρεῦμα μὲ κλωθογύριζε σὰν νά ῾μουνα κανένα ψόφιο ποντίκι. Τί τράβηξα ὡς τὰ τώρα, καὶ τί τραβῶ. Τί ἀγωνία εἶναι αὐτή!

Ὅλα ὅσα ἔλεγες βγήκανε ἀληθινά. τὸ κέρδισες τὸ στοίχημα. Ἐγώ, τότε ποὺ βρισκόμουνα στὸ κόσμο ποὺ ζεῖς, ἤμουνα ὁ ἔξυπνος. Ἤμουνα γιατρός, κι εἶχα μάθει νὰ μιλῶ καὶ νὰ μ᾿ ἀκοῦνε, νὰ κοροϊδεύω τὴ θρησκεία, νὰ συζητῶ γιὰ χειροπιαστὰ πράγματα. Τώρα ὅμως βλέπω πὼς χειροπιαστὰ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ τὰ ἔλεγα παραμύθια καὶ χαρτοφάναρα. Χειροπιαστὴ εἶναι ἡ ἀγωνία ποὺ βρίσκουμε. Ἄχ! Τοῦτος θὰ εἶναι ὁ σκώληξ ὁ ἀκοίμητος, τοῦτος θὰ εἶναι ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων!».

Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια μου, κι ἄκουγα μονάχα τὰ βογκητά του, ποὺ καὶ κεῖνα σβήσανε σιγὰ-σιγά. Μὲ πῆρε λίγο ὁ ὕπνος, μὰ σὲ μία στιγμή, κατάλαβα νὰ μὲ σπρώχνει ἕνα παγωμένο χέρι. Ἄνοιξα τὰ μάτια μου, καὶ τὸν βλέπω πάλι μπροστά μου. Τούτη τὴ φορὰ ἤτανε ἀκόμα πιὸ φριχτὸς καὶ πιὸ μικρόσωμος. Εἶχε γίνει ἴσαμε ἕνα βυζανιάρικο παιδάκι, μ᾿ ἕνα μεγάλο γέρικο κεφάλι, ποὺ τὸ κουνοῦσε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ.

Ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ μοῦ εἶπε: «σὲ λίγη ὥρα θὰ ξημερώσει καὶ θὰ ἔρθουνε νὰ μὲ πάρουνε ἐκεῖνοι ποὺ μὲ στείλανε!» τοῦ λέω:

«Ποιοὶ σὲ στείλανε;». Εἶπε κάτι μπερδεμένα λόγια, δίχως νὰ καταλάβω τίποτα. Ὕστερα μοῦ λέγει: «Ἐκεῖ ποὺ βρίσκομαι εἶναι κι ἄλλοι πολλοὶ ἀπὸ κείνους ποὺ σὲ περιπαίζανε γιὰ τὴν πίστη σου, καὶ τώρα καταλάβανε πὼς οἱ ἐξυπνάδες δὲν περνοῦνε παραπέρα ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο. Εἶναι καὶ κάποιοι ἄλλοι ποὺ τοὺς ἔκανες καλό, κι αὐτοὶ σὲ κακολογούσανε. Κι ὅσο τοὺς συχωροῦσες, τόσο αὐτοὶ γινότανε χειρότεροι. Γιατὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἀντὶ νὰ τὸν κάνει ἡ καλοσύνη νὰ χαίρεται, αὐτὸς πικραίνεται, ἐπειδὴ τὸν κάνει νὰ νοιώθει τὸν ἑαυτό του νικημένο.

Τοῦτοι βρίσκονται σὲ χειρότερη κατάσταση ἀπὸ μένα, καὶ δὲ μποροῦνε νὰ βγοῦνε ἀπὸ τὴ σκοτεινὴ φυλακή τους γιὰ νά ῾ρθουνε νὰ σὲ βροῦνε, ὅπως ἔκανα ἐγώ. Βασανίζονται πολὺ σκληρά, γιατὶ δέρνονται μὲ τὴ μάστιγα τῆς ἀγάπης, ὅπως εἶπε ἕνας ἅγιος.

Πόσο ἀλλιώτικος εἶναι ὁ κόσμος ἀπ᾿ ὅ,τι τὸν βλέπαμε!

Ἀνάποδος ἀπὸ τὴν ἔξυπνη ἀντίληψή μας. Τώρα καταλάβαμε πὼς ἡ ἐξυπνάδα μας ἤτανε βλακεία, οἱ κουβέντες μας πονηρὲς μικρολογίες, κι οἱ χαρές μας Ψευτιὰ καὶ ἀπάτη.

Ἐσεῖς ποὺ ἔχετε στὴν καρδιά σας τὸ Χριστό, καὶ ποὺ γιὰ σᾶς ὁ λόγος του εἶναι ἀλήθεια, ἡ μονάχη ἀλήθεια, ἐσεῖς κερδίσατε τὸ Μεγάλο Στοίχημα, ποὺ μπαίνει ἀνάμεσα στοὺς πιστοὺς καὶ στοὺς ἀπίστους, αὐτὸ τὸ στοίχημα ποὺ τὸ ἔχασα ἐγὼ ὁ ἐλεεινός, καὶ χάθηκα, καὶ τρέμω κι ἀναστενάζω, καὶ δὲ βρίσκω ἡσυχία: Ἀληθινά, στὸν ᾍδη δὲν ὑπάρχει πιὰ μετάνοια. Ἀλίμονο σ᾿ ὅσους πορεύονται ὅπως πορευθήκαμε ἐμεῖς, τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε ἀπάνω στὴ γῆ. Ἡ σάρκα μας εἶχε μεθύσει, καὶ ἐμπαίξαμε ἐκείνους ποὺ πιστεύανε στὸ Θεὸ καὶ στὴ μέλλουσα ζωή, κι ὁ πολὺς κόσμος μας χειροκροτοῦσε. Σᾶς λέγαμε ἀνόητους, σᾶς κάναμε περίπαιγμα, κι ὅσο ἐσεῖς δεχόσαστε μὲ καλοσύνη τὰ πειράγματά μας, τόσο μεγάλωνε ἡ δική μας ἡ κακία.

Βλέπω καὶ τώρα πόσο θλιβόσαστε ἀπὸ τὸ φέρσιμο τῶν κακῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ πὼς δεχόσαστε μὲ ὑπομονὴ τὶς φαρμακερὲς σαΐτες ποὺ βγάζουνε ἀπὸ τὸ στόμα τους, λέγοντάς σας ὑποκριτές, θεομπαῖχτες καὶ λαοπλάνους. Ἂν βρισκότανε, οἱ δυστυχεῖς στὴ θέση ποὺ βρίσκομαι τώρα, καὶ βλέπανε ἀπὸ δῶ ποὺ βλέπω, θὰ τρομάζανε γιὰ ὅ,τι κάνουνε. Θέλω νὰ φανερωθῶ σ᾿ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς πῶ ν᾿ ἀλλάξουνε δρόμο, μὰ δὲν ἔχω τὴν ἄδεια, ὅπως δὲν τὴν εἶχε κι ἐκεῖνος ὁ πλούσιος καὶ γιὰ τοῦτο παρακαλοῦσε τὸν Πατριάρχη Ἀβραὰμ νὰ στείλει τὸ φτωχὸ τὸ Λάζαρο. Μὰ καὶ ἐκεῖνον δὲν τὸν ἔστειλε, καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ γίνουνε ἴδια ἄξιοι τῆς καταδίκης ὅσοι ἁμαρτάνουνε, κι ἄξιοί της σωτηρίας ὅσοι πορεύονται τὴ στράτα τοῦ Θεοῦ.

«Ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ὁ ρυπαρὸς ῥυπαρευθέτω ἔτι, καὶ ὁ δίκαιος δικαιοσύνη ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι».

Μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια, τὸν ἔχασα ἀπὸ μπροστά μου.

Μοίρασε τα υπάρχοντά σου με το Χριστό, κάνε Τον και στην εδώ ζωή συγκληρονόμο


Και συ, λοιπόν, δεν μπορείς να ασκήσεις την ακτημοσύνη; Δώσε κάτι από αυτά που έχεις. Δεν μπορείς να σηκώσεις το φορτίο εκείνο; Μοίρασε τα υπάρχοντά σου με το Χριστό. Δε θέλεις να του τα παραχωρήσεις όλα; Δώσε του έστω και τα μισά, ή ακόμη και το ένα τρίτο. Κάνε τον και στην εδώ ζωή συγκληρονόμο. Όσα δώσεις σ' εκείνον, τα δίνεις στον εαυτό σου.

Δεν ακούς τί λέει ο Προφήτης; «Τους συγγενείς σου δε θα τους περιφρονήσεις» (Ησ. 58,7). Αν, λοιπόν, δεν πρέπει να περιφρονούμε τους συγγενείς μας, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να περιφρονείς τον Δεσπότη που σου έχει όχι μόνο το δικαίωμα της κυριότητος, αλλά και της συγγένειας και άλλα ακόμη πολύ περισσότερα. Σε έκανε, βέβαια, μέτοχο των αγαθών του, χωρίς να πάρει, μάλιστα, τίποτε από σένα, αλλά και πρώτος έκανε την αρχή της ανέκφραστης αυτής ευεργεσίας. Επομένως, πώς δεν είναι υπόδειξη της πιο μεγάλης ανοησίας, το να μη γίνει κάποιος φιλάνθρωπος ούτε και γι' αυτήν, έστω, τη δωρεά, ούτε να δώσει αμοιβή για τη χάρη, και να προσφέρει κάτι το μηδαμινό μπροστά σε αυτά τα τόσο μεγάλα και σπουδαία που έχει δεχθεί;

Διότι αυτός σε έκανε κληρονόμο των ουρανών, ενώ εσύ δεν του δίνεις ούτε κάτι από αυτά που έχεις πάνω στη γη. Αυτός, και χωρίς καμμία δική σου προκοπή, αλλά αν και ήσουν εχθρός του, σε συμφιλίωσε με τον εαυτό του, εσύ δεν δίνεις ούτε σ' αυτόν, που είναι φίλος σου και ευεργέτης σου; Άραγε δε θα ήταν δίκαιο, πριν από τη βασιλεία και πριν από όλες τις δωρεές, να τον ευγνωμονεί κάποιος μόνο για τις δωρεές;

Διότι και οι δούλοι, όταν προσκαλούν τους κυρίους τους, για να τους προσφέρουν γεύμα, πιστεύουν ότι δεν προσφέρουν, αλλ' ότι δέχονται. Εδώ, όμως, έγινε το αντίθετο. Διότι δεν κάλεσε ο δούλος τον κύριο, αλλά ο κύριος πρώτος κάλεσε το δούλο του στο τραπέζι του. Εσύ, όμως, δεν τον προσκαλείς ούτε και μετά από αυτό; Πρώτος σε έβαλε μέσα στο σπίτι του· εσύ δεν το κάνεις ούτε και δεύτερος; Αυτός, όταν εσύ ήσουν γυμνός, σε έντυσε· εσύ και μετά από αυτά, τώρα που είναι ξένος, δεν τον βάζεις στο σπίτι σου; Πρώτος σε πότισε από το ποτήρι του· εσύ δεν του δίνεις ούτε κρύο νερό; Σε πότισε με το Άγιο Πνεύμα, εσύ δεν ικανοποιείς ούτε τη σωματική του δίψα; Αυτός, αν και είσαι άξιος για την κόλαση, σε πότισε με το Πνεύμα· εσύ, αν και διψά, τον περιφρονείς και μάλιστα, όταν όλα αυτά πρόκειται να τα κάνεις από τις δικές του δωρεές!

Δεν το νομίζεις, δηλαδή, σπουδαίο πράγμα το να κρατήσεις στα χέρια σου το ποτήρι από το οποίο πρόκειται να πιει νερό ο Χριστός και να το φέρεις στο στόμα σου; Δεν βλέπεις ότι μόνο στον ιερέα επιτρέπεται να προσφέρει το ποτήρι του αίματος; Εγώ, όμως, λέει, δεν σου τα ζητώ όλα αυτά με λεπτομέρεια, αλλά τα δέχομαι, και αν ακόμη συ ο ίδιος το προσφέρεις, χωρίς να είσαι ιερέας. Και αν ακόμη είσαι λαϊκός, δεν σε αποφεύγω. Και δε ζητώ να μου δώσεις αυτό που σου έδωσα. Διότι δεν σου ζη­τώ αίμα, αλλά κρύο νερό. Σκέψου καλά ποιόν ποτίζεις και φρίξε. Σκέψου ότι εσύ γίνεσαι ιερέας του Χριστού, δίνοντας με τα ίδια σου τα χέρια, όχι σάρκα, άλλα ψωμί όχι αίμα, άλλα ένα ποτήρι με κρύο νερό.

Σε έντυσε με το ένδυμα της σωτηρίας, σε έντυσε με τον ίδιο τον εαυτό του. Εσύ ντύσε τον έστω και με το ένδυμα του δούλου. Σε δόξασε στους ουρανούς. Εσύ, τουλάχιστον, απάλλαξέ τον από τη φρίκη και τη γυμνότητα και την ντροπή. Σε έκανε συμπολίτη των αγγέλων. Εσύ δώσε του έστω μόνο τη στέγη, δέξου τον στο σπίτι σου, έστω όπως θα δεχόσουν και τον υπηρέτη σου.

Δεν περιφρονώ αυτό το καταφύγιο, και αν ακόμη για χάρη σου άνοιξα ολόκληρο τον ουρανό. Σε απάλλαξα από πάρα πολύ γερή φυλακή. Εγώ δε ζητώ αυτό, ούτε και λέω, απάλλαξέ με και συ· αλλά όταν θα είμαι δεμένος και μόνο με συμπάθεια να με δεις, αυτό είναι αρκετό για να με παρηγορήσει. Εγώ, ενώ ήσουν νεκρός, σε ανέστησα. Δε ζητώ, όμως, το ίδιο και από σένα. Αλλά λέω, απλά να με επισκεφθεις όταν είμαι άρρωστος.

Όταν, λοιπόν, είναι τόσο μεγάλα αυτά που μας έχει δώσει και πολύ μικρά αυτά που μας ζητάει, και δεν του δίνουμε ούτε αυτά, άραγε για πόση τιμωρία είμαστε άξιοι; Δικαιολογημένα θα οδηγηθούμε στην αιώνια φωτιά, που έχει ετοιμασθεί για το διάβολο και τους αγγέλους του, αφού είμαστε πιο αναίσθητοι και από τις πέτρες.

Διότι, πες μου, πόση μεγάλη είναι η αναισθησία μας, που, αν και δεχθήκαμε τόσα πολλά και πρόκειται να δεχθούμε και ακόμη περισσότερα, παραμένουμε δούλοι των χρημάτων, τα οποία ύστερα από λίγο, και χωρίς να το θέλουμε, θα τα αποχωρισθούμε; Και άλλοι, βέβαια, έδωσαν και την ψυχή τους και έχυσαν και το αίμα τους· εσύ, όμως, δεν πετάς ούτε και αυτά που είναι άχρηστα για χάρη των ουρανών και τόσων στεφάνων! Και ποιάς συγγνώμης θα ήσουν άξιος, ποιάς απολογίας, τη στιγμή, που για τον σπόρο της γης τα κάνεις όλα με πολλή ευχαρίστηση, και δανείζεις στους ανθρώπους, χωρίς καμμία φειδώ, όταν, όμως, πρόκειται να φιλοξενήσεις τον Κύριό σου, διά μέσου αυτών που έχουν ανάγκη, γίνεσαι τόσο σκληρός και απάνθρωπος;

Όλα, λοιπόν, αυτά, αφού τα χαράξουμε βαθειά στο νου μας, και σκεφθούμε καλά όσα έχουμε πάρει, και αυτά που ζητάμε από το Θεό, ας συγκεντρώσουμε όλο το ενδιαφέρον μας στα πνευματικά πράγματα.

Ας γίνουμε επί τέλους ήπιοι και φιλάνθρωποι, για να μη σύρουμε πάνω μας την ανυπόφορη καταδίκη. Διότι τί δεν μπορεί να μας καταδικάσει; Οι τόσο πολλές και τόσο σπουδαίες δωρεές του Θεού; Το ότι δεν φροντίσαμε για κάτι το αξιόλογο; Το ότι ενδιαφερθήκαμε για τέτοια πράγματα, τα οποία θα αφήσουμε εδώ και αν ακόμη δεν το θέλουμε; Το ότι συγκεντρώσαμε όλο το ενδιαφέρον μας και την αγάπη μας στα πράγματα του κόσμου; Το καθένα από αυτά και μόνο του μπορεί να μας καταδικάσει. Όταν, όμως, συγκεντρωθούν όλα μαζί, ποιά θα είναι η ελπίδα μας για τη σωτηρία μας;

Για ν' αποφύγουμε, λοιπόν, όλη αυτή την καταδίκη, ας δείξουμε κάποια γενναιοδωρία στους φτωχούς. Διότι έτσι θα απολαύσουμε όλα τα αγαθά, και τα εδώ και τα εκεί, τα οποία εύχομαι να επιτύχουμε όλοι μας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού ...



(Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «Κατά Ματθαίον, ΜΕ΄» ΕΠΕ 10,798-804.)

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Ο Θεός άρχισε να '' εκτυπώνεται '', αφού έπαψε να βιώνεται και να επιβιώνει

Τροφή μου είναι τα βιβλία, γράμματα τρώω -με τα γράμματα τρέφομαι.

Βιβλιοφάγος και γραμματοφάγος, για αυτό είμαι μονίμως πεινασμένος και διψασμένος.

Σαν να μου έχουν πέσει τα αυτιά και δεν ακούω τους λόγους Εκείνου: «Εμόν βρώμα έστιν, ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με» (Ίω. 4, 34).

Το γράμμα αποκτείνει, το πνεύμα ζωοποιεί.

Όλη η σοφία του ανθρώπου και όλη η επιστήμη δεν είναι τάχα ένα κομποσκοίνι από γράμματα; ο άνθρωπος έγινε γραμματισμένος, έγινε όλος ένα αλφάβητο και νομίζει πώς έγινε το αλφάβητο όλου του κόσμου και του Θεού. Ο πολιτισμός μας γεννήθηκε μέσα στα τυπογραφεία, και κάθε τί το πολιτισμένο υποκλίνεται μπροστά στα γράμματα, σε αυτά τα λεπτεπίλεπτα είδωλα.

Έτσι, τα γράμματα έγιναν ο θησαυρός και οι εκτιμητές κάθε αξίας. Ακόμα και ο Θεός άρχισε να «εκτυπώνεται», αφού έπαψε να βιώνεται και να επιβιώνει. Τα τυπογραφεία μεταμορφώθηκαν σε ναούς, σε βασίλεια των γραμμάτων, αυτός είναι ο πολιτισμός μας.

Βασίλευσε το γράμμα και σήμερα σκοτώνει την Ευρώπη, αφού «το γράμμα αποκτείνει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β' Κορ. 3,6).

όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Η στενοχώρια δείχνει ότι δεν εμπιστευόμαστε τη ζωή μας στον Χριστό


Η ελευθερία δεν κερδίζεται, αν δεν ελευθερώσομε το εσωτερικό μας απ’ τα μπερδέματα και τα πάθη. 

Αυτό είναι η Εκκλησία μας, αυτή είναι η χαρά μας, αυτό είναι το παν για μας. Και ο άνθρωπος σήμερα αυτό ζητάει. Και παίρνει τα δηλητήρια και τα ναρκωτικά, για να έλθει σε κόσμους χαράς, αλλά ψεύτικης χαράς. Κάτι αισθάνεται εκείνη τη στιγμή και αύριο είναι τσακισμένος. Το ένα τον τρίβει, τον τρώει, τον τσακίζει, τον ψήνει. Ενώ το άλλο, δηλαδή το δόσιμο στον Χριστό, τον ζωογονεί, του δίνει χαρά, τον κάνει να χαίρεται τη ζωή, να νιώθει δύναμη, μεγαλείο.

Είναι μεγάλη τέχνη να τα καταφέρετε να αγιασθεί η ψυχή σας. Παντού μπορεί ν’ αγιάσει κανείς. Και στην Ομόνοια μπορεί ν’ αγιάσει, αν το θέλει. Στην εργασία σας, όποια και να είναι, μπορείτε να γίνετε άγιοι. Με την πραότητα, την υπομονή, την αγάπη. Να βάζετε κάθε μέρα νέα σειρά, νέα διάθεση, με ενθουσιασμό και αγάπη, προσευχή και σιωπή. Όχι να έχετε άγχος και να σας πονάει το στήθος.

Να εργάζεσθε με εγρήγορση, απλά, απαλά, χωρίς αγωνία, με χαρά κι αγαλλίαση, με αγαθή διάθεση. Τότε έρχεται η θεία χάρις.

Όλα τα δυσάρεστα, που μένουν μέσα στην ψυχή σας και φέρνουν άγχος, μπορούν να γίνουν αφορμή για τη λατρεία του Θεού και να παύσουν να σας καταπονούν. Να έχετε εμπιστοσύνη στον Θεό.

Δεν είναι ανάγκη να προσπαθείτε και να σφίγγεσθε. Όλη σας η προσπάθεια να είναι ν’ ατενίσετε το φως, να κατακτήσετε το φως. Έτσι, αντί να δίδεσθε στη στενοχώρια, που δεν είναι του Πνεύματος του Θεού, να δίδεσθε στη δοξολογία του Θεού.

Η στενοχώρια δείχνει ότι δεν εμπιστευόμαστε τη ζωή μας στον Χριστό.

Η επικοινωνία με τον Χριστό, όταν γίνεται απλά, απαλά, χωρίς πίεση, κάνει τον διάβολο να φεύγει. Ο σατανάς δεν φεύγει με πίεση, με σφίξιμο. Απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Υποχωρεί, όταν δει την ψυχή να τον περιφρονεί και να στρέφεται με αγάπη προς τον Χριστό.

Την περιφρόνηση δεν μπορεί να τη υποφέρει, διότι είναι υπερόπτης. Όταν, όμως, πιέζεσθε, το κακό πνεύμα σας παίρνει είδηση και σας πολεμάει. Μην ασχολείσθε με τον διάβολο, ούτε να παρακαλείτε να φύγει. Όσο παρακαλείτε να φύγει, τόσο σας αγκαλιάζει. Τον διάβολο να τον περιφρονείτε. Να μην τον πολεμάτε κατά μέτωπον. Όταν πολεμάς με πείσμα κατά του διαβόλου, επιτίθεται κι εκείνος σαν τίγρης, σαν αγριόγατα. Όταν του ρίχνεις σφαίρες, αυτός σου ρίχνει χειροβομβίδα. Όταν του ρίχνεις βόμβα, σου ρίχνει πύραυλο. Μη κοιτάζετε το κακό. Να κοιτάζετε την αγκαλιά του Θεού και να πέφτετε στην αγκαλιά Του και να προχωρείτε.

Ο ταπεινός έχει συνείδηση της εσωτερικής του καταστάσεως και, όσο κι αν είναι άσχημη, δεν χάνει την προσωπικότητά του… Δεν χάνει την ισορροπία του. Το αντίθετο συμβάνει με τον εγωιστή, τον έχοντα αισθήματα κατωτερότητος. Στην αρχή μοιάζει με τον ταπεινό. Λίγο, όμως, αν τον πειράξει κανείς, αμέσως χάνει την ειρήνη του, εκνευρίζεται, ταράζεται.


Γέροντος Πορφυρίου του Καυσοκαλιβίτου, Βίος και Λόγοι

Περί ἀγάπης καί ἐγκρατείας καί τῆς κατά νοῦν πολιτείας


Ὅσιος Θαλάσσιος ὁ Λίβυος


1. Ο πόθος που τείνει ολοκληρωτικά στο Θεό, δένει με το Θεό και μεταξύ τους εκείνους που ποθούν.

2. Ο νους που απόκτησε πνευματική αγάπη, δε διανοείται για τον πλησίον του εκείνα που δεν αρμόζουν στην αγάπη.

3. Κρύβει την υποκρισία κάτω από πλαστή αγάπη εκείνος που επαινεί με το στόμα του, αλλά εξουθενώνει με την καρδιά του.

4. Εκείνος που απόκτησε την αγάπη, υπομένει ατάραχα τα λυπηρά και οδυνηρά που του προξενούν οι εχθροί του.

5. Μόνον η αγάπη ενώνει τα κτιστά όντα με το Θεό και μεταξύ τους σε ομόνοια.

6. Αγάπη αληθινή έχει εκείνος που δεν ανέχεται να ακούει υπονοούμενα, ούτε φανερές κατηγορίες κατά του πλησίον.

7. Είναι άξιος τιμής εμπρός στο Θεό και τους ανθρώπους εκείνος που δεν κάνει τίποτε που να καταργεί την αγάπη.

8. Ιδίωμα της ανυπόκριτης αγάπης είναι ο αληθινός λόγος από αγαθή συνείδηση.

9. Κρύβει φθόνο κάτω από πλαστή φιλία, εκείνος που μεταφέρει στον αδελφό τις κατηγορίες κάποιου άλλου εναντίον του.

10. Όπως οι σαρκικές αρετές επισύρουν την δόξα των ανθρώπων, έτσι και οι πνευματικές επισύρουν την δόξα του Θεού.

11. Η αγάπη και η εγκράτεια καθαρίζουν την ψυχή, ενώ η καθαρή προσευχή λαμπρύνει το νου.

12. Εκείνος είναι δυνατός άνθρωπος, ο οποίος αποδιώχνει την κακία με την πράξη και με τη γνώση.

13. Εκείνος που απόκτησε απάθεια και πνευματική γνώση, έλαβε χάρη από το Θεό.

14. Αν θέλεις να νικήσεις τους εμπαθείς λογισμούς, απόκτησε εγκράτεια και αγάπη προς τον πλησίον.

15. Φύλαξε τον εαυτό σου από ακράτεια και μίσος, και δε θα βρεις εμπόδιο στον καιρό της προσευχής σου.

16. Όπως δεν μπορείς να βρεις αρώματα στο βόρβορο, έτσι στην καρδιά του μνησικάκου δεν μπορείς να βρεις ευωδία αγάπης.

17. Να κυριαρχείς γενναία στο θυμό και την επιθυμία, και πολύ γρήγορα θ’ απαλλαγείς από τους πονηρούς λογισμούς.

18. Εκτοπίζει την κενοδοξία η κρυφή πνευματική εργασία, και διώχνει την υπερηφάνεια το να μην εξουθενώνεις κανέναν.

19. Ιδίωμα της κενοδοξίας είναι η υποκρισία και το ψεύδος, ενώ της υπερηφάνειας, η οίηση και ο φθόνος.

20. Άρχοντας είναι εκείνος που κυριάρχησε στον εαυτό του και υπέταξε στο λογικό την ψυχή και το σώμα του.

21. Η γνησιότητα του φίλου φανερώνεται στον πειρασμό, όταν μοιραστεί την ανάγκη σου.

22. Ασφάλισε τις αισθήσεις με την ησυχία και κρίνε τους λογισμούς που έρχονται στην καρδιά.

23. Να αντιμετωπίζεις χωρίς μνησικακία τους λογισμούς που προξενούν λύπη. να έχεις όμως εχθρική διάθεση προς τους φιλήδονους λογισμούς.

24. Ησυχία, προσευχή, αγάπη και εγκράτεια, είναι τετράτροχο άρμα που ανεβάζει το νου στους ουρανούς.

25. Λιώσε το σώμα σου με ασιτία και αγρυπνία, και διώχνεις το δήμιο λογισμό της ηδονής.

26. Όπως λιώνει το κερί μπροστά στη φωτιά, έτσι λιώνουν οι ακάθαρτοι λογισμοί μπροστά στο φόβο του Θεού.

27. Είναι μεγάλη ζημία της συνετής ψυχής το να πολυκαιρίσει ο νους σε αξιοκατηγόρητο πάθος.

28. Κάνε υπομονή στα λυπηρά και οδυνηρά που σου στέλνονται, γιατί με αυτά σε καθαρίζει η πρόνοια του Θεού.

29. Αφού απέρριψες την ύλη και απαρνήθηκες τον κόσμο, απαρνήσου τώρα και τους πονηρούς λογισμούς.

30. Έργο χαρακτηριστικό του νου είναι το να ασχολείται πάντοτε με τα λόγια του Θεού.

31. Όπως έργο του Θεού είναι να διοικεί τον κόσμο, έτσι έργο της ψυχής είναι να κυβερνήσει το σώμα.

32. Με ποια ελπίδα θα συναντήσομε το Χριστό, αφού είμαστε δούλοι μέχρι τώρα στις ηδονές;

33. Την ηδονή εκτοπίζουν η κακοπάθεια και η λύπη, είτε θεληματική είτε προερχόμενη από τη θεία πρόνοια.

34. Ύλη των παθών είναι η φιλαργυρία, γιατί αυξάνει τις ηδονές.

35. Η αποτυχία της ηδονής γεννά τη λύπη. Η ηδονή είναι ζευγμένη μαζί με κάθε πάθος.

36. Το μέτρο που έχεις στην αντιμετώπιση του σώματός σου, θα χρησιμοποιήσει ο Θεός αντίστροφα στην ανταπόδοσή Του.

37. Είναι έργα θείας κρίσεως, οι δίκαιες ανταποδόσεις για όσα διαπράχθηκαν με το σώμα.

38. Η αρετή και η γνώση γεννούν αθανασία. Η απουσία τους γεννά το θάνατο.

39. Η κατά Θεόν λύπη εκτοπίζει την ηδονή. Η εκτόπιση της ηδονής είναι ανάσταση της ψυχής.

40. Απάθεια είναι η ακινησία της ψυχής προς την κακία. Είναι αδύνατο να την αποκτήσει κανείς χωρίς το έλεος του Χριστού.

41. Σωτήρας της ψυχής και του σώματος είναι ο Χριστός. Όποιος ακολουθεί τα ίχνη Του(Α΄ Πέτρ. 2, 21), ελευθερώνεται από την κακία.

42. Αν θέλεις να σωθείς, απαρνήσου την ηδονή και ανάλαβε εγκράτεια και αγάπη, μαζί με αδιάλειπτη προσευχή.

43. Ιδίωμα της απάθειας είναι η αληθινή διάκριση. Εκείνος που έχει διάκριση, πράττει τα πάντα με μέτρο και κανόνα.

44. Ο Κύριος και Θεός μας είναι ο Ιησούς Χριστός. Και ο νους που Τον ακολουθεί, δεν θα μείνει στο σκοτάδι(Ιω. 12, 46).

45. Συγκέντρωσε το νου σουκαι πρόσεχε τους λογισμούς σου. όσους βρεις εμπαθείς, πολέμησέ τους.

46. Τρία πράγματα είναι που σου προκαλούν λογισμούς. η αίσθηση, η μνήμη και η κράση του σώματος. Βαρύτεροι λογισμοί είναι εκείνοι που έρχονται από την μνήμη.

47. Εκείνος που του δόθηκε σοφία, γνώρισε τους λόγους των ασώματων όντων, και ποια είναι η αρχή και ποιο το τέλος του κόσμου.

48. Μην παραμελείς την πρακτική αρετή και θα φωτιστεί ο νους σου. Γιατί λέει η Γραφή: “Θα σου ανοίξω αόρατους και απόκρυφους θησαυρούς”(Ησ. 45, 3).

49. Εκείνος που ελευθερώθηκε από τα πάθη, βρήκε χάρη Θεού. Κι εκείνος που καταξιώθηκε και έλαβε γνώση, βρήκε το “μέγα έλεος”.


50. Ο νους που ελευθερώθηκε από τα πάθη, γίνεται φωτόμορφος, καθώς καταφεγγίζεται αδιάλειπτα από τις θεωρίες των όντων.

51. Φέγγος της ψυχής είναι η αγία γνώση. όταν το στερηθεί ο ανόητος, βαδίζει μέσα στο σκοτάδι(Εκκλ. 2, 14).

52. Ανόητος είναι εκείνος που ζει στο σκοτάδι, και από κει τον υποδέχεται το σκοτάδι της αγνωσίας.

53. Εκείνος που αγαπά τον Ιησού, θα ελευθερωθεί από την κακία. Και εκείνος που Τον ακολουθεί, θα δει την αληθινή γνώση.

54. Ο νους που ελευθερώθηκε από τα πάθη, βλέπει χωρίς πάθος τα νοήματα, και όταν το σώμα ειναι ξυπνητό, και στον ύπνο του.

55. Ο νους που καθαρίστηκε τελείως, στενοχωρείται μέσα στα όντα και θέλει να βρίσκεται πάντοτε έξω από τα δημιουργήματα.

56. Μακάριος εκείνος που έφτασε στην απέραντη απειρία. Και έφτασε εκείνος που ξεπέρασε όλα τα πεπερασμένα.

57. Εκείνος που σέβεται το Θεό, ερευνά του λόγους Του. Τους βρίσκει ο εραστής της αλήθειας.

58. Ο νους που κινείται από ειλικρίνεια, βρίσκει την αλήθεια. Εκείνος που κινείται από πάθος, δε θα την βρει.

59. Όπως είναι άγνωστος ο Θεός στην ουσία Του, έτσι και στη μεγαλοσύνη Του είναι απέραντος.

60. Της ουσίας (του Θεού) που δεν έχει αρχή και τέλος, ούτε τη φύση της δεν μπορούμε να βρούμε.

61. Σωτηρία όλης της κτίσεως είναι η υπεράγαθη πρόνοια του Κτίστη.

62. Ο Κύριος υποβαστάζει με οικτιρμούς όλους όσοι κινδυνεύουν να πέσουν, και σηκώνει όλους όσοι έπεσαν και συντρίφθηκαν.

63. Ο Χριστός είναι δίκαιος ανταποδότης των ζώντων και των νεκρών και των πράξεων του καθενός.

64. Αν θέλεις να γίνεις κυρίαρχος της ψυχής και του σώματος, κόβε πρώτα τις αιτίες των παθών.

65. Σύζευξε με τις αρετές τις δυνάμεις της ψυχής, και αυτές ελευθερώνονται οπωσδήποτε από τον τυρρανικό ζυγό των παθών.

66. Χαλίνωσε τις ορμές της επιθυμίας με την εγκράτεια, και τις ορμές του θυμού με την πνευματική αγάπη.

67. Η ησυχία και η προσευχή είναι μέγιστα όπλα της αρετής. αυτές οι δύο καθαρίζουν το νου και τον κάνουν διορατικό.

68. Ωφελεί μόνο η πνευματική συνομιλία. Από όλες τις λοιπές, προτιμότερη είναι η ησυχία.

69. Από τους πέντε τρόπους της συνομιλίας, διάλεξε τους τρεις, στον τέταρτο μην πλησιάζεις συχνά, κι από τον πέμπτο φύγε μακριά.

70. Αγαπά την ησυχία εκείνος που δεν έχει πάθος προς τα πράγματα του κόσμου. Αγαπά όλους τους ανθρώπους εκείνος που δεν αγαπά κανένα πράγμα ανθρώπινο.

71. Ἡ συνείδηση εἶναι ἀληθινός δάσκαλος· ὅποιος ὑπακούει σ’ αὐτήν, δε σκοντάφτει.

72. Ἡ συνείδηση δέν κρίνει ἐκείνους μονάχα πού ἔφτασαν στό ἄκρο τῆς ἀρετῆς ἤ τῆς κακίας.

73. Ἡ ἄκρα ἀπάθεια κάνει τά νοήματα ἀπαθή. Ἡ ἄκρα γνώση παρουσιάζει τόν ἄνθρωπο στόν Ὑπεράγνωστο.

74. Ἀξιοκατηγόρητη λύπη φέρνει ἠ ἀποτυχία στίς ἡδονές. Ἐκείνος πού καταφρόνησε τίς ἡδονές, μένει χωρίς λύπη.

75. Ἡ λύπη γενικά εἶναι στέρηση ἡδονῆς, εἴτε τῆς θεϊκῆς, εἴτε τῆς κοσμικῆς.

76. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀγαθότητα καί σοφία, τίς ὁποῖες ὅποιος ἐπιτύχει, ζεῖ στόν οὐρανό.

77. Ἄθλιος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού μέ τά ἔργα του προτίμησε τό σῶμα ἀπό τήν ψυχή΄καί τόν κόσμο ἀπό τόν Θεό.

78. Ἴση ἀγάπη πρός ὅλους ἔχει ὅποιος δέ φθονεῖ τοῦς ἐνάρετους καί ἐλεεῖ τούς κακούς.

79. Ἐκεῖνος θά ἔπρεπε ἀληθινά νά κυβερνᾶ, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζει στήν ψυχή καί στό σῶμα του τούς νόμους τῆς ἀρετῆς.

80. Πνευματικός ἔμπορος εἶναι ἐκεῖνος πού γιά χάρη τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ἀπαρνήθηκε ἐξίσου καί τά εὐχάριστα καί τἀ λυπηρά τοῦ κόσμου.

81. Δυναμώνει τήν ψυχή ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐγκράτεια, καί τό νοῦ ἡ καθαρή προσευχή καί ἡ πνευματική θεωρία.

82. Ὅταν ἀκοῦς ὠφέλιμο λόγο, μήν κρίνεις ἐκεῖνον πού διδάσκει, γιά νά μη στερηθεῖς τήν ὤφέλιμη νουθεσία.

83. Ἡ πονηρή προαίρεση διανοεῖται κακά, καί τά κατορθώματα τοῦ πλησίον τά βλέπει γιά ἐλαττώματα.

84. Μήν ἐμπιστεύεσαι τό λογισμό σου πού κρίνει τόν πλησίον, γιατί ἀφοῦ ὁ λογισμός σου ἔχει συσσωρευμένη κακία, κάνει καί κακές σκέψεις.

85. Ἡ ἀγαθή καρδιά ἔχει ἀγαθές ἔννοιες. Γιατί οἱ λογισμοί της εἶναι ἀνάλογοι μέ τό ἀγαθό ἀπόθεμά της.

86. Πρόσεχε τούς λογισμούς σου καί φεῦγε ἀπό τήν κακία, γιά νά μή σκοτιστεῖ ὁ νοῦς σου καί βλέπει ἄλλα ἀντ’ ἄλλων.

87. Ἀναλογίσου τούς Ἰουδαίους καί ἀσφάλισε τόν ἑαυτό σου· αὐτοί, τυφλωμένοι ἀπό τόν φθόνο, ἔβλεπαν σάν τόν Βεελζεβούλ τόν Κύριο καί Θεό.

88. Ἡ πονηρή ὑπόνοια σκοτίζει τή διάνοια καί τήν κάνει νά βλέπει ἐκεῖνα πού εἶναι δίπλα στόν δρόμο καί ὄχι τό δρόμο.

89. Δίπλα σέ ὅλες τίς ἀρετές βρίσκονται οἱ κακίες, καί γι’ αὐτό οἱ πονηροί τίς ἀρετές τἰς παραγνωρίζουν γιά κακίες.

90. Ὅταν ὁ νοῦς χρονίζει στήν ἡδονή ἤ στήν λύπη, πέφτει πολύ γρήγορα στό πάθος τῆς ἀκηδίας.

91. Ἡ καθαρή συνείδηση ἀνυψώνει τήν ψυχή. Ἀκάθαρτος λογισμός τήν φέρνει στά καταχθόνια.

92. Ὅταν κινοῦνται τά πάθη, διώχνουν τήν κενοδοξία· ὅταν πάλι ἐκτοπίζονται, τήν ξαναφέρνουν.

93. Ἄν θέλεις νά ἐλευθερωθεῖς ἀπό ὅλα μαζί τά πάθη, ὁπλίσου μέ ἐγκράτεια, ἀγάπη καί προσευχή.

94. Ὁ νοῦς πού χρονίζει μέ τήν προσευχή κοντά στό Θεό, ἐλευθερώνει άπό τά πάθη τό παθητικό μέρος τῆς ψυχῆς.

95. Ὅταν ὁ Θεός ἐδωσε τήν ὕπάρξη στά ὄντα, ἔνωσε συγχρόνως τά πάντα μέ τήν πρόνοιά Του.

96. Μέ τό νά γίνει δοῦλος, ἐνῶ εἶναι Κύριος, φανέρωσε στήν κτίση τό ἄκρον τῆς πρόνοιάς Του.

97. Ὁ Θεός καί Λόγος, ἀφοῦ σαρκώθηκε χωρίς νά ὑποστεῖ μετατροπή, ἐνώθηκε μέσω τῆς σάρκας Του μέ ὅλη τή κτίση.

98. Παράδοξο θαῦμα γίνεται στόν οὐρανό καί στή γῆ· φάνηκε Θεός πάνω στή γῆ καί ἄνθρωπος στόν οὐρανό,

99. γιά νά ἑνώσει τοῦς ἀνθρώπους μέ τούς ἀγγέλους καί νά χαρίσει σέ ὅλη τή κτίση τή θέωση.

100. Ὁ ἀγιασμός καί ἡ θέωση ἀγγέλων καί ἀνθρώπων εἶναι ἡ γνώση τῆς Ἁγίας καί Ὁμοουσίου Τριάδος.

101. Ἡ ἐλευθερία ἀπό τά πάθη εἶναι συγχώρηση τῶν ἀμαρτιῶν. Ὅποιος δέν ἐλευθερώθηκε μέ τή χάρη ἀπό τά πάθη, δέν ἔλαβε ἀκόμη τή συγχώρηση.

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Τὸ ποτήρι τῶν θλίψεων


Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ


Μιὰ χάρη ζήτησαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ δύο ἀγαπημένοι μαθητές Του, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, λίγο πρὶν τὸ Πάθος Του.


-Διδάσκαλε, τοῦ εἶπαν, θέλουμε αὐτὸ ποὺ θὰ σοῦ ζητήσουμε νὰ μᾶς τὸ κάνεις. -Τὶ θέλετε νὰ κάνω γιὰ σᾶς; ρώτησε Ἐκεῖνος. -Ὅταν θὰ ἐγκαταστήσεις τὴν ἔνδοξη βασιλεία Σου, τοῦ ἀποκρίθηκαν, βάλε μας νὰ καθίσουμε ὁ ἕνας στὰ δεξιά Σου καὶ ὁ ἄλλος στὰ ἀριστερά Σου. -Δὲν ξέρετε τὶ ζητᾶτε, τοὺς εἶπε τότε ὁ Ἰησούς. Μπορεῖτε νὰ πιεῖτε τὸ ποτήρι τῶν παθημάτων ποὺ θὰ πιῶ ἐγὼ καὶ νὰ βαπτιστεῖτε μὲ τὸ βάπτισμα μὲ τὸ ὁποῖο θὰ βαπτιστῶ ἐγώ;-Μποροῦμε, τοῦ λένε.

Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἀπάντησε:

-Τὸ ποτήρι ποὺ θὰ πιῶ ἐγὼ θὰ τὸ πιεῖτε, καὶ μὲ τὸ βάπτισμα τῶν παθημάτων μου θὰ βαπτιστεῖτε. Τὸ νὰ καθίσετε ὅμως στὰ δεξιά μου καὶ στὰ ἀριστερά μου δὲν μπορῶ νὰ σᾶς τὸ δώσω ἐγώ, ἀλλὰ θὰ δοθεῖ σ' αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχει ἑτοιμαστεῖ. (βλ. Μάρκ. 10: 35-40)

Πρόλογος

Ὁ πόνος, σωματικός ἢ ψυχικός, ἀπὸ τὶς δοκιμασίες καὶ τὰ βάσανα τούτης τῆς ζωῆς εἶναι τὸ ἀναπόφευκτο πικρὸ ποτήρι τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ πόνος εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή του. Θάνατοι, ἀρρώστιες, κατατρεγμοί, διαμάχες, φτώχεια, ἀποτυχίες, μοναξιά, φοβίες, ἀγωνίες, πειρασμοί... Πολύς καὶ ποικίλος πόνος, ποὺ ὀρθώνει ἀμείλικτα ερωτήματα στὶς ψυχές καὶ προσδίδει ἀπύθμενη τραγικότητα στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη.

Δὲν τὸν δημιούργησε ὁ Θεός τὸν πόνο, ἀλλὰ μπῆκε στὴ ζωή τῶν ἀνθρώπων μετὰ τὴν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων, ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας. Ὁ νέος Ἀδὰμ ὅμως, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησούς, σήκωσε στοὺς ὤμους Του μαζὶ μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν πανανθρώπινο πόνο. Ἔτσι μεταμόρφωσε τὸν ἐξουθενωτικὸ χαρακτῆρα τοῦ πόνου σὲ σωτήριο φάρμακο καὶ ἀνέδειξε τὶς θλίψεις ὡς κατ' ἐξο­χήν ὁδὸ θεραπείας, ἐξαγιασμοῦ καὶ τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου.

Ἀπὸ τότε ὁ Χριστός παραμένει ἡ μοναδική ἀδιάψευστη ἐλπίδα τῶν πονεμένων. Τα λόγια Του ἀντηχοῦν παρήγορα μέσα στοὺς αἰῶνες: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. 11:28). «Ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἔξετε. Ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω. 16:33).

Δίχως τὸν Χριστὸ τὰ ἀνθρώπινα δεινὰ εἶναι φορτίο βαρύ καὶ ἀσήκωτο. Μὲ τὸν Χριστὸ ὁ πόνος μετατρέπεται σὲ γλυκασμό, ἡ οδύνη σὲ παράκληση, ἡ ἀγωνία σὲ ἐλπίδα, τὸ ἄγχος σὲ ὑπομονή, ὁ Γολγοθᾶς σὲ Ἀνάσταση.

Οι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, βλέποντας κάθε δοκιμασία ὡς ἐπίσκεψη Θεοῦ καὶ ἀφορμή πνευματικοῦ κέρδους, χαίρονταν στὰ παθήματά τους, ἐνῶ ἀντίθετα ἀνησυχοῦσαν στὶς μακρὲς περιόδους ἀναψυχῆς.

Τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία γιὰ τὶς θλίψεις παρουσιάζει μὲ γλαφυρὸ τρόπο στὶς ἐπόμενες σελίδες ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ (1807-1867), ἐπίσκοπος Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας. Ὑπῆρξε σύγχρονος καὶ ἰσάξιος τῶν μεγάλων στάρετς τῆς Ρωσίας, ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου καὶ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης.

Ο ἅγιος Ἰγνάτιος, μαζὶ μὲ τὸ λαμπρὸ παράδειγμα τῆς ὁσιακῆς του βιοτῆς, ἄφησε στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ ὡς κληρονομιὰ πολύτιμη καὶ τὰ ἐμπνευσμένα του συγγράμματα. Σὲ αὐτὰ ἡ εὐαγγελική ἀλήθεια καὶ ἡ ἁγιοπατερική διδαχή παρουσιάζονται μὲ τρόπο οἰκεῖο στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο.

Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ περιέχεται στὸν δεύτερο τόμο τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως τῶν ἔργων του, «Ἀσκητικὲς ἐμπειρίες Β'», ποὺ ἐπιμελεῖται καὶ ἐκδίδει ἡ Μονή μας. Τὸ προσφέρουμε μὲ τὴν ὁλόθερμη εὐχὴ νὰ ἀγγίξει παραμυθητικὰ τὴν ψυχή κάθε πονεμένου ἀναγνώστη καὶ νὰ τοῦ προσθέσει ὑπομονή, μεγαλοψυχία, ἐλπίδα καὶ πίστη στὸν «δι' ἡμᾶς παθόντα καὶ ἀναστάντα» Κύριο.

Θρόνους καὶ δόξα ζήτησαν ἀπὸ τὸν Κύριο δύο ἀγαπημένοι Του μαθητές. Κι Ἐκεῖνος τοὺς πρόσφερε τὸ ποτήρι Του (βλ. Μάρκ. 10:35-40).

Τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ μαρτύριο, τὰ παθήματα.

Τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ σ' ἐκείνους ποὺ τὸ πίνουν χαρίζει ἐδῶ στὴ γῆ τὴν πρόγευση τῆς εὐλογημένης βασιλείας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἑτοιμάζει στὸν οὐρανὸ θρόνους αἰώνιας δόξας.

Ἄφωνοι στεκόμαστε ὅλοι μπροστὰ στὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ παραπονεθεῖ γι' αὐτὸ τὸ ποτήρι, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ αὐτὸ τὸ ποτήρι. Γιατὶ Ἐκεῖνος ποὺ μᾶς πρόσταξε νὰ τὸ γευθοῦμε, τὸ ἦπιε πρῶτος ἀπ' ὅλους.

Ὡ δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ! Θανάτωσες στὸν παράδεισο τοὺς προπάτορές μας, ἐξαπατώντας τους μὲ τὸ δόλωμα τῆς αἰσθησιακῆς ἡδονῆς καὶ μὲ τὸ δόλωμα τῆς λογικῆς(βλ. Γεν. 2:9, 16-17. 3:1-7). Ὁ Χριστός, ὁ Λυτρωτὴς τῶν καταδικασμένων ἀνθρώπων, ἔφερε στὴ γῆ, στοὺς πεσμένους καὶ ἐξορίστους, τὸ δικό Του ποτήρι, τὸ ποτήρι τῆς σωτηρίας. Ἡ πίκρα τοῦ ποτηριοῦ Του ἐξαφανίζει ἀπὸ τὴν καρδιὰ τὴ θανάσιμη καὶ ἁμαρτωλή ἡδονή. Ἡ ταπείνωση, ποὺ ξεχειλίζει ἀπὸ τὸ ποτήρι Του, θανατώνει τὸ ὑπερήφανο σαρκικὸ φρόνημα. Ὅποιος πίνει τοῦτο τὸ ποτήρι μὲ πίστη καὶ ὑπομονή, ἀποκτᾶ πάλι τὴν αἰώνια ζωή, ποὺ τὴ στερηθήκαμε ἐξαιτίας τῆς γεύσης τοῦ ἀπαγορευμένου καρποῦ.

Θα πιῶ τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ, «θα πιῶ τὸ ποτήρι τῆς σωτηρίας»(Ψαλμ. 115:4).

Τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ τὸ δέχεται ὁ χριστιανός, ὅταν τὶς θλίψεις τῆς ἐπίγειας ζωῆς τὶς ὑπομένει μὲ τὸ πνεῦμα τῆς εὐαγγελικῆς ταπεινοφροσύνης.

Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Πέτρος ὅρμησε μὲ γυμνὸ μαχαίρι νὰ ὑπερασπίσει τὸν Θεάνθρωπο, ποὺ ἦταν περικυκλωμένος ἀπὸ τοὺς ἀνόμους. Μὰ ὁ πραότατος Κύριος Ἰησοῦς εἶπε στὸν Πέτρο: «Βάλε τὸ μαχαίρι στὴ θήκη. Θέλεις νὰ μὴν πιῶ τὸ ποτήρι ποὺ ὅρισε ὁ Πατέρας γιὰ μένα;» (Ἰω. 18:11).

Λέγε κι ἐσὺ τὸ ἴδιο, γιὰ νὰ παρηγορήσεις καὶ νὰ δυναμώσεις τὴν ψυχή σου, ὅταν οἱ συμφορές σὲ περικυκλώνουν: «Νὰ μὴν πιῶ τὸ ποτήρι ποὺ ὅρισε ὁ Πατέρας γιὰ μένα;».

Πικρὸ εἶναι τὸ ποτήρι. Μιὰ μόνο ματιὰ ἂν τοῦ ρίξει ὁ ἄνθρωπος, χάνει τὴ λογική του. Ἐσύ, ὅμως, στὴ θέση τῆς λογικῆς βάλε τὴν πίστη καὶ πιὲς μὲ γενναιότητα τὸ πικρὸ ποτήρι. Σοῦ τὸ προσφέρει ὁ Πατέρας σου, ὁ πανάγαθος καὶ πάνσοφος Πατέρας σου.

Δὲν σοῦ τὸ ἑτοίμασαν οὔτε οἱ Φαρισαῖοι οὔτε ὁ Καϊάφας οὔτε ὁ Ἰούδας! Δὲν σοῦ τὸ δίνουν οὔτε ὁ Πιλᾶτος οὔτε οἱ στρατιῶτες του! «Νὰ μὴν πιῶ τὸ ποτήρι ποὺ ὅρισε ὁ Πατέρας γιὰ μένα;».

Οἱ Φαρισαῖοι ραδιουργοῦν, ὁ Ἰούδας προδίδει, ὁ Πιλᾶτος προστάζει τὸν ἄνομο φόνο, οἱ στρατιῶτες ἐκτελοῦν τὸ πρόσταγμά του. Ὅλοι, μὲ τὶς πονηρές τους πράξεις, ἑτοίμασαν τὴ βέβαιη καταστροφή τους. Μὴν ἑτοιμάζεις κι ἐσὺ τὴν ἐξίσου βέβαιη καταστροφή σου μὲ τὴ μνησικακία, μὲ τὴν ἐπιθυμία ἢ τὴν πρόθεση ἐκδικήσεως καὶ μὲ τὴν ἀγανάκτηση ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν σου.

Ὁ οὐράνιος Πατέρας εἶναι παντοδύναμος καὶ παντεπόπτης. Βλέπει τὶς θλίψεις σου. Ἄν, λοιπόν, ἦταν ἀπαραίτητη καὶ ὠφέλιμη γιὰ σένα ἡ ἀποφυγή τοῦ ποτηριοῦ Του, ὁπωσδήποτε θὰ σοῦ τὸ ἔπαιρνε.

Ὅπως μαρτυροῦν ἡ Ἁγία Γραφή καὶ ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ὁ Κύριος πολλὲς φορὲς ἔχει ἐπιτρέψει νὰ δοκιμαστοῦν μὲ θλίψεις ἀγαπημένα Του πρόσωπα, ἀλλὰ καὶ πολλὲς φορὲς ἔχει ἀπομακρύνει τὶς θλίψεις ἀπὸ τοὺς φίλους Του, σύμφωνα μὲ τὶς ἀνεξιχνίαστες βουλές Του.

Ὅταν ἐμφανίζεται μπροστὰ σου τὸ ποτήρι, μὴν κοιτᾶς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ τὸ δίνουν. Σήκωσε τὰ μάτια σου στὸν οὐρανὸ καὶ λέγε: «Νὰ μὴν πιῶ τὸ ποτήρι ποὺ ὅρισε ὁ Πατέρας γιὰ μένα;».

«Θα πιῶ τὸ ποτήρι τῆς σωτηρίας» (Ψαλμ. 115:4). Δὲν μπορῶ νὰ ἀρνηθῶ τὸ ποτήρι, τὸ ἐχέγγυο τῶν οὐράνιων καὶ αἰώνιων αγαθών. Ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ μὲ διδάσκει τὴν ὑπομονή: «Για νὰ μποῦμε στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ περάσουμε ἀπὸ πολλές θλίψεις» (Πράξ.14:22). Πῶς εἶναι δυνατὸ ν' ἀρνηθῶ τὸ ποτήρι αὐτό, τὸ μέσο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ φτάσω στὴν οὐράνια βασιλεία καὶ θὰ τὴν οἰκειωθῶ ὁλοκληρωτικά; Ναί, θὰ δεχθῶ τὸ ποτήρι, θὰ δεχθῶ τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ!

Τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ εἶναι, στ' ἀλήθεια, δῶρο τοῦ Θεοῦ. «Σ' ἐσᾶς», ἔγραφε ὁ μέγας Παῦλος στοὺς χριστιανούς τῶν Φιλίππων, «δόθηκε τὸ χάρισμα ὄχι μόνο νὰ πιστεύετε στὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποφέρετε γι' Αὐτόν» (Φιλιπ. 1:29).

Τὸ ποτήρι φαινομενικὰ τὸ παίρνεις ἀπὸ χέρια ἀνθρώπινα. Τὶ σημασία ἔχει γιὰ σένα ἂν σοῦ τὸ δίνουν δίκαια ἢ ἄδικα; Ἐσὺ ὀφείλεις νὰ φερθεῖς σωστά, ὅπως ταιριάζει σ' ἕναν ἀκόλουθο τοῦ Ἰησοῦ: Μὲ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ μὲ ζωντανὴ πίστη νὰ δεχθεῖς τὸ ποτήρι. Καὶ ἀφοῦ τὸ δεχθεῖς, μὲ ἀνδρεία νὰ τὸ πιεῖς ὅλο, ὡς τὴν τελευταῖα του σταγόνα.

Ὅταν παίρνεις τὸ ποτήρι ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων, νὰ σκέφτεσαι ὅτι προέρχεται ἀπ' Αὐτόν, ποὺ εἶναι ὄχι ἁπλῶς Ἀθῶος ἀλλὰ καὶ Πανάγιος. Καὶ καθὼς θὰ τὸ σκέφτεσαι, νὰ ἐπαναλαμβάνεις γιὰ σένα καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους ταλαίπωρους ἁμαρτωλοὺς τὰ λόγια τοῦ μακάριου καὶ συνετοῦ ἐκείνου ληστοῦ, ποὺ σταυρώθηκε στὰ δεξιὰ τοῦ σταυρωμένου Θεανθρώπου: «Ἐμεῖς δίκαια τιμωρούμαστε γι' αὐτὰ ποὺ κάναμε... Θυμήσου με. Κύριε, ὅταν ἔρθεις στὴ βασιλεία Σου»(Λουκ. 23:41-42).

Μετὰ γύρισε στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ σοῦ δίνουν τὸ ποτήρι, καὶ πές τους: "Εὐλογημένοι νὰ εἶστε ἐσεῖς, τὰ ὄργανα τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Εὐλογημένοι νὰ εἶστε ἀπὸ τώρα καὶ στὴν αἰωνιότητα". Ἄν, ὡστόσο, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ κατανοήσουν καὶ νὰ δεχθοῦν τὰ λόγια σου, μὴ ρίξεις τὰ πολύτιμα μαργαριτάρια τῆς ταπεινώσεως στὰ πόδια ἐκείνων ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὰ ἐκτιμήσουν. Πὲς καλύτερα τὰ λόγια αὐτὰ μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ σου.

Μόνο ἔτσι θὰ ἐκπληρώσεις τὴν ἐντολὴ τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ λέει: «Νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, νὰ δίνετε εὐχές σ' ἐκείνους ποὺ σᾶς δίνουν κατάρες» (Ματθ. 5:44).

Νὰ προσεύχεσαι στὸν Κύριο γι' αὐτούς ποὺ σὲ λύπησαν ἢ σὲ πρόσβαλαν. Νὰ Τὸν παρακαλᾶς νὰ τοὺς ἀνταποδώσει πρόσκαιρα καὶ αἰώνια ἀγαθὰ σ' αὐτὸ ποὺ σοῦ ἔκαναν, καὶ νὰ τοὺς τὸ λογαριάσει σὰν ἀρετὴ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.

Ἀκόμα κι ἂν ἡ καρδιὰ σου δὲν θέλει νὰ φερθεῖς μ' αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἀντιδρᾶ, ἐσὺ ἀνάγκασέ την. Τὸν οὐρανὸ μποροῦν νὰ τὸν κληρονομήσουν μόνο ὅσοι ἀσκοῦν βία στὸν ἑαυτό τους γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν (βλ. Ματθ. 11:12).

Ἂν δὲν θέλεις νὰ φερθεῖς ἔτσι, τότε δὲν θέλεις νὰ εἶσαι ἀκόλουθος καὶ μαθητὴς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μὲ προσοχὴ κοίταξε βαθιὰ μέσα σου καὶ ἀναρωτήσου: Μήπως βρῆκες ἄλλο δάσκαλο; Μήπως ὑπο­τάχθηκες σ' αὐτόν; Δάσκαλος τοῦ μίσους εἶναι ὁ διάβολος.

Φρικτὸ ἔγκλημα εἶναι ἡ ἀδικία ἢ ἡ καταπίεση τοῦ πλησίον. Ἀκόμα πιὸ φρικτὸ ἔγκλημα εἶναι ὁ φόνος. Ἄν, ὅμως, μισεῖς τὸν καταπιεστή σου, τὸν συκοφάντη σου, τὸν προδότη σου, τὸν φονιά σου, ἂν δὲν ξεχνᾶς τὸ κακὸ ποὺ σοῦ ἔκαναν, ἢ καὶ τοὺς ἐκδικεῖσαι, διαπράττεις ἁμαρτία βαριὰ σχεδόν ὅσο καὶ ἡ δική τους. Ἄδικα παριστάνεις στὸν ἑαυτό σου καὶ στοὺς ἄλλους τὸν δίκαιο. «Ὅποιος μισεῖ τὸν ἀδελφό του εἶναι ἀνθρωποκτόνος», διακήρυξε ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ (Α' Ιω. 3:15).

Ἡ ζωντανή πίστη στὸν Χριστό μᾶς μαθαίνει νὰ δεχόμαστε τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ, ὅταν τὸ γευόμαστε, ξεχύνει στὶς καρδιές μας τὴν ἐλπίδα στὸν Χριστό. Ἡ ἐλπίδα στὸν Χριστό, πάλι, χαρίζει στὶς καρδιές δύναμη καὶ παρηγοριά.

Τὸ παράπονο γιὰ τὸ ποτήρι ποὺ ἔχει προοριστεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ ἀγανάκτηση, ἡ ἀνυπομονησία, ἡ μικροψυχία καὶ προπαντὸς ἡ ἀπελπισία εἶναι ἁμαρτίες μπροστὰ στὸν Κύριο, εἶναι τὰ κακόμορφα παιδιὰ τῆς ἐγκληματικῆς ἀπιστίας.

Εἶναι ἁμαρτία νὰ βαρυγγωμοῦμε ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν μας, ὅταν αὐτοὶ γίνονται ὄργανα τῶν δοκιμασιῶν μας. Πολὺ μεγαλύτερη ἁμαρτία εἶναι νὰ βαρυγγωμοῦμε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ὅταν τὸ ποτήρι τῶν θλίψεων κατεβαίνει σ' ἐμᾶς κατευθείαν ἀπὸ τὸν οὐρανό.

Ὅποιος πίνει τὸ ποτήρι μὲ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ μὲ εὐχές πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ τοῦ τὸ προσφέρουν, αὐτὸς ἔφτασε στὴν ἁγία ἀνάπαυση, στὴ χάρη τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἀπὸ τώρα κιόλας ἀπολαμβάνει τὸν πνευματικὸ παράδεισο τοῦ Θεοῦ.

Τὰ πρόσκαιρα βάσανα αὐτὰ καθεαυτὰ εἶναι ἀσήμαντα. Ἐμεῖς τὰ θεωροῦμε σημαντικά, ἐπειδὴ εἴμαστε κολλημένοι στὴ γῆ καὶ στὰ φθαρτά, ἐπειδὴ εἴμαστε ψυχροὶ ἀπέναντι στὸν Χριστὸ καὶ τὴν αἰωνιότητα.

Ὅσες θλίψεις κι ἂν δοκιμάζουμε στὴν παροῦσα ζωή, αὐτὲς δὲν μποροῦν νὰ συγκριθοῦν μὲ τὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς περιμένουν στὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ οὔτε καὶ μὲ τὴν παρηγοριὰ ποὺ ἀπὸ ἐδῶ κιόλας μᾶς χαρίζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

«Αὐτὰ ποὺ τώρα ὑποφέρουμε», λέει ὁ ἀπόστολος, «δὲν ἰσοσταθμίζουν τὴ δόξα ποὺ μᾶς ἐπιφυλάσσει ὁ Θεός στὸ μέλλον» (Ρωμ. 8:18).

Οἱ ψυχές ποὺ δοκιμάζουν διάφορες θλίψεις, εἴτε φανερές, ἀπὸ τὶς ἐνέργειες μοχθηρῶν ἀνθρώπων, εἴτε ἀφανείς, ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση αἰσχρῶν λογισμῶν μέσα στὸν νοῦ, ἢ ὑποφέρουν ἀπὸ σωματικές ἀσθένειες, ἂν ὑπομείνουν ὡς τὸ τέλος, θὰ ἀξιωθοῦν νὰ στεφανωθοῦν ὅπως οἱ μάρτυρες καὶ ν' ἀποκτήσουν ὅση κι ἐκεῖνοι παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ὑπομένεις τὴν πικρὴ καὶ ἀηδιαστική γεύση τῶν φαρμάκων. Ὑπομένεις τὸν τόσο ὁδυνηρὸ ἀκρωτηριασμὸ καὶ καυτηριασμὸ κάποιου μέλους σου. Ὑπομένεις τὸ μακροχρόνιο βάσανο τῆς πείνας καὶ τὴν ἐπίσης μακροχρόνια ἀπομόνωση στὸ δωμάτιό σου, λόγω σοβαρῆς ἀρρώστιας. Ὑπομένεις τὰ πάντα, γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ κλονισμένη ὑγεία τοῦ σώματός σου, τὸ ὁποῖο, καὶ καλὰ νὰ γίνει, ὁπωσδήποτε θὰ ξαναρρωστήσει, ὁπωσδήποτε θὰ πεθάνει καὶ θὰ λιώσει. Ὑπόμενε, λοιπόν, καὶ τὴν πίκρα τοῦ ποτηριοῦ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θὰ φέρει τὴ θεραπεία καὶ τὴν αἰώνια μακαριότητα στὴν ἀθάνατη ψυχή σου.

Τὸ ποτήρι σοῦ φαίνεται ἀνυπόφορο, θανατηφόρο; Τότε, ἂν καὶ ὀνομάζεσαι χριστιανός, δὲν ἀνήκεις στὸν Χριστό. Γιὰ τοὺς ἀληθινοὺς μαθητές τοῦ Χριστοῦ τὸ ποτήρι Του εἶναι ποτήρι χαρᾶς. Γι' αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, μετὰ τὸν ξυλοδαρμό τους μπροστὰ στὸ συνέδριο τῶν πρεσβυτέρων τῶν Ἰουδαίων, «ἔφυγαν χαρούμενοι, ἐπειδὴ ὁ Θεός τοὺς ἀξίωσε νὰ κακοποιηθοῦν γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ» (Πράξ. 5:41).

Πικρές εἰδήσεις ἄκουσε ὁ δίκαιος Ἰώβ. Ἡ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη ἐρχόταν κι ἔπεφτε βαριὰ πάνω στὴν ἀκλόνητη καρδιὰ του. Ἀπ' ὅλες πιὸ βαριὰ ήταν ἡ τελευταία: Ὅλοι του οἱ γιοὶ κι ὅλες του οἱ κόρες ἔχασαν ξαφνικὰ τὴ ζωή τους μὲ θάνατο βίαιο καὶ τραγικὸ(βλ. Ἰώβ 1:13-19). Ἀπὸ τὴ μεγάλη του θλίψη ὁ δίκαιος Ιώβ ξέσκισε τὰ ρούχα του κι ἔριξε στάχτη στὸ κεφάλι του. Ὕστερα, ὅμως, δείχνοντας τὴ ζωντανή του πίστη, ἔπεσε καταγῆς, προσκύνησε τὸν Κύριο καὶ εἶπε: «Ἐγώ γυμνὸς βγῆκα ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας μου, γυμνός καὶ θὰ φύγω ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο. Ὁ Κύριος τὰ ἔδωσε ὅλα, ὁ Κύριος καὶ τὰ πῆρε πίσω. Ὅπως φάνηκε καλὸ στὸν Κύριο, ἔτσι κι ἔγινε. Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου σ' ὅλους τοὺς αἰῶνες!» (Ιώβ 1:21).

Μὲ ἁπλότητα καρδιᾶς νὰ ἐμπιστεύεσαι Ἐκεῖνον ποὺ καὶ τὶς τρίχες τοῦ κεφαλιοῦ σου τὶς ἔχει μετρημένες (βλ. Ματθ. 10:30). Αὐτὸς γνωρίζει πόσο πρέπει νὰ πιεῖς ἀπὸ τὸ θεραπευτικὸ ποτήρι ποὺ σοῦ προσφέρει, γιὰ νὰ γίνεις καλά.

Ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν ἀφήνει τοὺς πιστούς δούλους Του νὰ δοκιμαστοῦν πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις τους. «Ὁ Θεός, ποὺ κρατάει τὶς ὑποσχέσεις Του», γράφει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παύλος, «δὲν θὰ ἐπιτρέψει σὲ κανέναν πειρασμὸ νὰ ξεπεράσει τὶς δυνάμεις σας. Ἀλλά, ὅταν ἔρθει ὁ πειρασμός, θὰ δώσει μαζὶ καὶ τὴ διέξοδο, ὥστε νὰ μπορέσετε νὰ τὸν ἀντέξετε» (Α' Κορ. 10:13).

Οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν πόσο βάρος μπορεῖ νὰ σηκώσει ἕνα ζώο. Πολύ περισσότερο ἡ ἄπειρη Σοφία τοῦ Θεοῦ γνωρίζει πόσο βαριές δοκιμασίες μπορεῖ νὰ σηκώσει μιὰ ψυχή.

Ὁ κεραμοποιός γνωρίζει καὶ τὴν ἔνταση τῆς φωτιᾶς καὶ τὸν χρόνο ποὺ πρέπει νὰ μείνουν σ' αὐτὴν τὰ πήλινα σκεύη, γιὰ νὰ ψηθοῦν σωστά. Γιατί, ἂν παραψηθοῦν, σπάζουν, κι ἂν πάλι μισοψηθοῦν, εἶναι ἀκατάλληλα γιὰ χρήση. Πολύ περισσότερο ὁ Θεός γνωρίζει πόσον καιρὸ πρέπει νὰ βαστήξει ἡ φωτιὰ τῆς δοκιμασίας καὶ πόσο δυνατή πρέπει νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ φωτιά, ὥστε τὰ λογικὰ Του σκεύη, οἱ χριστιανοί, νὰ γίνουν ἰκανοὶ γιὰ τὴν εἴσοδο στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Κοίτα συχνὰ τὸν Ἰησοῦ: Μπροστὰ στοὺς σταυρωτές Του στεκόταν ἄφωνος, «σὰν τὸ ἀρνὶ μπροστὰ σ' αὐτὸν ποὺ τὸ κουρεύει». Παραδόθηκε στὸν θάνατο «σὰν τὸ ἀθῶο πρόβατο ποὺ ὁδηγεῖται στὴ σφαγή» (Ησ. 53:7. Πράξ. 8:32). Μὴν πάρεις ἀπ' Αὐτόν τὰ μάτια σου, Καὶ τὶς θλίψεις σου θὰ τὶς διαλύσει μια οὐράνια, πνευματική γλυκύτητα. Μὲ τὶς πληγές τοῦ Ἰησοῦ θὰ θεραπευ­θοῦν οἱ πληγές τῆς καρδιᾶς σου.

«Φτάνει, ἐὼς ἐδώ!», εἶπε ὁ Κύριος σ' ἐκείνους ποὺ θέλησαν νὰ Τον ὑπερασπίσουν στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Κι ὕστερα ἄγγιξε τὸ κομμένο αὐτὶ τοῦ δούλου, ποὺ εἶχε ἔρθει γιὰ νὰ Τὸν συλλάβει, καὶ τὸν θεράπευ­σε (βλ. Λουκ. 22:51).

«Μήπως νομίζεις», ἀποκρίθηκε ὁ Κύριος σ' ἐκεῖνον ποὺ μὲ τὸ μαχαίρι προσπάθησε νὰ πάρει μακριά Του τὸ ποτήρι, «ὅτι δὲν μπορῶ νὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα μου, κι Αὐτὸς νὰ μοῦ στείλει γιὰ συμπαράσταση πάνω ἀπὸ δώδεκα λεγεώνες ἀγγέλων;» (Ματθ. 26:53).

Στὸν καιρὸ τῶν συμφορῶν μὴ ζητᾶς βοήθεια ἀπὸ ἀνθρώπους. Μὴ χάνεις πολύτιμο χρόνο, μὴ σπαταλᾶς τὶς ψυχικές σου δυνάμεις γυρεύοντας αὐτὴ τὴν ἀνίσχυρη βοήθεια. Ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ περιμένεις βοήθεια. Μὲ δική Του ἐντολή, ὅταν πρέπει, θὰ ἔρθουν οἱ ἄνθρωποι νὰ σὲ βοηθήσουν.

Σώπαινε ὁ Κύριος μπροστὰ στὸν Πιλᾶτο καὶ τὸν Ἡρώδη. Δὲν εἶπε οὔτε λέξη γιὰ νὰ δικαιωθεῖ. Τὴν ἁγία καὶ σοφὴ σιωπή Του νὰ μιμεῖσαι, ὅταν βλέπεις πὼς οἱ ἐχθροί σου ἐπιδιώκουν νὰ σὲ καταδικάσουν ὁπωσδήποτε, γιὰ νὰ κρύψουν μὲ τὴ δική σου καταδίκη τὴ δική τους κακή προαίρεση.

Όπως κι ἂν εμφανιστεῖ μπροστά σου τὸ ποτήρι, εἴτε σὰν τὰ σύννεφα, ποὺ μαζεύονται σιγά-σιγὰ καὶ προειδοποιοῦν γιὰ τὴν καταιγίδα, εἴτε αἰφνίδια, σὰν δυνατός ἀνεμοστρόβιλος, ἐσὺ πὲς στὸν Θεό: «Ἄς γίνει τὸ θέλημά Σου»! (Λουκ. 11:2).

Εἶσαι μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, ἀκόλουθος τοῦ Ἰησοῦ, ὑπηρέτης τοῦ Ἰησοῦ. Ἐκεῖνος εἶπε: «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ὑπηρετεῖ, ἂς ἀκολουθεῖ τὸν δικό μου δρόμο, κι ὅπου εἶμαι ἐγώ, ἐκεῖ θὰ εἶναι κι ὁ δικός μου ὑπηρέτης» (Ιω. 12:26). Ὁ Ἰησοῦς πέρασε τὴν ἐπίγεια ζωή Του μὲ μαρτύρια. Ἦταν κατατρεγμένος ἀπὸ τὴ γέννησή Του ὡς τὸν τάφο. Ἡ κακία Του ἑτοίμαζε πικρὸ θάνατο ἀπὸ τότε ποὺ ἦταν στὰ σπάργανα. Μὰ κι ὅταν πραγματοποίησε τὸν σκοπό της, δὲν ἱκανοποιήθηκε. Προσπάθησε νὰ ἐξαφανίσει ἀπὸ προσώπου γῆς ἀκόμα καὶ τὴ μνήμη Του.

Στ' ἀχνάρια τοῦ Κυρίου βαδίζοντας ὅλοι οἱ ἐκλεκτοί Του, διάβηκαν ἀπὸ τὸν δρόμο τῶν πρόσκαιρων βασάνων στὴ μακάρια αἰωνιότητα. Μαζὶ μὲ τὶς σαρκικές ἀπολαύσεις δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρχει καὶ πνευματική κατάσταση. Νὰ γιατὶ ὁ Κύριος δὲν παύει νὰ προσφέρει τὸ ποτήρι Του στοὺς ἀγαπημένους Του: Ἐπειδή μ' αὐτὸ τοὺς κάνει νεκροὺς γιὰ τὸν κόσμο καὶ ἱκανούς γιὰ τὴ ζωή τοῦ Πνεύματος. «Ἔτσι δείχνει ὁ Θεὸς τὴν πρόνοιά Του γιὰ ἕναν ἄνθρωπο, μὲ τὸ νὰ τοῦ στέλνει διαρκῶς θλίψεις», λέει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος.

Ὅταν προσεύχεσαι, ζήτα ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἀπομακρύνει ἀπὸ σένα κάθε συμφορά, κάθε πειρασμό. Δὲν πρέπει νὰ ρίχνεσαι μὲ αὐτοπεποίθηση καὶ ἀπερίσκεπτη τόλμη στὴ δίνη τῶν θλίψεων. Σ' αὐτὴ τὴν αὐτοπεποίθηση κρύβεται ἡ ὑπερηφάνεια. Ὅταν, ὅμως, οἱ θλίψεις ἔρχονται ἀπὸ μόνες τους, μὴν τὶς φοβᾶσαι. Μὴ νομίζεις πως ἦρθαν τυχαῖα, ἀπὸ τὴ συνδρομή τῶν περιστάσεων. Ὄχι. Ἀπὸ τὴν ἀνεξιχνίαστη πρόνοια τοῦ Θεοῦ παραχωρήθηκαν. Γεμάτος πίστη, γεμάτος ἀνδρεία καὶ μεγαλοψυχία, ταξίδευε ἄφοβα μέσα στὸ σκοτάδι καὶ τ' ἄγρια κύματα πρὸς τὸ ἤσυχο λιμάνι τῆς αἰωνιότητας. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς σὲ καθοδηγεῖ ἀόρατα.

Μάθε νὰ λὲς μὲ βαθιὰ εὐλάβεια τὴν προσευχὴ ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος στὸν Πατέρα Του ἐκεῖ, στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, τὶς τόσο δύσκολες ὧρες πρὶν ἀπὸ τὰ παθήματα καὶ τὸν σταυρικὸ θάνατό Του. Μ' αὐτὴ τὴν προσευχὴ νὰ ἀντιμετωπίζεις καὶ νὰ νικᾶς κάθε θλίψη. «Πατέρα μου», εἶπε ὁ Κύριος, «ἂν εἶναι δυνατόν, ἂς μὴν πιῶ αὐτὸ τὸ ποτήρι. Ὅμως ἂς μὴ γίνει τὸ δικό μου θέλημα ἀλλὰ τὸ δικό Σου» (Ματθ. 26:39).

Νὰ προσεύχεσαι στὸν Θεὸ νὰ διώχνει μακριὰ σου τὶς συμφορές, ἀλλὰ συνάμα νὰ ἀπαρνεῖσαι τὸ θέλημά σου ὡς θέλημα ἁμαρτωλό, θέλημα τυφλό. Τὸν ἑαυτό σου, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα σου, τὶς περιστάσεις, τὶς παροῦσες καὶ τὶς μελλοντικές, τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχεις στὴν καρδιά σου, ὅλους νὰ τοὺς ἐμπιστεύεσαι καὶ ὅλα νὰ τ' ἀφήνεις στὸ πανάγιο καὶ πάνσοφο θέλημα τοῦ Θεοῦ.

«Μένετε ἄγρυπνοι καὶ προσεύχεστε, γιὰ νὰ μὴ σᾶς νικήσει ὁ πειρασμός. Τὸ πνεῦμα εἶναι πρόθυμο, ἡ σάρκα ὅμως εἶναι ἀδύναμη» (Μάρκ. 14:38). Ὅταν μᾶς κυκλώνουν οἱ θλίψεις, πρέπει νὰ πυκνώνουμε τὶς προσευχές, γιὰ νὰ ἐλκύουμε πιὸ ἰσχυρὰ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ μόνο μὲ τὴ βοήθεια τῆς χάριτος μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε ὅλες τὶς πρόσκαιρες ἐπίγειες συμφορές.

Ὅταν πάρεις τὸ οὐράνιο δῶρο τῆς ὑπομονής, νὰ προσέχεις ἄγρυπνα τὸν ἑαυτό σου, γιὰ νὰ διατηρήσεις τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Διαφορετικά, ἡ ἁμαρτία θὰ γλιστρήσει στὴν ψυχή ἢ στὸ σῶμα σου καὶ θὰ διώξει μακριά σου τὴ χάρη. Τότε ἡ θλίψη, ποὺ παραχωρήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο γιὰ τὴ σωτηρία σου καὶ τὴν τελείωσή σου, θὰ πέσει πάνω σου βαριὰ καὶ θὰ σὲ συντρίψει μὲ τὴ λύπη, τὴν ἀκηδία καὶ τὴν ἀπελπισία, ἐπειδὴ στὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ δὲν ἔδειξες τὴν εὐλάβεια ποὺ τοῦ πρέπει.

Οἱ ἅγιοι μάρτυρες ἔψαλλαν ὕμνους χαρᾶς, ἐνῶ βρίσκονταν μέσα σὲ ἀναμμένα καμίνια, ἐνῶ πατοῦσαν πάνω σὲ καρφιά, ἐνῶ ἦταν δεμένοι σὲ τροχούς μὲ κοφτερὰ σπαθιά, ἐνῶ ἔβραζαν μέσα σὲ καζάνια μὲ κοχλαστὸ νερὸ ἢ λάδι. Καὶ ἡ δική σου καρδιά, ὅταν μὲ τὴν προσευχή ἐλκύσει τὴν παρηγορητική χάρη καὶ μὲ τὴν πνευματική ἐγρήγορση τὴ φυλάξει μέσα της, τότε καὶ στὶς δυστυχίες καὶ στὶς πικρές συμφορές θὰ ψάλλει ὕμνους χαρᾶς, ὕμνους δοξολογίας καὶ εὐχαριστίας στὸν Θεό.

Ὁ νοῦς ποὺ καθαρίστηκε μὲ τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ, γίνεται θεατὴς πνευματικῶν ὁραμάτων. Ἀρχίζει νὰ βλέπει τὴν ἀόρατη στὸν σαρκικὸ νοῦ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀγκαλιάζει τὰ πάντα, νὰ βλέπει τὸν νόμο τῆς φθορᾶς σ' ὅλα τὰ φθαρτά, νὰ βλέπει τὴν ἀσύλληπτη ἀλλὰ τόσο κοντινή σὲ ὅλους αἰωνιότητα, νὰ βλέπει τὸν Θεὸ στὰ μεγάλα Του ἔργα, στὴ δημιουργία καὶ τὴν ἀναγέννηση τοῦ κόσμου. Ἡ ἐπίγεια ζωή του φαίνεται σὰν ἕνα σύντομο ταξίδι, τὰ γεγονότα της τοῦ φαίνονται σὰν ὅνειρα καὶ τὰ ἀγαθά της τοῦ φαίνονται σὰν πρόσκαιρες ὀφθαλμαπάτες, σὰν φευγαλέες ἀλλὰ ὁλέθριες πλάνες τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιάς.

Καὶ γιὰ τὴν αἰωνιότητα; Τὶ καρπὸ δίνουν οἱ πρόσκαιρες αὐτὲς θλίψεις; Ὅταν ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἰωάννης ἀξιώθηκε νὰ δεῖ ἀνοιχτὸ τὸν οὐρανό, κάποιος ἀπὸ τοὺς κατοίκους του, δείχνοντας ἕνα αμέτρητο πλῆθος ὁλόλαμπρων λευκοφορεμένων πιστῶν, ποὺ γιόρταζαν μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ τὴ σωτηρία τους, τὸν ρώτησε: «Ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ φοροῦν λευκές στολές κι ἀπὸ ποῦ ἦρθαν;». Κι ὁ Θεολόγος Ἰωάννης τοῦ ἀπάντησε: «Κύριέ μου, ἐσὺ ξέρεις». Τότε ὁ οὐρανοπολίτης τοῦ εἶπε: «Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ πέρασαν τὸν μεγάλο διωγμό, ποὺ ἔπλυναν τὴ στολή τους καὶ τὴ λεύκαναν μὲ τὸ αἶμα τοῦ Ἀρνίου. Γι' αὐτὸ στέκονται μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ Τὸν λατρεύουν μέρα καὶ νύχτα στὸν ναό Του, κι Αὐτὸς ποὺ κάθεται στὸν θρόνο θὰ εἶναι πάντα μαζί τους. Δὲν θὰ πεινάσουν πιά, οὔτε θὰ διψάσουν ποτέ. Δὲν θὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὸν ἥλιο οὔτε ἀπὸ ἄλλον καύσωνα. Τὸ Ἀρνίο, ποὺ εἶναι στὴ μέση τοῦ θρόνου, σὰν καλός βοσκός θὰ τοὺς κατευθύνει καὶ θὰ τοὺς ὁδηγήσει στὶς νεροπηγές τῆς ζωῆς. Ὁ Θεός θὰ ἐξαφανίσει κάθε δάκρυ ἀπὸ τὰ μάτια τους» (Αποκ. 7:13-17).

Ἡ αἰώνια ἀποξένωση ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ αἰώνιο μαρτύριο στὸν ἄδη, ἡ αἰώνια κοινωνία μὲ τοὺς δαίμονες καὶ τοὺς δαιμονοποιημένους ἀνθρώπους, ἡ αἰώνια φωτιά, ἡ αἰώνια παγωνιά, τὸ αἰώνιο σκοτάδι τῆς γέεννας -νὰ τὶ εἶναι πραγματικὰ θλίψη, θλίψη μεγάλη, φρικτή, ἀφόρητη!

Στὴ μεγάλη αἰώνια θλίψη ὁδηγοῦν οἱ ἐπίγειες ἀπολαύσεις.

Ἀπ' αὐτὴ τὴ θλίψη προφυλάσσει καὶ σώζει τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ ὅποιον τὸ πίνει εὐγνωμονώντας καὶ δοξολογώντας τὸν Θεό. Μὲ τὸ πικρὸ ποτήρι τῶν πρόσκαιρων θλίψεων ὁ Πανάγαθος προσφέρει στὸν ἄνθρωπο τὸ ἀπέραντο καὶ αἰώνιο ἔλεός Του. Ἀμήν.