Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Περί ανειλικρινούς φίλου


Ο ανειλικρινής φίλος είναι άνθρωπος ιδιοτελής, άφιλος, κρυψίνους, εγωιστής, υποκριτής. Φοράει το προσωπείο της φιλίας για να ωφεληθεί από οτιδήποτε χρήσιμο μπορεί να προκύψει. Λέει ψέματα όταν μιλάει για φιλία και έχει δόλο μέσα του όταν παριστάνει τον αφοσιωμένο. 

Ο ίδιος θέλει τη βοήθεια του φίλου του όταν όμως εκείνος του ζητάει βοήθεια, την αρνείται, προφασιζόμενος χίλιες δυο δικαιολογίες. Επιδεικνύει φιλία όταν όλα πάνε καλά, αλλά όταν ο φίλος του περνάει δύσκολα τον απαρνείται. Τον θυμάται όταν αυτός είναι ευτυχισμένος και από μακριά ζητάει να μάθει γι' αυτόν. Εύχεται ευτυχία σ' αυτόν που ήδη ευτυχεί και υγεία στον υγιή. 

Σ' αυτόν που πράττει σωστά, του εύχεται ευπραγία. Ενώ έχει δόξα, του εύχεται ευδοξία΄ κι ενώ ο φίλος του είναι πλούσιος, του στέλνει πλούσια δώρα΄ κάνει δε ότι μπορεί για να δείξει φιλία προς επίδειξη. 

Τον ξεχνάει όμως γρήγορα όταν πέσει σε ατύχημα και δεν ρωτάει γι' αυτόν. Ενώ είναι γείτονάς του, δεν ενδιαφέρεται΄ τον αποφεύγει και τον καταριέται. Του καταλογίζει ανοησία για το γεγονός ότι δυσκολεύεται κάπου, τον ξεχνάει στην ασθένειά του, δεν τον πλησιάζει στη δυστυχία του, σαν ατυχήσει τον αποστρέφεται, ταπεινωμένο τον εξουθενώνει, όταν πτωχεύσει δεν θέλει καν να τον βλέπει, όταν πεινάει δεν τον φροντίζει, ακόμα και όταν πάει να πεθάνει δεν τον ελεεί. Τέτοιος είναι ο ανειλικρινής φίλος.


(ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ 
"ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ". Εκδόσεις ΑΘΩΣ)

Η αντιμετώπιση της ατίθασης κόρης (μία επιστολή του Οσίου Παϊσίου)


Αγαπητέ μου αδελφέ κύριε Β.

«Χαίρε εν Κυρίω». Σχετικά με το παιδί σας πού μου γράφετε, έχω τη γνώμη ότι μια αυστηρή στάση θα το κάνει πολύ χειρότερα. Να του λέτε το καλό με καλό τρόπο καί να μην το πιέζετε μετά αλλά να δείχνετε ότι στενοχωρείστε για τον δρόμο πού τραβάει (πράγμα πού θα φαίνεται μόνο του, γιατί ούτε η χαρά κρύβεται ούτε και η στενοχώρια). 

Θα κάνετε εσείς το καθήκον σας με τίς συμβουλές καί μετά να το εμπιστευθείτε στον Θεό. Νομίζω ότι περισσότερα αποτελέσματα θα φέρει, όταν ό πόνος αξιοποιηθεί στην προσευχή, παρά να πονάτε για τίς αταξίες του παιδιού επιμένοντας, γιατί το παιδί τώρα είναι αναστατωμένο από την σάρκα καί υπό την επίδραση του πονηρού, γιατί του έδωσε δικαιώματα.

Μπόρα είναι καί θα περάσει. Μην στενοχωρείστε, θα συνέλθει αργότερα. Ούτε καί να το πάρετε κατάκαρδα, πού θα χάση την αγνότητα του καί τι θα γίνει μετά, γιατί οι άνθρωποι της εποχής μας έχουν άλλο τυπικό, την αμαρτία την έκαναν μόδα. Ο Θεός να μας ελεήσει. 

Κοιτάξετε όσο μπορείτε να μην το αποπαίρνετε, όπως ανάφερα, για να μην κόψη το σχοινί καί φυγή από την οικογένεια, γιατί θα συνέλθει μετά καί δεν θα θέλει να πλησίαση από εγωισμό, οπότε θα χαθεί τελείως. Ως αναφορά για τον γιατρό πού μου γράφετε. Στην κατάσταση πού βρίσκεται καί να παρουσίαζε καί κάτι, νομίζω θα πάθη ζημιά, γιατί από το ένα μέρος ό μεγάλος εγωισμός του, από το άλλο μέρος ό λογισμός ότι κάτι έπαθε, μαζί με τίς σαρκικές επιθυμίες πού δεν θα εκπληρώνονται, θα πάθη ένα τρακ, καί θα γίνει χειρότερα, ενώ το παιδί δεν έχει τίποτα, παρά μόνο τη σαρκική παιδική τρέλα της ηλικίας, η οποία έχει αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό, γιατί άναψε μόνη της την πυρκαγιά με την απρόσεκτη ζωή της.

Εάν νομίζετε ότι κάτι έχει, καί ό γιατρός σας λέγει να της δίνετε φάρμακα, δεν φέρω καμιά αντίρρηση, αλλά να κάνετε ένα μικρό διάστημα υπομονή, να παραβλέπετε τίς αταξίες της, να σας πλησίαση λίγο περισσότερο, καί με την πρώτη ευκαιρία πού θα σας δώσει ή ίδια (ότι νιώθει λίγο αδιάθετη) η έστω να βρείτε καμιά αφορμή με τρόπο, τότε να την πάτε στο γιατρό. Πάντως μη στενοχωρείστε, δεν θα αφήσει ό Θεός, ούτε καί τίς αμαρτίες των παιδιών της εποχής μας θα τίς κρίνει με τίς αμαρτίες των παιδιών της δικής μας εποχής.

Εύχεστε, καί εγώ θα εύχομαι, καί ό καλός Θεός να βοηθήσει καί το παιδί σας καί όλα τα παιδιά σας καί όλα τα παιδιά του κόσμου.


Με αγάπη Χριστού Μον. Παΐσιος

Άλλοτε μεταμφιέζεται

20150506-4

Ο αγώνας είναι αδιάκοπος και συνεχής, εξωτερικός αλλά και εσωτερικός. Ο εχθρός κατά καιρούς ενεργεί ορατά διά των ανθρώπων και των πραγμάτων, ενώ άλλες φορές προσβάλλει αόρατα τον άνθρωπο με τους λογισμούς. Κατά περιόδους ο αντίπαλος εμφανίζεται ανοιχτά, με βίαιη και ανηλεή επίθεση, σαν εχθρός, ενώ άλλοτε μεταμφιέζεται σε φίλο, που κολακεύει αλλά παρασύρει με πονηριά.


Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Η Παναγία, όταν βλέπη τον κόσμο να πηγαίνη νωρίς στην Εκκλησία, χαίρεται και χαμογελά


Η Παναγία, 
όταν βλέπη τον κόσμο να πηγαίνη νωρίς στην Εκκλησία,
χαίρεται και χαμογελά.



Ελένη Πολυβίου.
Από το βιβλίο: 
''Ασκητές μέσα στον κόσμο
-τόμος Β'-
Άγιον Όρος''

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Ό διάβολος μας βάζει ένεση αναισθησίας


Αγίου Παίσίου Αγιορείτου

- Είπα σε κάποιους γιατρούς που συζητούσαν για την αναισθησία που κάνουν στις εγχειρήσεις: «Του πειρασμού η αναισθησία έχει άσχημες επιπτώσεις στον άνθρωπο, ενώ αυτή που κάνετε εσείς βοηθάει». 

Η αναισθησία του διαβόλου εϊναι σαν το δηλητήριο που ρίχνει το φίδι στα πουλιά η στα λαγουδάκια, για να παραλύσουν και να τα καταπιή, χωρίς να αντιδράσουν. 

Ο διάβολος, οταν θέλη να πολεμήση έναν άνθρωπο, στέλνει πρώτα ένα διαβολάκι «αναισθησιολόγο», για να κάνη τον άνθρωπο πρώτα αναίσθητο, και μετά πηγαίνει ο ϊδιος και τον πελεκάει, τον κάνει ό,τι θέλει… Άλλα προηγείται ό… «αναισθησιολόγος». 

Μας βάζει ένεση αναισθησίας και ξεχνούμε. Να, βλέπεις, οι μοναχοί υποσχόμαστε «υβρισθήναι, χλευασθήναι κ.λπ.», και τελικά, ό πειρασμός μερικές φορές μας μπερδεύει και κάνουμε τα αντίθετα από αυτά που υποσχεθήκαμε. Αλλιώς ξεκινάμε και αλλιώς καταλήγουμε. Για αλλού ξεκινήσαμε να πάμε και αλλού πηγαίνουμε. Δεν προσέχουμε. Δεν σάς έχω πει παραδείγματα; 

Παλιότερα, στην Κόνιτσα δεν υπήρχε Τράπεζα. Αναγκάζονταν οι άνθρωποι να πάνε στα Γιάννενα, όταν ήθελαν να πάρουν κανένα δάνειο. Ξεκινούσαν λοιπόν μερικοί από τα γύρω χωριά και πήγαιναν εβδομήντα δύο χιλιόμετρα με τα πόδια, να πάρουν δάνειο, για να αγοράσουν λ.χ. ενα άλογο. 

Τότε, αν κανείς είχε ένα άλογο, μπορούσε να συντηρήσει την οικογένεια του. Έκανε ζευγάρι με το άλογο κάποιου άλλου και όργωνε. Μια φορά ξεκίνησε ένας να πάη στα Γιάννενα, να πάρη δάνειο, για να άγοράση ένα άλογο, να ὸργώνη τα χωράφια του και να μην παιδεύεται να σκάβη με την τσάπα. Πήγε λοιπόν στην Τράπεζα, πήρε το δάνειο και μετά πέρασε και από τα εβραίικα μαγαζιά και χάζευε. 

Τον έβλεπε ό ένας Εβραίος, τον τραβούσε μέσα. «Πέρνα μέσα, μπάρμπα, έχω καλό πράγμα!». 

Έμπαινε εκείνος μέσα, άρχιζε ό Εβραίος να κατεβάζη τα τόπια από τα ράφια. Τα έπαιρνε, τα τίναζε. «Πάρ’ το, του έλεγε, είναι καλό, και για τα παιδιά σου θα σου το δώσω πιο φθηνό». 

Έφευγε άπό τον έναν, προχωρούσε παραπέρα, χάζευε σε άλλον. «Έλα, μπάρμπα, μέσα, του έλεγε ό Εβραίος, θα σου το δώσω πιο φθηνό». Κατέβαζε τα τόπια, τα άνοιγε, τα άπλωνε. 

Ζαλίστηκε στο τέλος ό καημένος. Είχε και λίγο φιλότιμο, σου λέει «τώρα τα κατέβασε τα τόπια, τα άπλωσε…», και δήθεν «για τα παιδιά του πιο φθηνό», έδωσε τα χρήματα που είχε πάρει από την Τράπεζα και αγόρασε ένα τόπι πανί, αλλά και αυτό ήταν χωνεμένο! 

Μα και ένα τόπι πανί τι να το κάνη; Και ένας πλούσιος δεν έπαιρνε ένα τόπι πανί έπαιρνε όσο του χρειαζόταν. 

Τελικά γύρισε στο σπίτι με ένα τόπι σάπιο ύφασμα! «Που είναι το άλογο;», τον ρωτάν. «Έφερα ύφασμα για τα παιδιά!», λέει. Άλλα τι να το κάνουν τόσο ύφασμα; Χρεώθηκε εν τω μεταξύ στην Τράπεζα, και άλογο δεν πήρε παρά ένα τόπι πανί χωνεμένο. 

Άντε πάλι να πηγαίνη να σκάβη με την τσάπα στα χωράφια, να δυσκολεύεται, για να ξεχρεώση το δάνειο! Αν αγόραζε άλογο, θα επέστρεφε και καβάλα, θα ψώνιζε και λίγα πράγματα για το σπίτι του και δεν θα σκοτωνόταν να σκάβη με την τσάπα! Άλλα για να χαζεύη στα μαγαζιά τα εβραίικα, είδατε τι έπαθε; 

Έτσι κάνει και ό διάβολος, σαν τον πονηρό έμπορο σε τραβάει από ‘δώ, σε τραβάει από ‘κει, σου βάζει τρικλοποδιές, και τελικά σε καταφέρνει να πας εκεί που θέλει εκείνος. Για άλλου ξεκινάς και αλλού καταλήγεις, αν δεν προσέξης. Σε ξεγελάει και χάνεις τα καλύτερα χρόνια σου.

Ἱερά Πανήγυρις τοῦ Ναοῦ Παντανάσσης


Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Ἀνακοίνωση Ἑσπερινοῦ


Ἡ εὐαγγελική διδασκαλία


Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένων ἀπό τά «Πνευματικά Γυμνάσματα» 
τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου


Συλογίσου, ἀγαπητέ, ὅτι ὁ διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ διδάσκαλος τῶν διδασκάλων καί ὁ ἱεροκήρυκας τῶν ἱεροκηρύκων. Μᾶλλον ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἕνας καί μοναδικός διδάσκαλος, ὅπως ὁμολόγησε ὁ νυκτερινός μαθητής Νικόδημος:

«Ῥαββί, οἴδαμεν ὅτι ἀπό Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος»1. Ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μιλώντας στό λαό καί τούς μαθητές Του, εἶπε: «Ὑμεῖς δέ μή κληθῆτε ῥαββί· εἶς γάρ ὑμῶν ἐστιν ὁ διδάσκαλος, ὁ Χριστός»2. Γι᾿αὐτό ἦρθε στόν κόσμο, ὄχι μόνο γιά νά τόν λυτρώσει, ἀλλά καί νά τόν διδάξει τήν ἀλήθεια, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος πάλι: «Ἐγώ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τόν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ»3. 

Καί γιά νά ἐπιβεβαιώσει αὐτή τή διδασκαλία ὁ οὐράνιος Πατέρας, μᾶς πρόσταξε ν᾿ ἀκοῦμε αὐτό τό διδάσκαλο – «αὐτοῦ ἀκούεττε»4 –, ὅταν μάλιστα δέν διδάσκει μόνο μέ λόγια, ἀλλά πολύ περισσότερο μέ ἔργα.

Ὑπολόγισε τώρα, πόσο βαρύ φορτίο σήκωσε ὁ Λυτρωτής μας, γιά νά μᾶς διδάξει τήν ἀλήθεια. Γιατί, ἐνῶ γιά τή δημιουργία ὅλων τῶν ὄντων δέν ξόδεψε παρά μόνο ἕνα λόγο – «ὅτι αὐτός εἶπε, καίἐγενήθησαν, αὐτός ἐνετείλατο, καί ἐκτίσθησαν»5 –, ὅμως, γιά νά μᾶς διδάξει τά θελήματά Του καί τούς θησαυρούς τῆς σοφίας Του, γυμνώθηκε ἀπό τή μεγαλειότητά Του, πῆρε μορφή δούλου καί σχῆμαἀνθρώπου ἁμαρτωλοῦ – «μορφήν λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος», κατά τόν Ἀπόστολο,6 – καί μ᾿ αὐτή τή μορφή ὑποβλήθηκε σέ τόσους κόπους, σ᾿ ὅσους δέν ὑποβλήθηκαν ποτέ οἱ δάσκαλοι καίκήρυκες τοῦ θείου λόγου.

Τί λοιπόν περισσότερο μποροῦσε νά κάνει ἡ ἄψευστη Ἀλήθεια, παρά νά γίνει, μέ τήν αὐτοπρόσωπη διδασκαλία Της, καί δική μας ἀλήθεια; «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια»7. Μέ ποιόν ἄλλο τρόπο μποροῦσε νά δείξει πώς μᾶς ἀγαπάει ὁ γλυκύτατός μας διδάσκαλος, παρά μέ τό νά ὑποφέρει τόσους κόπους, τρέχοντας ἐδῶ κι ἐκεῖ καί ὀργώνοντας ὅλη τήν Ἰουδαία μέ τά ἴδια Του τά πόδια; «Καί περιῆγεν ὅλην τήν Γαλιλαίαν ὁἸησοῦς διδάσκων... καί κηρύσσων τό εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας»8. Καί δέν ἔφτανε αὐτό. Ὑπέμεινε ἐπιπλέον καί τήν ἀτίμωση, ἀφοῦ Τόν ὀνόμαζαν φάγο, οἰνοπότη καί δαιμονισμένο, μόνο καί μόνο γιά νά μᾶςδιδάξει τό δρόμο πού ὁδηγεῖ στή ζωή.

Λοιπόν, ποιά δικαιολογία θά βρεῖς νά πεῖς στόν Κύριο, πού δέν δέχθηκες τή θεία Του διδασκαλία καί δέν φωτίστηκες ἀπό τό φῶς Του; «Εἰ μή ἦλθον καί ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δέπρόφασιν οὐκ ἔχουσι περί τῆς ἀμαρτίας αὐτῶν»9.

Νά ντραπεῖς λοιπόν, πού τόσες φορές ἀκολούθησες τίς ἀπατηλές διδασκαλίες τοῦ κόσμου, τῆς σάρκας καί τοῦ διαβόλου· πού προτίμησες τίς συμβουλές τῆς ἐπίγειας σοφίας, τῆς τιποτένιας καί δαιμονικῆς,ἀπό τίς συμβουλές τῆς θείας σοφίας· πού δέν θέλησες τίποτ᾿ ἄλλο ψηλότερο, παρά ἔκανες τό πᾶν γιά ν᾿ ἀποκτήσεις δόξα καί τιμή ἀνθρώπινη· πού ἀγωνίστηκες νά ἱκανοποιήσεις τίς αἰσθήσεις καί τά πάθη σου,ν᾿ ἀπολαύσεις τίς ἡδονές καί, τέλος, νά μαζέψεις χρήματα.

Ὑπάρχει μεγαλύτερο χάρισμα ἀπ᾿ αὐτό πού σοῦ δόθηκε, ν᾿ ἀκοῦς δηλαδή ἀπό τό ἴδιο τό στόμα τοῦ σαρκωμένου Λόγου ἐκεῖνα τά λόγια, πού θέλησαν ν᾿ ἀκούσουν προφῆτες καί βασιλεῖς καί δέν τ᾿ἄκουσαν; «Λέγω ὑμῖν, ὅτι πολλοί προφῆται καί βασιλεῖς ἠθέλησαν... ἀκοῦσαι ἅ ἀκούετε, καί οὐκ ἤκουσαν»10. Ὅταν ἀνοίγεις γιά νά διαβάσεις τό Εὐαγγέλιο, πού περιέχει τή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νά τόκάνεις σά ν᾿ ἀνοίγεις τόν ἴδιο τόν οὐρανό, ὅπως λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Ἡ τῶν γραφῶν ἀνάγνωσις τῶν οὐρανῶν ἐστιν ὑπάνοιξις»11. Πρέπει νά τό μελετᾶς μέ φόβο καί τρόμο, σά νά μιλᾶς μέ τόν ἴδιο τό Θεό.Ἐσύ ὅμως δέν αἰσθάνεσαι κανένα φόβο στήν καρδιά σου, ὅταν ἀκοῦς νά σοῦ μιλάει μέ τό στόμα Του ὁ Θεός, σάν τόν φόβο πού αἰσθανόταν ἀκόμα καί ὁ σκληροκάρδιος λαός τοῦ Ἰσραήλ, καί ἔλεγε στό Μωϋσῆ:

«Λάλησον σύ ἡμῖν, καί μή λαλείτω πρός ἡμᾶς ὁ Θεός, μή ἀποθάνωμεν»12.

Συλλογίσου τή διδασκαλία πού κάνει σ᾿ ὅλο τό θεῖο Εὐαγγέλιο Αὐτός ὁ οὐράνιος διδάσκαλος, ἰδιαίτερα ὅμως στήν ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία Του, καί ἐξέτασε τίς τρεῖς ποιότητες πού περιέχει ἡ θεία διδασκαλία: τό ὕψος, τήν ἀλήθεια καί τήν ὠφέλεια.

Τό ὕψος τῆς διδασκαλίας, πού ἦταν κρυμμένο καί ἀκατανόητο μέχρι τότε ἀπό τή διάνοια ὅλων τῶν σοφῶν, γίνεται φανερό μ᾿ ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Κύριος: «Ἐρεύξομαι κεκρυμμένα ἀπό καταβολῆςκόσμου»13. Γιατί μέχρι ἐκείνη τήν ἐποχή ὁ κόσμος νόμιζε, ὅτι εὐτυχισμένος εἶν᾿ ἐκεῖνος πού ἔχει περισσότερα πλούτη, τιμές καί ἀπολαύσεις. 

Ἄς συλλογιστοῦμε λοιπόν πόσο ἐκστατικό ἔμεινε τό ἀνθρώπινογένος, ὅταν γιά πρῶτη φορά ἄκουσε τόν Κύριο νά διατυπώνει μιά τόσο ὑψηλή καί οὐράνια διδασκαλία, ὅτι δηλαδή εἶναι μακάριοι οἱ φτωχοί, οἱ ταπεινοί, οἱ πρᾶοι, οἱ πεινασμένοι, οἱ εἰρηνοποίοι, οἱ καθαροί στήνκαρδιά, αὐτοί πού καταδιώκονται καί κατηγοροῦνται ἄδικα. Καί ἀπεναντίας, ὅτι ἄθλιοι καί ταλαίπωροι εἶναι οἱ πλούσιοι, πού ἔχουν τήν καρδιά τους προσκολλημένη στ᾿ ἀγαθά τοῦ κόσμου, οἱ χορτασμένοι μέ τίςτρυφές, ἐκεῖνοι πού χαίρονται, πού γελοῦν, πού ξεφαντώνουν, πού τιμῶνται καί θαυμάζονται ἀπό τούς ἀνθρώπους.

Ποιός μπορεῖ ὅμως νά καταλάβει τό ἀκατάληπτο ὕψος πού περιέχει ἡ διδασκαλία τοῦ θείου Εὐαγγελίου; Γι᾿ αὐτό πολύ σοφά ὁ ἀπόστολος Βαρθολομαῖος ὀνόμασε τό Εὐαγγέλιο μικρό καί μεγάλο: Μικρόστό μῆκος, καί μεγάλο στό πλάτος καί στό ὕψος τῶν νοημάτων (Διονυσίου, κεφ. α΄ τῆς μυστικῆς θεολογίας). 

Τό Εὐαγγέλιο, προσθέτει ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος, εἶναι ἕνα πέλαγος, ὅπου βρίσκεται τό σύνολο τῶνχαρισμάτων καί ἡ θάλασσα τῶν πνευματικῶν μυστηρίων, καί ὅπου πλέει ὁ μυστικός ΙΧΘΥΣ – Ἰησοῦς Χριστός Θεοῦ Υἱός Σωτήρ, κατά τήν ἀρχαία συμβολική ἀκροστιχίδα. Ἐπιτομή τῆς θεολογίας ὀνόμασεἀκόμα τό Εὐαγγέλιο ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος. 

Ἄν τώρα ὁλόκληρη ἡ Ἀγία Γραφή χαρακτηρίζεται ἀπό τόν ἱερό Αὐγουστίνο σάν ἐγκυκλοπαίδεια ὅλων τῶν ἐπιστημῶν, καί ἀπό τό Μέγα Βασίλειο σάν ἐργαστήριοψυχῶν καί ἀποθήκη τῶν πνευματικῶν βοτάνων, καταλαβαίνουμε πόσο ὑπερέχει τό Εὐαγγέλιο, ἡ Καινή Διαθήκη, πού ἐπικυρώθηκε μέ τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καί εἶναι, κατά τόν ἁγιο Μάξιμο, «πρεσβεία Θεοῦπρός ἀνθρώπους, δι᾿ Υἱοῦ σαρκωθέντος, μισθόν δωρουμένου τοῖς πειθομένοις αὐτῷ τήν ἀγέννητον θέωσιν».

Ἡ ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι αὐταπόδεικτη, γιατί προέρχεται ἀπό τό στόμα τῆς αὐτοσοφίας τοῦ Ὑψίστου, πού εἶναι ἡ Ἀλήθεια: «Ἐγώ (δηλ. ἡ σοφία) ἀπό στόματος Ὑψίστου ἐξῆλθον»14. Κι ἄν ὅλοι μαζί οἱ ἄνθρωποι, ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι τή συντέλεια τοῦ κόσμου, βρεθοῦν ψεῦτες, μόνο ὁ Θεός δέν πρόκειται νά βρεθεῖ ποτέ ψεύτης. Πάντα θά ἐκφράζει τήν ἀλήθεια, ὅπως λέει καί ὁἈπόστολος: «Γινέσθω δέ ὁ Θεός ἀληθής, πᾶς δέ ἄνθρωπος ψεύστης»15.

Ἡ ὠφέλεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι φανερή, γιατί ὁδηγεῖ στή σωτηρία. Δηλαδή δίνει «γνώσιν σωτηρίας τῷ λαῷ»16. Καί ἀκόμα, σάν διδασκαλία τοῦ Θεοῦ, ἔχει μέσα της τό Πνεῦμα καίμεταδίδει ζωή, ὅπως λέει ὁ Κύριος: «Τά ῥήματα ἅ ἐγώ λαλῶ ὑμῖν, πνεῦμα ἐστι καί ζωή ἐστι»17.

Ἡ εὐαγγελική διδασκαλία περιέχει ὅλες τίς ἀρχές τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς. Μᾶς δείχνει ποιό εἶναι τό καλό καί ποιό τό κακό. Βγάζει ἀπό πάνω μας τόν παλιό ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, καί μᾶς ντύνει μέτό νέο, «τόν κατά Χριστόν κτισθέντα». Μεταβάλλει τούς ἀνθρώπους σέ ἀγγέλους.

Ὕστερα ἀπ᾿ αὐτά ἐσύ τί κάνεις; Μήπως δείχνεις μέ τά ἔργα σου μιά πίστη ἀντιφατική; Ὅταν δηλαδή σέ διδάσκει τό Εὐαγγέλιο τίς θεωρητικές ἀλήθειες καί τά δόγματα τῆς πίστεως, ἐσύ τά δέχεσαι. Ὅτανὅμως σοῦ ὁρίζει τίς πρακτικές ἀλήθειες, μέ τίς ὁποῖες θά διορθώσεις τά ἤθη σου, τότε ξεσηκώνονται ὅλες οἱ ἐπιθυμίες σου καί σέ πιέζουν νά μή δεχθεῖς τούς νόμους του. Ἔτσι, ἀπό τή μιά πιστεύεις, ὅπως λές, γι᾿ἀληθινή τή διδασκαλία του, κι ἀπό τήν ἄλλη ζεῖς σά νά τήν πίστευες γιά ψεύτικη. Πρόσεξε ὅμως, γιατί αὐτό τό ἴδιο τό Εὐαγγέλιο θά σέ καταδικάσει, καθώς βεβαιώνει ὁ Κύριος:

«Ὁ μή λαμβάνων τά ῥήματά μου, ἔχει τόν κρίνοντα αὐτόν· ὁ λόγος ὅν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτόν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ»18.

Χρειάζεται λοιπόν ἔμπρακτη πίστη. Γιατί, θεωρητικά μόνο, «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι»19. Ἡ ἔμπρακτη πίστη ὅμως εἶναι τό χαρακτηριστικό τῶν ἀληθινῶν χριστιανῶν: «κἀγώ δείξω σοιἐκ τῶν ἔργων μου τήν πίστιν μου»20.

Ξύπνα λοιπόν κι ἔλα στόν ἑαυτό σου. Ἄναψε πάλι μέσα σου τή φλόγα τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης στό θεῖο σου Διδάσκαλο. Νά ντρέπεσαι, γιατί μέχρι τώρα ἔθρεψες τήν καρδιά σου μέ πράγματαἀντίθετα ἀπό κεῖνα πού Αὐτός δίδαξε μέ τό παράδειγμα καί τά λόγια Του.

Παρακάλεσε, τέλος, τό Χριστό νά κάνει τήν καρδιά σου ταπεινή, ὑπάκουη καί γενναία, γιά νά ἐφαρμόζεις ἐκεῖνα πού σέ διδάσκει. «Οὐ γάρ οἱ ἀκροαταί τοῦ νόμου δίκαιοι παρά τῷ Θεῷ ἀλλ᾿ οἱ ποιηταίτοῦ νόμου δικαιωθήσονται»21.


______________


1 Ἰω. γ΄:2.
2 Ματθ. Κγ΄:8.
3 Ἰω. ιη΄:37.
4 Ματθ. Ιζ΄:5.
5 Ψαλμ. 148:5.
6 Φιλιπ. Β΄:7.
7 Ἰω. Ιδ΄:6.
8 Ματθ. Δ΄:23.
9 Ἰω. Ιε΄:22.
10 Λουκ. Ι΄:24.
11 Λόγ. Β΄ εἰς τόν Ἡσαΐαν.
12 Ἐξ. Κ΄:19.
13 Ματθ. Ιγ΄:35.
14 Σοφ. Σειρ. 24:3.
15 Ρωμ. Γ΄:4.
16 Λουκ. Α΄:77.
17 Ἰω. Στ΄:63.
18 Ἰω. Ιβ΄:48.
19 Ἰακ. Β΄:19.
20 Ἰακ. Β΄:18.
21 Ρωμ. Β΄:13.


(Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ»,
Ἐκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς)

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Πρόσκληση του Συλλόγου Προσκυνητών Αγίου Όρους ‘’ Παναγία η Πορταΐτισσα ‘’



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ο Σύλλογος Προσκυνητών Αγίου Όρους 
‘’ Παναγία η Πορταΐτισσα ‘’

θα τελέσει Πανηγυρική Θεία Λειτουργία προς τιμήν της Παναγίας Πορταΐτισσας
την Δευτέρα 31 Αυγούστου στον 
Ιερό Ναό Γενεσίου της Θεοτόκου (Παντάνασσα)
στα Καταφυγιώτικα Κατερίνης.

Στη Λειτουργία θα χοροστατήσει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Γεώργιος

Καλούνται τα μέλη, φίλοι και προσκυνητές του συλλόγου μας, να τιμήσουν με την παρουσία τους την εορτή της Παναγίας μας.

Θα ακολουθήσει καφές και κέρασμα στην αίθουσα της Εκκλησίας.

Ἑβδομαδιαῖον Πρόγραμμα Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν


Κυριακάτικο Κήρυγμα


Κυριακή ΙΓ' Ματθαίου
(Ματθ. 21, 33-42)


Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή ο Κύριός μας παρομοιάζει τη Βασιλεία του Θεού με αμπελώνα, τον οποίο ο οικοδεσπότης εμπιστεύεται σε άξιους γεωργούς για να τον καλλιεργήσουν. Όταν όμως έφτασε ο καιρός της συγκομιδής οι γεωργοί εκείνοι όχι μόνο δεν απέδωσαν τους καρπούς, αλλά έδιωξαν κακήν κακώς τους δούλους που έστειλε ο κύριος του αμπελώνα για να συλλέξουν τη σοδειά. Και όταν τελικά έστειλε τον ίδιο του το γιο, οι γεωργοί εκείνοι τον σκότωσαν, θέλοντας να σφετεριστούν την περιουσία του κυρίου τους. 

Στη συνέχεια ο Χριστός ρωτάει τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους τί θα πρέπει να πράξει ο οικοδεσπότης της παραβολής, κι εκείνοι αποκρίνονται ότι θα πρέπει να τους τιμωρήσει με θάνατο και να δώσει τον αμπελώνα σε άλλους γεωργούς. Και ο Ιησούς, επισφραγίζοντας την κρίση τους, επιβεβαιώνει ότι ο Θεός θα εμπιστευτεί τη Βασιλεία Του σε εκείνο το έθνος που θα εργάζεται τις εντολές του Θεού και θα αποδίδει τους καρπούς των έργων του.

Με την παραβολή αυτή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός θέλει να τονίσει καταρχάς ότι το «έθνος άγιον» ή αλλιώς ο «λαός του Θεού» δεν είναι απλά εκείνοι οι άνθρωποι που διάλεξε ή διαλέγει ο Θεός, αλλά εκείνοι που εργάζονται τίμια τη διδασκαλία και τις εντολές που τους εμπιστεύεται. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός επέλεξε τον λαό του Ισραήλ να Τον υπηρετήσει, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι όμως καλλιέργησαν στο λαό την πεποίθηση ότι η Βασιλεία του Θεού τούς ανήκει δικαιωματικά, επειδή απλά ήταν απόγονοι των Πατριαρχών, του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Αυτή τους η αλαζονεία τούς οδήγησε διαχρονικά όχι μόνο να μην υπακούσουν στους απεσταλμένους του Θεού, τους Προφήτες, τους Κριτές και τους Δίκαιους της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και να τους εξορίσουν και θανατώσουν. Και βέβαια, όταν ο Θεός απέστειλε τον Υιό αυτού, του επεφύλαξαν το Πάθος και τον σταυρικό θάνατο.

Για το λόγο αυτό ο Χριστός τονίζει ότι για τον Θεό δεν μετρούν τα φυλετικά κριτήρια, δεν ανήκει δηλαδή κανείς στο «έθνος το άγιον» εξαιτίας της καταγωγής του. Θα μας πει μάλιστα ότι μητέρα Του και αδελφούς Του θεωρεί εκείνους που ακούν και εφαρμόζουν στη ζωή τους τον λόγο του Θεού[1]. 

Και τούτο γιατί ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης, δεν κάνει δηλαδή διακρίσεις αλλά αγαπά εξίσου όλους τους ανθρώπους και επιθυμεί όλοι να γνωρίσουν την αλήθεια και να σωθούν[2]. 

Αν ο Θεός επέλεξε τον λαό του Ισραήλ ως «περιούσιο λαό» Του, στην πραγματικότητα τον προσκάλεσε να γίνει λαός του Θεού, να γίνει το παράδειγμα για τους άλλους λαούς και με τον τρόπο αυτό να ελκύσει ολόκληρη την ανθρωπότητα στην γνώση της αληθείας του Θεού. 

Οι Ισραηλίτες όμως θεώρησαν την πρόσκληση αυτή ως κεκτημένο τους δικαίωμα, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μη γίνουν πρότυπο πιστού έθνους, αλλά να ζηλέψουν και να υιοθετήσουν οι ίδιοι τις συνήθειες των άλλων εθνών, την σκληρότητά τους, τα έθιμά τους, ενίοτε και τους θεούς τους.

Ο Χριστός με το σωτήριο έργο Του και με τη διδασκαλία Του προσκαλεί κάθε άνθρωπο, ανεξαρτήτως καταγωγής, να γίνει μέλος του άγιου έθνους των χριστιανών. Στη βασιλεία Του δεν έχουν θέση εκείνοι που απλά έτυχε να έχουν βαπτιστεί χριστιανοί, αλλά εκείνοι που εργάζονται την μία και μοναδική εντολή της Αγάπης που ο ίδιος δίδαξε και εφάρμοσε με την σταυρική θυσία Του και την Ανάστασή Του.

Η σημερινή παραβολή απευθύνεται επομένως και σε όλους εμάς που θέλουμε να είμαστε και να λεγόμαστε παιδιά Του και μέλη του ενός σώματος της Εκκλησίας. Το χρέος μας και το έργο μας είναι απλό και συνίσταται σε δύο άξονες. Ο πρώτος είναι να γνωρίζουμε την Αλήθεια, να μελετάμε δηλαδή το Ευαγγέλιο και να αναζητούμε στον λόγο του Θεού τις απαντήσεις για την ζωή μας, για την ύπαρξή μας, για το σκοπό που ζούμε και κινούμαστε επάνω στη γη, για τη σχέση μας τόσο με τους συνανθρώπους μας όσο και με τον ίδιο το Θεό. 

Και ο δεύτερος είναι να εργαζόμαστε τον πνευματικό αμπελώνα του Κυρίου και να αποδίδουμε τους καρπούς του, που σημαίνει να εφαρμόζουμε το Ευαγγέλιο στη ζωή μας με τέτοιο τρόπο που να μεταμορφώνει την προσωπικότητά μας και να αντανακλά στους ανθρώπους γύρω μας.

Συχνά ως άνθρωποι παρασυρόμαστε και τείνουμε να υιοθετούμε πρότυπα και συμπεριφορές άλλων ανθρώπων, που κινούνται έξω από την κατά Θεόν ζωή. Ο Χριστός σήμερα μάς προσκαλεί και μάς υπενθυμίζει ποιός είναι ο δικός μας ρόλος ως παιδιά Του και αδέλφια Του: να γίνουμε εμείς το πρότυπο και το φως του κόσμου, και να ζηλεύουμε όχι τα επίγεια, αλλά τα επουράνια, ως γνήσια τέκνα Του και συγκληρονόμοι της Βασιλείας Του.



π. Χερουβείμ Βελέτζας

Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

† Κυριακῇ 30 Αὐγούστου 2015 (ΙΓ' Ματθαῖου)

Εὐαγγελική Περικοπή,

Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον
Κεφ. κα΄: 33-42

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ἄνθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅς τις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα, καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε, καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν, καὶ ᾠκοδόμησε πύργον· καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς, καὶ ἀπεδήμησεν. Ὅτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς, λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ. Καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ, ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν. Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν πρώτων· καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως. Ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, λέγων· Ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου. Οἱ δὲ γεωργοὶ, ἰδόντες τὸν υἱὸν, εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· Οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε, ἀποκτείνωμεν αὐτὸν, καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. Καὶ λαβόντες αὐτὸν, ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος, καὶ ἀπέκτειναν. Ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις; Λέγουσιν αὐτῷ· Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς· καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν. Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· Οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς Γραφαῖς· Λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;



Ἀπόστολος,

Πρὸς Κορινθίους Α’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
Κεφ. ιστ΄: 13-24

δελφοί, γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε. Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω. Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί· οἴδατε τὴν οἰκίαν Στεφανᾶ, ὅτι ἐστὶν ἀπαρχὴ τῆς ᾿Αχαΐας καὶ εἰς διακονίαν τοῖς ἁγίοις ἔταξαν ἑαυτούς· ἵνα καὶ ὑμεῖς ὑποτάσσησθε τοῖς τοιούτοις καὶ παντὶ τῷ συνεργοῦντι καὶ κοπιῶντι. Χαίρω δὲ ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ Στεφανᾶ καὶ Φουρτουνάτου καὶ ᾿Αχαϊκοῦ, ὅτι τὸ ὑμῶν ὑστέρημα οὗτοι ἀνεπλήρωσαν· ἀνέπαυσαν γὰρ τὸ ἐμὸν πνεῦμα καὶ τὸ ὑμῶν. Ἐπιγινώσκετε οὖν τοὺς τοιούτους. ᾿Ασπάζονται ὑμᾶς αἱ ἐκκλησίαι τῆς ᾿Ασίας. Ἀσπάζονται ὑμᾶς ἐν Κυρίῳ πολλὰ ᾿Ακύλας καὶ Πρίσκιλλα σὺν τῇ κατ᾿ οἶκον αὐτῶν ἐκκλησίᾳ. Ἀσπάζονται ὑμᾶς οἱ ἀδελφοὶ πάντες. Ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ. ῾Ο ἀσπασμὸς τῇ ἐμῇ χειρὶ Παύλου. Εἴ τις οὐ φιλεῖ τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα. Μαρὰν ἀθᾶ. ῾Η χάρις τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μεθ᾿ ὑμῶν. Ἡ ἀγάπη μου μετὰ πάντων ὑμῶν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· ἀμήν.



Εἰς τόν Ὄρθρον
Τὸ B΄ Ἑωθινόν Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατά Μάρκον 
Κεφ. ιστ΄: 1-8

Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ, καὶ Μαρία ἡ τοῦ ᾿Ιακώβου καὶ Σαλώμη, ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν τὸν᾿Ιησοῦν. Καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς Σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; Καὶ ἀναβλέψασαι, θεωροῦσιν, ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. Ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· ᾿Ιησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε, ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. Ἀλλ᾿ ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχύ, ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις· καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.