Η σημερινή Κυριακή Β΄ Νηστειών είναι αφιερωμένη στον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον μεγάλο Πατέρα της Εκκλησίας που μας δίδαξε ότι ο Θεός δεν είναι μια ιδέα, αλλά εμπειρία· δεν είναι μια θεωρία, αλλά φως που ζει μέσα στην καρδιά το ανθρώπου.
Η Εκκλησία επέλεξε σήμερα να ακούσουμε την Ευαγγελική περικοπή της θεραπείας του Παραλυτικού, από το Ευαγγέλιο του Μάρκου.
«Και εἰσῆλθε πάλιν εἰς Καπερναοὺμ» ο Χριστός και βρισκόταν σ’ ένα σπίτι «καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί... καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον».
Ένας άνθρωπος παράλυτος. Ανήμπορος. Ακίνητος. Δεν μπορεί να πλησιάσει μόνος του τον Χριστό. Χρειάζεται άλλους να τον σηκώσουν. Χρειάζεται πίστη – όχι μόνο δική του, αλλά και των φίλων του.
Το σπίτι είναι γεμάτο. Ο κόσμος πολύς. Η πρόσβαση κλειστή. Και όμως, αυτοί οι τέσσερις άνθρωποι δεν λένε «δεν γίνεται». Δεν λένε «ας έρθουμε άλλη μέρα». Δεν συμβιβάζονται με το εμπόδιο. Δεν συμβιβάζονται με τη δυσκολία.
Ανεβαίνουν στη στέγη. Τη σκάβουν. Ανοίγουν τρύπα. Και κατεβάζουν τον παραλυτικό μπροστά στον Χριστό.
Και τότε ο Ευαγγελιστής Μάρκος μάς λέει κάτι συγκλονιστικό: «Ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν…». Ο Χριστός είδε την πίστη τους. Όχι τα λόγια τους. Όχι τις σκέψεις τους. Όχι τη θεωρία τους.
Την πράξη τους.
Την πίστη τους.
Η πίστη που σώζει είναι η πίστη που ανοίγει στέγες.
Η πίστη που ανοίγει δρόμους εκεί που δεν υπάρχουν.
Εμείς, σήμερα, έχουμε τη δική μας «στέγη»; Ποια είναι η «στέγη» της δικής μας καρδιάς;
Είναι η αδιαφορία.
Είναι η αναβολή.
Είναι η πνευματική ρουτίνα.
Είναι το «έχουμε καιρό».
Είναι το «έτσι είμαι εγώ».
Ο Απόστολος Παύλος σήμερα, από την Προς Εβραίους Επιστολή που ακούσαμε, μας προειδοποιεί: «Διὰ τοῦτο δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν τοῖς ἀκουσθεῖσι, μή ποτε παραρρυῶμεν». Να προσέχουμε, λέει, μήπως γλιστρήσουμε.
Δεν φεύγουμε από τον Θεό ξαφνικά. Απομακρυνόμαστε μακριά Του. Η στέγη της καρδιάς κλείνει λίγο-λίγο. Και ο Χριστός μένει έξω.
Ας επιστρέψουμε στην ευαγγελική διήγηση. Όταν κατεβάζουν τον παραλυτικό, ο Χριστός δεν λέει πρώτα: «σήκω».
Λέει: «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Πρώτα συγχώρηση. Μετά θεραπεία. Γιατί η βαθύτερη παραλυσία δεν είναι του σώματος. Είναι της ψυχής.
Μπορεί να περπατάμε σωματικά, αλλά να είμαστε πνευματικά ακίνητοι. Να μην μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα προς τη μετάνοια. Να μην μπορούμε να συγχωρήσουμε. Να μην μπορούμε να προσευχηθούμε.
Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι η εποχή που ανοίγουμε τη στέγη της καρδιάς, για να κατέβει μέσα μας η Χάρις του Θεού. Να κάνουμε λίγο χώρο στον αδερφό μας, αλλά και να δούμε και τα δικά μας σφάλματα και τις δικές μας απροσεξίες.
Και εδώ συνδέεται βαθιά το μήνυμα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Ο Άγιος Γρηγόριος μίλησε για το Άκτιστο Φως. Για τη Χάρη που φωτίζει τον άνθρωπο. Για την προσευχή της καρδιάς.
Αλλά πού θα λάμψει το φως, αν η καρδιά είναι κλειστή; Η ησυχία, η νηστεία, η προσευχή δεν είναι τυπικές υποχρεώσεις.
Είναι τα εργαλεία με τα οποία ανοίγουμε τη «στέγη» της καρδιάς.
Σπάζουμε τη σκληρότητα.
Σπάζουμε τον εγωισμό.
Αφαιρούμε τα κεραμίδια της αμέλειας. Και τότε, ο Χριστός μπαίνει μέσα. Ας ρωτήσουμε σήμερα τον εαυτό μας:
Ποια στέγη πρέπει να σπάσω; Ποιο εμπόδιο κρατώ ακόμη; Ποια αναβολή με κρατά παράλυτο;
Και κάτι ακόμη: Υπάρχει δίπλα μου κάποιος «παραλυτικός»; Κάποιος που δεν μπορεί μόνος του να έρθει στον Χριστό;
Ένα παιδί, ένας σύζυγος, ένας φίλος, ένας απομακρυσμένος άνθρωπος; Ίσως ο Θεός μάς καλεί να γίνουμε εμείς οι τέσσερις φίλοι.
Να κουβαλήσουμε με προσευχή. Με υπομονή. Με αγάπη. Με παράδειγμα. Η πίστη που μένει στη θεωρία δεν ανοίγει τίποτα. Η πίστη που τολμά, ανοίγει στέγες. Η πίστη που επιμένει, κατεβάζει τον άνθρωπο μπροστά στον Χριστό. Η πίστη που μετανοεί, γεμίζει με φως.
Και τότε θα ακούσουμε και εμείς: «Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει».
Να σηκωθούμε. Να πάρουμε ό,τι μας κρατούσε κάτω. Και να περπατήσουμε στο δρόμο της σωτηρίας.
Ας ανοίξουμε λοιπόν τη στέγη της καρδιάς μας αυτές τις ημέρες. Και το Φως του Χριστού θα μπει μέσα — όχι ως ιδέα, αλλά ως Ζωή.
Σωτήριος Θεολόγου,
Μεταπτυχιακός Φοιτητής Θεολογίας Α.Π.Θ.
Η πίστη που ανοίγει τη «στέγη» της καρδιάς