Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Λόγος Ηθικός Ε'


Οσίου Πατρός ημών Συμεών του Νέου Θεολόγου


ΛΟΓΟΣ ΗΘΙΚΟΣ Ε'


Σε μετάφραση

Προς εκείνους που νομίζουν ότι έχουν το Άγιον Πνεύμα, δίχως να το γνωρίζουν και δεν αντιλαμβάνονται καθόλου την ενέργειά Του. Και προς εκείνους που λέγουν ότι κανείς άνθρωπος εις την παρούσαν ζωήν δεν μπορεί να ιδή την δόξαν του Αγίου Πνεύματος, και απόδειξις αυτών με αγιογραφικά χωρία. 


Και ότι δεν υπάρχει φθό­νος εις τους αγίους, όταν με κάθε αρετή προσπαθούμε να γίνωμε όμοιοι με αυτούς. Και με ποιον τρόπον βλέπει κα­νείς τον Θεόν, και ότι αυτός που έφθασε σε τέτοια μέτρα, ώστε να βλέπη τον Θεόν, κατά το δυνατόν, ήδη από αυ­τήν την ζωήν αρχίζει να γεύεται και την απόλαυσιν, η ο­ποία θα δοθή εις τους αγίους κατά την μέλλουσαν ζωήν. 

Και ότι όσα λέγει, ή κάνει ή γράφει αυτός ο άνθρωπος, ό­χι αυτός, αλλά το Άγιον Πνεύμα που ομιλεί (Ματθ. 10, 20) μέσα του, τα λέγει και τα γράφει. Και ότι όποιος αθε­τεί τους λόγους του ανθρώπου αυτού ή τους παρερμηνεύ­ει, αμαρτάνει και βλασφημεί κατά του Αγίου Πνεύματος, το οποίον ενεργεί και λαλεί μέσα εις τον άνθρωπον αυτόν.


* * *

Απολυτίκιον
Ήχος γ'. Θείας πίστεως


Θείαν έλλαμψιν, Συμεών Πάτερ, εισδεξάμενος, εν τη ψυχή σου, φωστήρ εν κόσμω εδείχθης λαμπρότατος, δια­σκεδάζων αυτού την σκοτόμαιναν, και πάντας πείθων ζητείν ην απώλεσαν, χάριν Πνεύματος. Αυτό εκτενώς ι­κέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.


Κοντάκιον
Ήχος γ'. Η Παρθένος σήμερον


Τω φωτί λαμπόμενος, τω Τρισηλίω θεόφρον, θεολό­γος γέγονας, της Υπερθέου Τριάδος. άνωθεν, σοφίαν λόγων καταπλουτήσας, έβλυσας, θεολογίας ένθεα ρεί­θρα, εξ ων πίνοντες βοώμεν. χαίροις θεόφρον, Συμεών Όσιε.


Μεγαλυνάριον


Άπασαν την αίσθησιν υπερβάς, εκ των υπέρ φύσιν, θεαμάτων τας δωρεάς, θεολόγω γλώσση, ω Συμεών πορθμεύεις, καλλιγραφών τον τρόπον τον της θεώσεως.


Ο Όσιος και Θεοφόρος πατήρ ημών Συμεών ο Νέος Θεολό­γος (956-1036), εκοιμήθη την 12ην Μαρτίου και εορτάζεται την 12ην Οκτωβρίου.


Να και πάλιν εγώ απευθύνομαι προς αυτούς που λέ­γουν ότι έχουν Πνεύμα Άγιον, δίχως να το γνωρίζουν, και νομίζουν ότι το απέκτησαν με το Θείον Βάπτισμα μέσα τους. Νομίζουν ότι έχουν τον θησαυρόν (Β' Κορ. 4, 7), αλλά όμως καταλαβαίνουν ότι ο εαυτός τους είναι εντελώς άδειος από αυτόν. Προς εκείνους που ομολογούν ότι εις το άγιον Βάπτισμα δεν αισθάνθηκαν τελείως τί­ποτε, αλλά πιστεύουν ότι από τότε η δωρεά του Θεού κα­τοίκησε μέσα τους και μέχρι τώρα υπάρχει μέσα εις την ψυχήν τους, δίχως να την καταλαβαίνουν και να την αισθάνωνται. Και όχι μόνον προς αυτούς (απευθύνομαι) αλλά και προς εκείνους που λέγουν ότι δεν έλαβαν ποτέ καμμίαν αίσθησι της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος δια της θεωρίας και αποκαλύψεως, αλλά μόνον με την πίστι και τον λογισμό. Και δεν εδέχθησαν την Χάρι δια της ε­μπειρίας αλλά την κρατούν μέσα τους με την ακρόασι των θείων λόγων.

Θα παραθέσω, λοιπόν, όσα λέγουν, και άκουσε τι ι­σχυρίζονται αυτοί οι δήθεν σοφοί και επιστήμονες (Δευτ. 1, 13. Πρβλ. Ησ. 5, 21) κατά την γνώμη τους: 

«Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, λέγει ο Παύλος, Χρι­στόν ενεδύσασθε» (Γαλ. 3, 27). Τι λοιπόν; Δεν είμεθα κι εμείς βαπτισμένοι; Εάν βαπτισθήκαμε, είναι φανερόν, όπως λέγει ο Απόστολος, ότι έχομεν ενδυθή τον Χριστόν. Αυτός είναι ο πρώτος ισχυρισμός τους και η απόδειξίς του, δια του αγιογραφικού χωρίου.

Τι θα μπορούσαμε να απαντήσωμε, όχι εμείς, αλλά το Άγιον Πνεύμα, προς αυτούς; Αυτό το ένδυμα, τι λέτε ότι είναι, άνθρωποι, ο Χριστός; Ναι, λέγουν. Ο Χριστός δηλαδή είναι κάτι -δια να ομιλήσω κι εγώ σαν άφρων προς ανόητους- ή δεν είναι; Είναι κάτι, βεβαίως θα πουν, εάν δεν έχουν χάσει τελείως τα λογικά τους. Εάν, όμως, ομολογείτε ότι είναι κάτι, πέστε τι είναι. Δια να διδάξετε πρώτα τους εαυτούς σας να μην ομιλούν σαν ά­πιστοι, αλλά σαν πιστοί. 

Τι άλλο, βεβαίως, είναι ο Χριστός αν όχι Θεός αληθινός, ο οποίος έγινε αληθινά τέ­λειος άνθρωπος; Αφού το παραδέχεσθε, αυτό, πέστε μας και για ποιον λόγον έγινε ο Θεός άνθρωπος; Οπωσδήποτε, σύμφωνα με την διδασκαλία των Θείων Γραφών και τα ίδια τα γεγονότα που συνέβησαν και συμβαίνουν συνεχώς -ακόμη κι αν εσείς τα αγνοείτε μη θέλοντας να τα ακούσετε- για να κάνη τον άνθρωπον Θεόν (Ιω. 1, 12. Γαλ. 4, 5). Και με ποιον τρόπον κατεργάζεται την θέωσι του ανθρώπου; Δια της σαρκός ή δια της Θεότητός Του; Βεβαίως δια της Θεότητος. 

«Η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν, το πνεύμα εστιν το ζωοποιούν» (Ιω. 6, 63). Εάν, λοιπόν, δια της Θεότητός Του εθέωσε πρώτα την σάρκα την οποία προσέλαβε, και εμάς όλους μας ζωοποιεί όχι με την φθαρτή σάρκα, αλλά με την θεωθείσα σάρκα Του. Ώστε ποτέ και με κανένα τρόπο να μην τον θεωρήσωμε άνθρωπο αλλά να Τον ομολογήσωμε ένα Θεόν τέλειον με δύο φύσεις -διότι ένας είναι ο Θεός- επειδή το φθαρτόν κατεπόθη υπό της αφθαρσίας (Α' Κορ. 15, 54), και το σώμα δεν αφανίσθηκε από το ασώματον, αλλά το σώ­μα ηλλοιώθη τελείως και μένει ασύγχυτον, αρρήτως αναμεμιγμένο και ενωμένο με την Τριαδική Θεότητα, δια μίξεως αμίκτου, ώστε να προσκυνείται ένας Θεός σε τρία Πρόσωπα, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. Και καμμία προσθήκη να μη γίνη εις τον αριθ­μό των Προσώπων, λόγω της ενανθρωπήσεως, ούτε να υποστή καμμίαν μεταβολήν η Αγία Τριάς εκ του ανθρω­πίνου σώματος.

Δια ποιον λόγον τα λέγω αυτά; Δια να γνωρίσης εκ των προτέρων αυτά που ωμολόγησες, όταν σε ρώτησα. Να μη παρεκκλίνης εξ αγνοίας από την ευθείαν οδόν των νοημάτων και εμάς να κουράσης και εις την ψυχήν σου να προσθέσης περισσότερον κρίμα.

Πάλιν, όμως, θα σου υπενθυμίσω με συντομία όσα είπαμε, δια να γίνουν κατανοητά και αυτά που θα πω παρακάτω. Είναι, λοιπόν, ο Χριστός. Τι είναι όμως; Θεός αληθινός, ο οποίος έγινε και τέλειος άνθρωπος, αληθινά. Και έγινε άνθρωπος -που δεν ήτο πριν- δια να κάνη Θεόν τον άνθρωπον -που ποτέ προηγουμένως δεν είχε γίνει. Και μας εθέωσε και θα μας θεοποιεί όχι μόνον δια της σαρκός Του. διότι αυτή δεν χωρίζεται. 

Πρόσεχε τώρα και απάντησέ μου με σύνεσι καθώς θα σε ρωτώ (Σοφ. Σειράχ 5, 12). Εάν οι βαπτισμένοι ενδύονται τον Χριστόν (Γαλ. 3, 27), τι είναι αυτό που ενδύονται; Ο Θεός. Και αυτός που εφόρεσε τον Θεόν δεν καταλαβαίνει νοερώς και δεν βλέπει τι εφόρεσε; Αυτός που είναι γυμνός και ενδύεται καταλαβαί­νει το ένδυμα και το βλέπει. Και αυτός που είναι γυμνός εις την ψυχήν, όταν ενδύεται τον Θεόν δεν τον καταλα­βαίνει; Εάν δεν αισθάνεται ο ενδυόμενος τον Θεόν, τι τέλος πάντων εφόρεσε; Λοιπόν, για σένα ο Θεός δεν εί­ναι παρά ένα τίποτε! Διότι αν ήτο κάτι, αυτοί που θα τον εφορούσαν, θα Τον καταλάβαιναν. Διότι, όταν δεν ενδυόμεθα τίποτε, δεν καταλαβαίνομε τίποτε. Ενώ, όταν ενδυόμεθα κάτι εμείς οι ίδιοι, ή κάποιοι άλλοι μας εν­δύουν, το καταλαβαίνομε πολύ καλά, εάν βέβαια οι αι­σθήσεις μας λειτουργούν σωστά. Διότι μόνον οι νεκροί δεν καταλαβαίνουν όταν τους ενδύουν και φοβούμαι μή­πως και αυτοί που τα ισχυρίζονται αυτά είναι πράγματι νεκροί και γυμνοί. Και έτσι απαντήθηκε το ζητούμενο.

Έπειτα, λέγουν το εξής: «Το Πνεύμα μη σβέννυτε» (Α' Θεσσ. 5, 19) παραγγέλλει ο Απόστολος Παύλος, και καθώς το λέγουν, επειδή δεν γνωρίζουν το νόημα των λό­γων, φανερώνουν την άγνοιά τους. Επειδή αυτός που λέ­γει, «μη σβήσης την λαμπάδα» δεν ομιλεί για μια λαμπά­δα που έσβησε, αλλά για μια λαμπάδα που καίει και λά­μπει το φως της. Προς αυτούς πάλι, απαντούμε τα εξής:

Τι λοιπόν; Μήπως βλέπετε καθόλου μέσα σας, άν­θρωποι, το Πνεύμα να καίγεται και να λάμπη, όπως είναι εύλογον; Και εις αυτό όχι μόνον δεν αποκρίνονται τίπο­τε, αλλά και στρέφουν αλλού το πρόσωπό τους, αλλά­ζουν έκφρασι και δυσανασχετούν σαν να άκουσαν κά­ποια βλασφημία. Έπειτα, δείχνουν φιλοτιμία προς εκεί­νον που τους ρώτησε, υποκρίνονται δήθεν τον πράο και απαντούν ήρεμα: 

«Και ποιος ποτέ θα τολμήση να πη ότι είδε το Πνεύμα ή ότι το είδε καθ' ολοκληρίαν;». Μακριά η βλασφημία! «Θεόν, λέγει, ουδείς εώρακε πώποτε» (Ιω. 1, 18). Πω! πω! Τι σκοτάδι! Ποιος το είπε αυτό, πες μας. 

«Ο μονογενής, λέγει, Υιός, ο ων εις τον κόλπον του Πα­τρός, εκείνος εξηγήσατο» (Ιω. 1, 18). Αυτά που λέγεις είναι αληθινά και η μαρτυρία σου είναι αληθινή, αλλά στρέφεσαι εναντίον της ψυχής σου. Διότι, εάν εγώ σου παρουσιάσω τον ίδιον τον Υιόν του Θεού να σου λέγη ό­τι αυτό είναι δυνατόν, τι θα πης;

 Διότι λέγει: «Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα» (Ιω. 14, 9). Αυτό δεν το εί­πε όσον αφορά την δράσι της ανθρωπίνης σαρκός Του, αλλά την αποκάλυψι της Θεότητός Του. Διότι εάν εννοήσωμε ότι αυτό συμβαίνει κατά την σωματική του φανέρωσι, τότε και αυτοί που Τον εσταύρωσαν και Τον έπτυ­σαν, είδαν εις το πρόσωπό Του τον Πατέρα. Και έτσι δεν υπάρχει καμμία διαφορά και διάκρισις μεταξύ πιστών και απίστων, αλλά όλοι εξ ίσου επέτυχαν και συνεχίζουν να επιτυγχάνουν τον ποθούμενο μακαρισμό, και είδαν ό­λοι τον Θεόν. Αλλά όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα, ό­χι δεν είναι έτσι. Όπως πάλι δείχνει και ο ίδιος, όταν συνομιλή με τους Ιουδαίους και λέγει: «Ει εγνώκειτέ με, και τον Πατέρα μου εγνώκειτέ αν» (Ιωάν. 14, 7).

Ότι είναι δυνατόν να δούμε τον Θεόν, όσον βεβαίως είναι δυνατόν εις τον άνθρωπον να τον δη, άκουσε και τον ίδιον τον Χριστόν, τον Υιόν του Θεού πάλι να λέγη: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5, 8). Τι έχεις να πης δι' αυτά; Αλλά γνωρίζω ότι εκείνος που δεν πιστεύει εις τα αγαθά που ευρίσκονται μέσα εις τα χέρια του και δεν είναι πρόθυ­μος να τα λάβη, θα προσφύγη εις τα μέλλοντα και θα α­πάντηση: «Ναι, πράγματι, οι καθαροί τη καρδία τον Θε­όν όψονται, αλλά αυτό θα γίνη, εις τον μέλλοντα αιώνα και όχι εις τον παρόντα». 

Δια ποιον λόγον, και πώς εί­ναι δυνατόν αυτό, αγαπητέ μου; Εάν ο Κύριος είπε ότι οι καθαροί στην καρδιά θα δουν τον Θεόν, πάντως όταν επιτύχωμε αυτήν την καθαρότητα, θα έχομε κατά συνέ­πεια και την θέα του Θεού. Και αν εκαθάριζες ποτέ την καρδιά σου, θα εγνώριζες ότι είναι αληθινά τα λεγόμε­να. Επειδή, όμως, δεν τα έβαλες αυτά εις την καρδιά σου, (Πράξ. 5, 4) ούτε επίστευσες ότι είναι αληθινά, γι' αυτό και την κάθαρσι της καρδιάς περιφρόνησες και την δράσι του Θεού έχασες. 

Διότι, αν η κάθαρσις γίνε­ται εδώ, εδώ και η δράσις του Θεού. Εάν πης ότι μετά θάνατον θα δούμε τον Θεόν, θα θέσης αναγκαστικά και την κάθαρσι μετά τον θάνατο. Έτσι, όμως, ποτέ δεν θα δης τον Θεόν, επειδή μετά τον θάνατον δεν θα είναι δυ­νατόν να κάνης καμμίαν εργασίαν εις τον εαυτόν σου δια να επιτύχης την κάθαρσί σου. Αλλά και ο Κύριος τι λέγει;

«Ο αγαπών με τας έντολάς μου τηρήσει και εγώ α­γαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν» (Ιω. 14, 21). Πότε, όμως, θα γίνη η εμφάνισίς Του; Εδώ ή εις την μέλλουσαν ζωήν; Είναι φανερόν ότι εδώ θα γίνη. Διότι όπου υπάρχει ακριβής τήρησις των εντολών Του, εκεί γίνεται και η εμφάνισις του Σωτήρος. Μετά την εμφάνισί Του, έρχεται μέσα μας η τελεία αγάπη. Και εάν δεν γίνη αυτό, δεν μπορούμε ούτε να Τον πιστεύωμε, ούτε να Τον αγαπούμε όπως πρέπει. Διότι έχει γραφή: «Ο μη α­γαπών τον αδελφόν αυτού ον ορά, τον Θεόν ον ου βλέπει, πώς δύναται αγαπάν;» (Α' Ιω. 4, 20). Με κανένα τρόπο.

Αυτός όμως που δεν μπορεί να αγαπά, είναι φανερόν ότι ούτε να πιστεύη μπορεί. Και άκουσε τον Απόστολο Παύλο να λέγη: «Μένει δε τα τρία ταύτα, πίστις, ελπίς, αγάπη. μείζων δε πάντων η αγάπη» (Α' Κορ. 13, 13). Ε­άν η πίστις συνδέεται με την ελπίδα και η ελπίδα είναι κι αυτή συνακόλουθος της αγάπης, αυτός που δεν έχει α­γάπη, δεν έχει ούτε ελπίδα και αυτός που είναι εκτός της ελπίδος, είναι και εκτός της πίστεως. Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν, όταν απουσιάζουν οι αιτίες της αγάπης (δηλ. η πίστις και η ελπίς), η αγάπη να παρευρίσκεται; 

Όπως ο επάνω όροφος μιας κατοικίας δεν μπορεί να σταθή χω­ρίς θεμέλια, έτσι δεν είναι δυνατόν μέσα στην ψυχή του ανθρώπου να ευρεθή η αγάπη του Θεού δίχως την πίστι και την βέβαιη ελπίδα. Και αν δεν έχη κανείς την αγά­πη, ούτε από τις υπόλοιπες αρετές ωφελείται (Α' Κορ. 13, 3), ούτε θα ωφεληθή, όπως μαρτυρεί και ο Απόστολος Παύλος με όσα γράφει. Ότι από την παρούσα ζωή μπορούμε να δούμε τον Θεόν, άκουγε τι λέγει ο ίδιος: 

«Νυν βλέπω εν εσόπτρω και εν αινίγματι, τότε δε πρόσω­πον προς πρόσωπον» (Α' Κορ. 13, 12). 
Και πάλιν: «Νυν γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθ' ο και επεγνώσθην» (Α' Κορ. 13, 12). Αλλά εκείνος, λέγει, ήτο ο Παύλος. Αλλά ο Παύλος δεν ήτο κατά πάντα άνθρωπος, ομοιοπαθής μας και σύνδουλός μας; Και ποιος είναι ί­σος με τον Παύλο, υπερήφανε και άμυαλε, απαντούν αυ­τοί, και τον εξισώνεις μ' εμάς τους κοινούς ανθρώπους; Σ' αυτούς δεν απαντούμε εμείς, αλλά ο ίδιος ο Παύλος με μεγάλη φωνή φωνάζει και λέγει: «Χριστός ήλθεν -α­κούσατε- αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ» (Α' Τιμ. 1, 15). 

Πρώτος, λοιπόν, εκείνος από τους σωζόμε­νους αμαρτωλούς. Γίνε εσύ δεύτερος, γίνε τρίτος, γίνε δέκατος, γίνε σύμψυχος (Φιλιπ. 2, 2) με τις χιλιάδες και τις μυριάδες των σωζόμενων, εάν θέλης και συναρίθμησε τον εαυτό σου με τον Απόστολο Παύλο. Έτσι θα τι­μήσης τον Παύλο, όπως και ο ίδιος λέγει: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (Α' Κορ. 11, 1). Και πά­λι: «Ήθελον πάντας είναι ως έμαυτόν» (Α' Κορ. 7, 7).

Εάν, λοιπόν, θέλης να επαινέσης τον Παύλο ή να τον τιμήσης, να τον μιμηθής. Και όπως είναι εκείνος, τέ­τοιος να γίνης κι εσύ εις την πίστι, και τότε αληθινά θα τον τίμησης. Και εκείνος θα σε δεχθή και θα σε λογαριάση σαν δική του δόξα και στεφάνι καυχήσεως (Α' Θεσσ. 2, 19), διότι άκουσες τα λόγια του και τον πίστε­ψες και τον ακολούθησες κι έγινες μιμητής του. Έγινες κι εσύ σαν κι αυτόν. 

Εάν, όμως, λέγης ότι είναι προσβο­λή και ατιμία δια τον Παύλον να γίνη και άλλος όμοιός του και δι' αυτό καταφρονείς την σωτηρία σου και γίνεσαι αμελής, να γνωρίζης ότι επειδή παραπλανάς τον εαυτό σου κι εκείνος θα σε αποστρέφεται τόσο περισσό­τερο και θα σε βδελύσσεται.

Θέλεις, όμως να σου δείξω ότι θα τον τίμησης περισσότερο και θα τον χαροποίη­σης και θα τον δοξάσης, αν μπόρεσης να γίνης ανώτε­ρός του και οικειότερος του Θεού; Άκουσε τον ίδιον να το παρουσιάζη και να λέγη: «Ηυχόμην ανάθεμα είναι α­πό Χριστού υπέρ των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα» (Ρωμ. 9, 3). 

Εκείνος προτιμά να χωρισθή τελείως από τον Χριστόν, δια να σωθής εσύ, κι εσύ λέ­γεις ότι θα το θεωρήση ατιμία αν θελήσω και προσπαθή­σω να γίνω κι εγώ όμοιός του; Όχι, αδελφέ μου, δεν έ­χουν φθόνον οι άγιοι του Θεού, δεν έχουν επιθυμία και όρεξι δια προεδρίες, δόξες και τιμές ανώτερες από τους άλλους. Διότι αυτοί που ανεδείχθησαν δια μέσου γενεών και γενεών φίλοι του Θεού και Προφήτες, μία πρωτοκαθεδρία και θέσι και δόξα και απόλαυσι και τιμή προτι­μούν, να βλέπουν τον Θεόν. 

Και εκείνοι που βλέπουν τον Θεόν είναι απηλλαγμένοι από κάθε περιέργεια. Δεν μπορούν να κοιτάζουν και να στρέφονται πάλι εις τα πράγματα του βίου αυτού και τους ανθρώπους, ή να σκέ­φτονται πράγματα ανάρμοστα, με κανένα τρόπο, αλλά ο νους τους έχει απελευθερωθή από την προσκόλλησι εις τα γήινα. Δι' αυτό και μένουν πλέον άτρεπτοι εις τους αιώνες και δεν μεταβάλλονται ποτέ προς το κακό.

Όμως θα σε ερωτήσω κι εσύ απάντησέ μου συνετώς (Σοφ. Σειράχ 5, 12). Αυτά από που τα γνωρίζουν εκείνοι που τα έγραψαν; Και τώρα, αυτός που τα γράφει, από πού τα γνωρίζει; Πες εσύ, δια να μη σου φανώ πάλι ότι μιλώ με κενοδοξία. Τίνος είναι αυτά τα λόγια; Σκέψου λογικά και οπωσδήποτε θα πεισθής και θα με απαλλάξης από τις συζητήσεις. Βεβαίως, είναι λόγια ανθρώπου, απα­ντά εκείνος.

Αλλοίμονο! Η ακοή σου δεν βοηθά την όρασί σου (Αββακ. 2, 2), αλλά παραμένεις άνθρωπος που ακούει και δεν βλέπει τίποτε. Λέγεις ότι τα λόγια αυτά είναι λόγια ανθρώπου; Εάν είναι λόγια ανθρώπου, του­λάχιστον πες μας τι λογής ανθρώπου είναι. Επειδή ο άν­θρωπος, όχι μόνον τους συλλογισμούς και τις διαθέσεις άλλου άνθρωπου δεν μπορεί να γνωρίζη ή να εκφράζη αλλά ούτε των ζώων τις ορμές και την συμπεριφορά, ού­τε την εσωτερική κατάστασι της ψυχής.

«Ουδείς γαρ οίδε τα του ανθρώπου, ει μη το πνεύμα του ανθρώπου το ενοικούν εν αυτώ» (Α' Κορ. 2, 11). Εάν, όμως, είναι δύσκολο δια τον άνθρωπο να γνωρίση καλά τις διαθέσεις των αν­θρώπων και τις ορμές των αλόγων ζώων, από που και με ποιον τρόπο μπορεί να γνωρίση τα του Θεού, δηλ. την αλλοίωσι και την πνευματική κατάστασι που επέρχεται εις τους αγίους με την θεωρίαν του Θεού - δια να μη μιλήσω προς το παρόν δια ενέργειαν; Άλλωστε αν τα λό­για είναι ανθρώπου -όπως λέγεις- οπωσδήποτε θα είναι ανθρώπου και τα νοήματα των λόγων αυτών. Τα νοήμα­τα όμως, των λόγων αυτών, δεν πρέπει να λέγωνται νοή­ματα, αλλά θεωρία των αληθώς και πραγματικώς όντων. 

Διότι εμείς ομιλούμε από την θεωρία εκείνων. Αλλά μάλλον θα έπρεπε να λέγεται διήγησις ο λόγος δια πράγ­ματα που έχομε ιδή, ενώ νόημα πρέπει να λέγεται εκείνο που γεννιέται σαν σκέψις του νου, περί ενός πράγματος ή θελήματος που δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθή και λάβει υπόστασι, όπως π.χ. η σκέψις να διαπράξωμε κάτι κακό ή καλό, που δεν έχομε ακόμη πράξει και το οποίο από νόημα μετατρέπεται σε έργο. Ώστε νόημα είναι η αρχή κάποιου πράγματος που θα διαπράξουμε, σύμφωνα με το 

«Πρώτον μεν εννοεί τας αγγελικάς δυνάμεις και ουρανίους και το εννόημα έργον ην». 
Και σκέψου ότι όλοι οι λόγοι μας δεν αναφέρονται σε κάποια ανύπαρκτα και αφανέρωτα πράγματα, αλλά σε εκείνα που έχουν γίνει και θα γίνουν. Και μάλιστα όλες οι εξηγήσεις που δίνομε βγαίνουν από την δική μας θεω­ρία και όρασι. Αυτός που θέλει να περιγράψη κάποιο πράγμα, ένα σπίτι π.χ. ή μία πόλι ή κάποιο παλάτι και την τάξι που επικρατεί μέσα εις αυτό και την κατάστασί του, ή πάλι κάποιο θέατρο και όσα τελούνται εκεί, είναι ανάγκη πρώτα να δη και να γνωρίση καλά τι υπάρχει και τι γίνεται μέσα εις τους χώρους αυτούς και έτσι, έπειτα για όσα θέλει, θα μιλήση στοχαστικά και συνετά. 

Διότι αν δεν δη προηγουμένως, τι θα μπορούσε να πη από τον εαυτό του; Την σκέψι κάποιου πράγματος που ποτέ δέν είδε, από πού θα μπορούσε να την αντλήση και να την διηγηθή; Ποια, πες μου, ενθύμησι ή γνώσι ή μάθησι, ποια φρόνησι, σκέψι, επινόησι και συλλογισμό κατάλ­ληλο θα εύρη να είπη δια πράγματα που δεν εγνώρισε καθόλου; Είναι εντελώς παράλογο και αδόκιμο να λέγη δια πράγματα που δεν εγνώρισε και δεν είδε ποτέ. Και αν δια πράγματα επίγεια και ορατά κανείς δεν μπορεί να μι­λήση, αν δεν γίνη αυτόπτης θεατής του πράγματος, πώς θα μπορούσε να μιλήση και να διηγηθή, αδελφοί μου, δια τον Θεόν και τα θεία πράγματα και δια τους αγίους και δούλους του Θεού, δηλ. ποια σχέσι είχαν εκείνοι με τον Θεόν συνολικά και ποια είναι η όρασις του Θεού που συμβαίνει εις τους αγίους κατά τρόπον ανέκφραστον; Και η όρασις αυτή προξενεί νοερώς στις καρδιές τους ενέργειαν ανεκλάλητον. Ο ανθρώπινος λόγος, όμως, δεν είναι εις θέσιν να εκφράση κάτι περισσότερο, αν δεν φωτισθή πρώτα από το φως της γνώσεως (Ωσηέ 10, 12), σύμφωνα με αυτά που προστάζει η εντολή.

Και ακούγοντας φως γνώσεως -δια να σε καθοδηγήσω εις το φως δια μέσου όλων- μη νομίσης ότι είναι μό­νον γνώσις των λεγομένων δίχως την παρουσία φωτός. Δεν μίλησε δια διήγησι ή λόγο γνώσεως αλλά δια φως γνώσεως και γνώσεως φως (Ψαλμ. 35,. 10), σαν να δημιουργή το φως μέσα μας την γνώσι. Διότι αλλιώς δεν είναι δυνατόν να γνωρίση κανείς τον Θεόν, παρά μόνον με την θεωρία του φωτός που εκπέμπεται από Αυτόν. 

Ό­πως ακριβώς, όταν διηγήται ένας άνθρωπος σε κάποιους για έναν άλλον άνθρωπο ή για κάποια πόλι, λέγει όσα εί­δε και εγνώρισε. Κι αυτοί που τον ακούν, εάν δεν είδαν τον άνθρωπο και την πόλι, δεν μπορούν μόνον δια της α­κοής να καταλάβουν και να γνωρίσουν, όπως γνωρίζει αυτός που είδε και τα διηγείται. Έτσι και δια την άνω Ιερουσαλήμ, και δια τον Θεόν που κατοικεί εις αυτήν και δια την απρόσιτον δόξαν του προσώπου Του και δια την ενέργεια και την δύναμι του παναγίου Του Πνεύμα­τος, δηλ. του φωτός, κανείς δεν μπορεί να ομιλήση, εάν πρώτα δεν δη αυτό το φως με τους οφθαλμούς της ψυχής και γνωρίση ακριβώς τις ελλάμψεις του και τις ενέρ­γειές του, μέσα του. 

Αλλά και εάν, μέσα στις άγιες Γρα­φές, ακούει να λέγουν κάτι αυτοί που είδαν τον Θεόν, ε­κείνα μόνον δια του Αγίου Πνεύματος διδάσκονται. Ο­πότε, δεν μπορεί να λέγη ότι γνώρισε τον Θεό μόνον εξ ακοής. Αυτός που δεν είδε, πώς είναι δυνατόν να Τον γνωρίζη; Αφού μόνον η όρασις δεν επαρκεί να μας δώση τέλεια γνώσι του πράγματος που βλέπομε, πώς είναι δυνατόν να μας δώση την γνώσι αυτή μόνον η ακοή; 

Ο Θεός είναι φως, και η θέα του Θεού είναι σαν φως. Με την θεωρία αυτού του φωτός, γίνεται η πρώτη γνώσις, ό­τι είναι ο Θεός. Όπως συμβαίνει και με κάποιον άνθρωπον. Πρώτα ακούμε γι' αυτόν, έπειτα τον βλέπομε και μόλις τον δούμε, καταλαβαίνομε ότι αυτός είναι ο άν­θρωπος για τον οποίον ακούσαμε. Αλλά και πάλι δεν είναι αυτή η ακριβής απόδοσις των πραγμάτων. Διότι όσα και αν ακούσης για κάποιον άνθρωπο, μόνον εξ ακοής δεν μπορείς να τον αναγνώρισης με βεβαιότητα και να πληροφορηθής ότι πράγματι είναι εκείνος, για τον οποίον άκουσες, αν συμβή να τον συναντήσης, αλλά η ψυχή σου διχάζεται από την αμφιβολία και ή τον ρωτάς ή ρωτάς κάποιον άλλον που τον γνωρίζει και τότε βε­βαιώνεσαι για το πρόσωπό του.

Το ίδιο ακριβώς γίνεται και με τον αόρατον Θεόν. Όταν αποκαλυφθή σε κάποιον και Τον ιδή, βλέπει φως. Και θαυμάζει βλέποντας, αλλά δεν γνωρίζει αμέσως ποιος είναι αυτός που του εμφανίσθηκε, ούτε όμως τολ­μά να Τον ρωτήση -πώς θα ήτο δυνατόν να ρωτήση Αυ­τόν, τον Οποίον ούτε να κοιτάξη με τα μάτια του μπορεί και να ιδή τι λογής είναι;- βλέπει μόνον με φόβο και τρόμο κατά κάποιον τρόπον προς τα πόδια Του και ξέ­ρει βέβαια ότι κάποιος είναι εκείνος που φανερώθηκε ε­μπρός του. 

Και αν υπάρχη κάποιος που να του έχη εξη­γήσει προηγουμένως, επειδή αυτός έχει ο ίδιος γνωρίσει τον Θεόν, πηγαίνει σ' αυτόν και του λέγει: «Είδα». Και εκείνος απαντά: «Τι είδες, παιδί μου;». -«Φως, πάτερ, γλυκό, πολύ γλυκό. Τι λογής, όμως, ήταν, πάτερ, δεν εί­ναι σε θέσι ο νους μου να σου περιγράψη». Και καθώς του μιλά, η καρδιά του σκιρτάει και χορεύει και ανάβει από τον θείον πόθον του εμφανισθέντος εις αυτόν. 

Μετά αρχίζει πάλι με δάκρυα θερμά και πολλά να λέγη: «Είδα, πάτερ μου, εκείνο το φως. Αμέσως τότε χάθηκε το κελλί μου και ο κόσμος έσβησε, έφυγε, όπως μου φαίνεται, ε­μπρός στην παρουσία Του (Ψαλμ. 67, 2). Και έμεινα μό­νος εγώ με την παρουσία εκείνου του φωτός. Δεν ξέρω, πάτερ, αν το σώμα μου ήταν κι αυτό εκεί. Δεν γνωρίζω αν ήμουν εκτός σώματος, τότε δεν καταλάβαινα αν φορούσα το σώμα μου και το είχα. Ένιωθα πολλή χαρά και τώρα χαρά ανέκφραστη είναι μέσα μου και αγάπη και πολύς πόθος, ώστε να ρέουν ποταμοί δακρύων από τα μάτια μου, όπως βλέπεις και τώρα να τρέχουν». 

Και ο πνευματικός πατήρ αποκρίνεται και λέγει: «Εκείνος εί­ναι, παιδί μου». Και μετά από τους λόγους αυτούς Τον βλέπει πάλι. Και σιγά-σιγά καθαρίζεται τελείως και κα­θώς καθαρίζεται αποκτά παρρησία και ερωτά Εκείνον τον Ίδιον πλέον και Του λέγει: 

«Εσύ είσαι; ο Θεός μου;» και Αυτός αποκρίνεται: «Ναι, εγώ είμαι, ο Θεός, που έγινα άνθρωπος δι' εσέ. Και να, εγώ, όπως βλέπεις, σε έχω κάνει και θα σε κάνω θεόν».


 [ Συνεχίζεται... ]

Ἑξάψαλμος


(Ζωντανή ηχογράφηση εις τον Ι.Ν. Παντανάσσης Κατερίνης)


Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία (τρίς).

Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν Σου (δίς).

Ψαλμός γ' (3)

Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ᾿ ἐμέ· πολλοὶ λέγουσι τῇ ψυχῇ μου· οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ. Σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου. Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ. Ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου. Οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι. Ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου, ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας. Τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία, καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου ἡ εὐλογία σου.

Ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου.



Ψαλμός λζ' (37)


Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με. Ὅτι τὰ βέλη σου ἐνεπάγησάν μοι, καὶ ἐπεστήριξας ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν χεῖρά σου· οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου ἀπὸ προσώπου τῆς ὀργῆς σου, οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου. Ὅτι αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῇραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ. Προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου· ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. Ὅτι αἱ ψόαι μου ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων, καὶ οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου· ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα, ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου. Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη. ἡ καρδία μου ἐταράχθη, ἐγκατέλιπέ με ἡ ἰσχύς μου, καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καὶ αὐτὸ οὐκ ἔστι μετ᾿ ἐμοῦ. Οἱ φίλοι μου καὶ οἱ πλησίον μου ἐξ ἐναντίας μου ἤγγισαν καὶ ἔστησαν, καὶ οἱ ἔγγιστά μου ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν· καὶ ἐξεβιάζοντο οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου, καὶ οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι ἐλάλησαν ματαιότητας, καὶ δολιότητας ὅλην τὴν ἡμέραν ἐμελέτησαν. Ἐγὼ δὲ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον καὶ ὡσεὶ ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ· καὶ ἐγενόμην ὡσεὶ ἄνθρωπος οὐκ ἀκούων καὶ οὐκ ἔχων ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ ἐλεγμούς. Ὅτι ἐπὶ σοί, Κύριε, ἤλπισα· σὺ εἰκακούσῃ, Κύριε ὁ Θεός μου. Ὅτι εἶπα· μήποτε ἐπιχαρῶσί μοι οἱ ἐχθροί μου· καὶ ἐν τῷ σαλευθῆναι πόδας μου ἐπ᾿ ἐμὲ ἐμεγαλοῤῥημόνησαν. Ὅτι ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος, καὶ ἡ ἀλγηδών μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός. Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ ἀναγγελῶ καὶ μεριμνήσω ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας μου. Οἱ δὲ ἐχθροί μου ζῶσι καὶ κεκραταίωνται ὑπὲρ ἐμέ, καὶ ἐπληθύνθησαν οἱ μισοῦντές με ἀδίκως· οἱ ἀνταποδιδόντες μοι κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν ἐνδιέβαλλόν με, ἐπεὶ κατεδίωκον ἀγαθωσύνην. Μὴ ἐγκαταλίπῃς με, Κύριε· ὁ Θεός μου, μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ· πρόσχες εἰς τὴν βοήθειάν μου, Κύριε τῆς σωτηρίας μου.

Μὴ ἐγκαταλίπῃς με, Κύριε· ὁ Θεός μου, μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ· πρόσχες εἰς τὴν βοήθειάν μου, Κύριε τῆς σωτηρίας μου.



Ψαλμός ξβ' (62)

Ὁ Θεός ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω· ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ. Οὕτως ἐν τῷ ἁγίῳ ὤφθην σοι τοῦ ἰδεῖν τὴν δύναμίν σου καὶ τὴν δόξαν σου. Ὅτι κρεῖσσον τὸ ἔλεός σου ὑπὲρ ζωάς· τὰ χείλη μου ἐπαινέσουσί σε. Οὕτως εὐλογήσω σε ἐν τῇ ζωῇ μου καὶ ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀρῶ τὰς χεῖράς μου. ὡς ἐκ στέατος καὶ πιότητος ἐμπλησθείη ἡ ψυχή μου, καὶ χείλη ἀγαλλιάσεως αἰνέσει τὸ στόμα μου. Εἰ ἐμνημόνευόν σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου, ἐν τοῖς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ· ὅτι ἐγενήθης βοηθός μου, καὶ ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων σου ἀγαλλιάσομαι. Ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δὲ ἀντελάβετο ἡ δεξιά σου. Αὐτοὶ δὲ εἰς μάτην ἐζήτησαν τὴν ψυχήν μου, εἰσελεύσονται εἰς τὰ κατώτατα τῆς γῆς· παραδοθήσονται εἰς χεῖρας ρομφαίας, μερίδες ἀλωπέκων ἔσονται. Ὁ δὲ βασιλεὺς εὐφρανθήσεται ἐπὶ τῷ Θεῷ, ἐπαινεθήσεται πᾶς ὁ ὀμνύων ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐνεφράγη στόμα λαλούντων ἄδικα.

Ἐν τοῖς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ· ὅτι ἐγενήθης βοηθός μου, καὶ ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων σου ἀγαλλιάσομαι. Ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δὲ ἀντελάβετο ἡ δεξιά σου.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. 
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἀλληλούια. Ἀλληλούια. Ἀλληλούια, δόξα Σοι, ὁ Θεός.(τρίς)
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. 
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.



Ψαλμός πζ' (87)

Κύριε ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου, ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου· εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ἡ προσευχή μου, κλῖνον τὸ οὖς σου εἰς τὴν δέησίν μου. Ὅτι ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχή μου, καὶ ἡ ζωή μου τῷ ᾅδῃ ἤγγισε· προσελογίσθην μετὰ τῶν καταβαινόντων εἰς λάκκον, ἐγενήθην ὡσεὶ ἄνθρωπος ἀβοήθητος ἐν νεκροῖς ἐλεύθερος, ὡσεὶ τραυματίαι καθεύδοντες ἐν τάφῳ, ὧν οὐκ ἐμνήσθης ἔτι καὶ αὐτοὶ ἐκ τῆς χειρός σου ἀπώσθησαν. Ἔθεντό με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Ἐπ᾿ ἐμὲ ἐπεστηρίχθη ὁ θυμός σου, καὶ πάντας τοὺς μετεωρισμούς σου ἐπήγαγες ἐπ᾿ ἐμέ. Ἐμάκρυνας τοὺς γνωστούς μου ἀπ᾿ ἐμοῦ, ἔθεντό με βδέλυγμα ἑαυτοῖς, παρεδόθην καὶ οὐκ ἐξεπορευόμην. Οἱ ὀφθαλμοί μου ἠσθένησαν ἀπὸ πτωχείας· ἐκέκραξα πρὸς σέ, Κύριε, ὅλην τὴν ἡμέραν, διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου· μὴ τοῖς νεκροῖς ποιήσεις θαυμάσια; ἢ ἰατροὶ ἀναστήσουσι, καὶ ἐξομολογήσονταί σοι; μὴ διηγήσεταί τις ἐν τῷ τάφῳ τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου ἐν τῇ ἀπωλείᾳ; μὴ γνωσθήσεται ἐν τῷ σκότει τὰ θαυμάσιά σου καὶ ἡ δικαιοσύνη σου ἐν γῇ ἐπιλελησμένῃ; κἀγὼ πρὸς σέ, Κύριε, ἐκέκραξα, καὶ τὸ πρωΐ ἡ προσευχή μου προφθάσει σε. Ἱνατί, Κύριε, ἀπωθῇ τὴν ψυχήν μου, ἀποστρέφεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ; πτωχός εἰμι ἐγὼ καὶ ἐν κόποις ἐκ νεότητός μου, ὑψωθεὶς δὲ ἐταπεινώθην καὶ ἐξηπορήθην. Ἐπ᾿ ἐμὲ διῆλθον αἱ ὀργαί σου, οἱ φοβερισμοί σου ἐξετάραξάν με, ἐκύκλωσάν με ὡσεὶ ὕδωρ ὅλην τὴν ἡμέραν, περιέσχον με ἅμα. Ἐμάκρυνας ἀπ᾿ ἐμοῦ φίλον καὶ πλησίον καὶ τοὺς γνωστούς μου ἀπὸ ταλαιπωρίας.

Κύριε ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου, ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου· εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ἡ προσευχή μου, κλῖνον τὸ οὖς σου εἰς τὴν δέησίν μου.



Ψαλμός ρβ' (102)

Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον καί, πάντα τὰ ἐντός μου, τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ· εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον καὶ μὴ ἐπιλανθάνου πάσας τὰς ἀνταποδόσεις αὐτοῦ· τὸν εὐιλατεύοντα πάσας τὰς ἀνομίας σου, τὸν ἰώμενον πάσας τὰς νόσους σου· τὸν λυτρούμενον ἐκ φθορᾶς τὴν ζωήν σου, τὸν στεφανοῦντά σε ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς· τὸν ἐμπιπλῶντα ἐν ἀγαθοῖς τὴν ἐπιθυμίαν σου, ἀνακαινισθήσεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου. Ποιῶν ἐλεημοσύνας ὁ Κύριος καὶ κρῖμα πᾶσι τοῖς ἀδικουμένοις. Ἐγνώρισε τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ τῷ Μωυσῇ, τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ τὰ θελήματα αὐτοῦ. Οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος· οὐκ εἰς τέλος ὀργισθήσεται, οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνιεῖ· οὐ κατὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν ἐποίησεν ἡμῖν, οὐδὲ κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν, ὅτι κατὰ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τῆς γῆς ἐκραταίωσε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν· καθόσον ἀπέχουσιν ἀνατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν, ἐμάκρυνεν ἀφ᾿ ἡμῶν τὰς ἀνομίας ἡμῶν. Καθὼς οἰκτείρει πατὴρ υἱούς, ᾠκτείρησε Κύριος τοὺς φοβουμένους αὐτόν, ὅτι αὐτὸς ἔγνω τὸ πλάσμα ἡμῶν, ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν. Ἄνθρωπος, ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ· ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, οὕτως ἐξανθήσει· ὅτι πνεῦμα διῆλθεν ἐν αὐτῷ, καὶ οὐχ ὑπάρξει καὶ οὐκ ἐπιγνώσεται ἔτι τὸν τόπον αὐτοῦ. Τὸ δὲ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν, καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ ἐπὶ υἱοῖς υἱῶν τοῖς φυλάσσουσι τὴν διαθήκην αὐτοῦ καὶ μεμνημένοις τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ τοῦ ποιῆσαι αὐτάς. Κύριος ἐν τῷ οὐρανῷ ἡτοίμασε τὸν θρόνον αὐτοῦ, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ πάντων δεσπόζει. Εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ, δυνατοὶ ἰσχύϊ ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ. Εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ, λειτουργοὶ αὐτοῦ ποιοῦντες τὸ θέλημα αὐτοῦ· εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ, ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας Αὐτοῦ· εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον.

Ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας Αὐτοῦ· εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον.



Ψαλμός ρμβ' (142)

Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου· καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου, ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος· καὶ ἠκηδίασεν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι. Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου· μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωΐ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα· γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου· ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρὸς σὲ κατέφυγον. Δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου· τὸ πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου· καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγὼ δοῦλός Σού εἰμι.

Εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου· καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου Σου (δίς).



Εἶτα

Τὸ πνεῦμά Σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀλληλούια. Ἀλληλούια. Ἀλληλούια, δόξα Σοι, ὁ Θεός.(τρίς)
Ἡ ἐλπὶς ἡμῶν, Κύριε, δόξα Σοι.

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος

Μέσα στη χορεία των μεγάλων πνευματικών αναστημάτων της Ορθοδοξίας εξέχουσα θέση κατέχει ο εν Χίῳ οσιακώς κοιμηθείς στις 24 Ιουνίου 1813 Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο οποίος αναδείχθηκε διαπρεπής θεολόγος, φωτεινός διδάσκαλος του Γένους, ακαταπόνητος εθναπόστολος, στερρός υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, απαρέγκλιτος φρουρός και θεματοφύλακας της ορθοδόξου παραδόσεως, πολυγραφότατος συγγραφέας, ηγετικό στέλεχος του φιλοκαλικού κινήματος, ιδρυτής και σχολάρχης της περιωνύμου Μεγάλης Σχολής της Χίου.

Ο γενναίος και ακαταπόνητος αυτός αγωνιστής και ακοίμητος φρουρός των ορθοδόξων δογμάτων της αμωμήτου πίστεώς μας γεννήθηκε το 1721 στο χωριό Κώστος (ή Κόστος) της Πάρου, γεγονός που δικαιολογεί την επωνυμία « Πάριος», με την οποία έμεινε γνωστός στην Εκκλησιαστική Ιστορία, αφού το πραγματικό του επώνυμο ήταν Τούλιος. 

Είχε άλλα τρία αδέλφια, αλλά ο Αθανάσιος ήταν ο πρωτότοκος γιος του εκ Σίφνου καταγομένου πατρός του, ο οποίος ονομαζόταν Απόστολος Τούλιος, η δε μητέρα του ήταν από την Πάρο. Τα πρώτα του γράμματα διδάχθηκε στη γενέτειρα του, την Πάρο, ενώ σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες φοίτησε στη Σχολή του Παναγίου Τάφου στη Σίφνο, αλλά και στη Σχολή του Γένους στην Άνδρο με δαπάνες της Μονής του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου της Πάρου. Η επιθυμία του για περαιτέρω μόρφωση τον οδήγησε το 1745 στη Σμύρνη, όπου φοίτησε στην ιδρυθείσα το 1733 περιώνυμη Ευαγγελική Σχολή, στην οποία δίδασκαν ο ιδρυτής της, μοναχός Ιερόθεος Δενδρινός και ο Χρύσανθος Καραβίας που κατάγονταν και οι δύο από την Ιθάκη. 

Μετά από την εξαετή του φοίτηση αναχωρεί το 1751 για το Άγιο Όρος, όπου φοιτά στην περίφημη Αθωνιάδα Σχολή, την οποία διηύθυνε ο μοναχός Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, ενώ το 1753 ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής ο εκ Κερκύρας ιεροδιάκονος Ευγένιος Βούλγαρης, ο οποίος ονομάσθηκε «ο νέος Αριστοτέλης της Ελλάδος». Από τον Ευγένιο Βούλγαρη ο Αθανάσιος διδάχθηκε τη φιλοσοφία και τις ξένες γλώσσες για να έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί και να μεταφράζει τα ξένα συγγράμματα. Παράλληλα η μεγάλη του δίψα για ολοένα και περισσότερες γνώσεις τον οδήγησε στη βιβλιοθήκη της Σχολής, αλλά και σε άλλες αγιορείτικες βιβλιοθήκες, όπου μελετούσε ακατάπαυστα την ελληνική ιστορία, την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι άριστες επιδόσεις του στην Αθωνιάδα Σχολή εντυπωσίασαν τον Ευγένιο Βούλγαρη σε τέτοιο βαθμό, ώστε με την προτροπή του χειροτονήθηκε ο Αθανάσιος διάκονος, ενώ διετέλεσε και καθηγητής της Σχολής. 

Η πνευματική κατάρτιση του Αθανασίου του Παρίου και η φήμη που απέκτησε, παρακίνησε τους Θεσσαλονικείς να του ζητήσουν να αναλάβει τη διεύθυνση του «Ελληνομουσείου» της Θεσσαλονίκης, το οποίο ήταν η Σχολή του Γένους για την πόλη. Ο Αθανάσιος αρχικά αρνήθηκε την πρόταση, αλλά ύστερα από την επιμονή του Ευγένιου Βούλγαρη και των Θεσσαλονικέων ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής για δύο έτη (1758 -1760), όπου εργάσθηκε ως άριστος διδάσκαλος με καλλίκαρπη δράση. Παράλληλα διηκόνησε με ιδιαίτερο ζήλο το Ιερό Θυσιαστήριο, κηρύττοντας ανελλιπώς τον Θείο Λόγο και καθοδηγώντας πνευματικά το υπόδουλο Γένος.

Όμως το 1760 ο Αθανάσιος αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και τη Σχολή και να καταφύγει στην Κέρκυρα, αφού η επιδημία πανώλης που ενέσκυψε στην πόλη, οδήγησε και στο κλείσιμο της Σχολής. Η ευρυμάθεια και η πνευματική πολυπραγμοσύνη του φημισμένου θεολόγου, φιλοσόφου και φυσικομαθηματικού Νικηφόρου Θεοτόκη (1731 -1800) προσέλκυσε τον Αθανάσιο που διψούσε για διεύρυνση του πνευματικού του επιπέδου, στο να παρακολουθήσει στην Κέρκυρα κοντά στον επιφανή διδάσκαλο μαθήματα φιλοσοφίας, φυσικής και ρητορικής κατά τα έτη 1760-1764. Το 1764 προσκλήθηκε από τον συμμαθητή του στην Αθωνιάδα Σχολή, Παναγιώτη Παλαμά (1722 -1803), για να διδάξει στην Παλαμαία Σχολή του Μεσολογγίου, η οποία ιδρύθηκε το 1760 από τον φίλο και συμμαθητή του, ο οποίος είχε εκτιμήσει ιδιαίτερα τις ικανότητες και το ήθος του Αθανασίου του Παρίου. 

Έτσι ο Αθανάσιος εγκατέλειψε τις σπουδές του στην Κέρκυρα και έφτασε στο Μεσολόγγι, όπου δίδαξε μέχρι το 1767, ενώ παράλληλα εξήσκησε με επιτυχία και τα καθήκοντα του ιεροκήρυκος, αφού με τα φλογερά του κηρύγματα αναπτέρωνε το εθνικοθρησκευτικό συναίσθημα του λαού. Το 1767 μετέβη στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέλαβε για τέσσερα έτη (1767 -1771) τη διεύθυνση του «Ελληνομουσείου». Έτσι για δεύτερη φορά αναλαμβάνει ο Αθανάσιος τη σχολαρχία της περίφημης Σχολής του Γένους της Θεσσαλονίκης.



Όμως το 1771 και μετά το ξέσπασμα των Ορλωφικών προσκαλείται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο να αναλάβει τη σχολαρχία της Αθωνιάδος Σχολής στο Άγιο Όρος. Ο Αθανάσιος αναλαμβάνει Σχολάρχης και παραμένει στη θέση αυτή επί έξι έτη (1771 -1777). Κατά την παραμονή του στο Άγιο Όρος και συγκεκριμένα το 1775 χειροτονήθηκε ιερέας από τον ευρισκόμενο στο Αγιώνυμο Όρος Άγιο Μακάριο τον Νοταρά Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου (1731 -1805). Την εποχή όμως αυτή το Άγιο Όρος συνταράσσεται από την κολλυβαδική έριδα και ο Αθανάσιος αναδεικνύεται ένθερμος υπερασπιστής του κολλυβαδικού κινήματος, της περίφημης Φιλοκαλικής Αναγέννησης, μαζί με τους στενούς συνεργάτες του, Μακάριο Νοταρά Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου και Νικόδημο Αγιορείτη. 

Σκοπός του πνευματικού κινήματος των Κολλυβάδων ήταν η επιστροφή στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση με ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία της Κυριακής ως ημέρας της Αναστάσεως του Κυρίου μας και στη συχνή Θεία Μετάληψη. Η κολλυβαδική έριδα συνεκλόνισε το Άγιο Όρος στα μέσα του 18ου αιώνα σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο Αθανάσιος συκοφαντήθηκε και διώχθηκε από τους αντιπάλους του ως αιρετικός, γεγονός που οδήγησε το 1776 στην καθαίρεσή του. Όμως το 1781 αποκαταστάθηκε και πάλι στην κανονική του θέση, αφού οι κατηγορίες εναντίον του αποδείχθηκαν ανυπόστατες.




Μετά την αναχώρησή του από το Άγιο Όρος αναλαμβάνει για τρίτη φορά τη σχολαρχία του «Ελληνομουσείου» της Θεσσαλονίκης κατόπιν επίμονης πρόσκλησης των Θεσσαλονικέων. Κατά την περίοδο αυτή το «Ελληνομουσείο» γνώρισε μεγάλη ακμή και φήμη, γεγονός που παρακίνησε τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο να προσκαλέσει τον Αθανάσιο για να αναλάβει τη σχολαρχία της περίφημης Πατριαρχικής Σχολής της Κωνσταντινουπόλεως, αφού σύμφωνα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν ο πλέον κατάλληλος και καταξιωμένος διδάσκαλος. 

Μάλιστα η επιθυμία του Πατριαρχείου στο να αναλάβει ο Αθανάσιος τη σχολαρχία της Πατριαρχικής Σχολής ήταν τόσο μεγάλη και επίμονη, ώστε του προτάθηκε να καθορίσει ο ίδιος το ποσό της αμοιβής του, αλλά και να επιλέξει την περιοχή, στην οποία επιθυμεί να χειροτονηθεί Μητροπολίτης. Ο επιφανής όμως διδάσκαλος και ακαταπόνητος αγωνιστής της ορθοδόξου παραδόσεως αρνήθηκε τη δελεαστική αυτή πρόταση, λέγοντας χαρακτηριστικά «τάς μέν ἀρχιερατείας τιμῶ καί προσκυνῶ, ἀλλά ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος ……. διά τοῦτο ἄφετέ με, παρακαλῶ, ἐδῶ εἰς τά πέριξ νά ὠφελῶ ὅσον δύναμαι τούς ἀδελφούς μου καί τό Γένος».




Έτσι το 1786 και σε ηλικία εξήντα πέντε ετών ο Αθανάσιος αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και να μεταβεί στην πατρίδα του, την Πάρο, για να επιδοθεί στην άσκηση και τη συγγραφή, έχοντας αποκτήσει ήδη πολλές γνώσεις, αλλά και πολυτιμότατη πνευματική εμπειρία. Μάλιστα η επιθυμία του ήταν να εγκατασταθεί στη Μονή του Αγίου Μηνά, όπου υπήρχαν και τα πατρικά κτήματα. 

Ο Αθανάσιος επιβιβάσθηκε σε πλοίο στη Θεσσαλονίκη με προορισμό την Πάρο, αλλά το πλοίο προσάραξε στη μυροβόλο και αγιοτόκο νήσο Χίο, όπου έγινε δεκτός με πολλή χαρά από τους άρχοντες του νησιού. Ενδεικτικό είναι ότι μετά την άφιξή του, του παραχωρήθηκε από τους Δημογέροντες της Χίου ως κατοικία το μονύδριο της Αγίας Τριάδος στο Παλαιόκαστρο που αποτέλεσε το κάθισμά του και στο οποίο επιδόθηκε με ιδιαίτερη επιμέλεια στην προσευχή και το συγγραφικό του έργο. 

Την εποχή όμως αυτή οι φιλοπρόοδοι και φιλομαθείς Χίοι επιθυμούσαν να ιδρυθεί στο νησί τους μία σχολή που θα ήταν ανώτερη των ενοριακών – συνοικιακών σχολείων και εφάμιλλη των περιώνυμων σχολών της εποχής, όπως της Ευαγγελικής και της Αθωνιάδος Σχολής. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού θεωρούσαν ιδιαίτερα ευεργετική την παρουσία του Αθανασίου, ο οποίος ήταν ένας φωτισμένος διδάσκαλος με μεγάλη εμπειρία και πανελλήνια φήμη. Έτσι άρχισαν να προσπαθούν να πείσουν τον Αθανάσιο να παραμείνει στη Χίο και να αναλάβει τη διδασκαλία στην υπό ίδρυση σχολή. 

Ο Αθανάσιος δέχθηκε τελικά να παραμείνει προσωρινά στη Χίο και να διδάξει στη σχολή μέχρι να τελειώσει ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1787 -1792), ο οποίος είχε ήδη ξεσπάσει. Όμως η παραμονή του Αθανασίου στη Χίο παρατάθηκε, αφού αφενός μεν ο πόλεμος δεν είχε σταματήσει, αφετέρου δε οι Χίοι άρχισαν να ασκούν πιέσεις στον Αθανάσιο να παραμείνει στο νησί και να αναλάβει τη σχολαρχία και το διδακτικό έργο της Σχολής της Χίου. Μάλιστα για την επίτευξη του σκοπού αυτού ζητήθηκε η βοήθεια και η μεσολάβηση του φίλου και ομόφρονός του, Αγίου Μακαρίου του Νοταρά Αρχιεπισκόπου Κορίνθου, ο οποίος την εποχή αυτή εγκαταβιώνει στη Χίο, καθώς και του Οσίου Νήφωνος του Κοινοβιάρχου. 

Έτσι κατά τη διάρκεια της προσωρινής ήδη παραμονής του Αθανασίου στη Χίο άρχισε η λειτουργία της Σχολής της Χίου, η οποία επισήμως λειτούργησε το 1792. Σχολάρχης ανέλαβε ο ίδιος ο Αθανάσιος ο Πάριος, ο οποίος διατήρησε τη θέση αυτή μέχρι το 1811. Η περίφημη Σχολή της Χίου απέκτησε πανελλήνια φήμη και ακτινοβολία, αφού με τη φωτισμένη πνευματική καθοδήγηση του Διδασκάλου και Σχολάρχου της, Αθανασίου του Παρίου, κατέστη η πνευματική κυψέλη, στην οποία καλλιεργήθηκαν τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη και η ανάγκη διατήρησης της ελληνορθοδόξου παραδόσεως ως ασπίδας προστασίας απέναντι στο ευρωπαϊκό πνεύμα του Διαφωτισμού, το οποίο ωθούσε προς τον ορθολογισμό και την αθεΐα. Ενδεικτικό είναι ότι στη Σχολή της Χίου φοίτησαν μαθητές από την Πελοπόννησο, την Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου, τη Σμύρνη, τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. 

Παρόλο όμως που η Σχολή της Χίου είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη και είχε διαγράψει μία ανοδική πορεία και άνθηση χάρη στον σοφό, πολυμαθή, εργατικό και καταξιωμένο διδάσκαλό της, Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο, ο οποίος διακρινόταν για τις σπάνιες αρετές και τον ανεπίληπτο βίο του, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από τη Σχολή το 1811, κατηγορούμενος από τους ιδεολογικούς αντιπάλους του ως συντηρητικός και ως φλογερός ζηλωτής της ορθοδόξου παραδόσεως.




Μετά από την παραίτησή του αποσύρθηκε στο μονύδριο του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά, το οποίο βρίσκεται βορειοδυτικά της πόλεως της Χίου και ιδρύθηκε το 1770 από τον Χίο μοναχό Νείλο τον Καλόγνωμο που υπήρξε συμμοναστής του Αγίου Μακαρίου του Νοταρά Αρχιεπισκόπου Κορίνθου. Στο γαλήνιο και καταπράσινο περιβάλλον του μονυδρίου του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά εγκαταβίωσε έχοντας ως συνοδεία του τον ιερομόναχο Όσιο Νικηφόρο τον Χίο (1750 – 1821) και τον ιερομόναχο Ιωσήφ τον εκ Φουρνά της Ευρυτανίας. Εκεί επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στην προσευχή, τη νηστεία και τις αγρυπνίες, αλλά και στο πολυσχιδές συγγραφικό του έργο. Σε ηλικία ενενήντα δύο ετών και συγκεκριμένα στις 24 Ιουνίου του έτους 1813 παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον δικαιοκρίτη και στεφανοδότη Κύριο, τον Οποίο σε όλη του την επίγεια πορεία υπηρέτησε και υπερασπίσθηκε με ξεχωριστό σθένος. Ενταφιάσθηκε στη νότια πλευρά του καθολικού και μάλιστα στον ίδιο χώρο, όπου παλαιότερα είχε ενταφιασθεί ο ιδρυτής του μονυδρίου, Νείλος ο Καλόγνωμος.

Ο λαμπρός και επιφανής αυτός διδάσκαλος με την ανεκτίμητη πνευματική προσφορά στο ελληνορθόδοξο Γένος μας, κατετάγη επίσημα στο αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας με απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου Α΄ στις 9 Ιανουαρίου 1995, η δε μνήμη του καθιερώθηκε να τιμάται στις 24 Ιουνίου, την ημέρα δηλαδή της οσιακής κοιμήσεώς του στη μυροβόλο και αγιοτόκο νήσο Χίο. Δέκα έτη μετά από την επίσημη κατάταξή του στο ορθόδοξο αγιολόγιο και συγκεκριμένα στις 25 Ιουνίου 2005 τελέσθηκαν με την πρέπουσα εκκλησιαστική λαμπρότητα από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Παροναξίας κυρό Αμβρόσιο Στάμενα (… 25 Μαρτίου 2008) τα εγκαίνια του ανεγερθέντος στο χωριό Κώστος Πάρου περικαλλούς Ιερού Ναού επ’ ονόματι του Αγίου Αθανασίου του Παρίου. 

Η μνήμη του τιμάται επίσης στον Ιερό Ναό της Αγίας Μαρίνης Αντιπάρου, αλλά και στον Ιερό Ενοριακό Ναό της Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων πόλεως Χίου, όπου το αριστερό του κλίτος (παράβημα) τιμάται από τις 24 Ιουνίου 2001 στον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι το μονύδριο του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά, όπου ο Άγιος αποσύρθηκε από το 1811 μέχρι την οσιακή του κοίμηση στις 24 Ιουνίου 1813, περιήλθε το 1998 στην ενορία Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων, της οποίας έκτοτε αποτελεί μετόχιο. Λείψανα του Αγίου φυλάσσονται στους Ιερούς Ναούς Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων Χίου (τμήμα της τιμίας κάρας), Αγίου Αθανασίου Παρίου Κώστου Πάρου, Παναγίας Εκατονταπυλιανής Πάρου και Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Χώρας Νάξου, ενώ την ασματική του ακολουθία εποίησε ο Μοναχός Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης. Αξιολογότατο είναι και το συγγραφικό έργο του Αγίου Αθανασίου του Παρίου, αφού χάρη στην πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα αναδείχθηκε με τη διδασκαλία και τις συγγραφές του ως ένας από τους μεγαλύτερους και πολυγραφότερους θεολόγους και διδασκάλους στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Τα φερόμενα έργα του υπολογίζονται σε 85 και κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: Αντιρρητικά - Πολεμικά, Δογματικοκανονικά, Λειτουργικά, Διδακτικά, Αγιογραφικά – Υμνολογικά, Ομιλίες – Λόγοι και Επιστολές.



Η πνευματική προσφορά του λαμπρού διδασκάλου του Γένους και ακαταπόνητου αγωνιστού των δογμάτων της πίστεώς μας και της ορθοδόξου παραδόσεως, Αγίου Αθανασίου του Παρίου, υπήρξε ανεκτίμητη και πολυτιμότατη για τη διατήρηση του ορθοδόξου φρονήματος του Γένους μας. 

Ο «ἄκρος ζηλωτής τῶν πατρῴων τῆς εὐσεβείας δογμάτων» Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται από τον βιογράφο του, Ανδρέα Ζ. Μάμουκα, υπήρξε βαθύτατα πατερικός και ησυχαστικός και αναδείχθηκε ηγετικό και δυναμικό στέλεχος του κολλυβαδικού κινήματος, αγωνιζόμενος με σθένος για τη διατήρηση της σχέσεως του ελληνορθοδόξου Γένους μας με την παράδοση, δηλαδή με την ομαλή και απρόσκοπτη συνέχεια της εν Χριστῴ ζωής. Παράλληλα αγωνίσθηκε και για την ύπαρξη μιας παιδείας, η οποία θα πρέπει να στηρίζεται στην παράδοση του Γένους, να μην θεοποιεί τη γνώση και να αποκαθαίρει την ψυχή του ανθρώπου από τα πάθη, καθιστώντάς τον ηθικό και ενάρετο. 

Ο ευρυμαθής και σοφός Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος υπήρξε βαθύτατα ευσεβής και εξαιρετικά φιλακόλουθος, θεωρώντας την ορθόδοξη πίστη ως καθολικό τρόπο ύπαρξης και τη λατρεία ως χώρο μέσα στον οποίο διασώζεται η παράδοση ή από τον οποίο ξεκινά η αλλοτρίωσή της με το πρόσχημα της «ανανεώσεως». Γι’ αυτό και έδινε ιδιαίτερη σημασία στην τιμή των Αγίων, οι οποίοι θεωρούνται ως οι κύριοι συντελεστές για την πνευματική ακμή της Εκκλησίας. Ιδιαίτερη πνευματική βαρύτητα είχε για τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο η τιμή των νεομαρτύρων, αφού πρότεινε «νά τιμῶνται, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας ἤ νά τιμῶνται ὡς ἅγιοι οἱ νεομάρτυρες καί πρίν ἀπό τήν ἔγκριση τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας», διότι με την τιμή τους αναπτερώνεται το εθνικοθρησκευτικό συναίσθημα του υπόδουλου λαού και ενδυναμώνεται η πίστη στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας. 

Αξιομνημόνευτη ήταν η φιλανθρωπία και η αφιλαργυρία του, δεδομένου ότι απεβίωσε πάμπτωχος με μοναδική περιουσία μία ενδυμασία, έναν λύχνο και ένα μελανοδοχείο. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος συνέχισε την παράδοση των ανυπέρβλητων μαχητικών ιεραρχών, Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1357) και Αγίου Μάρκου του Ευγενικού (1444) και άσκησε έντονη κριτική στην Ευρώπη και τη Δύση που γι’ αυτόν ήταν έννοιες ταυτόσημες. 

Έτσι δικαιολογείται και ο σθεναρός του αγώνας εναντίον της «αθεΐας» και του πνεύματος του Διαφωτισμού. Με τον όρο «αθεΐα» και «άθεος» δεν εννοούσε μόνο την απόρριψη του Θεού στη ζωή του ανθρώπου, αλλά και την απομάκρυνση από τον Θεό των Πατέρων ημών που είναι η Ορθοδοξία. Παράλληλα αντιμαχόταν την αποχριστιανοποίηση των ιδεολογικών συνθημάτων της Γαλλικής Επανάστασης, η οποία έκανε λόγο για ελευθερία, ισότητα και αδελφοσύνη, ενώ ήταν εναντίον και όλων αυτών που καταφεύγουν να σπουδάσουν στις ακαδημίες της Ευρώπης, διότι προσπαθούσαν να υποκαταστήσουν την ελληνορθόδοξη παράδοση με ιδεολογίες ξένες προς την πίστη μας, τις οποίες χαρακτήριζε «νεωτερισμούς». 

Οι θέσεις του για την Ευρώπη και την παιδεία της έγιναν αντικείμενο τέτοιας αρνητικής κριτικής από τους υπέρμαχους της ευρωπαϊκής σκέψεως και τους επιφανείς λογίους της εποχής του, όπως ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής, ώστε τον θεωρούσαν «συντηρητικό» διδάσκαλο, άνθρωπο «περιορισμένου πνευματικού ορίζοντος», σύμβολο του «σκοταδισμού» και εκφραστή της «αντίδρασης». 

Όμως ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος μιμούμενος τους αρχαίους απολογητές της Εκκλησίας ανέλαβε να αποκρούσει τις κατηγορίες εναντίον του χριστιανισμού και ιδιαίτερα τις αμφισβητήσεις της θεότητος του Ιησού Χριστού και τα επιχειρήματα των αθέων οπαδών του Βολταίρου, αφού σύμφωνα με την άποψή του ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός συνδεδεμένος με την αθεΐα και υιοθετηθείς με τη Γαλλική Επανάσταση από το γαλλικό έθνος, ήταν πολύ πιο επικίνδυνος από τις αρχαίες αιρέσεις. 

Επικριτική ήταν και η θέση του για τον Παπισμό, ο οποίος εκμεταλλευόμενος την αμάθεια και τη φτώχεια του υπόδουλου ελληνικού λαού, επεδίωξε να τον αποσπάσει από την Ορθόδοξη Εκκλησία και να τον προσδέσει στον Παπισμό που εισήγαγε τον σχολαστικισμό και τη φιλοσοφία στη Θεολογία και κατήργησε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.




Η κατά το έτος 2013 επετειακή συμπλήρωση διακοσίων ετών από την οσιακή κοίμηση του Αγίου Αθανασίου του Παρίου, δίνει την ευκαιρία να επανεκτιμήσουμε στους σημερινούς χαλεπούς καιρούς μας τη βαρυσήμαντη πνευματική αξία της ελληνορθοδόξου παραδόσεως, της οποίας ανυποχώρητος υπερασπιστής υπήρξε ο οσιακώς κοιμηθείς στην ευλογημένη γη της μυροβόλου και αγιοτόκου νήσου Χίου στις 24 Ιουνίου 1813, Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο μεγάλος αυτός διδάσκαλος του Γένους, ο πολυγραφότατος συγγραφέας, ο θαρραλέος ομολογητής της πίστεώς μας, ο γνήσιος εκφραστής της πατερικής παραδόσεως, ο σθεναρός υπέρμαχος της ελληνοχριστιανικής παιδείας.


Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Εκπαιδευτικός

Ο Εσπερινός της Πεντηκοστής (video)

Η Ακολουθία του Εσπερινού της Πεντηκοστής (Ζωντανή ηχογράφηση εις τον Ι.Ν. Παντανάσσης Κατερίνης - 23/6/2013)

Γιατί το Άγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινης γλώσσας;


Όταν ο Κύριος βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη το Άγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε εν είδει περιστεράς. Εμφανίσθηκε όχι για να προσθέσει κάτι στον Χριστό, αλλά συμβολικά, έτσι ώστε να δείξει αυτό που υπάρχει μέσα στον Χριστό: την ακακία, την καθαρότητα και την ταπεινότητα.

Αυτό συμβολίζει το περιστέρι. Όταν οι απόστολοι συγκεντρώθηκαν την πεντηκοστή ημέρα από την ήμερα της Ανάστασης, το Άγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινων γλωσσών. Εμφανίσθηκε ως πύρινη γλώσσα για να τους αφαιρέσει κάτι και να τους προσθέσει κάτι. Δηλαδή, να αφαιρέσει από αυτούς κάθε αμαρτία, κάθε αδυναμία, φόβο και ακαθαρσία της ψυχής και να τους δωρίσει τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά. 

Οι πύρινες γλώσσες επισημαίνουν συμβολικά αυτά τα τρία: τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά.

Γνωρίζεις ότι το πυρ είναι δυνατό, γνωρίζεις πως φωτίζει και ζεσταίνει. Αλλά όταν μιλάς για το Άγιο Πνεύμα πρόσεξε να μην σκέπτεσαι υλικά αλλά πνευματικά. Γίνεται λόγος λοιπόν, για την πνευματική δύναμη, για το πνευματικό φώς και για την πνευματική ζεστασιά. 

Και αυτά είναι: η δυνατή θέληση, ο φωτισμένος νους και η ζέση της αγάπης. Μ΄ αυτά τα τρία πνευματικά όπλα εξόπλισε το Άγιο Πνεύμα τους στρατιώτες του Χριστού για να αντιμετωπίσουν τον κόσμο. Ο Διδάσκαλος τους είχε απαγορεύσει ακόμα και ράβδο να φέρουν από τα επίγεια όπλα.

Γιατί το πυρ εμφανίζεται με τη μορφή γλωσσών πάνω άπό τα κεφάλια τους; Επειδή οι απόστολοι έπρεπε μέσω της γλώσσας να κηρύξουν στους λαούς το χαρμόσυνο νέο, την ευαγγελική αλήθεια και ζωή, την επιστήμη της μετάνοιας και της συγχώρεσης. Με τον λόγο έπρεπε να διδάξουν, με τον λόγο να θεραπεύουν, με τον λόγο να παρηγορούν, με τον λόγο να αγιάζουν και να καθοδηγούν, με τον λόγο να φροντίζουν την Εκκλησία. 

Επίσης, με τον λόγο να αμύνονται, αφού τους είπε ό Οδηγός να μην φοβούνται τους διώκτες και να μην υπερασπίζονται εαυτούς στα δικαστήρια κατά το δοκούν, επειδή είναι απλοί άνθρωποι, και τους βεβαίωσε: «Ου γαρ υμείς έστε οι λαλούντες αλλά το Πνεύμα του πατρός υμών το λαλούν εν υμίν» (Ματθ. 10,20). 

Θα μπορούσαν άραγε να μιλούν τη συνηθισμένη γλώσσα των ανθρώπων για το μέγιστο χαρμόσυνο νέο το όποιο έφθασε ποτέ στα αυτιά των ανθρώπων, ότι ο Θεός εμφανίσθηκε στη γη και άνοιξε στους ανθρώπους τις πύλες της αθάνατης ζωής; Θα μπορούσε άραγε ο άνθρωπος με τη θνητή ανθρώπινη φύση να διαδώσει αυτό το ζωοποιό βάλσαμο μέσα από τη δυσωδία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μάλιστα έως την άκρη του κόσμου; Με τίποτα και ποτέ. Μόνο το πύρινο Πνεύμα του Θεού μπορούσε να το κάνει, το οποίο διά στόματος αποστόλων σκόρπισε ουράνιες σπίθες στο επίγειο σκοτάδι.

Αλλά, άνθρωπε, δεν αισθάνθηκες ποτέ το Πνεύμα του Θεού μέσα σου; Δες, και εσύ είσαι βαπτισμένος με Πνεύμα· με νερό και Πνεύμα. Άραγε ποτέ δεν σε ξάφνιασε μέσα σου κάποια μεγάλη και φωτεινή σκέψη, σιωπηρός λόγος του Αγίου Πνεύματος; Ποτέ δεν σε ξάφνιασε σαν άνεμος και δεν φούντωσε μέσα στην καρδιά σου η αγάπη για τον Δημιουργό σου φέρνοντας σου δάκρυα στα μάτια;

Παραδώσου στην θέληση του Θεού και φύλαξε αυτό που δονεί την ψυχή· θα γνωρίσεις το θαύμα της Πεντηκοστής, που στάθηκε πάνω από τους αποστόλους.
Ειρήνη και χαρά από το Άγιο Πνεύμα.


"Η τραγωδία της Πίστεως"
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Η Χάρις του Αγίου Πνεύματος


Μοναχού Μάρκελλου Καρακαλληνού


Το Άγιον Πνεύμα είναι η πηγή των θείων χαρισμά­των και όταν επεφοίτησεν εις τους Αγίους Αποστόλους, εχάρισεν εις αυτούς όλα τα χαρίσματα. Δι' αυτών δε λαμβάνει και κάθε δεκτική και καθαρή ψυχή τις πνευμα­τικές δωρεές του Αγίου Πνεύματος.

Δια των Αγίων Αποστόλων το Άγιον Πνεύμα εχάρισε εις τους πιστούς τους πιστεύσαντας εις το κήρυγμα αυτών την γνώσιν της Θεολογίας της Θεότητος και θεολογούμεν ορθοδόξως την αδιαίρετον και αχώριστον φύσιν της Θεότητος, γνωριζομένη εις τρεις υποστάσεις, εις τον Πατέρα δηλαδή και τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα.

Το Άγιον Πνεύμα έχει ως όχημα και καθέδραν τας ψυχάς των ανθρώπων. Πλησιάζει με πολλήν λεπτότητα κάθε ψυχή και χρησιμοποιεί και αγιάζει τα φυσικά ιδιώ­ματα και χαρίσματα κάθε μιας ψυχής. Εάν η ψυχή παραμείνη μόνον εις τα φυσικά της τάλαντα και δεν ανα­παύση δια της καθαρότητος αυτής, την χάριν του Αγίου Πνεύματος, τότε στερείται και τις πλούσιες δωρεές αυ­τού που αντιστοιχούν εις αυτήν. 


Χωρίς την υπερφυσικήν χάριν του Αγίου Πνεύματος δεν αξιοποιούνται τα φυσικά χαρίσματα και η ιδιαιτέρα ψυχοσύνθεσις της ψυ­χής. Η ψυχή παραμένει εις την εμπαθή αυτήν κατάστασιν και δεν αναγεννάται. Δεν φθάνει εις την δυνατότητα εις την οποίαν προορίζει αυτήν η θεία χάρις. Η θεία χά­ρις είναι πάντοτε προτρεπτική προς το αγαθόν και όχι α­ναγκαστική. Επομένως η ψυχή, εάν δεν δεχθή την νεύσιν της θείας χάριτος και δεν αγωνισθή να αξιοποίηση και να πολλαπλασιάση τα τάλαντα αυτής αδικεί τον εαυ­τόν της, διότι δεν φθάνει εις το μέτρον που της αξίζει. Κατά συνέπειαν και εν ημέρα της Κρίσεως θα μετανοήση και θα λογοδοτήση, διότι δεν χρησιμοποίησε καταλ­λήλως τα τάλαντα αυτής.


Πώς θα αξιωθούμε της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος;

Εάν διατηρούμε την ψυχήν μας καθαρά από τα πάθη και από τους πονηρούς και αισχρούς λογισμούς. «Αμήχανον (=αδύνατον) να γίνωμεν άξιοι να χωρέσωμεν ε­ντός μας την θείαν Χάριν, εάν πρωτύτερα δεν εκδιώξωμεν τα πάθη, όπου επρόλαβαν και εκυρίευσαν τας ψυχάς μας... Και ένα δοχείον το οποίον περιείχε πρωτύτερα δυσώδες υγρόν, αν δεν πλυθή καλά πρώτον, δεν δέχεται την επίχυσιν του μύρου. Πρέπει πρωτύτερα να χυθούν τα προϋπάρχοντα εντός αυτού, δια να γίνη δυνατόν να χωρέ­σουν όσα θα ριφθούν μέσα κατόπιν» (Μ. Βασιλείου, Ερ­μηνεία εις τον 61 Ψαλμόν και στίχος 6).

Αποκάθαρον Κύριε τα χρόνια έλκη της ψυχής μου, τη χειρουργία της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος και τον χιτώνα αυτής λάμπρυνον και την υγείαν αυτής αποκατάστησον δια να στρέφεται με όλας αυτής τας δυνά­μεις προς την ιδικήν σου αγάπην και δοξολογίαν.

Η καθαρά καρδία ελκύει εις τον εαυτόν της τας α­κτίνας του Αγίου Πνεύματος και τότε η ψυχή ανάλαφρα πετά και αναβαίνει προς τα ουράνια. Την χάριν του Αγίου Πνεύματος επιζητών ο Προφήτης Δαβίδ έλεγε. «Τίς δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς και πετασθήσομαι και καταπαύσω;» (Ψαλ. 59, 4).

Καθώς οι δροσοσταλίδες της αυγής που επικάθηνται εις τα πέταλα των ανθέων προσδίδουν εις αυτά ωραιότη­τα και ζωήν, έτσι και η θεία χάρις ως δρόσος και αύρα λεπτή εισέρχεται εις τα βάθη της ψυχής και δραστηριοποιεί και παρηγορεί την ψυχήν και το σώμα. Εις τους ο­φθαλμούς τα δάκρυα ρέει και εις την ψυχήν γλωσσοπυρσόμορφον χάριν χέει.

Όταν λέγωμεν την ευχήν του Ιησού, το Κύριε Ιη­σού Χριστέ ελέησόν με, το γλυκύτατον Όνομα του Κυ­ρίου μας γαληνόμορφον ποιεί την καρδίαν και ανθοφορεί και καρποφορεί τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος: «ο δε καρπός του Πνεύματος έστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγ­κράτεια» (Γαλ. ε' 23).

Εάν αυτήν την φροντίδα επιδείξωμεν, τότε θα δε­χθούμε την Χάριν του Αγίου Πνεύματος κατ' αναλογίαν της καθαρότητός μας και θα είμεθα οικείοι του Χριστού και όχι ξένοι και αλλότριοι αυτού. Εις την παρούσαν ζωήν θα λάβωμεν ως αρραβώνα την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, την οποίαν θέλομεν απολαύσει πλουσιωτέραν και καθαρωτέραν εις την Βασιλείαν των Ουρανών, Χάριτι και Φιλανθρωπία του Παναγίου και Ζωοποιού Πνεύματος, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω Πατρί και προβολεί αυτού και τω Ομοουσίω Λόγω αυτού εις τους αιώνας. Αμήν.

Χοϊκή χειρ αμαρτωλού μοναχού μ.
Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος

«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΘΟΔΕΣΜΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Απολυτίκιον Πεντηκοστής



(Ζωντανή ηχογράφηση εις τον Ι.Ν. Παντανάσσης Κατερίνης)


Τὸ Ἀπολυτίκιον

Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι' αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας,
φιλάνθρωπε, δόξα σοι.

Δοξαστικό Αίνων Πεντηκοστής



(Ζωντανή ηχογράφηση εις τον Ι.Ν. Παντανάσσης Κατερίνης)


Δόξα πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ἀμήν.


Ἦχος πλ. β'

Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών, καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν, καὶ ζωῆς χορηγός, ἐλθέ, καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος, καὶ σῶσον ἀγαθὲ τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Eξαποστειλάρια Πεντηκοστής


(Ζωντανή ηχογράφηση εις τον Ι.Ν. Παντανάσσης Κατερίνης)


Eξαποστειλάριον Ἦχος γ'

Τὸ πανάγιον Πνεῦμα, τὸ προϊὸν ἐκ τοῦ Πατρός, καὶ δι' Υἱοῦ ἐνδημῆσαν, τοῖς ἀγραμμάτοις Μαθηταῖς, τοὺς σὲ Θεὸν ἐπιγνόντας, σῶσον, ἁγίασον πάντας.


Τὸ πανάγιον Πνεῦμα,...


Ἕτερον Ἦχος ὁ αὐτὸς

Φῶς ὁ Πατήρ, φῶς ὁ Λόγος, φῶς καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, ὅπερ ἐν γλώσσαις πυρίναις, τοῖς Ἀποστόλοις ἐπέμφθη, καὶ δι' αὐτοῦ πᾶς ὁ κόσμος φωταγωγεῖται, Τριάδα σέβειν ἁγίαν.


Πεντηκοστάριον




(Ζωντανή ηχογράφηση εις τον Ι.Ν. Παντανάσσης Κατερίνης)


Πεντηκοστάριον. Ἦχος πλ. β' 

Στίχ. Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.

Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών, καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν, καὶ ζωῆς χορηγός, ἐλθέ, καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος, καὶ σῶσον ἀγαθὲ τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Εβδομαδιαίο Πρόγραμμα Ιερών Ακολουθιών