Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής


Ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανὴ οἰκογένεια καὶ γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ ἔτος 580 μ.Χ. Ἔλαβε τὴ συνήθη ἐγκυκλοπαιδικὴ μόρφωση καὶ ἐπιδόθηκε ἰδιαίτερα στὴ σπουδὴ τῆς φιλοσοφίας. Ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος Ἡρακλείου (610 – 641 μ.Χ.) προσελήφθη ὡς ἀρχιγραμματεὺς αὐτοῦ. Παρέμεινε στὴ θέση αὐτὴ γιὰ λίγα μόνο χρόνια, ἀλλὰ διατήρησε τὶς σχέσεις του καὶ ἀλληλογραφία μὲ πρόσωπα τοῦ δημόσιου βίου.

Ἀφοῦ παραιτήθηκε, τὸ 614 μ.Χ., ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχιγραμματέως, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἀκολούθησε τὸν μοναχικὸ βίο. Ἀσκήτεψε σὲ μονὴ τῆς Χρυσουπόλεως, ποὺ βρισκόταν ἔναντι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ διετέλεσε ἡγούμενος αὐτῆς. Ἐκεῖ ἀπέκτησε ὡς μαθητὴ τὸν Ἀναστάσιο, ὁ ὁποῖος τὸν ἀκολούθησε σὲ ὅλη του τὴ ζωή.

Σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Μαξίμου ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ συμμόρφωση τοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν Θεία διδασκαλία ἀποτελοῦν βάση στερεά, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ οἰκοδομηθεῖ ἡ πνευματικὴ ἀνύψωση τοῦ νοῦ. Πρῶτο βῆμα γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἡ ἀπόδυση ἀπὸ τὸ νοῦ ὅλων τῶν παθῶν ποὺ τὸν ἐνοχλοῦν, τὰ ὁποία ἔχουν τὴν βάση καὶ τὴν ἀφορμή τους στὸ σῶμα. 

Τι μας συμφέρει;


Με τις θλίψεις και τους πειρασμούς, ο άνθρωπος καθαρίζεται. Είναι σαν το χρυσό, που το βάζουν στο καμίνι για να «καθαριστεί» και να γίνει 24 καρατίων. 

Εμείς όμως είμαστε φυγόπονοι και γογγύζουμε. Οι πραγματικοί Χριστιανοί στον κόσμο τούτο θα πετροβοληθούν, θα διωχθούν, θα έχουν πειρασμούς. 

Ὁ Ἥλιος τῆς Ἐρήμου, ὁ Μέγας Εὐθύμιος


Ἀληθινὰ κράζει ὁ προφήτης: "Ἀγαλλιάσθω ἡ ἔρημος καὶ ἀνθήτω ὡς κρίνον". Μὲ τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ γεμίσανε οἱ ἐρημιὲς ἀπὸ ἁγίους ἀνθρώπους, ἀπὸ ἄνθη πνευματικά. "Καὶ ἀντὶ τῆς στιβῆς, ἀναβήσεται κυπάρισσος, ἀντὶ δὲ τῆς κονίζης, ἀναβήσεται μυρσίνη". Καὶ ὁ ὑμνῳδὸς γιὰ τὸν καθένα ἀπ' αὐτοὺς τοὺς ἀγγελικοὺς κατοίκους τῆς ἐρήμου, ποὺ εἴχανε τὸ δάκρυ καθημερινό, ἀλλὰ ὄχι τὸ δάκρυ τῆς ἀπελπισίας, ἀλλὰ τῆς κατανύξεως τὸ "χαροποιὸν δάκρυον" ψέλνει παθητικά: "Ταῖς τῶν δακρύων σου ροαῖς τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας, καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας, καὶ γέγονας φωστήρ, τῇ οἰκουμένῃ λάμπων τοῖς θαύμασι, Εὐθύμιε πατὴρ ἡμῶν ὅσιε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν." 

Ὅ ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας, ποὺ ἑορτάζει τὴ μνήμη του ἡ Ἐκκλησία στὶς 20 τοῦ Ἰανουαρίου, ἐστάθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς φωστῆρες τῆς ἀσκητικῆς πολιτείας. Γεννήθηκε στὴ Μελιτηνὴ τῆς Ἀρμενίας στὰ 377 μ.X. Ἀληθινὰ ἐκ κοιλίας μητρὸς ἤτανε ἁγιασμένος, γιατί ἀφοσιώθηκε στὸ Θεὸ ἀπὸ τριῶν χρονῶν παιδί. Ὁ Κύριλλος ὁ Σκυθοπολίτης, ποὺ μόνασε στὸ κοινόβιο τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου ὕστερα ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ ἁγίου, γράφει πὼς ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἡλικίας του τὸ στόμα του ἀενάως δοξολογοῦσε τὸ Θεό, ἡ χαρὰ του ἤτανε νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ ἀκούγει τὰ ἅγια γράμματα μὲ φόβο καὶ κατάνυξη. "Τὸν δὲ μεταξὺ χρόνον, οἴκοι ἐσχόλαζεν ἐν τε τῇ προσευχῃ καὶ τὴ ψαλμῳδίᾳ καὶ ταῖς τῶν θείων λόγων ἀναγνώσεσι, διανυκτερεύων τε καὶ ἡμερεύων, εἰδὼς ὅτι ὁ μελετῶν ἐν νόμῳ Κυρίου ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς ἔσται ὡς καὶ τὸ ξύλον τὸ πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων, ὅ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δώσει ἐν καιρῷ αὐτοῦ". 

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας


Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας γεννήθηκε στὴ Μελιτηνὴ τῆς Ἀρμενίας τὸ ἔτος 377 μ.Χ. κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Γρατιανοῦ (375 – 383 μ.Χ.). 

Οἱ γονεῖς του Παῦλος καὶ Διονυσία, ἀνῆκαν σὲ ἐπίσημη γενιά. Ἄτεκνοι ὄντες, ἀξιώθηκαν νὰ ἀποκτήσουν παιδί, τὸ ὁποῖο ἀφιέρωσαν στὴ διακονία τοῦ Θεοῦ στὸ ὁποῖο καὶ κατὰ θεία ἐπιταγὴ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Εὐθύμιος, ἀφοῦ μὲ τὴν γέννησή του τοὺς χάρισε τὴν εὐθυμία, τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀγαλλίαση.

Σὲ ἡλικία μόλις τριῶν ἐτῶν ὁ Εὐθύμιος ἔχασε τὸν πατέρα του. Τότε ἡ χήρα μητέρα του τὸν παρέδωσε στὸν εὐλαβὴ Ἐπίσκοπο τῆς Μελιτηνῆς Εὐτρώϊο, ὁ ὁποῖος, μαζὶ μὲ τοὺς ἀναγνῶστες Ἀκάκιο καὶ Συνόδιο ποὺ ἔγιναν ἀργότερα Ἐπίσκοποι Μελιτηνῆς, τὸν ἐκπαίδευσε καλῶς καί, ἀφοῦ τὸν κατέταξε στὸν ἱερὸ κλῆρο, τὸν τοποθέτησε ἔξαρχο τῶν μοναστηρίων.

Ἀπὸ τὴ Μελιτηνὴ ὁ Ὅσιος μετέβη, περὶ τὸ 406 μ.Χ., στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ κλείσθηκε στὸ σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Θεοκτίστου, ὅπου καὶ ἀσκήτευε μὲ αὐστηρότητα καὶ ἀναδείχθηκε μοναζόντων κανόνας καὶ καύχημα. Τόσο δὲ πολὺ πρόκοψε στὴν ἀρετή, ὥστε πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Σαρακηνοὺς πίστεψαν στὸν Χριστό. Τὰ μεγάλα πνευματικά του χαρίσματα γρήγορα τὸν ἀνέδειξαν καὶ ἡ φήμη του ὡς Ἁγίου ἁπλώθηκε παντοῦ. Γύρω του συγκεντρώθηκαν πάμπολλοι μοναχοί, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐξέλεξαν ἡγούμενό τους.

Την ελπίδα της σωτηρίας ποτέ μη χάνης και να βοάς προς τον Θεόν και να κλαις

Αποτέλεσμα εικόνας για Πνευματικό νταμάρι οἱ ἀκολουθίες

Την ελπίδα της σωτηρίας ποτέ μη χάνης και να βοάς προς τον Θεόν και να κλαις. Ο Θεός ποτέ δεν παραβλέπει μίαν ψυχήν που θέλει να σωθή και μετανοεί, όσον και αν τραυματίζεται εις τον αγώνα. 

Γνωρίζει ο Θεός, πόσον ασθενής είναι η φύσις μας. Πόθεν θα εύρη την δύναμιν ο πηλός να βαστάζη την πίεσιν του νερού, εάν ο Θεός δεν τον ψήση με την χάριν του Αγίου Πνεύματος;

Γνωρίζει ως αλάνθαστος οφθαλμός ότι μόλις μας αφήση, πίπτομεν και χανόμεθα. Δια τούτο δεν μας αφήνει να πειρασθώμεν, όσον ο διάβολος επιθυμεί. 

Εάν μας άφηνε, συσσώμους θα μας έρριπτε εις την κόλασιν, αλλά ο αγαθός Θεός τον εμποδίζει και τον αφήνει τόσον, όσον δύναται να βαστάξη η κάθε ψυχή. Όσον και αν τραυματισθώμεν εις τον αγώνα, ας μη αποθαρρυνθώμεν, αλλά ας επιμεληθώμεν τας πληγάς μας και ας συνεχίσωμεν τον αγώνα. 

Η προσευχή της μετανοίας

Αποτέλεσμα εικόνας για η προσευχη τησ μετανοιασ

Η προσευχή αύτή του άγίου Έφραίμ του Σύρου, πού λέγεται συνήθως στήν περίοδο τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής, είναι μία α­πλή, σύντομη, άλλά γεμάτη άπό δύναμη καί πλούτο πνευματικό προσευχή, τήν όποία μπορούσε νά γράψη μόνο ό μεγάλος Πατήρ Έφραίμ ό Σύρος, «η κιθάρα του Πνεύματος».

Τό τυπικό προβλέπει νά άπαγγέλεται μέ τά μάτια του σώματος καί τά χέρια κατεβασμένα πρός τήν γή, ένώ τά νοερά μάτια άνεβασμένα στόν ούρανό. Νά συνοδεύεται μέ ταπείνωσι, δάκρυα, φόβο Θεού, μετάνοιες προσκυνητές καί έδαφιαίες. Όταν προφέρεται μέ μία τέτοια αίσθηση καί νοερά συμμετοχή, μεταποιεί καί άνακαινίζει ολόκληρη τήν πνευματική ζωή τής ψυχής. Έάν έπιμείνουμε λίγο ε­πάνω στό περιεχόμενο της, θά άποκαλύψουμε ένα θαυμαστό πλού­το μετανοίας, ώστε νά δικαιώνουμε τήν ονομασία της ώς προσευ­χής τής μετανοίας.

Ή προσευχή αύτή λέγεται σ’ όλες τίς έκκλησιαστικές άκολου­θίες του ήμερονυκτίου: στόν έσπερινό, άπόδειπνο, μεσονυκτικό, όρθρο, ώρες καί τυπικά συνολικά εννέα φορές καί οκτώ όταν τελείται ή Λειτουργία τών Προηγιασμένων. Ό άριθμός οκτώ καί έννέα μάς ύπενθυμίζει τόν μέλλοντα αιώνα, πού συμβολίζεται μέ τόν άριθμό ο­κτώ καί τό έννέα τά άγγελικά τάγματα. Είναι ώσάν νά μάς λέγη ότι μόνη η μετάνοια μπορεί νά μάς άξιώση τής μακαρίας ζωής καί κοι­νωνίας μέ τούς άγγέλους.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός Ἐπίσκοπος Ἐφέσου


Ὁ Ἅγιος Μάρκος γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1392 καὶ 1393 «ἔκ τινος πατρωνυμίας Εὐγενικὸς καλούμενος». 

Ὁ πατέρας του Γεώργιος ἦταν διάκονος καὶ σακελλίων τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, μετέπειτα δὲ ἔγινε πρωτέκδικος, πρωτονοτάριος καὶ μέγας χαρτοφύλαξ, ἡ δὲ μητέρα του ὀνομαζόταν Μαρία καὶ ἦταν θυγατέρα τοῦ ἰατροῦ Λουκᾶ.

Σπούδασε σὲ μεγάλους διδασκάλους, στὸν Γεώργιο Πλήθωνα, τὸν Μητροπολίτη Σηλυβρίας Χορτασμένο, τὸν Μανουὴλ Χρυσόκκο, τὸν Ἰωσὴφ Βρυέννιο καὶ ἄλλους καὶ εἶχε ἔξοχη παιδεία.

Στὴ συνέχεια προσῆλθε στὸ μοναχικὸ βίο, κατὰ τὸ ἔτος 1418, σὲ κάποια μονὴ στὰ Πριγκηπόννησα καὶ τάχθηκε ὑπὸ τὴν πνευματικὴ ἐπιστασία τοῦ ἐνάρετου μοναχοῦ Συμεών, ὁ ὁποῖος τὸν ἔκειρε μοναχὸ καὶ τὸν μετονόμασε ἀπὸ Μανουήλ, Μᾶρκο.

Ἑβδομαδιαῖον Πρόγραμμα Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν

Κυριακάτικο Κήρυγμα



ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ
«Ἰησοῦ, ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς»

Ἡ εὐαγγελική διήγηση περί τῶν δέκα λέπρῶν ἀναδεικνύει τήν δύναμη τῆς προσευχῆς ἐν ταπεινώσει ἀλλά καί τήν ἀχαριστία πρός τόν Θεό. Οἱ δέκα λεπροί ἐκαθαρίστησαν ἀπό τήν ἀσθένειά τους κατόπιν τῆς ἱκεσίας τους ἀλλά μόνο ὁ ἕνας ἐπέστρεψε νά δοξάσει τόν Θεό.

Ἡ φθορά καί ὁ θάνατος εἶναι συνέπειες τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἐκ τοῦ Παραδείσου.

Ἡ θαυματουργή ἴασις παραπέμπει στήν μέλλουσα ζωή ὅπου δέν ὑπάρχει ἀσθένεια ἤ θάνατος, παράλληλα δέ, ἀναγνωρίζει στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τόν Βασιλέα τῆς ζωῆς. Ἡ ζωή δέν εἶναι μιά κατάσταση τῆς ὕλης ἀλλά ἕνα πρόσωπο, ὁ Χριστός( «Ἐγώ εἰμί ἡ ζωή»). 

Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει ἀληθινή πίστη προσεύχεται στόν Θεό ἔχοντας ἐπίγνωση ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ ὤν, δηλαδή αὐτός που ὑπάρχει ἀφ’ἑαυτοῦ του, ὁ αὐθύπαρκτος. Ὅλα τά ἄλλα: οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἄγγελοι, ἡ ἔμβια φύση, ὅλη ἡ κτίση λαμβάνουν τήν ὕπαρξή τους ἀπό τόν ὅντως ὄντα Θεό. 

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

† Κυριακῇ 18 Ἰανουαρίου 2026 (ΙΒ' Λουκᾶ)



† Μνήμη τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν, καὶ μεγάλων Ἀρχιεπισκόπων Ἀλεξανδρείας, Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου


Τὸ Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν 
Κεφ. ιζ' : 12-19

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσερχομένου τοῦ ᾿Ιησοῦ εἴς τινα κώμην, ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόῤῥωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν, λέγοντες· ᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. Καὶ ἰδὼν, εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς Ἱερεῦσι. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς, ἐκαθαρίσθησαν. Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ, εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης.

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας


Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 295 μ.Χ. στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ Χριστιανοὺς γονεῖς.

Ἔτυχε ἐπιμελημένης ἐκπαιδεύσεως φιλοσοφικῆς καὶ θεολογικῆς. Κατὰ τὴ νεανική του ἡλικία συνδέθηκε μὲ τὸν Μέγα Ἀντώνιο καὶ ἀσκήτευσε μαζί του στὴν ἔρημο.

Στὴν ἀρχὴ χειροθετήθηκε ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τὸ 318 μ.Χ. ἦταν ἤδη διάκονος. 

Τὸ ἔτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τὸν γέροντα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο στὴ Νίκαια, ὅπου συγκλήθηκε ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, «τοῦ χοροῦ τῶν διακόνων ἡγούμενος». Ἐκεῖ, χάρη στὴ μόρφωσή του καὶ μάλιστα στὴ θερμουργὸ καὶ ἀκλόνητη πίστη του, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς θαρραλέους ἀγωνιστὲς κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου. 

Μάλιστα δέ, ὅπως ἀποφάνθηκε ἡ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Σύνοδος τοῦ 399 μ.Χ., κυρίως ὁ Ἀθανάσιος «τὴν νόσον τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἔστησεν». Κανένας, ἴσως, ἄλλος ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, τῆς περιόδου ἐκείνης, δὲν ἀντιμετώπισε τόσο σπουδαία ἐκκλησιαστικὰ καὶ θεμελιώδη προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἦταν τὰ περὶ Θεοῦ, κόσμου, ἀνθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οἰκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας


Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408 – 450 μ.Χ.) καὶ γεννήθηκε περὶ τὸ 370 ἢ 375 μ.Χ. στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ εὔπορους γονεῖς τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας τῆς πόλεως. 

Ἦταν θερμοῦ καὶ ζωηροῦ χαρακτῆρος, ἀνήσυχος, τολμηρός, ἐνεργητικὸς καὶ πολὺ δραστήριος. Διακρινόταν γιὰ τὴν εὐστροφία, τὴν ταχύτητα καὶ ἀποφασιστικότητα τῶν ἐνεργειῶν του καί, κυρίως, γιὰ τὴν ἐπιμονή, ὁρμητικότητα καὶ τὸ ἀνυποχώρητο στὶς ἐπιδιώξεις τῶν σκοπῶν γιὰ τοὺς ὁποίους ἀγωνιζόταν. 

Εἶχε ἰσχυρὸ τὸ αἴσθημα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα, ἡ δὲ συναίσθηση τοῦ καθήκοντος καὶ ὁ ἁγνὸς ἐνθουσιασμός του γιὰ τὴν ἀλήθεια τὸν καθιστοῦσαν ἄφοβο στὴν ἐπιτέλεση τῆς διακονίας του καὶ ἱκανὸ ἀγωνιστὴ ὑπὲρ τῆς ἀλήθειας μέχρι θανάτου. Γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ χαρίσματα δικαίως θεωρεῖται ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς Μεγάλους Πατέρες καὶ Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν ὑπερασπιστὴς τῆς ἱερᾶς παραδόσεως.