Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Ο θάνατος ως αίσθημα απώλειας



π. Αντώνιος Μπλουμ Μητροπολίτης Σουρόζ


Η πρώτη και η πλέον συνεχής επαφή μας με το θάνατο πραγματοποιείται μέσα από το αίσθημα της απώλειας. 

Μαθαίνοντας να κατανοούμε το θάνατο των άλλων και να τον βιώνουμε μέσα στους άλλους και στον εαυτό μας, μπορούμε να μάθουμε να τον αντικρίζουμε, και τελικά να αντιμετωπίζουμε το δικό μας θάνατο, κατ' αρχάς ως δυνατότητα -και όντως ως μια βεβαιότητα, μια βεβαιότητα όμως που τόσο συχνά και τόσο εμφανώς έχει απομακρυνθεί από μας, ώστε να μην τη χαρακτηρίζουμε πλέον βεβαιότητα- και κατόπιν ως την ίδια την πραγματικότητα που μας πλησιάζει.

Ένα από τα άμεσα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόσωπο εκείνο που πενθεί, είναι η εμπειρία της μοναξιάς, το γεγονός ότι το μόνο πρόσωπο που κατά καιρούς τον ενδιέφερε, το πρόσωπο εκείνο που γέμιζε όλο το χώρο και το χρόνο και όλη την καρδιά του τον άφησε. 

Κι αν ακόμη το πρόσωπο που μας άφησε δεν μας είχε δώσει όλη του την καρδιά, αφήνει ωστόσο πίσω του ένα τεράστιο κενό. Όσο το πρόσωπο είναι άρρωστο προσφέρουμε πολύ περισσότερο χρόνο στη σκέψη. Οι δραστηριότητές μας συγκεντρώνονται και κατευθύνονται προς αυτό. 

Όταν το πρόσωπο πεθάνει, πολύ συχνά αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι η δραστηριότητά τους είναι πλέον άσκοπη, δεν έχουν τουλάχιστον κάποιον άμεσο σκοπό, κέντρο και κατεύθυνση. 

Μια ζωή, όσο οδυνηρή και αγωνιώδης κι αν ήταν, έτρεχε σαν το ποτάμι. Τώρα όμως καταντάει ένας βάλτος.

Μοναξιά επίσης σημαίνει ότι δεν υπάρχει ούτε ένα πρόσωπο με το οποίο να μπορεί κάποιος να μιλήσει ή να το ακούσει, ή να το προσέξει, που να ανταποκρίνεται και να αντιδρά, και στο οποίο αυτός να αντιδρά και να ανταποκρίνεται. 

Το πρόσωπο που μας αφήνει είναι πολύ συχνά το πρόσωπο εκείνο που, στα δικά μας μάτια, μας έδινε την έσχατη αξία: 
το πρόσωπο εκείνο για το οποίο αξίζαμε, το πρόσωπο εκείνο που διεκδικούσε την ύπαρξη και τη σημασία μας.

Περισσότερο από μια φορά έχω αναφέρει, με την ευκαιρία κάποιου γάμου, τη φράση του Λέων Μπλόυ: «Το να πεις σε κάποιον "σ' αγαπώ" ισοδυναμεί με το να του λες "δεν θα πεθάνεις ποτέ"». 

Αυτό ισχύει και σ' αυτό το πλαίσιο. 
Το πρόσωπο που μας αφήνει δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να διακηρύσσει την έσχατη αξία μας, την έσχατη σημασία μας. 
Αυτό το πρόσωπο δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να μπορεί να πει «σε αγαπώ», και γι' αυτό χάνεται η αιώνια επιβεβαίωση και αναγνώρισή μας. 

Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. 
Δεν είναι κάτι που πρέπει να το παραμερίσουμε, να το ξεχάσουμε ή να το παρακάμψουμε. 

Δημιουργείται ένα κενό και αυτό το κενό δεν πρέπει ποτέ να γεμίσει με τεχνητά πράγματα, που δεν αξίζουν μπροστά σ' αυτά που αντικαθιστούν.

Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε ότι ο πόνος είναι μία από τις εκφράσεις της αγάπης. 

Αν ισχυριζόμαστε ότι αγαπούμε αληθινά το πρόσωπο που μόλις αναχώρησε από αυτήν τη ζωή, πρέπει να είμαστε και έτοιμοι να το αγαπούμε μέσα από τον πόνο, με τον ίδιο τρόπο που κάποτε το αγαπήσαμε μέσα από τη χαρά - τη χαρά της επιβεβαίωσης, τη χαρά της κοινής ζωής. 

Aυτό απαιτεί θάρρος, και νομίζω ότι πρέπει πολλά να εξηγηθούν από την άποψη αυτή σήμερα, όταν τόσοι άνθρωποι, για να ξεφύγουν από τον πόνο, στρέφονται στα ηρεμιστικά, στο αλκοόλ ή σε οποιαδήποτε διασκέδαση, για να ξεχάσουν. Πιθανώς να επισκιάζεται ό,τι συμβαίνει σε μιαν ανθρώπινη ψυχή, συνεχίζει όμως να προχωρά, και αν δεν λυθεί, αφήνει το πρόσωπο φτωχότερο. 

Ένα άλλο πράγμα που πρέπει το πρόσωπο που πενθεί να μάθει να μην κάνει ποτέ είναι να μιλά για τη σχέση αγάπης που υπήρχε σε αόριστο χρόνο. 

Ποτέ δεν πρέπει κάποιος να πει: «Αγαπούσαμε ο ένας τον άλλο». Πρέπει πάντοτε να λέει: «Αγαπούμε ο ένας τον άλλο».
Αν επιτρέψουμε στην αγάπη μας να μεταβληθεί σε αντικείμενο του παρελθόντος, πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν πιστεύουμε στη συνέχιση της ζωής του προσώπου που πέθανε. 

Αν το κάνουμε, πρέπει να ομολογήσουμε ότι είμαστε άπιστοι και άθεοι, με τη χειρότερη έννοια, και ότι αντιμετωπίζουμε τη ζωή από διαφορετική γωνία. 

Αν δεν υπάρχει Θεός, αν δεν υπάρχει αιώνια ζωή, τότε ο θάνατος πού επήλθε δεν έχει καμιά μεταφυσική σημασία. 
Αποτελεί ένα γεγονός της φυσικής ιστορίας. 

Είναι μια νίκη των νόμων της φυσικής και της χημείας, και ο άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει όχι ως πρόσωπο αλλά ως μέρος της φύσης. 

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αντιμετωπίσουμε κατάματα είτε την πίστη μας, είτε την έλλειψη πίστης και να ενεργήσουμε ανάλογα.

Πολύ συχνά, αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι το πρόσωπο που έφυγε δεν είναι μόνο μια δική τους απώλεια, αλλά μια απώλεια που στερεί όλους γύρω από κάτι το πολύτιμο - από μια λογική, μια καρδιά και μια θέληση, από κάποιον που ενεργούσε όμορφα και σωστά. Και αυτός που έχασε το πρόσωπο μένει επίσης με την απώλεια. 

Σ' αυτό το σημείο πρέπει να θυμηθούμε -πράγμα ουσιαστικό- ότι όποιος ζει θέτει ένα παράδειγμα: ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς καλά ή ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς άσχημα. 

Πρέπει να μαθαίνουμε από όλους, ζώντες ή κεκοιμημένους, αυτό που είναι λάθος για να το αποφεύγουμε και αυτό που είναι σωστό για να το μιμούμαστε.

Όποιος έχει γνωρίσει κάποιον που τώρα έχει πεθάνει, θα πρέπει να στοχαστεί βαθιά το σημάδι που η ζωή αυτού του ανθρώπου άφησε στη ζωή του. 

Πρέπει να στοχαστεί το είδος του σπόρου που σπάρθηκε στη ζωή αυτού του ανθρώπου και τον καρπό που αυτός έφερε.
Υπάρχει μια φράση στο Ευαγγέλιο που λέει πως «εάv μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. Εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει». 

Αυτό ακριβώς μπορεί να συμβεί, αν στοχαζόμαστε με όλη μας την καρδιά, με το πνεύμα και με τη μνήμη, με όλη την ευαισθησία μας και την αίσθηση δικαιοσύνης, τη ζωή εκείνων που έχουν αναχωρήσει από αυτήν τη ζωή.

Αν είχαμε το κουράγιο να χρησιμοποιήσουμε αυτό το ξίφος -που είναι ο λόγος του Θεού για να χωρίσουμε το φως από το σκοτάδι, να χρησιμοποιήσουμε όλη μας τη διάκριση για να ξεχωρίσουμε την ήρα από το σιτάρι, τότε, έχοντας συγκεντρώσει όσο σιτάρι θα είχαμε τη δυνατότητα να ξεχωρίσουμε, θα μπορούσε ο καθένας μας, ο καθένας που είχε γνωρίσει τον κεκοιμημένο, να φέρει πολύ καρπό στη ζωή του. 

Μπορούμε να ζήσουμε σύμφωνα μ' ένα παράδειγμα που προσφέρεται και λαμβάνεται, να χωνέψουμε όσα αξίζουν να χωνευθούν από τη ζωή αυτού του προσώπου.

Στη Νεκρώσιμη Ακολουθία κρατούμε αναμμένα κεριά. 
Πιστεύω ότι αυτό υποδηλώνει δύο πράγματα. 
Το πρώτο, που είναι πολύ εμφανές, είναι ότι αναγγέλλουμε την ανάσταση. Στεκόμαστε κρατώντας αναμμένα κεριά με τον ίδιο τρόπο που στεκόμαστε στην εκκλησία το βράδυ της Ανάστασης. Στεκόμαστε επίσης δίνοντας τη μαρτυρία μας μπροστά στον Θεό ότι το πρόσωπο αυτό έφερε τουλάχιστον μια σπίθα φωτός στο λυκόφως του κόσμου, ότι αυτό το πρόσωπο δεν έζησε μάταια. 

Θα φυλάξουμε, θα προστατεύσουμε και θα μοιραστούμε αυτό το φως, έτσι ώστε να φωτίζει όλο και περισσότερους ανθρώπους, και αν είναι δυνατό να γίνει εκατονταπλάσιο.

Αν ξεκινήσουμε να ζήσουμε μ' αυτό τον τρόπο, να γίνουμε η συνέχεια της επίγειας ζωής του κεκοιμημένου, αν ξεκινήσουμε να γίνουμε η συνέχεια όλων όσα ήταν ευγενικά, καλά, αληθινά και άγια σ' αυτό το πρόσωπο, τότε αυτό το πρόσωπο πράγματι δεν έχει ζήσει μάταια και θα αισθανθούμε κι εμείς ότι πράγματι δεν ζούμε μάταια. 

Δεν θα υπάρξει μέσα μας χώρος για ελπίδες ενός άμεσου θανάτου, επειδή πρέπει να επιτελέσουμε κάποια λειτουργία.

Μένουμε πίσω για να κάνουμε δυνατά όλα όσα είδαμε, όλα όσα ακούσαμε, όλα όσα νιώσαμε, να τα πολλαπλασιάσουμε και να τα σκορπίσουμε και να γίνουμε μια νέα αλυσίδα φωτός πάνω στη γη. 

Αν μπορέσουμε όμως να ομολογήσουμε πως το πρόσωπο που αναχώρησε από αυτήν τη ζωή ήταν για μας ένας θησαυρός, τότε «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών».

Πρέπει, μαζί μ' αυτόν που εισήλθε στην αιωνιότητα, να ζήσουμε κι εμείς όσο το δυνατόν τελειότερα και βαθύτερα, στην αιωνιότητα. Επειδή είναι ο μόνος τόπος όπου μπορούμε να είμαστε μαζί με τον κεκοιμημένο. 

Αυτό σημαίνει ότι, καθώς όλο και περισσότερα αγαπημένα πρόσωπα αφήνουν αυτό το επίγειο προσκύνημα και εισέρχονται στη σταθερότητα και στη γαλήνη της αιώνιας ζωής, θα πρέπει να αισθανόμαστε όλο και περισσότερο ότι ανήκουμε όλο και τελειότερα και πληρέστερα σ' εκείνο τον κόσμο, και ότι σταδιακά οι αξίες του γίνονται δικές μας.

Αν μάλιστα ένα από τα πολυαγαπημένα μας πρόσωπα, αν ένας από τους πολυτιμότερους θησαυρούς μας λέγεται Ιησούς Χριστός, τότε μπορούμε αληθινά, όσο είμαστε ακόμη πάνω στη γη, να λαχταρούμε, όπως ο απόστολος Παύλος, με όλη μας την ψυχή και όλο μας το μυαλό, με όλο μας το σώμα και όλη μας την καρδιά, την ημέρα που θα ενωθούμε αδιαίρετα μαζί Του.

Η αντιμετώπιση του δικού μας θανάτου είναι κάτι που το κάνουμε με τρόπους πολύ διαφορετικούς, σύμφωνα με την ηλικία μας και τις περιστάσεις. Αντιλαμβανόμαστε το θάνατο με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές καταστάσεις και ηλικίες. 

Σκεφτείτε τα παιδιά που ακούν τη λέξη «θάνατος». Ίσως να διαθέτουν μια πολύ ασαφή ιδέα γι' αυτόν ή ίσως να έχουν ήδη χάσει κάποιο γονιό και να στενοχωριούνται στη μοναξιά τους. Τον αντιλαμβάνονται ως απώλεια, αλλά όχι ως θάνατο καθαυτό.

Ένα παιδί μπορεί να πληροφορηθεί για το θάνατο με κάποιον τερατώδη τρόπο, που θα τον καταστήσει έτσι αποκρουστικό στα μάτια του, ή αντίθετα με κάποιον λογικό και υγιή τρόπο, όπως μας δείχνει η ακόλουθη ιστορία. 

Μια πολυαγαπημένη γιαγιά πέθανε μετά από μακρά και οδυνηρή ασθένεια. Με κάλεσαν στο σπίτι της και, όταν έφθασα, ανακάλυψα ότι τα παιδιά είχαν απομακρυνθεί.
 
Ρώτησα γιατί και οι γονείς μου είπαν: «Δεν έπρεπε να αφήσουμε τα παιδιά να μείνουν στο σπίτι όπου υπήρχε ένας πεθαμένος».
«Γιατί;»
«Επειδή ξέρουν τι είναι θάνατος».
«Και τι είναι θάνατος;» ρώτησα.
«Είδαν κάποια μέρα ένα κουνελάκι κατακομματιασμένο από μία γάτα στον κήπο, και έτσι γνωρίζουν τι είναι θάνατος».

Σκέφτηκα πως αν αυτή είναι η εικόνα του θανάτου που είχαν αυτά τα παιδιά, τότε θα ήταν υποχρεωμένα όλη τους τη ζωή να ζουν με μια αίσθηση τρόμου, οποτεδήποτε άκουγαν αυτήν τη λέξη, οπουδήποτε παρακολουθούσαν ένα μνημόσυνο, οπουδήποτε έβλεπαν ένα φέρετρο - ανείπωτος τρόμος κρυμμένος μέσα σ' αυτό το ξύλινο κουτί.

Μετά από μακρά συζήτηση, κατά τη διάρκεια της οποίας οι γονείς μου είπαν ότι τα παιδιά θα κατέρρεαν ψυχολογικά αν τους επιτρεπόταν να δουν τη γιαγιά τους και πως η διανοητική τους κατάσταση θα ήταν δική μου ευθύνη, έφερα πίσω τα παιδιά.

Η πρώτη τους ερώτηση ήταν: 
«Τι είχε πράγματι συμβεί στη γιαγιά;» 
Τους είπα: «Την ακούσατε πολλές φορές να λέει ότι λαχταρούσε να συναντήσει τον άνδρα της στη Βασιλεία του Θεού, όπου αυτός είχε προηγηθεί. Τώρα πήγε και αυτή».
«Έτσι, είναι ευτυχισμένη» είπε ένα από τα παιδιά.
«Ναι» είπα.

Κατόπιν πήγαμε στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η γιαγιά. 
Η ησυχία ήταν όμορφη. Η ηλικιωμένη γυναίκα, που το πρόσωπό της είχε ρητιδωθεί τα τελευταία χρόνια από τον πόνο, κειτόταν απόλυτα ακίνητη και ήρεμη. 

Ένα από τα παιδιά είπε: «Αυτός λοιπόν είναι ο θάνατος».
Και το άλλο συμπλήρωσε: «Τι ωραία».
Εδώ έχουμε δύο μορφές της ίδιας εμπειρίας. 
Πρόκειται να επιτρέψουμε στα παιδιά να δουν το θάνατο σύμφωνα με το κατακομματιασμένο από κάποια γάτα κουνελάκι, ή θα τα αφήσουμε να δουν την ηρεμία και την ομορφιά του θανάτου;

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία φέρνουμε τον νεκρό στο ναό όσο γρηγορότερα μπορούμε.  Προσευχόμαστε μπροστά στο ανοιχτό φέρετρο. Το πλησιάζουν ενήλικες και παιδιά. Ο θάνατος δεν είναι κάτι που πρέπει να το κρύψουμε: είναι κάτι απλό και μέρος της ζωής. Και τα παιδιά μπορούν να παρατηρούν τον κεκοιμημένο και να βλέπουν τη γαλήνη στο πρόσωπό του. Ασπαζόμαστε τον κεκοιμημένο. 

Αυτή δε τη στιγμή δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε να προειδοποιήσουμε τα παιδιά όταν θα ασπασθούν το μέτωπο του νεκρού που ήταν πάντοτε ζεστό, ότι τώρα θα το βρουν κρύο, και να τους πούμε, «αυτό είναι το σημάδι του θανάτου». 

Η ζωή είναι ζεστή. 
Ο θάνατος είναι ψυχρός. 
Τότε το παιδί δεν θα τρομοκρατηθεί, επειδή διαθέτει την εμπειρία από ζεστά και κρύα πράγματα, που το καθένα έχει το χαρακτήρα και το νόημά του.

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

Άκαιρη και άστοχη


Ο κενόδοξος δείχνει ότι είναι πιστός, ενώ είναι ειδωλολάτρης. 

Φαινομενικά μεν σέβεται τον Θεό, αλλά στην πραγματικότητα επιζητεί να αρέσει στους ανθρώπους και όχι στον Θεό. Κενόδοξος είναι κάθε επιδεικτικός άνθρωπος. Του κενόδοξου η νηστεία είναι χωρίς μισθό και η προσευχή άκαιρη και άστοχη. 

Διότι και τα δύο τα κάνει για τον ανθρώπινο έπαινο.


Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος

Ο άνθρωπος που βγάζει από τη ζωή του τον Θεό

Γαβριήλ ηγούμενος 1974 w

Ο άνθρωπος, που βγάζει από τη ζωή του το Θεό, εύκολα καταντάει να ψάχνει για παρηγοριά και ικανοποίηση σε κάποια υποκατάστατα της αληθινής πίστης. 

Πελαγωμένοι σήμερα οι άνθρωποι στα αδιέξοδα και στα προβλήματά τους, εύκολα παγιδεύονται στις σκοτεινές παγίδες του πονηρού, του εχθρού της σωτηρίας μας. Και αντί να βρουν λύτρωση, πέφτουν σε χειρότερο μπλέξιμο και σε μεγαλύτερη ταλαιπωρία.


Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης

Αγιοπατερικά περί αρετής και απογνώσεως


Να ωθούμε τον εαυτό μας στην αρετή

«Εκείνος που θέλει να σωθεί πρέπει, ακόμη καί με τη βία, να ωθεί τον εαυτό του προς το καλό και ας μη θέ­λει η καρδιά.

Γιατί λέει ό άψευδής Κύριος: "Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται καί βιασταί άρπάζουσιν αύτην" καί πάλι: 

"Αγωνίζεσθε είσελθείν δια της στενής πύλης". 

Πρέπει, λοιπόν, καί χωρίς να θέλουμε, να ωθούμε τον εαυτό μας στην αρετή: δηλαδή στην αγάπη, ενώ δεν έχουμε αγάπη, στην πραότη­τα, ενώ αυτή μας λείπει, στο να έχουμε συμπαθή καί φιλανθρωπη καρδιά, να ανεχόμαστε τίς προσβο­λές καί τον παραμερισμό καί να εγκαρτερούμε, ενώ ακόμη δεν έχουμε αυτή τη συνήθεια, στην προσευχή, αν καί δεν έχουμε ακόμη πνευματική προ­σευχή. 

Αν ό Θεός δει ότι αγωνιζόμαστε έτσι καί ωθούμε με τη βία τον εαυτό μας προς το καλό, έστω κι αν η καρδιά μας αντιστέκεται, τότε θα μας γεμί­σει με όλους τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος».


ΑΓ. ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ




Περί απογνώσεως


«Αν συμβεί να πέσουμε, καλό είναι να μην απελπιζόμαστε καί αποξενωνόμαστε από τη φιλανθρωπία του Κυρίου. 

Γιατί μπο­ρεί καί θέλει να δείξει έλεος στην ασθένεια μας. Μόνο να μη φεύγουμε από Αυτόν, καί να μην αποκάμουμε. Ούτε να βιαζόμαστε, ούτε να λυγί­ζουμε, αλλά διαρκώς να βάζουμε αρχή. 

Έπεσες; Σήκω. Καί πάλι έπεσες; Σήκω πά­λι. Μόνο τον γιατρό να μην αφήσεις, καί κα­ταδικαστείς χειρότερα από τον αυτόχειρα λόγω της απογνώσεως. 

Μείνε κοντά Του καί Αυτός θα δείξει έλεος, είτε με την επιστροφή σου, είτε δια μέσου πειρασμών, είτε με άλλο τρό­πο της πρόνοιας Του, χωρίς να το γνωρίζεις».


ΟΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015

Το χάδι της προσευχής

20150508-1

Το παιδί θέλει κοντά του ανθρώπους θερμής προσευχής. Όχι ν’ αρκείται η μητέρα στο αισθητό χάδι για το παιδί της, αλλά να προσφέρει συγχρόνως και το χάδι της προσευχής. 

Το παιδί αισθάνεται στο βάθος της ψυχής του το πνευματικό χάδι, που μυστικά στέλνει η μητέρα του, και έλκεται προς αυτήν.


Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Όλες οι προσευχές καλές και άγιες είναι, αλλά η νοερά προσευχή, είναι η βασίλισσα αυτών


Όλοι οι Άγιοι Πατέρες φωνάζουν την πρώτη θέση στη ζωή του κάθε χριστιανού την κατέχει η προσευχή. Θέλεις να κάνεις κατάσταση;

Προσεύχου. Θέλεις να σωθείς; Προσεύχου. 

Όλες οι προσευχές καλές και άγιες είναι, αλλά η νοερά προσευχή, είναι η βασίλισσα αυτών. 

“Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Απ’ αυτήν τη μικρούλα αλλά παντοδύναμη προσευχή, ξεκίνησαν οι Άγιοι Πατέρες και έγιναν φωστήρες της εκκλησίας. Λέγε συνεχώς όσο μπορείς περισσότερες φορές την ημέρα και τη νύχτα αυτή την ευχούλα και αυτή θα σε διδάξει αυτά που θέλεις, αυτά που δεν γνωρίζεις. 

Βιάσου σ’ αυτήν την ευχούλα.


Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

Η άλλη ένωση

20150508-2

Αυτό που γίνεται στη Θεία Ευχαριστία γίνεται και στο Μυστήριο του Γάμου. 

Οι σύζυγοι ενώνονται με το Χριστό και διά του Χριστού μεταξύ τους σε μία αιωνία και θεανθρώπινη ένωση. Από μία ένωση του παλαιού, αρρωστημένου κόσμου μεταμορφώνονται σε μία υγιή «εν Χριστώ» ένωση μέσα στην καινή κτίση της Βασιλείας του Θεού.


Γέροντας Γεώργιος Καψάνης 
Προηγούμενος Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους (+)

H πνευματική ένωσις

dd55f-05

Τώρα τελευταία κάθε δεκαπέντε μέρες, κάθε είκοσι βλέπω τον Γέροντα Ιωσήφ. 

Τώρα τελευταία του λέω: «Γέροντα, εκεί που είσαι προσεύχεσαι για μας;» 
«Πώς, λέει, προσεύχομαι και για σάς». (Στον ύπνο, στο όνειρο). 

Έχει τώρα δεκαπέντε μέρες, τον είδα πάλι, πήγα και τον φίλησα. 
Λέει: «Ο Γέροντάς σου εγώ είμαι». 

Βλέπετε; Όχι μόνο εδώ που ζει, αλλά και στον ουρανό που βρίσκεται υπάρχει αυτή η πνευματική ένωσις, υπάρχει.


Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, 
Έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ» 
Κατουνάκια Αγίου Όρους, Α’ έκδοση 2000

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν


Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης

«Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν»

Η εμφάνιση της σατανικής υπερηφάνειας στους ανθρώπους

Η υπερηφάνεια συνηθέστατα κάνει την εμφάνισή της στον άνθρωπο με τον εξής τρόπο: Ο άνθρωπος που δέχτηκε τη μόλυνσή της, εξισώνει με τον εαυτό του τους πάντες ή τουλάχιστον πολλούς ανωτέρους ή μεγαλύτερούς του στην ηλικία, την εξουσία ή τις ικανότητες, και δεν ανέχεται να βρίσκεται χαμηλότερά τους. 

Αν ο υπερήφανος άνθρωπος είναι υφιστάμενος, δεν σέβεται – όπως και πρέπει – τον προϊστάμενό του, δεν θέλει να του υποκλίνεται με σεβασμό, δεν σέβεται τις εντολές του και τις εκτελεί απρόθυμα, από φόβο: εξισώνει τον εαυτό του με όλους τους μορφωμένους ανθρώπους και δεν παραχωρεί την υπεροχή πάνω από τον εαυτό του σε κανένα ή, αν το κάνει αυτό, το κάνει για πολύ λίγους ανθρώπους. 

Αν είναι είτε μορφωμένος είτε αμόρφωτος, είτε γιός είτε κόρη, δεν αποδίδει τον προσήκοντα σεβασμό στους γονείς και τους ευεργέτες του, ιδιαίτερα τους απλοϊκούς και τους απαίδευτους, θεωρώντας τους ίσους με τον εαυτό του, ακόμα και υποδεέστερους.

Πρέπει να προσέχεις, στο έπακρο, να μην συγκρίνεις τον εαυτό σου με τους άλλους, από οποιαδήποτε άποψη, αλλά να τοποθετείς τον εαυτό σου χαμηλότερα απ” όλους έστω κι αν στην πραγματικότητα είσαι σ” οτιδήποτε καλύτερος από πολλούς ή ίσος με πάρα πολλούς. 

Κάθετι μέσα μας είναι από τον Θεό· δεν είναι δικό μας. «… Τούτο ουκ εξ υμών, Θεού το δώρον, ουκ εξ έργων, ίνα μη τις καυχήσηται» (Εφεσ. 2,8-9). «Πάντα δε ταύτα ενεργεί το έν και το αυτό Πνεύμα» (πρβλ. Α” Κορ.12,4·11). Και πώς μπορώ να υπερηφανεύομαι για κάτι καλό που δεν είναι δικό μου και να συγκρίνω τον εαυτό μου με κείνους που από τον ίδιο τον Θεό και την εμπιστοσύνη της κοινωνίας τοποθετήθηκαν πιο ψηλά από μένα; 

Έτσι λοιπόν, όταν κληθής υπό τινος εις γάμους, μη κατακλιθής εις την πρωτοκλισίαν, μήποτε εντιμότερός σου ή κεκλημένος υπ” αυτού, … Ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται και ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 14, 8· 11).

Η φιλαυτία μας και η υπερηφάνειά μας φανερώνεται ιδιαίτερα στην ανυπομονησία μας και στο ευέξαπτο του χαρακτήρος μας, όταν κάποιος από μας δεν υπομένει ούτε το πιο μικρό δυσάρεστο πράγμα, που άλλοι μας προξενούν, είτε με πρόθεση είτε και χωρίς πρόθεση να το κάνουν, όταν δεν υπομένει κάποιο εμπόδιο που οι άνθρωποι ή το περιβάλλον μας στήνουν στον δρόμο μας δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, είτε σκόπιμα είτε όχι. 

Η φιλαυτία και η υπερηφάνειά μας θάθελαν πάντα να γίνεται το δικό μας, θάθελαν να μας περιβάλλουν όλες οι τιμές και οι ανέσεις του πρόσκαιρου βίου: θάθελαν ακόμα μ” ένα μας νεύμα να υποτάσσονται και να υπακούουν σε μας σιωπηλά και γρήγορα όλοι οι άνθρωποι και ακόμα – μέχρι που φτάνει η υπερηφάνειά μας! – η φύση όλη· ενώ, αλλοίμονο! εμείς οι ίδιοι είμαστε πολύ βραδείς στην πίστη και σε κάθε καλό και αγαθό έργο, αλλά και στο να ευαρεστήσουμε τον μόνο Κύριο των πάντων!

Χριστιανέ μου, οφείλεις οπωσδήποτε να είσαι ταπεινός, πράος και μακρόθυμος ενθυμούμενος ότι είσαι πηλός και σποδός (στάχτη) και ένα τίποτα, ενθυμούμενος ότι είσαι ακάθαρτος και πως κάθε τι το καλό μέσα σου είναι από τον Θεό, πως από τον Θεό είναι οι δωρεές της ζωής σου, της αναπνοής σου, όλα σου τα χαρίσματα· ενθυμούμενος ακόμη ότι για το αμάρτημά σου της ανυπακοής και της ακράτειας πρέπει τώρα να εξαγοράσεις την μέλλουσα μακαριότητά σου στον Παράδεισο με μακροθυμία, που είναι αναγκαία στον κόσμο των ατελειών και αναρίθμητων αμαρτημάτων πεπτωκότων ανθρώπων, που ζουν μαζί μας και αποτελούν τα αμέτρητα μέλη της μιας ανθρωπότητος, της μολυσμένης και καταβεβλημένης από τις αμαρτίες. 

«Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού» (Γαλ. 6,2). Όποιος δεν είναι υπομονετικός και εξάπτεται εύκολα δεν γνώρισε ούτε τον εαυτό του ούτε τους ανθρώπους γενικά και δεν είναι άξιος να ονομάζεται Χριστιανός! Λέγοντας αυτό κατακρίνω τον εαυτό μου, γιατί εγώ πρώτος πάσχω από την ασθένεια της ανυπομονησίας και εύκολα εξάπτομαι.

Ο υπερήφανος άνθρωπος, όταν άλλοι μιλάνε για τις αρετές οποιουδήποτε ανθρώπου, νοιώθει ένα πονηρό φόβο μέσα του: φοβάται μήπως ο άνθρωπος, για τον οποίο μιλάνε, στέκει πιο ψηλά στις αρετές και τον επισκιάσει, γιατί ο υπερήφανος τοποθετεί τον εαυτό του ψηλότερα απ” όλους και δεν φαντάζεται να βρεθούν όμοιες ή καλύτερες αρετές από τις δικές του σ” άλλους ανθρώπους. Συμφορά του η άμιλλα των άλλων.

Τι είναι το πιο επιθυμητό πράγμα για τον άνθρωπο; Είναι η αποφυγή της αμαρτίας, η άφεση και συγχώρηση των αμαρτημάτων και η απόκτηση της αγιότητος. Γιατί; Διότι οι αμαρτίες, όπως για παράδειγμα η υπερήφανη και κακή συμπεριφορά προς τον πλησίον, η καχυποψία, η απληστία, η φιλαργυρία, ο φθόνος κ.ο.κ. μας χωρίζουν από τον Θεό, την Πηγή της Ζωής, μας απομακρύνουν από την επικοινωνία και την επαφή με τους ανθρώπους και μας ρίχνουν σε πνευματικό θάνατο· τουναντίον, η με πραότητα, ταπείνωση και ακακία συμπεριφορά μας προς όλους, ακόμα και προς τους εχθρούς μας, η απλότητα και η αφελότητα της καρδιάς, η ανιδιοτέλεια, η ολιγάρκεια, η γενναιοδωρία προς όλους και άλλες πράξεις αρετής μας ενώνουν με τον Θεό, την Πηγή της Ζωής, και μας καθιστούν αγαπητούς στους ανθρώπους. 

Γι” αυτό, Κύριε, δίνε μας τη δύναμη να αποφεύγουμε ολότελα την αμαρτία και να συνηθίσουμε τον εαυτό μας σε κάθε αρετή με τη Χάρη Σου. Ναι, Δέσποτα Κύριε, «όντες πονηροί» (Ματθ. 12, 34), χωρίς Εσένα δεν μπορούμε να πράττουμε κανένα καλό.

Μερικές φορές ο εχθρός (δηλαδή ο διάβολος) μας εξαπατά με τον εξής τρόπο: όταν βλέπουμε οποιοδήποτε αμάρτημα ή ελάττωμα σε κάποιο Αδελφό ή στην κοινωνία, τότε εμβάλλει στην καρδιά μας αδιαφορία και ψυχρότητα ή μάλλον μια επαίσχυντη δειλία έτσι, που να μην πούμε ένα λόγο σταθερό και επικριτικό ενάντια στην αδικία και στο ψεύδος και να συντρίψουμε τη δύναμη του αμαρτωλού. 

Χριστέ Βασιλιά μου! Χάριζέ μου ζήλο Αποστολικό και το πυρ του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά μου έτσι, ώστε πάντα να ξεσηκώνομαι με παρρησία και τόλμη ενάντια στην αυθάδη κακία, ιδιαίτερα εκείνη που μόλυνε πολλούς, και να μη φείδομαι κανενός για τη δική τους σωτηρία και τη σωτηρία όλου του λαού Σου και για να μη σκανδαλίζονται βλέποντας το ξεχείλισμα τόσων κακών και πέσουν: 

«Ος δ” αν σκανδαλίση ένα των μικρών τούτων των πιστευόντων εις εμέ, συμφέρει αυτώ ίνα κρεμασθή μύλος ονικός εις τον τράχηλον αυτού και καταποντισθή εν τω πελάγει της θαλάσσης… Ήλθε γαρ ο υιός του ανθρώπου σώσαι το απολωλός» (Ματθ. 18,6· 11).

Οι κόλακες είναι μεγάλοι εχθροί μας: μας τυφλώνουν τα μάτια και δεν μας επιτρέπουν να βλέπουμε τις μεγάλες μας ελλείψεις. Γι” αυτό και μας φράζουν το δρόμο προς την τελειότητα, ιδιαίτερα αν είμαστε εγωιστές και δεν βλέπουμε μακριά. Γι” αυτό είναι ανάγκη πάντοτε να σταματούμε τους κόλακες που μας απευθύνουν λόγια κολακευτικά ή να τους αποφεύγουμε. Συμφορά σ” όποιον περιβάλλεται από κόλακες· καλό γίνεται σ” όποιον περιβάλλεται από απλοϊκούς, αφελείς στην καρδία ανθρώπους, που δεν κρύβουνε την αλήθεια, έστω κι αν αυτή είναι δυσάρεστη, για παράδειγμα όταν φανερώνουν τις αδυναμίες και τα αμαρτήματά μας, τα πάθη μας και τα σφάλματά μας.

Όταν σου έρθει στο νου κάποια σκέψη ασύνετη – να λογαριάζεις δηλαδή για παράδειγμα τα οποιαδήποτε καλά σου έργα – , τότε αμέσως να διορθώσεις αυτό σου το σφάλμα: είναι προτιμότερο να λογαριάσεις τις αμαρτίες σου, τις ασταμάτητες και αναρίθμητες προσβολές σου προς τον Πανάγαθο και δίκαιο Κύριό μας· θα βρεις τότε πως είναι πολλές όπως η άμμος της θάλασσας και πως οι αρετές – αν τις συγκρίνεις με κείνες τις προσβολές – ισοδυναμούν με το μηδέν, είναι σχεδόν ανύπαρκτες.


Απόσπασμα από το βιβλίο: «Η μετάνοια και η Θεία Μετάληψη»,
Εκδόσεις ΤΗΝΟΣ

Μην κατακρίνεις ακόμη και αν βλέπεις


Δὲν εἶναι ὅλοι παλιάνθρωποι, ἐκεῖνοι ποὺ κάνουν ἐγκλήματα 
Ἀκόμη κι ἂν εἶναι ἀναίσθητος, ἂν θέλετε, ποὺ ἐλάχιστοι εἶναι οἱ πωρωμένοι καὶ οἱ ἀναίσθητοι. Οἱ ἄλλοι βρίσκονται σὲ μιὰ δύσκολη ὥρα, ἀτείχιστοι, καὶ τοὺς ἁρπάζει τὸ κακὸ καὶ τοὺς βάζει καὶ κάνουν τὰ μύρια ὅσα. 

Ἔτσι ἔλεγε ὁ Γέροντας Πορφύριος: “Δὲν εἶναι, βρέ, ὅλοι φονιάδες, οὔτε ὅλοι παλιάνθρωποι ποὺ κάνουν ἐγκλήματα, ἀλλ’ εἶναι ἀτείχιστοι, δὲν ἀγωνίζονται, δὲν ἐξομολογοῦνται, δὲν μεταλαβαίνουν, δὲν προσεύχονται, δὲν προσπαθοῦν. Κι εἶναι καλὲς ψυχές, ἀλλὰ μένουν ἔτσι, ξέφραγα ἀμπέλια, ὅπως λέει ἡ λαϊκὴ ἔκφραση. Καὶ τοὺς πιάνει καὶ τοὺς σκηκώνει τὸ κακό. Καὶ τοὺς βάνει νὰ κάνουνε φόνο καὶ νὰ κάνουν τόσα καὶ μετά, μετὰ ἀπὸ λίγο μετανοιώνουνε, στενοχωριοῦνται, ὑποφέρουνε, νιώθουν σὰν νά ‘ναι στὴν κόλαση”. 

Δὲν θέλω νὰ δικαιολογήσω κανένα ἔγκλημα, ἀλλὰ ὁ ἐγκληματίας καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς δὲν παύει νὰ εἶναι ἄνθρωπος καὶ ἐκεῖνος πληγωμένος, ὅπως περισσότερο πληγωμένα εἶναι τὰ θηρία, βέβαια, καὶ οἱ συγγενεῖς τῶν θυμάτων”. 

Μὴν κατακρίνεις, ἀκόμη κι ἂν βλέπεις...
Νὰ προσέχεις τὴν κατάκριση, μοῦ λέει μιὰ ἄλλη μέρα ὁ Γέροντας, καὶ μοῦ εἶπε τὸ ἑξῆς περιστατικό, γιὰ νὰ ἀποφεύγω κάθε συζήτηση γι’ αὐτή, ὅσο δίκαιο καὶ ἂν νομίζω πὼς ἔχω.

-Εἶχε πάει μιὰ μέρα μιὰ γυναίκα σὲ ἕναν παπᾶ γιὰ νὰ ἐξομολογηθεῖ. Ἦταν ἀπὸ κάποιο χωριὸ ποὺ φοροῦν καὶ μεσοφόρια. Τὰ ξέρεις;.
– Τὰ ξέρω, τοῦ λέω. 
– Λοιπόν, ἀφοῦ ἐξομολογήθηκε, σηκώθηκε νὰ φύγει. Ὅμως δὲν ἔκανε πέρα, ἂν δὲν τοῦ ἄφηνε κάτι γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσει καὶ ἐπειδὴ ἔτσι αἰσθανόταν καλύτερα. 

Προσπάθησε λοιπὸν νὰ σηκώσει τὸ πάνω φόρεμα γιὰ νὰ βγάλει ἀπὸ τὸ μεσοφόρεμα κάτι χρήματα ποὺ εἶχε, ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὸ πανωφόρι πιάνει καὶ τὸ μεσοφόρι μαζὶ κατὰ λάθος, τὸ σηκώνει ψηλά, καὶ τῆς φανῆκαν τὰ πόδια της. Τὴ στιγμὴ αὐτὴ μπῆκε κάποιος μέσα καὶ εἶδε τὴ στάση τῆς γυναίκας καὶ πῆγε καὶ κατήγγειλε τὸν παπᾶ γιὰ ἄσεμνες πράξεις καὶ τὸν τιμώρησαν μάλιστα μὲ τρεῖς μῆνες ἀργία. 

Σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα τῆς ἀργίας του ὁ παπᾶς αὐτὸς εὐχαριστοῦσε καὶ δοξολογοῦσε τὸν Θεὸ γι’ αὐτὴ τὴ δοκιμασία ποὺ τοῦ ἔδωσε. Τὸ χάρηκε πάρα πολύ! Εἶδες, ὅμως, τί ἕπαθε ὁ ἀδελφός μας, παιδί μου; Ἐνῶ εἶδε κάτι τὸ ἄσεμνο, καὶ κατέκρινε τὸν παπᾶ, δὲν ἦταν ἔτσι ὅπως τοῦ τὸ παρουσίασε ὁ πονηρός. 

Γι’ αὐτὸ σοῦ λέω, πρόσεχε πολύ, πρόσεχε! 
– Ναί, Παππούλη μου, τοῦ εἶπα, θὰ προσέχω… 


Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν Γέροντος Πορφυρίου,
σελ. 231-232-233

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Μένει και θα μένει όρθιος ο Ναὸς της ψυχής μας


Όσο βαρὺς κι αν είναι ο σταυρὸς της δοκιμασίας, το ξύλο απὸ το οποίο κατασκευάσθηκε, πάντοτε φυτρώνει στο έδαφος της καρδιάς! 

Μὴ φοβάστε. Κι αν γκεμίζονται όλα γύρω σας, κι αν ισοπεδώνονται οι Ναοὶ και τα Μοναστήρια, μὴν αποκαρδιώνεστε! 

Μένει και θα μένει όρθιος ο Ναὸς της ψυχής μας, τον οποίο κανεὶς δεν μπορεί να καταστρέψει, παρὰ μόνον εμείς οι ίδιοι! 

Θυσιαστήριο είναι η καρδιά μας. Πάνω της, με δάκρυα προσφέρουμε το μέγα Μυστήριο της Μετανοίας!


Ιερομάρτυς Σέργιος Μετσώφ

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς μαρτύρησε γιά μίαν Ἑλλάδα τοῦ Χριστοῦ

        

Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Κωστῆ Μπαστιᾶ,
«ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ» ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 1987

Παπουλάκος: Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς μαρτύρησε γιά μίαν Ἑλλάδα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι γιὰ ἄθεα γράμματα πού ὑφαίνουνε τό σάβανο τοῦ Γένους

"Τά ἄθεα γράμματα παραμέρισαν τούς ἁγίους καί τούς ἀγωνιστές καί βάλανε στό κεφάλι τοῦ Ἔθνους ξένους καί ἄπιστους γραμματισμένους, πού πᾶνε νά νοθέψουνε τή ζωή μας. 

Τ’ ἄθεα γράμματα κόψανε τό δρόμο τοῦ ἔθνους καί τ’ ἀμποδᾶνε νά χαρεῖ τή λευτεριά του. Εἶναι ντροπή μας, ἕνα γένος πού μέ τό αἷμα του πύργωσε τή λευτεριά του, πού περπάτησε τή δύσκολη ἀνηφοριά, νά παραδεχτῆ πῶς δέν μπορεῖ νά πορπατήσει στόν ἴσιο δρόμο ἅμα εἰρήνεψε, κι ὅτι δέν ξέρουμε ἐμεῖς νά συγυρίσουμε τό σπίτι, πού μέ τό αἷμα μας λευτερώσαμε, ἀλλά ξέρουν νά τό συγυρίσουν ἐκεῖνοι πού δέν πολέμησαν, ἐκεῖνοι πού δέν πίστευαν στόν ἀγῶνα, ἐκεῖνοι πού πᾶνε νά μᾶς ἀποκόψουνε ἀπό τόν Χριστό, καί πασχίζουνε νά μᾶς ρίξουνε στή σκλαβιά ἄλλων ἀφεντικῶν, πού’ ναι πιό δαιμονισμένοι ἀπό τούς Τούρκους.

Γιατί κι ἐκεῖνα πού ἐσεβάστηκεν ὁ Τοῦρκος, τ’ ἄθεα γράμματα τά πετᾶνε καί πᾶνε νά τά ξερριζώσουνε. 

Ἀφανίζουνε τά μοναστήρια, πομπεύουνε τούς καλογέρους καί τίς καλόγριες, κλέβουνε τ’ ἅγια δισκοπότηρα καί τά πουλοῦνε γι’ ἀσῆμι πού θά στολίσει τίς βρωμογυναῖκες. 

Ἁρπάζουνε τ’ ἅγια τῶν ἁγίων καί τά βάζουνε κάτω ἀπό τά πόδια τῆς ἐξουσίας τους, πού τά ὁρίζει κατά τά νιτερέσια της. Τ’ ἄθεα γράμματα ὑφαίνουνε τό σάβανο τοῦ Γένους. Αὐτά λοιπόν τά γράμματα θά μάθουνε τά παιδιά μας; 

Κι ἄν ἀκόμα συναχτοῦν ὅλοι οἱ ἄθεοι γραμματισμένοι καί στυφτοῦνε σάν τό...λεμόνι, δέν θά πετύχουν νά γράψουν μία ἀράδα πού ν’ ἀξίζει μία γραμμή ἀπό τά εὐαγγέλια. Ἀλλά τί λέω μία ἀράδα; Οὔτε μία λέξη πού νά μοιάζει μέ μία τοῦ Θεοτοκικοῦ αὐτοῦ βιβλίου. 

Γιατί κάθε τί ἐκεῖ μέσα εἶναι λόγος Κυρίου, εἶναι σοφία ὀρθή, καί τά ὅσα λέει τό χτίσμα δέν γίνεται νά φτάσουν τό λόγο τοῦ Πλάστη. Ἀντίς νά μαθαίνουνε στά παιδία μας ἀπ’ τ’ ἅγια συναξάρια τό πώς ζήσανε οἱ ἅγιοι τῆς χριστιανοσύνης καί τό πώς μαρτυρήσανε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τούς μαθαίνουνε τήν ἱστορία τοῦ κολασμένου κόσμου.

Γιατί δύο λογιῶν εἶναι καί οἱ ἱστορίες. Εἶναι ἡ ἁγιασμένη καί ἡ κολασμένη ἱστορία. Ἀδιάκοπα φανερώνουμε τήν κολασμένη εἰκόνα τοῦ κόσμου καί σιγά-σιγά καταφέραμε νά πιστέψουμε πώς ἡ εἰκόνα αὐτή εἶναι ἡ γνήσια εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου καί πώς ὄξω ἀπ’ αὐτήν ἄλλη ζωή δέν ἐστάθη. 

Ὅλα τοῦτα εἶναι ἄτιμα ψέματα, εἶναι τά ζιζάνια πού σπέρνουνε στόν ἀγρό τοῦ Κυρίου τ’ ἄθεα γράμματα. Μᾶς μιλᾶνε γιά τούς ἀρχαίους. Κι ἐγώ ὁ ταπεινός καί ἀγράμματος κήρυκας τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ μας σᾶς λέγω πώς κανένας ἀρχαῖος δέν ξεπερνᾶ σέ παλικαριά, σέ μεγαλεῖο καί σέ δόξα τόν Ἅγιο Κοσμᾶ, τούς μάρτυρες καί τούς μεγάλους ἀσκητάδες. 

Γιατί ἄν ἐκεῖνοι πεθάνανε γιά μία πατρίδα, ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς μαρτύρησε γιά μίαν Ἑλλάδα τοῦ Χριστοῦ, καί ὄχι γιά μίαν Ἑλλάδα δουλωμένη στόν ἀντίχριστο".