Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

Για όσους χάνουν το δρόμο: από τη ζωή της ερήμου


Ηταν ένας ευλαβής άνθρωπος, που σύχναζε στο μοναστήρι του Αββά Σερίδου, στην Παλαιστίνη. Μια φορά έκανε πολύ καιρό να πάει.

Οταν λοιπόν πήγε, του είπε ο Αββάς• «βρήκες το δρόμο;». Εκείνος του απάντησε. «Αββά, αν προσευχόσασταν για μένα, δεν θα αργούσα να έρθω. Πες το σε παρακαλώ στο Γέροντα».

Γέροντας της μονής ήταν ο άγιος Βαρσανούφιος, ο έγκλειστος. Οταν πήρε το μήνυμα, του έγραψε αυτά τα λίγα λόγια:

«Ούτε λίγο ούτε πολύ, μας είπες ότι κοιμόμαστε και δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Αλλά και συ δε βρέθηκες πιο έξυπνος και νηφάλιος, ώστε να ρθεις και να μας ξυπνήσεις. Θυμάσαι τι έκαναν οι μαθητές του Σωτήρα μας; Τοτε που βυθίζονταν με το πλοίο στη θάλασσα, πήγαν κοντά Του και Τον ξύπνησαν λέγοντας: Διδάσκαλε, δε σε νοιάζει που χανόμαστε; Εκείνος σηκώθηκε και τούς έσωσε».

Πήρε την απάντηση ο χριστιανός, αλλά δεν άλλαξε γνώμη. Ο γέροντας πάλι του έγραψε με πατρική αγάπη και διάκριση:
«Συγχώρεσέ με. Η φιλονεικία δεν έχει ταπείνωση».

Σαν άκουσε τον λόγο αυτό ο άνθρωπος, συγκινήθηκε και έφυγε ωφελημένος.

Σήμερα που οι δρόμοι έγιναν πολλοί, αμέτρητοι και εύκολα χάνεται ο στόχος, τα λόγια του άγιου γέροντα Βαρσανούφιου λένε πολλά…..για όσους χάνουν το δρόμο και ψάχνουν οδοδείκτες και πιο πολύ γι” αυτούς που έχουν αυτιά να ακούσουν.


Ε.Κ
Από το περιοδικό: «Η δράση μας», τεύχος Ιανουαρίου 2008

Η καλλιέργεια της καρδιάς με τη νήψη και την προσευχή


Βασικός παράγοντας για την καλλιέργεια της καρδιάς και την άσκηση της προσευχής είναι η προσοχή. Για να στρέψει ο άνθρωπος τον νου στην καρδιά του και ακολούθως στον Θεό, χρειάζεται να ενεργοποιήσει ιδιαίτερα την προσοχή του. Με την προσοχή συγκεντρώνεται ο όλος άνθρωπος στην προσπάθεια να σταθεί στην παρουσία του Θεού και να εκπληρώσει τις εντολές Του. 

Η προσπάθεια αυτή στην ασκητική παράδοση ονομάζεται νήψη ή τήρηση του νου. Η νήψη είναι απαραίτητη στην προσευχή για την εκπλήρωση της πρώτης και μεγάλης εντολής, της αγάπης προς τον Θεό. Ελέγχει κάθε κίνηση του νου και της καρδιάς, ώστε η στροφή του ανθρώπου προς τον Θεό να είναι καθολική και σύμφωνη με το Πνεύμα Του. 

Ο Θεός είναι ζηλωτής και επιθυμεί ολόκληρη την καρδιά του ανθρώπου. Γι’ αυτό και ο χριστιανός από την αρχή της ημέρας ρυθμίζει τη στάση του ενώπιον του Θεού. Τοποθετεί τον νου στην καρδιά του και διατηρεί τα νοήματα και τις αισθήσεις του στην παρουσία τού Κυρίου.

Οι «σκληροί λόγοι» των αγίων Γραφών προκαλούν στην καρδιά προφητικό «συσσεισμό». Όπως κατά την ήμερα της Πεντηκοστής έπνευσε πρώτα η βίαιη πνοή και ύστερα ξεχύθηκε το Άγιο Πνεύμα «επί πάσαν σάρκα», έτσι και τώρα ο πνευματικός συσσεισμός κάνει να αναφανεί η καινή καρδιά· όχι η λίθινη, αλλά η ευαίσθητη που είναι ικανή να προσλάβει το χάρισμα της Πεντηκοστής. Η καρδιά αυτή είναι τόσο πολύτιμη ενώπιον του Κυρίου, ώστε κάθε κραυγή ή επίκληση της συγκεντρώνει όλη την προσοχή Του και ελκύει τη χάρη Του.

Στην ίδια προοπτική εντάσσεται και η εκούσια άσκηση της αυτομεμψίας. Κρίνοντας αυστηρά τον εαυτό του ο άνθρωπος συντρίβεται και συνάγει όλο τον νου στην καρδιά. Τότε μπορεί να βοά «εν όλη καρδία» προς τον Θεό και να δέχεται από Αυτόν τη δικαίωση. Έτσι επιτελείται η νήψη και δυσχεραίνεται η διείσδυση του εχθρού με δόλιο τρόπο στην καρδιά του πιστού.

Η προσοχή του πιστού κατά την προσευχή, που ονομάζεται και ευκτική προσοχή, πρέπει να συνοδεύεται με αυτοπεριορισμό και υπομονή. Αυτά παρεμποδίζουν τη διάχυση του νου και τον διατηρούν απερίσπαστο στο έργο της προσευχής. Αλλά και η ίδια η προσευχή, όπως έχει διαμορφωθεί στην ορθόδοξη παράδοση ως μονολόγιστη επίκληση του Ονόματος του Κυρίου, συντελεί προς τον σκοπό αυτό: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με».

Στο πρώτο μέρος της ευχής αυτής περικλείεται ομολογία πίστεως στη θεότητα του Χριστού αλλά και σε όλη την Αγία Τριάδα. Στο δεύτερο μέρος, «ελέησόν με», γίνεται η εξομολόγηση του προσευχομένου· αναγνωρίζεται η πτώση (παγκόσμια και προσωπική), η αμαρτωλότητα και η ανάγκη για τη λύτρωση. Και τα δύο μέρη της ευχής, η ομολογία πίστεως και η μετάνοια του προσευχομένου, δίνουν πληρότητα και περιεχόμενο στην προσευχή.

Η μονολόγιστη αυτή προσευχή γίνεται κατ’ αρχάς προφορικά. Ακολούθως τελείται με τον νου και τελικά, με τη συνεργεία της χάριτος, ο νους κατεβαίνει στη βαθειά καρδιά του ανθρώπου. Για τον λόγο αυτό, η προσευχή αυτή ονομάζεται νοερά ή καρδιακή.

Με τη διαρκή επίκληση του Ονόματος του Χριστού και την προσήλωση του νου στις λέξεις της προσευχής καλλιεργείται μια μόνιμη ευχητική διάθεση. Έτσι η προσευχή γίνεται ο φυσικός τρόπος υπάρξεως του ανθρώπου, το ένδυμα της ψυχής του και η αυτενέργητη αντίδραση της καρδιάς του σε κάθε φαινόμενο του πνευματικού κόσμου. 

Η πνευματική αυτή κατάσταση έχει μεγάλη σπουδαιότητα κατά την ώρα του θανάτου. Η ασκητική εργασία της νοεράς προσευχής αποβαίνει εξάσκηση και προετοιμασία για το τέλος της επίγειας ζωής, ώστε η γέννηση του πιστού στην ουράνια ζωή να συντελεσθεί όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα και ακίνδυνα.

Η κάθοδος του νου στην καρδιά του ανθρώπου δεν πραγματοποιείται με τεχνητά μέσα, Όπως είναι η στάση του σώματος ή η ελεγχόμενη αναπνοή. Βέβαια και τα μέσα αυτά δεν είναι τελείως άχρηστα, αλλά μπορούν να χρησιμοποιούνται βοηθητικά κατά τα πρώτα στάδια της πνευματικής ζωής, πάντοτε με την επίβλεψη του πνευματικού οδηγού και την ταπεινή στάση του αρχάριου μαθητή. Ο κυριότερος παράγοντας για την κατάβαση τού νου και την ένωσή του με την καρδιά είναι η χάρη του Θεού.

Πολλές φορές επικρατεί σύγχυση και πλάνη μεταξύ των αμαθών ανθρώπων των ήμερων μας, που έχει ως αποτέλεσμα την ανάμειξη της ευχής του Ιησού με τη γιόγκα του Βουδισμού, τον «υπερβατικό διαλογισμό» και τα όμοια απότοκα της Ανατολής. Η ομοιότητα όμως που υπάρχει ανάμεσά τους είναι εξωτερική και σε πολύ κατώτερο επίπεδο. Η ριζική διαφορά του Χριστιανισμού από τις άλλες δοξασίες έγκειται στο ότι η προσευχή του Ιησού είναι θεμελιωμένη στην Αποκάλυψη του Ζώντος και Προσωπικού Θεού της Αγίας Τριάδος. Στους άλλους δρόμους δεν είναι δυνατή η καλλιέργεια προσωπικής σχέσεως μεταξύ του Θεού και του προσευχομένου.

Στον ασκητισμό της μη χριστιανικής ανατολής προβάλλεται η άσκηση της νοεράς απεκδύσεως από κάθε σχετικό και παρερχόμενο, για να ταυτισθεί ο άνθρωπος με κάποιο απρόσωπο Απόλυτο, με το οποίο πιστεύεται ότι είναι του ιδίου γένους, αλλά υπέστη υποβάθμιση και φθορά με τον ερχομό του στην πολύμορφη και μεταβαλλόμενη ζωή του παρόντος αιώνος. 

Η άσκηση αυτή είναι εγωκεντρική και βασίζεται στη θέληση του ανθρώπου. Έχει χαρακτήρα περισσότερο διανοητικό και δεν συνδέεται καθόλου με την καρδιά. Στην ασκητική αυτή παράδοση ο άνθρωπος αγωνίζεται να επιστρέψει στο ανώνυμο υπερπροσωπικό Απόλυτο και να ανακραθεί με αυτό. Επιθυμεί να σβήσει την ψυχή (atman) στον ανώνυμο ωκεανό του Υπερπροσωπικού Απολύτου.

Για να φθάσει στο τέλος αυτό, ο ασκητής των ανατολικών θρησκειών αγωνίζεται να απεκδυθεί κάθε πάθος και μορφή αστάθειας της παροδικής υπάρξεως και να βυθισθεί σε κάποια αφηρημένη νοητή σφαίρα της καθαράς Υπάρξεως. Η άσκηση αυτή είναι αρνητική και απρόσωπη. Δεν έχει θεωρία Θεού αλλά αυτοθεωρία ανθρώπου. Η καρδιά δεν μετέχει. Πουθενά στις Ουπανισάδες δεν αναφέρεται η υπερηφάνεια ως εμπόδιο για την άσκηση ή η ταπείνωση ως αρετή. Η πρόοδος στη μορφή αυτή του ασκητισμού εξαρτάται από τη θέληση του ιδίου του ανθρώπου που την προκαθορίζει. 

Απουσιάζει επίσης η θετική διάσταση της ασκήσεως ως πρόσληψη υπερφυσικής ζωής, που έχει πηγή μόνο τον Θεό της αποκαλύψεως. Η τεχνική απέκδυση που εφαρμόζεται στον Βουδισμό, και στην πιο εξευγενισμένη εκδήλωσή του, δεν αποτελεί παρά μόνο το ασήμαντο ήμισυ της υποθέσεως. 

Υπάρχει ο κίνδυνος, όταν ο νους βρίσκεται γυμνός στον «γνόφο της απεκδύσεως», να στραφεί προς τον εαυτό του, να θαυμάσει το φωτεινό αλλά κτιστό του κάλλος και να «λατρεύσει τη κτίσει παρά τον κτίσαντα». Και τότε, κατά τον λύγο του Κυρίου, «γίνεται τα έσχατα του ανθρώπου… χείρονα των πρώτων».

Η θεωρία λοιπόν αυτή της Ανατολής δεν είναι θεωρία Θεού αλλά αυτοθεωρία ανθρώπου. Δεν ξεπερνά τα όρια του κτιστού ούτε εγγίζει το πρωταρχικό Είναι του Ζώντος Θεού της αποκαλύψεως. Μπορεί ενδεχομένως η άσκηση αυτή να επιφέρει κάποια ανάπαυση και να οξύνει τις ψυχικές και διανοητικές λειτουργίες του ανθρώπου, αλλά «το γεγεννημένον εκ της σαρκός σαρξ έστι» και «Θεώ αρέσαι ου δύναται».

Η πλέον αυθεντική απέκδυση του νου από κάθε εμπαθή προσκόλληση στα ορατά και παρερχόμενα στοιχεία αυτού του κόσμου κατορθώνεται με φυσιολογικό τρόπο στη ζέση της μετανοίας. Ο καρδιακός πόνος που γεννάται από τη χάρη της μετανοίας, όχι μόνο αποδε¬σμεύει τον νου από τα φθαρτά, αλλά και τον συνάπτει στα αόρατα και αιώνια. 

Δηλαδή, η απέκδυση είναι, όπως μόλις είπαμε, μόνο το ήμισυ της υποθέσεως και αφορά τον ανθρώπινο παράγοντα στο κτιστό επίπεδο της υπάρξεως. Στον Χριστιανισμό, όμως, υπάρχει και η επένδυση της ψυχής με τη συνακόλουθη χάρη του Θεού και είναι πλήρωμα ζωής αθανάτου.

Πολλοί θαυμάζουν τον Βούδα και τον παραβάλλουν με τον Χριστό. Λέγεται ότι ο Βούδας σπλαχνίσθηκε τήν ανθρώπινη δυστυχία και με ωραία λόγια δίδαξε τη δυνατότητα και τον τρόπο να αποσπάται ο άνθρωπος από τα παθήματα και να μην τα αισθάνεται. 

Ωστόσο, ο Μονογενής Υιός του Θεού, ο Χριστός, με τα Πάθη, τον Σταυρό, τον θάνατο και την Ανάστασή Του προσέλαβε τον πόνο εκούσια και αναμάρτητα και τον μετέβαλε σε μέσο εκφράσεως της τέλειας αγάπης Του. Με αυτήν θεράπευσε το πλάσμα Του από το μέγα τραύμα της προπατορικής αμαρτίας και το απεργάσθηκε «καινήν κτίσιν». Γι’ αυτό ο πόνος είναι τόσο πολύτιμος στην άσκηση της ευχής, και η παρουσία του είναι ένδειξη ότι ο ασκητής δεν είναι μακριά από την αληθινή και άγια οδό της αγάπης προς τον Θεό. Την αγάπη αυτή εκφράζει ο άνθρωπος με την προσευχή του.

Κατά συνέπεια, η προσευχή είναι θέμα αγάπης. Αν προσευχόμαστε, σημαίνει ότι αγαπάμε τον Θεό. Αν αγαπάμε τον Θεό, προσευχόμαστε. Το μέτρο της προσευχής φανερώνει το μέτρο της αγάπης που έχουμε για τον Θεό.

Έτσι, ο άγιος Σιλουανός ταυτίζει τη μνήμη του Θεού με την προσευχή, ενώ οι άγιοι Πατέρες λένε ότι η λήθη του Θεού συνιστά το μεγαλύτερο πάθος. Όταν μας πολεμεί ένα πάθος, μπορούμε και εμείς να του αντιταχθούμε με το Όνομα του Θεού. Όσο πιο πολύ ταπεινώνουμε τον εαυτό μας και καλούμε τον Θεό σε βοήθεια μας, τόσο πιο δυνατοί γινόμαστε και νικούμε το πάθος. Όταν όμως λησμονούμε τον Θεό, ο εχθρός μας φονεύει ολοσχερώς. Γι’ αυτό και οι Πατέρες επισημαίνουν ότι η λήθη του Θεού είναι το μεγαλύτερο πάθος.

Αρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου, «Ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος», 
εκδ. Ι. Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ, Αγγλίας. 2012, σ. 110-116

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

Ἀντίφωνα τῆς Θεῖας Λειτουργῖας καί Μακαρισμοί



(Ζωντανή ἠχογράφηση στον Ι.Ν. Παντανάσσης Κατερίνης
σήμερα, Κυριακή Θ΄ Λουκᾶν, 22 Νοεμβρίου 2015)


Α´ Ἀντίφωνον
Ἦχος πλ. δ'

Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον. Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε.

Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον, καὶ πάντα τὰ ἐντός μου τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ.

Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον, καὶ μὴ ἐπιλανθάνου πάσας τὰς ἀνταποδόσεις αὐτοῦ.

Ἑβδομαδιαῖον Πρόγραμμα Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν


Κυριακάτικο Κήρυγμα


Κυριακή Θ΄ Λουκά
«Ἂφρον, ταύτῃ τῇ νυκτί τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ, ἃ δέ ἡτοίμασας τίνι ἒσται;».

Το ερώτημα αυτό απευθύνεται σε ένα πλεονέκτη πλούσιο. Ο πλούσιος αυτός, όπως μάς τον παρουσιάζει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στη σημερινή περικοπή, κατέστρωσε πολύ καλά τα σχέδια του. 

Προς στιγμή βρέθηκε σε απορία και αμηχανία. Σε ποιο χώρο θα συγκέντρωνε και θα αποθήκευε την πλούσια σοδειά της μεγάλης αγροτικής περιοχής του. Δεν άργησε να βρει τη λύση και να ησυχάσει. Αποφάσισε και σχεδίασε να γκρεμίσει τις αποθήκες του και να οικοδομήσει καινούργιες, μεγαλύτερες, για να αποθηκεύσει όλα τα προϊόντα του, ώστε να τα έχει και να τα απολαμβάνει μόνος του για πολλά χρόνια. 

Αμέσως έθεσε σε εφαρμογή το φίλαυτο αυτό σχέδιο του. Ένα πράγμα μόνο δεν υπολόγισε. Ποιο είναι αυτό; Ο θάνατος.

Επάνω σε μια ευφορία των κτημάτων του και ενώ η προοπτική ήταν εξαίρετη για το οικονομικό μέλλον του και την άνεση της ζωής του, ήρθε αιφνίδια ο θάνατος. Άλλα σχεδίαζε και διαφορετικά ήρθαν τα πράγματα. Μοναδικός σκοπός της ζωής του η εξασφάλιση της περιουσίας, η αξιοποίηση των εισοδημάτων, η καλοπέραση, η ηδονή. 

Γι’ αυτό και το ερώτημα τον προσγειώνει ανώμαλα. Οι υπολογισμοί, τα σχέδια για πλούσια ζωή, χωρίς την ανάγκη κανενός βρέθηκαν σε μια στιγμή στον αέρα. Ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, την στιγμή που έκανε τα μεγάλαυχα αυτά σχέδια, του είπε: «Ἂφρον, ταύτῃ τῇ νυκτί τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ, ἃ δέ ἡτοίμασας τίνι ἒσται;».

Πιθανόν μερικοί σύγχρονοί του όταν είδαν την δραστηριότητα αυτή που ανέπτυξε, τις αποθήκες που οικοδόμησε, τα ανυπολόγιστα αγαθά που συγκέντρωσε, ίσως να τον θαύμασαν, να τον επαίνεσαν, να τον θεώρησαν έξυπνο και προνοητικό. Πολλοί όμως άνθρωποι κρίνουν τα πράγματα επιπόλαια και επιφανειακά, όχι με σύνεση και με ορθά κριτήρια. Όσα επαινετικά κι αν είπαν οι άλλοι γι’ αυτόν, όσα συγχαρητήρια για την εξυπνάδα και την νοικοκυροσύνη του κι αν του έδωσαν, δεν έχουν καμία αξία. Αξία και σημασία έχει ο χαρακτηρισμός που του έδωσε ο Θεός. Και ο Θεός τον ονόμασε άφρονα, δηλαδή ανόητο, απερίσκεπτο. Και όπως επιβεβαιώνουν τα πράγματα, παρά την εξυπνάδα του, ήταν μωρός και απερίσκεπτος ο πλούσιος.

Πρώτον, διότι υπέπεσε στο μεγάλο λάθος να θεωρήσει αποκλειστικά δική του τη «χώρα», τα χωράφια και τα κτήματά του. Δικά του επίσης και τα προϊόντα, τα οποία από άμετρη φιλαυτία τα χαρακτήρισε ως «ἀγαθά του», ως «γεννήματά του». Ξέχασε, ότι τα χωράφια δεν τα έφτιαξε αυτός «ἐκ τοῦ μή ὂντος», δεν τα έφερε από κάποια άλλη περιοχή και ούτε φυσικά μπορούσε να τα μετακινήσει. Και πολύ περισσότερο δεν είχε τη δύναμη να τα πάρει μαζί του μετά τον θάνατό του. Αυτός γυμνός γεννήθηκε, γυμνός και θα έφευγε από τον κόσμο αυτό. Η γη και όλα όσα βρίσκονται σ’ αυτήν ανήκουν στον Κύριο. «Τοῦ γάρ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς», λέει ο ψαλμωδός.

Αλλά ούτε και τα προϊόντα της «χώρας» του ανήκαν, έστω κι αν αυτός κανόνιζε τις εργασίες, επέβλεπε και φρόντιζε για την παραγωγή. Γιατί αν ο Θεός δεν στείλει τους κατάλληλους καιρούς, οι κόποι και οι μόχθοι των ανθρώπων είναι μάταιοι και άκαρποι. Ο Θεός είναι αυτός που όρισε την ευεργετική διαδοχή των εποχών. Αυτός στέλνει τους εύκρατους καιρούς, αυτός δίνει στην γη, κατά τον κατάλληλο χρόνο, την πρώιμη και την όψιμη βροχή, ώστε να ευοδώνεται η καρποφορία και οι άνθρωποι να αποθηκεύουν «τόν σῖτον καί τόν οἶνον καί τόν ἒλαιον».

Προκειμένου και για τα υλικά αγαθά έχει εφαρμογή ο θεόπνευστος λόγος· «τί ἒχεις ὃ οὐκ ἒλαβες; Εἰ δέ καί ἒλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μή λαβών;» . Δεν είναι, λοιπόν, παραλογισμός και αφροσύνη να οικειοποιείται κανείς ξένα αγαθά και να καυχάται γι’ αυτά, σαν να είναι δικά του;

Ήταν ακόμη άφρονας ο πλούσιος της παραβολής, γιατί ήταν αχόρταγος και σκληρόκαρδος. Είχε αποθήκες, όχι μια αλλά πολλές. Κι οι πολλές αποθήκες του αυτές, ασφαλώς θα ήταν ευρύχωρες και θα μπορούσαν να χωρέσουν ένα πολύ μεγάλο μέρος από τη σοδειά του, από τα προϊόντα του. Όσα του περίσσευαν θα μπορούσε να τα διαθέσει στους πτωχούς αδελφούς του, για τις χήρες και τα ορφανά, ώστε κι εκείνοι λιγότερο, κι αυτός περισσότερο να απολαύσουν την ευλογία αυτή του Θεού. Αλλά τους πτωχούς, ίσως και όσους εργαζόταν στα κτήματά του δεν τους υπολόγιζε καθόλου. 

Και κυριεύθηκε από καταθλιπτικές μέριμνες, υποβλήθηκε σε εξαντλητικούς κόπους για την ανέγερση των αποθηκών του, ταλαιπωρήθηκε ασφαλώς πολύ, ενδεχομένως μέρα και νύκτα, για να αποθηκεύσει τα πάντα, ώστε να μη χαθεί τίποτε. Όλα αυτά πιθανόν να του κλόνισαν την υγεία του και να συντόμευσαν την ζωή του. Δεν είναι αυτό παραφροσύνη;
Το μέγεθος της αφροσύνης φαίνεται και από τα λόγια που είπε, λίγο πριν συγκεντρώσει τα πλούσια αγαθά του. Είπε· «ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή ἒχεις πολλά ἀγαθά, κείμενα εἰς ἒτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου». 

Ταλαίπωρος άνθρωπος ο πλούσιος. Δεν έχει κανένα ευγενικό ιδανικό. Εντελώς άμοιρος από ίχνος αγάπης. Ασυγκίνητος και ακίνητος για κάθε καλή πράξη, υποβίβασε τον εαυτό του στην τάξη των ζώων, τα οποία, από ένστικτο και μόνο κινούμενα ενδιαφέρονται αποκλειστικά και μόνο για να φάνε, να πιουν και να αναπαυθούν. Στον πλούσιο είχε πλήρη εφαρμογή το ψαλμικό χωρίο· «ἂνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε· παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς».

Το αποκορύφωμα όμως της μωρίας και της ανοησίας του φαίνεται στην ανεδαφική διαβεβαίωση που έδωσε στον εαυτό του, ότι θα ζήσει πολλά χρόνια για να απολαμβάνει τα αγαθά του. Αυτός ήταν ο κύριος της ζωής και του θανάτου; Αυτός είχε ορίσει την ημέρα που γεννήθηκε, την ώρα που θα πεθάνει, την διάρκεια της ζωής του; Μήπως είχε κάνει κάποιο συμβόλαιο με τον θάνατο ή είχε καμία εξουσία να τον διατάξει να έρθει μετά από πολλά χρόνια; Είχε ξεχάσει ότι «ἐν χειρί Θεοῦ» βρίσκεται η ζωή και ο θάνατος των ανθρώπων. Όταν όμως κυριεύσει τον άνθρωπο η υλοφροσύνη και η πλεονεξία τότε σκοτίζεται η λογική, σβήνει η ορθοφροσύνη και ο άνθρωπος παραλογίζεται, γίνεται άφρονας.

Ας φυλαχθούμε από την τρομερή αυτή αφροσύνη. Ποτέ να μην υποδουλώσουμε τον εαυτό μας στα υλικά αγαθά, είτε πολλά είτε λίγα είναι αυτά και να μην εξαρτούμε απ’ αυτά τη χαρά και την ευτυχία μας. Όλα θα τα απολαμβάνουμε, με μέτρο, ως δώρα Θεού. Θα προσφέρουμε απ’ αυτά σε όσους έχουν ανάγκη και ποτέ να μην ξεχνάμε ότι είμαστε πάροικοι και παρεπίδημοι σ’ αυτή τη γη· «οὐκ ἒχωμεν ὣδε μένουσαν πόλιν ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». Η αιώνια ζωή, για την οποία έχουμε κληθεί, υπάρχει στον ουρανό, κοντά στον Θεό. Γι’ αυτήν ας αγωνιστούμε φιλότιμα, όπως έλεγε ο μακαριστός π. Παϊσιος ο Αγιορείτης. Αμήν.


Του Αρχιμ. Παϊσίου Λαρεντζάκη
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

† Κυριακῇ 22 Νοεμβρίου 2015 (Θ΄ Λουκᾶν)

Εὐαγγελική Περικοπή,

Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν 
Κεφ. ιβ΄: 16-21

Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολὴν τάυτην· Ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα· καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ, λέγων· Τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου; Καὶ εἶπε· Τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου. Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· Ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν. Ταῦτα λέγων ἐφώνει· Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω.



Ἀπόστολος,

Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
Κεφ. δ΄:  1-7

δελφοί, παρακαλῶ ὑμᾶς ἐγὼ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε, μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ πρᾳότητος, μετὰ μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ, σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης. Ἕν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα, καθὼς καὶ ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν· εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα· εἷς Θεὸς καὶ πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων, καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν ἡμῖν. ῾Ενὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ.



Εἰς τόν Ὄρθρον
Τὸ Γ΄ Ἑωθινόν Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατά Μάρκον 
Κεφ. ιστ΄: 9-20

ναστὰς ὁ Ἰησοῦς πρωῒ Πρώτῃ Σαββάτου, ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, ἀφ᾿ ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλε τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι· Κἀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ, καὶ ἐθεάθη ὑπ᾿ αὐτῆς, ἠπίστησαν. Μετὰ δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη, ἐν ἑτέρᾳ μορφή, πορευομένοις εἰς ἀγρόν. Κἀκεῖνοι ἀπελθόντες, ἀπήγγειλαν τοῖς λοιποῖς· οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν. ῞Υστερον, ἀνακειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη, καὶ ὠνείδισε τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν· ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον οὐκ ἐπίστευσαν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται. Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει. Ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι· γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς· ὄφεις ἀροῦσι· κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει· ἐπὶ ἀρρώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν. ῾Ο μὲν οὖν Κύριος, μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς, ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες, ἐκήρυξαν πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος, διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων. Ἀμήν.

Ερμηνεία Εικόνας ‘Τα Εισόδια της Θεοτόκου’


Η είσοδος της Θεοτόκου στο ναό είναι το προοίμιο της εύνοιας του Θεού στους ανθρώπους, η προκήρυξη της σωτηρίας των ανθρώπων, η αναγγελία του Χριστού και η πραγματοποίηση του σχεδίου της θείας, οικονομίας. Αυτά διακηρύσσει το απολυτίκιο της εορτής.

«Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις. Εν Ναω του Θεού τρανώς η Παρθένος δείκνυται και τον Χριστόν τοις πάσι προκαταγγέλλεται. Αυτή και ημείς μεγαλοφώνως βοήσωμεν Χαίρε της οικονομίας του Κτιστού η εκπλήρωσις».

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

- Τί ἔχεις, ἄνθρωπέ μου; Γιατί κλαῖς ἔτσι;


Ἕνας ἀδελφὸς παρακαλοῦσε κι ἔλεγε:

- Ξέρω πὼς ἔχω πολὺ ἁμαρτήσει ἐνώπιόν Σου, Δέσποτα, καὶ πὼς εἶναι ἀναρίθμητα τὰ σφάλματά μου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν τολμῶ νὰ Σοῦ ζητήσω νὰ μὲ συγχωρέσεις. Ἂν ὅμως εἶναι δυνατόν, συγχώρεσέ με γιὰ τὴν εὐσπλαγχνία Σου. Ἂν πάλι εἶναι ἀδύνατον, τουλάχιστον τιμώρησέ με στὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ μὴ μὲ κολάσεις στὴν ἄλλη. Κι ἂν εἶναι καὶ τοῦτο ἀκόμη ἀδύνατον, στεῖλε μου ἐδῶ ἕνα μέρος τῆς τιμωρίας καὶ ἀλάφρωσέ μου ἐκεῖ τὴν κόλαση. Ἄρχισε μόνο ἀπὸ τώρα νὰ μὲ τιμωρεῖς. Ἀλλὰ τιμώρησέ με σπλαγχνικά, Δέσποτα.

Ἔτσι λοιπὸν μετανοοῦσε ἕναν ὁλόκληρο χρόνο κι αὐτὰ ἔλεγε μὲ δάκρυα ἱκετευτικά, ὁλόθερμα καὶ ὁλόψυχα, λιώνοντας καὶ τσακίζοντας σῶμα καὶ ψυχὴ μὲ νηστεία καὶ ἀγρυπνία καὶ ἄλλες κακουχίες.

Μιὰ μέρα καθὼς καθόταν καταγῆς, ὅπως συνήθιζε, θρηνώντας καὶ φωνάζοντας σπαραχτικά, ἀπὸ τὴν πολλή του λύπη, νύσταξε κι ἀποκοιμήθηκε.

Καὶ νά! Παρουσιάζεται μπροστά του ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ λέει μὲ φωνὴ γεμάτη ἱλαρότητα:

- Τί ἔχεις, ἄνθρωπέ μου; Γιατί κλαῖς ἔτσι;
Ὁ ἀδελφὸς Τὸν ἀναγνώρισε καὶ ἀποκρίθηκε ἔντρομος:
- Γιατὶ ἔπεσα, Κύριε!
- Ἔ, σήκω!
- Δὲν μπορῶ, Δέσποτα, ἂν δὲν μοῦ δώσεις τὸ χέρι Σου!

Τότε Ἐκεῖνος ἅπλωσε τὸ χέρι Του, ἔπιασε τὸν ἀδελφὸ καὶ τὸν σήκωσε.
Μὰ κι ὅταν αὐτὸς σηκώθηκε, συνέχισε νὰ θρηνεῖ.
- Γιατί κλαῖς, ἄνθρωπέ μου; Γιατί εἶσαι λυπημένος; τοῦ ξαναλέει ὁ Κύριος μὲ ἁπαλὴ καὶ ἱλαρὴ πάλι φωνή.
- Δὲν θέλεις, Κύριε, νὰ κλαίω καὶ νὰ λυπᾶμαι, ἀπάντησε ὁ ἀδελφός, ποὺ τόσο πολὺ Σὲ πίκρανα, ἂν καὶ ἀπόλαυσα τόσα ἀγαθὰ ἀπὸ Σένα;

Ἐκεῖνος ἅπλωσε ξανὰ τὸ χέρι Του, τ᾿ ἀκούμπησε στὸ κεφάλι τοῦ ἀδελφοῦ καὶ τοῦ εἶπε:
- Μὴ λυπᾶσαι πιά. Γιατὶ ἂν ἔδωσα τὸ αἷμα μου γιὰ σένα, πολὺ περισσότερο θὰ δώσω συγχώρηση καὶ σὲ σένα καὶ σὲ κάθε ἄλλη ψυχὴ ποὺ γνήσια μετανοεῖ.

Μόλις συνῆλθε ὁ ἀδελφὸς ἀπὸ τὴν ὀπτασία, ἔνιωσε τὴν καρδιά του γεμάτη χαρά. Ἔτσι πληροφορήθηκε πὼς ὁ Θεὸς τὸν ἐλέησε. Κι ἀπὸ τότε ζοῦσε μὲ πολλὴ ταπείνωση, εὐχαριστώντας Τον.

Περί Πνεύματος και Ζωής


Αγαπητοί μου αδελφοί και αδελφές ανοίξτε την καρδιά σας για να χαράξει εκεί το Άγιο Πνεύμα την εικόνα του Χριστού. Τότε θα γίνετε σιγά σιγά ικανοί να έχετε μέσα σας τη χαρά και το πένθος, το θάνατο και την ανάσταση.

Μην έχετε υπερβολική εμπιστοσύνη στην ανώτερη μόρφωση που αποκτήσατε στον κόσμο. Ο πολιτισμός στον οποίο ζούμε είναι κουλτούρα της πτώσεως. 

Ο Θεός δεν δημιούργησε το θάνατο. Αν ο Θεός όπως το λέει ο Χριστός είναι πράγματι ο Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ, αυτοί δεν είναι νεκροί. Για τον Θεό είναι όλοι ζωντανοί. 

Η απελπισία είναι η απώλεια της συνειδήσεως ότι ο Θεός θέλει να μας δώσει την αιώνια ζωή. Ο κόσμος ζει την απελπισία. Οι άνθρωποι έχουν καταδικάσει οι ίδιοι τον εαυτό τους στο θάνατο. Πρέπει να παλέψουμε σώμα προς σώμα με την ακηδία.

Η ζωή του κόσμου οργανώνεται γύρω από μερικά ανθρώπινα πάθη και η πνευματική ζωή βρίσκεται στο περιθώριο. Οφείλουμε να αντιστρέψουμε την κατάσταση αυτή των πραγμάτων, να τοποθετήσουμε την πνευματική ζωή στην καρδιά της ζωής μας. 

Πως μπορούμε να βρούμε το δρόμο μας; Κατά το Ευαγγέλιο ο Χριστός είναι η "οδός" μας.

Κάποτε όταν η αγάπη του Χριστού μας εγγίζει αισθανόμαστε την αιωνιότητα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητό με τη λογική. Ο Θεός ενεργεί με το δικό Του τρόπο που ξεφεύγει από τη λογική. Δεν πρέπει να είμαστε υπερβολικά λογικοί στη χριστιανική μας ζωή.

Μείνετε στην προσευχή μείνετε στον αγώνα να περάσετε τη μέρα σας χωρίς αμαρτία. Όλα τα υπόλοιπα θα δοθούν από τον Ίδιο τον Θεό. 

Οφείλουμε να είμαστε άκρως ευαίσθητοι στις ανάγκες των άλλων. Τότε θα είμαστε ένα και η ευλογία του Θεού θα μένει πάντοτε μαζί μας. Άφθονη.

Δεν μπορεί κάποιος να αγαπά χωρίς να πάσχει. Η μεγαλύτερη οδύνη είναι να αγαπά μέχρι τέλους. Ο Χριστός αγάπησε τόσο πολύ ώστε παραδόθηκε σε φρικτό θάνατο. Οι Άγιοι το ίδιο. Ο παράδεισος και η κόλαση έχουν πάντοτε το ίδιο τίμημα. Η προσευχή για τον κόσμο είναι καρπός εξαιρετικά βαθιάς και οξείας οδύνης. 

Ιδού το παράδοξο της χριστιανικής ζωής:Διαλέγοντας τα παθήματα του Χριστού για τον κόσμο έχουμε την αίσθηση ότι είμαστε πιο κοντά σε Αυτόν και στην αιώνια ζωή.

Όταν αποφασίζαμε να ακολουθήσουμε τον Χριστό κάθε μέρα της ζωής μας γίνεται μέρα παθημάτων δακρύων και πόνου. Κατά καιρούς εγείρεται το ερώτημα: "Κύριε γιατί μας έπλασες έτσι ώστε να πρέπει να περάσουμε από τόσα παθήματα;" Αδυνατούμε να εννοήσουμε ότι αυτή η αρνητική εμπειρ'ια είναι η οδός της σωτηρίας. 

Η ύπαρξη πάνω στη γη είναι για τον άνθρωπο πόνος χωρίς τέλος. Γιατί υποφέρουμε όλα αυτά; Διότι ο Δημιουργός ήλθε και κατοίκησε μαζί μας. Και τώρα Τον γνωρίζουμε προσωπικά.


Tα παραπάνω αποσπάσματα είναι παρμένα
από το βιβλίο "Περί Πνεύματος και Ζωής"
του Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Εάν θέλης ζηλωτής να ευρεθής μέχρι τέλους του βίου σου


Υπακοή, εκκοπή θελήματος, αυτομεμψία, υπομονή γενική, ταύτα θεμελιώνουν την ψυχήν, την δε θέρμην και τον ζήλον τα δάκρυα διατηρούν. Εάν θέλης ζηλωτής να ευρεθής μέχρι τέλους του βίου σου, ζήλωσον του κλαίειν διαπαντός, και εάν τοιαύτα δάκρυα έχης, μη φοβού, συμπαραμένει ο ζήλος του πόθου του σωθήναι. 

Το ύδωρ σβήνει το πυρ. Το ύδωρ το του Θεού, που ρέει από οφθαλμούς μετανοούντος, άπτει, οίδαμεν, πυρ ου φιλόϋλον, αλλά πυρ θεϊκόν, κατακαίον ζιζάνια αλλοφύλων!


Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας 
Πατρικαί Νουθεσίαι
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄

Ας αγωνισθώμεν, βραβεία αιώνια απόκεινται εις τους αγωνιστάς


Θελκτικός κατ’ όψιν εστιν ο κόσμος. Ημείς όμως, δια να τον εμπαίξωμεν, πρέπει να γίνωμεν μωροί, ίνα σοφοί γενώμεθα κατά Θεόν. «Η αγάπη του κόσμου, κατά τον Παύλον, έχθρα εις τον Θεόν εστι και ο αγαπών τον κόσμον γεγύμνωται της του Θεού αγάπης». Ημείς εκλήθημεν δια την κατάκτησιν του Ουρανού. 

Πρόκειται δια μίαν αιώνιον κληρονομίαν, κληρονομίαν ολοκλήρου του Θεού, «πάντα γαρ απέδωκας ημίν». Ω, βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! 

Τι γαρ εδώκαμεν εις τον Θεόν, ίνα χαρίση εις ημάς την απέραντον Αυτού βασιλείαν; Τας κακίας μας; Τας ασεβείας μας και γενικώς τα άπειρα εις μέτρον και ενοχήν σφάλματά μας; Ομολογούμεν την χάριν, ου κρύπτομεν το έλεος. 

Ας αγωνισθώμεν, βραβεία αιώνια απόκεινται εις τους αγωνιστάς, τρέχε οπίσω καθαρότητος βίου. Σπεύδε μακρύναι τον κόσμον εκ της διανοίας σου και πλησίασε την καρδίαν σου εις τον άνω κόσμον, όπου βασιλεύει η αιώνιος χαρά, η ειρήνη, η μακαριότης.


Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας 
Πατρικαί Νουθεσίαι.
Β΄ Κόσμος, Οικείοι.

Πόσον ζημιώνεται ο άνθρωπος, όταν δεν σκέπτεται πως παιδεύεται ως τέκνον Θεού και έχει λησμοσύνην της υιότητος!


Πόσον ζημιώνεται ο άνθρωπος, όταν δεν σκέπτεται πως παιδεύεται ως τέκνον Θεού και έχει λησμοσύνην της υιότητος! Απόλυτον καθήκον και απαραίτητον επιβάλλει η αγάπη των γνησίων γονέων, να ασκήσουν επί των ιδίων τέκνων την παιδείαν. Εφ’ όσον λοιπόν ο Θεός είναι πατέρας μας, παιδεύει τα ίδιά Του τέκνα προς παιδαγωγικήν μόρφωσιν, ίνα μεταλάβουν της αγιότητος Αυτού. «Υιέ μου μη ολιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδέ εκλύου υπ’ αυτού ελεγχόμενος» ( Παροιμίαι 3,11 ). 

Η λησμοσύνη λοιπόν των Χριστιανών επί του ιδίου αυτών Πατρός, του Θεού, είναι μέγα κακόν, διότι, όταν η πατρική ράβδος τους κτυπήση ( πόνος, θλίψεις, πειρασμοί, κ.λ.π. ), απελπίζονται, τους κυριεύουν μύριοι λογισμοί και η παιδεία των γίνεται λίαν επίμοχθος χωρίς καμμίαν παράκλησιν.

Πόσον ωραία, μας λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Εκλέλησθε, λέγει, της παρακλήσεως, ήτις υμίν ως υιοίς διαλέγεται» (Εβρ. 12,5), ελησμονήσαμεν, λέγει, την παρήγορον συμβουλήν, ότι ως παιδιά Του ο Θεός διαλέγεται προς ημάς. 

Είναι αναπόφευκτος η παιδεία Κυρίου προς τα ίδιά Του παιδιά, τα οποία Αυτός γνωρίζει. Ο Θεός δεν χαρίζει, ο Θεός υπό νοσηράς αγάπης-την οποίαν πολλοί ανόητοι γονείς ασκούν επί των ιδίων των τέκνων και η οποία νοσηρά αγάπη κατόπιν θα επιφέρη εις τα αγαπώμενα την καταστροφήν των και την αιώνιον κόλασίν των-δεν κλέπτεται, ως απαθής και άγιος, ούτως ώστε, δια να μη λυπήση τα αγαπώμενα τέκνα Του, να παραβλέψη τας παρεκτροπάς των και την αμορφωσύνην των. Όχι μύρια όχι! Είναι Θεός έχων γνησίαν αγάπην προς τα παιδιά Του, θα τα παιδεύση, θα τα νουθετήση, θα δεσμεύση την ελευθερίαν των και θα τα επιπλήξη κατά διαφόρους τρόπους, δια να μορφώση τους κακούς χαρακτήρας προς τους ιδίους Του αγίους χαρακτήρας προς δόξαν και έπαινον εν Χριστώ Ιησού.

Και ο Χριστός, όταν ήτο επί της γης, Τέκνον ηγαπημένον του Πατρός, εξησκήθη εις την παιδείαν Κυρίου, όχι, ότι είχε χρείαν ο αναμάρτητος Θεός, αλλά προς σωτηρίαν του ανθρώπου και προς ημετέραν νουθεσίαν και παράδειγμα, ίνα ακολουθήσωμεν τοις ίχνεσιν Αυτού, «ει δυνατόν εστι παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως Συ, γενηθήτω το θέλημά Σου» ( Ματθ. 26,39 ).


Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας 
Πατρικαί Νουθεσίαι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄
Περί θλίψεων, πόνων και κόπων.