Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Περί της ονοματοδοσίας : Τί είναι το όνομα; Πότε, πώς και γιατί δίνεται;



Το όνομα

Τα ονόματα ανέκαθεν είχαν σπουδαία σημασία για την ανθρώπινη επικοινωνία και κατανόηση, δεδομένου ότι έπαιζαν το ρόλο των στοιχείων εκείνων με τα οποία γινόταν γνωστή η δήλωση προσώπων, ζώων και αντικειμένων. Το όνομα γρήγορα εξελίχθηκε σε μέσο με το οποίο δηλώνεται κάποιο πρόσωπο ή πράγμα. Αν αυτό έχει σημασία για το φυτικό και ζωϊκό κόσμο, πόσο μάλλον για τον άνθρωπο, στον οποίο είναι εντονότερος ο προσωπικός χαρακτήρας, τα δε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εμφανίζονται σε διαφορετικούς ανθρώπους με τρόπο διάφορο και ανεπανάληπτο. 

Το όνομα και η ονοματοδοσία δεν εξελίχθηκαν άσχετα προς τον ιστορικό βίο και τις περιπέτειες των λαών. Μέσω των ονομάτων μπορεί να παρακολουθήσουμε την ιστορική πορεία ενός ολόκληρου έθνους. Συχνά τα ονόματα ασκούν επάνω μας γοητεία και δύναμη, ενώ άλλα αποστροφή. Αυτό συμβαίνει επειδή τα φέροντα τα ονόματα αυτά πρόσωπα συνδέονται με καλές αναμνήσεις του παρελθόντος στην πρώτη περίπτωση και με αρνητικές εμπειρίες και καταστάσεις στη δεύτερη. Συχνά τα ονόματα είναι διακριτικά του θρησκεύματος του φέροντος προσώπου και συνδέονται με τις φιλοσοφικές ή κοινωνικές πεποιθήσεις των ανθρώπων.


Το όνομα στους Εθνικούς (ειδολωλάτρες)

Οι Έλληνες διακρίθηκαν περισσότερο από κάθε άλλο λαό για τον πλούτο των προσωπικών ονομάτων. Η χαρά και η υπερηφάνεια των Ελλήνων ήταν το προσωπικό τους όνομα, ποτέ το επάγγελμα ή ο τίτλος. Η έλλειψη ονομάτων και ονοματοδοσίας από κάποιο λαό θεωρούνταν ανέκαθεν έλλειψη πολιτισμού. Αντίθετα μ' αυτό που συνέβαινε στους πρωτόγονους λαούς, στους πολιτισμένους οι άνθρωποι φέρουν προσωπικά ονόματα, τα οποία και λαμβάνουν με πράξη ονοματοδοσίας . Στους Αρχαίους Έλληνες το όνομα δινόταν στο βρέφος ή κατά τη γέννησή του ή κατά την όγδοη ημέρα από τη γέννηση. 


Το όνομα στην Παλαιά Διαθήκη

Στην Παλαιά Διαθήκη βλέπουμε πως ο άνθρωπος, ως το τελειότερο των δημιουργημάτων, από την πρώτη στιγμή φέρει ιδιαίτερο όνομα, δηλωτικό της ατομικότητας και μοναδικότητάς του, και μ' αυτό διακρίνεται από τα άλλα πρόσωπα που βρίσκονται μαζί του. Ο Δημιουργός καλεί τον πρωτόπλαστο Αδάμ με το όνομά του, ενώ εκείνος δίνει ονόματα στα ζώα και στη γυναίκα του.

Οι Ιουδαίοι έδιναν το όνομα στο βρέφος αμέσως με τη γέννησή του, ενώ αργότερα κατά την όγδοη ημέρα από τη γέννηση. Μάλιστα η κατά την όγδοη ημέρα ονοματοδοσία συνδέθηκε με την περιτομή. Η πράξη αυτή ήταν σε χρήση την αρχαιότητα στους Αιγύπτιους και Αιθίοπες . Απ' αυτούς την παρέλαβαν οι Εβραίοι. Η περιτομή είναι θρησκευτική πράξη που διατάχθηκε από τον ίδιο το Θεό, για ν' αποτελεί εμφανές σημείο καθενός που ανήκει στο Θεό, καθώς και της διαθήκης που συνήψε ο Θεός με τον Αβραάμ. Η σύνδεση της ιουδαϊκής περιτομής με την ονοματοδοσία φανερώνει ίσως τη μεγάλη σπουδαιότητα που και οι Ιουδαίοι προσέδιδαν στο όνομα και τη σημασία του για τη ζωή του ανθρώπου.


Το όνομα στη χριστιανική διδασκαλία

Τη σημασία του ανθρωπίνου ονόματος παρέλαβε και ο Χριστιανισμός, ο οποίος την ανέδειξε και την προήγαγε, καθώς την απεγκλώβησε από τα ασφυκτικά χωροχρονικά δεσμά του παρόντος κόσμου τοποθετώντας την στην εσχατολογική διάσταση.


Πότε δίνεται το όνομα;

Το όνομα, κατά την τάξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δίνεται την όγδοη ημέρα από την γέννηση του βρέφους. Γιατί; Στην βιβλική αποκάλυψη ο αριθμός «επτά» είναι το σύμβολο του κόσμου που δημιούργησε ο Θεός « καόν λίαν», του κόσμου που είχε φθαρεί από την αμαρτία και παραδόθηκε στο θάνατο. Η εβδόμη είναι η ημέρα κατά την οποία ο Δημιουργός αναπαύθηκε και την ευλόγησε, είναι η ημέρα που εκφράζει τη χαρά και ευφροσύνη του ανθρώπου για τη δημιουργία ως κοινωνίας με το Θεό. Όμως η ημέρα αυτή είναι μια διακοπή εργασίας, όχι το πραγματικό τέλος της.

Είναι η ημέρα της προσδοκίας, της ελπίδας του κόσμου και του ανθρώπου για λύτρωση, για την ημέρα που είναι πέρα από το «επτά», πέρα από τη διαρκή επανάληψη του χρόνου. Το αδιέξοδο αυτό ήλθε να καταβάλει η καινούργια ημέρα, που εγκαινίασε ο Χριστός με την Ανάστασή Του. Από «τη μια Σαββάτων» άρχισε ένας καινούργιος χρόνος, ο οποίος αν και εξωτερικά παραμένει μέσα στον παλαιό χρόνο αυτού του κόσμου και μετριέται σε σχέση με τον αριθμό «επτά», ο πιστός νιώθει πως είναι καινούργιος. Το «οκτώ» γίνεται πλέον σύμβολο του νέου αυτού χρόνου.


Γιατί δίνεται το όνομα κατά την όγδοη ημέρα;

Η Εκκλησία τοποθετώντας την ονοματοδοσία κατά την όγδοη ημέρα θέλει να καταστήσει το αρτιγέννητο παιδί μέτοχο και κοινωνό αυτής της νέας πραγματικότητας και να καταδείξει σ' αυτό τη δυναμική πορεία της καταξιωμένης ανθρώπινης ζωής, κατάληξη της οποίας είναι η Βασιλεία των Ουρανών. Βλέπουμε εδώ ότι η Εκκλησία θεωρεί το βρέφος που μόλις γεννήθηκε ως ολοκληρωμένο ήδη άνθρωπο, το αντιμετωπίζει με την ίδια πρόνοια που αντιμετωπίζει τον κάθε άνθρωπο. 

Το όνομα του ανθρώπου του δίνει ταυτότητα ως πρόσωπο και διαβεβαιώνει τη μοναδικότητά του. Γι' αυτό και φροντίζει πλέον να του δώσει όνομα. Δεν θεωρεί το βρέφος απλά άνθρωπο, γενικά και αόριστα, ούτε σαν φορέα μιάς αφηρημένης κι απρόσωπης φύσης. Είναι πράγματι συγκλονιστικό το γεγονός ότι πολύ πρίν αναγνωρισθούν στα παιδιά τα ανθρώπινα δικαιώματα, πρίν ακόμη ιδρυθούν οι παγκόσμιες οργανώσεις για την προστασία των παιδιών, η Εκκλησία εφαρμόζοντας εδώ κι αιώνες τη φιλάνθρωπη , όσο κι αγνοημένη, πρακτική της προς όλους τους ανθρώπους με την ευχή της ονοματοδοσίας ομολογεί τη μοναδικότητα του συγκεκριμένου παιδιού κι αναγνωρίζει το θεϊκό δώρο της προσωπικότητάς του.


Η ευχή της ονοματοδοσίας

Η Ευχή ονομάζεται έτσι επειδή με την ευλογία που παρέχει στο παιδί η Εκκλησία, οκτώ ημέρες μετά τη γέννησή του, το προσφωνεί για πρώτη φορά με το δικό του προσωπικό όνομα. Αυτό συμβαίνει όχι επειδή είναι η πρώτη φορά που η Εκκλησία το ευλογεί και του εύχεται- ήδη κάτι τέτοιο συνέβη την πρώτη ημέρα-, αλλά επειδή οι ευχές της πρώτης ημέρας απευθύνονται κυρίως στη μητέρα και δευτερευόντως στο παιδί. Αυτό το όνομα θα φέρει σ' όλη του τη ζωή και μ' αυτό το όνομα θα εισέλθει τελικά στην αναμενόμενη Βασιλεία του Θεού, προτύπωση της οποίας είναι η ημέρα αυτή της λήψεώς του.

Εκείνο που κάνει η ευχή είναι να καταδείξει το σκοπό του ανθρώπου, που είναι η ένωσή του με το Θεό. Γι' αυτό και δεν παραλείπει να εκφράσει το αίτημα της συνάψεώς του στην Εκκλησία και της τελειώσεώς του με τα άγια Μυστήρια του Χριστού. Μόνο, ως μέλος της Εκκλησίας, που θα γίνει με το Βάπτισμα, το παιδί θα ξεπεράσει τη διάσπαση της αμαρτίας. Έτσι γίνεται φανερό ότι η ευχή της ονοματοδοσίας στοχεύει στα Μυστήρια του Βαπτίσματος και του Χρίσματος και τη συμμετοχή του ανθρώπου στη Θεία Ευχαριστία.


Η Ακολουθία της ονοματοδοσίας

Η ευχή εντάσσεται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της Ακολουθίας της ονοματοδοσίας , που τελείται στο ναό ή στο σπίτι. Το παιδί υποδέχεται ο ιερέας όχι μέσα στο Ναό, αλλά στον πρόναο. Εκεί τελεί και την Ακολουθία. Η καταβολή της διάταξης αυτής είναι δυνατό να αναζητηθεί στην πράξη της Αρχαίας Εκκλησίας, κατά την οποία οι προβαπτισματικές τελετές γίνονταν όχι στον κυρίως Ναό αλλά στο προαύλιο του βαπτιστηρίου . 

Μετά την ανάγνωση της ευχής της ονοματοδοσίας που εξετάσαμε ο ιερέας ευλογεί το στόμα, το μέτωπο και την καρδιά του παιδιού. Αυτό γίνεται όχι απλά και μόνο γιά να ευλογηθούν τα συγκεκριμένα μέρη του σώματος, αλλά κυρίως οι αντίστοιχες λειτουργίες τους: η λογική (στόμα), η νοητική(μέτωπο) και η ζωοποιητική ( καρδιά ). 

Έτσι το παιδί, ως σύνολο ψυχοσωματικής οντότητας, παραδίδεται στην κυριολεξία στο Χριστό. Αυτός είναι ο λόγος που στη συνέχεια ψάλλεται και το απολυτίκιο της εορτής της Υπαπαντής « Χαίρε Κεχαριτωμένη , Θεοτόκε Παρθένε…».

Σήμερα, πολλές φορές, από διάφορους λόγους, όπως η άγνοια, η μη έγκαιρη απόφαση των γονέων για το όνομα που πρόκειται να δοθεί στο παιδί, και άλλες πρακτικά αίτια, η ονοματοδοσία συνδέθηκε με την Ακολουθία του Βαπτίσματος.


Γιατί γιορτάζουμε;

Ο άνθρωπος πλασμένος κατ' εικόνα Θεού είναι από τη φύση του προωρισμένος να γιορτάζει, να θυμάται το Θεό. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει χαρακτηριστικά « κεφάλαιον εορτής μνήμη Θεού». Έτσι η χριστιανική γιορτή δεν είναι μια θεωρητική, αφηρημένη και ανεύθυνη κατάσταση.

Απεναντίας συνιστά την κοπιώδη πράγματι πορεία του ανθρώπου να επιστρέψει στο Θεό, στο άκτιστο Αρχέτυπό του από το οποίο και κατάγεται. Γι' αυτό η χριστιανική γιορτή, ως βίωμα χαράς και ευφροσύνης, δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί έξω από τη δοξολογία των έργων του Θεού και την εμπειρία της θείας δόξας, έξω από τη νέα πραγματικότητα που δημιούργησαν στον κόσμο τα γεγονότα της θείας Οικονομίας, της Σάρκωσης του Λόγου, του Σταυρού, του Πάθους και της Ανάστασης του Χριστού. Γεγονότα που έδωσαν νέο νόημα στο χρόνο, το χώρο, στον άνθρωπο, στον κόσμο, στην ίδια τη ζωή. 


Το περιεχόμενο της χριστιανικής εορτής μέσα στην Εκκλησία

Ο άνθρωπος γιορτάζει γιατί γιορτάζει και ο Χριστός. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει ότι « Ημίν ο Χριστός τας εορτάς εκτετέλεκεν ». Το περιεχόμενο της εορτής είναι η χαρά του ανθρώπου. Η χαρά της σωτηρίας. Μια εμπειρία που βιώνεται μέσα στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, η οποία από τους Πατέρες χαρακτηρίζεται ως «Εκκλησία εορταζόντων αξίως του Πνεύματος». Μια εμπειρία που αποκτά αιώνιες διαστάσεις, γίνεται «τύπος της άνω χαράς», αφού Χριστός, Εκκλησία και έσχατα, Βασιλεία δηλαδή του Θεού, δεν χωρίζονται. 

Ο Θεός πιά δεν τιμάται σε ορισμένα μεγάλα γεγονότα, αλλά είναι σημείο αναφοράς και μνήμης του ανθρώπου σε κάθε στιγμή, σε κάθε ώρα, σε κάθε ημέρα, σε κάθε εορτή. Ο χρόνος στην εκκλησιαστική ζωή είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο ξεδιπλώνεται η αποκάλυψη, πραγματώνεται η σωτηρία του ανθρώπου και παίρνει αξία με το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. 

Μπορεί πια ο άνθρωπος να ξεπεράσει το εμπόδιο του χρόνου και να ζήσει το αιώνιο και το αληθινό. Μπορούμε όλοι μας να κάνουμε τη ζωή μας ένα διαρκές Πάσχα. Οι διάσπαρτες μέσα στο εκκλησιαστικό έτος εορτές αποτελούν ακριβώς κέντρα που οργανώνουν σε μια καινούργια διάσταση το χρόνο. 

Το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, το Δεκαπενταύγουστο, η εορτή των Αγίων Αποστόλων, οι καθημερινές μνήμες Μαρτύρων και Αγίων, ο εβδομαδιαίος και ημερήσιος κύκλος των Ακολουθιών, οι υπόλοιπες εορτές, με τις νηστείες και τις Ακολουθίες τους, δίνουν στο χρόνο νέα κατεύθυνση και διάσταση. 

Η εορτή, λοιπόν, είναι αυτή η ύπαρξη της Εκκλησίας, όπου η Ανάσταση συνεχίζει να ενεργείται ως ιστορική πραγματικότητα και τοποθετεί τον πιστό μυστηριακά στον κόσμο της θείας ζωής. Είναι η οντολογική αίσθηση της όγδοης ημέρας, το κατ' εξοχήν καθολικό γεγονός της Εκκλησίας.


Η ευχαριστιακή διάσταση της εορτής

Η Μεταμόρφωση του χρόνου, η ανακαίνιση του κόσμου, η χαρά που δίνει ο Χριστός στον άνθρωπο, αλλά και η μίμηση της ζωής του Χριστού, η καινούργια ζωή που απαιτεί η χριστιανική εορτή, βιώνονται μέσα στην Εκκλησία, την Ευχαριστία και την μυστηριακή της ζωή. Η Εκκλησία, λέγει ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας , «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις », ζεί δηλαδή μέσα στα Μυστήρια. Αυτό σημαίνει πώς οι εορτές και οι τελετές της Εκκλησίας πηγάζουν από το ένα και μοναδικό μυστήριο του Χριστού.

Στη Θεία Ευχαριστία, μέσα στη Θεία Λειτουργία, την κατ' εξοχήν εορτή, είναι παρούσα όλη η Εκκλησία. Ο Χριστός είναι παρών αποκαλύπτοντας στον άνθρωπο την αλήθεια του Θεού. Οι άγιοι είναι και αυτοί παρόντες στη Θεία Ευχαριστία. 

Η Θεία Λειτουργία προσφέρεται και «υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων , προπατόρων, πατέρων, πατριαρχών, προφητών, αποστόλων,…μαρτύρων, ομολογητών…εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου, υπερευλογημένης ». Όχι όμως ως ικεσία από μας στο Θεό για τους Αγίους αλλά ως ευχαριστία.

Η Θεία Ευχαριστία δεν προσφέρεται ως ευγνωμοσύνη του αγίου για το θρίαμβο που επιτέλεσε, αλλά προσφέρεται γιατί οι πιστοί χαίρονται και ελπίζουν στην μεσιτεία του κατά το χρόνο της εορτής του. Γι' αυτό όταν γιορτάζουμε πηγαίνουμε στην Εκκλησία. Γιορτάζω σημαίνει πηγαίνω στην Εκκλησία, συμμετέχω στη θεία λατρεία, κοινωνώ του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, κοινωνώ με το Θεό. Γιορτάζω σημαίνει δεν είμαι μόνος, αλλά με το Θεό και τους αδελφούς μου.


Γιατί τιμάμε τους Αγίους;

Τιμάμε τους Αγίους όχι ως θρησκευτικούς ήρωες , γιατί αυτό θα ήταν ειδωλολατρία, αλλά ως ζωντανά παραδείγματα βιώσεως της εν Χριστώ ανακαίνισης του ανθρώπου, ως «φώτα θεουργικά», ως φίλους αληθινούς του Θεού, ως κοινωνούς των παθημάτων και της δόξας του Χριστού, αλλά και ως οδηγούς των πιστών «εις πάσαν την αλήθειαν εν Πνεύματι Αγίω ». 


Οι εικόνες των Αγίων μας

Η τιμητική προσκύνηση των Αγίων πηγάζει από το γεγονός, ότι τιμήθηκαν και οι ίδιοι από το Θεό. Οι εικόνες των Αγίων μαρτυρούν αυτή την τιμή, η οποία τους απονεμήθηκε από το Θεό, κι έτσι παρακινούν κι εμάς προς μίμηση και παρόμοια πίστη. Ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει». Η τιμή, την οποία αποδίδουμε στην εικόνα, μεταβαίνει στο εικονιζόμενο πρόσωπο και σε τελική ανάλυση αναφέρεται στο Θεό. 

«Ακολουθούντες τη θεηγόρο διδασκαλία των Αγίων Πατέρων μας και την παράδοση της Καθολικής Εκκλησίας, διότι την αναγνωρίζουμε ως διδασκαλία του εν αυτή ενοικούντος Αγίου Πνεύματος, ορίζουμε με κάθε ακρίβεια και ομοφωνία να τοποθετούνται δίπλα στον άγιο και ζωοποιό Σταυρό επίσης και οι σεβαστές και άγιες εικόνες, οι οποίες κατασκευάζονται από χρώματα και ψηφιδωτές πέτρες ή από άλλο κατάλληλο υλικό, στους ιερούς ναούς του Θεού, στα ιερά σκεύη και άμφια, στους τοίχους και στα ξύλινα πλαίσια, στα σπίτια και στους δρόμους, δηλαδή οι εικόνες του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, της Αχράντου Κυρίας μας, της Αγίας Θεοτόκου, των Τιμίων Αγγέλων και όλων των Αγίων και ευσεβών ανδρών».

( Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος)




Βιβλιογραφία
Γεωργίου Χ. Χρυσοστόμου, Ονοματοδοσία , εκδ . Πουρναρά , Θεσσαλονίκη 1991.
Σ. Δεμοίρου , Ονοματοθεσία του ανθρώπου των αρχαίων Ελλήνων και των Ελλήνων χριστιανών, Αθήναι 1976.
Κ. Μαντζουράνη , Τα κυριώτερα ονόματα των ελλήνων και ελληνίδων με σύντομον ιστορίαν των και την ετυμολογικήν και συμβολικήν σημασία των, Αθήναι 1951.

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Είπε ποτέ ο Θεόδοτος Αγκύρας «πίστευε και μη ερεύνα»;


Οι διάφοροι κατήγοροι του χριστιανισμού λένε ότι δήθεν ο Θεόδοτος Αγκύρας είπε το «πίστευε και μη ερεύνα». Η αλήθεια είναι ότι είπε κάτι παρόμοιο…… το οποίο όμως δεν έχει καμία σχέση με την ερμηνεία που δίνουν κάποιοι.

Ουδέποτε ο χριστιανισμός υποστήριξε κάτι τέτοιο. Μην ξεχνάμε ότι πολλά έργα μη χριστιανών διασώθηκαν από τους χριστιανούς. Ούτε όμως ο Θεόδοτος είπε ποτέ αυτό που εννοούν οι αρνησίχριστοι διαστρεβλωτές των πάντων…..κυριολεκτικά των πάντων. Και αυτό θα το δείτε και εσείς απο το κείμενο που επικαλούνται……..


Γ’ Οικουμενική Σύνοδος, Έφεσος 431

«Ομολογώ τοιγαρούν τόν αυτόν θεόν καί άνθρωπον, θεόν μέν πρό αιώνων, άνθρωπον δέ γενόμενον εκ τού τόκου αρξάμενον, ου δύο, αλλ’ ένα, ου φραζόμενον ως ένα, διττόν δέ επινοούμενον: ουδέ γάρ μάχεσθαι δεί τώ λόγω τήν έννοιαν. Ου νοούμεν δύο, ομολογούμεν δέ ένα: τό γάρ οικονομίαι καί θαύματι συνημμένον ουδέ λόγος διίστησιν ουδέ έννοια. Ει δέ τις επινοίαι διαστήσειε τό συνημμένον, διαλελυμένον ενόησε καί ψευδής η έννοια γίνεται, διαστήσασα <δηλονότι> τό συνημμένον αεί. Δεί ούν συνομολογούσαν έχειν τώ λόγω τήν έννοιαν. Ένα λέγεις Χριστόν, τόν αυτόν θεόν καί άνθρωπον; Ουκούν ένα καί νόει. Ει δέ λέγεις μέν ένα, επινοείς δέ δύο, τώ λόγω σου πολεμούσαν έχεις τήν έννοιαν. Μή ούν λέγε δύο διαφοραί τινι διιστάμενα. Ει γάρ ενοίς τώ λόγω, μή τέμης τή εννοίαι: ει δέ τέμνεις ταίς εννοίαις, τήν ένωσιν ήρνησαι. Μή ούν πρός φύσεις διισταμένας καταγάγης τόν λογισμόν, θεού τήν άκραν θαυματουργήσαντος ένωσιν.

Πίστευε τώ θαύματι καί μή ερεύνα λογισμοίς τό γενόμενον. μή καταλύσης τό θαύμα, ευρείν τόν λόγον φιλονεικών: ου γάρ μένει τό θαύμα ού ο λόγος γνωρίζεται. Ει τού γενομένου γνώριμος ο λόγος, ουκέτι σημείον ουδέ θαύμα τό γεγονός: ει δέ σημείον καί θαύμα, καταλιπών λογισμούς τήν πίστιν ανάλαβε, ομολογών ένα κύριον ‘Ιησούν Χριστόν καί θεόν καί άνθρωπον τόν αυτόν ουδέ επινοίαις ουδέ λογισμοίς διιστάμενον, ίνα μή τά ενωθέντα λογισμοίς διαστήσαντες οικονομίαν σωτήριον αρνησώμεθα. Ει γάρ ένωσις θεού καί ανθρώπου διά τής οικονομίας γνωρίζεται, ο τήν ένωσιν διαστήσας τήν οικονομίαν ηρνήσατο. Πιστεύσωμεν ούν τής οικονομίας τοίς θαύμασιν, ίνα πιστευθείς ο Χριστός τοίς ομολογούσι ταύτην τήν χάριν βασιλείαν ουρανών δωρήσηται, ής γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν χάριτι τού Χριστού, ώ η δόξα εις τούς αιώνας. Αμήν».


Ο Θεόδοτος μιλάει για τις δυο φύσεις του Ιησού. Την θεία και την ανθρώπινη. Κάτι που μαρτυρείται τόσο στην Καινή όσο και στην Παλαιά Διαθήκη. Και λέει ότι αυτό είναι ένα θαύμα, ένα ανεξήγητο γεγονός. Η ενανθρώπηση του Θεού. Κάτι ανάλογο είχε γράψει και ο απόστολος Παύλος. 

Στην Α’ προς Τιμόθεον επιστολή το αναφέρει. «Και ομολογουμένως μέγα εστιν το της ευσεβειας μυστήριον θεός εφανερωθη εν σαρκι εδικαιωθη εν πνευματι ωφθη αγγέλοις εκηρυχθη εν εθνεσιν επιστευθη εν κοσμω ανεληφθη εν δοξη». (Α’ Τιμοθεου 3, 16)

Σε αυτό το μέγα μυστήριο αναφέρεται ο Θεόδοτος και λέει ότι δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε λογικά. Είναι μυστήριο. Και μάλιστα της ευσεβείας. Εκεί αποδίδεται και το «πίστευε τώ θαύματι καί μή ερεύνα λογισμοίς τό γενόμενον», και όχι γενικά και αόριστα.

Γιατί αλλάζει το όνομά του κάποιος όταν γίνεται μοναχός;

Αγγελικό σχήμα σκίτσο

Αγ. Νεκταρίου

Στους οσιότατους μοναχούς που υπόσχονται να ζουν ενάρετη ζωή επικράτησε η αλλαγή του ονόματός τους. Αυτό γίνεται για δύο σπουδαιότατους λόγους :

Πρώτος λόγος είναι η απάρνηση ολοκληρωτικά της προηγούμενης ζωής και η συνεχής ενθύμηση της μεταβολής της, και 

δεύτερον, για να έχουμε παράδειγμα τον άγιο στην πορεία της ζωής μας, του οποίου φέρουμε το όνομα

Η αλλαγή του ονόματος, μας βοηθά να ξεχνούμε το παρελθόν και συνεχώς υπενθυμίζει την μεταβολή που έγινε σ’ αυτόν που άλλαξε τον τρόπο της ζωής του και τις ανειλημμένες υποχρεώσεις, που οφείλει να εκπληρώνει με πολλή αγάπη και προθυμία.

Το όνομα είναι τόσο πολύ συνδεδεμένο με το πρόσωπο, ώστε να μη μπορούμε να ξεχωρίσουμε την προσωπικότητά μας από αυτό. Γι’ αυτό και η ενθύμηση του ενός φέρνει στην μνήμη το άλλο και η αναφορά στο ένα γίνεται ταυτόχρονα και προς το άλλο. Εφόσον έχουμε το παλιό όνομα υπάρχει αναπόσπαστη η μνήμη του παλαιού ανθρώπου, αντίθετα όταν ακούμε το νέο όνομα υπάρχει μνήμη του νέου ανθρώπου.

Επικράτησε να γίνεται η αλλαγή του ονόματος, για την ηθική δύναμη που έχει. Η αλλαγή όμως χάνει τη δύναμή της, όταν η θέλησή μας αδρανεί να εκτελεί και να εφαρμόζει τις υποσχέσεις, που υπενθυμίζει το νέο όνομα στους μοναχούς.

Αυτό δε συμβαίνει, διότι ζει μέσα τους ο παλαιός άνθρωπος και αγαπούν περισσότερο αυτόν από τον νέο, γι’ αυτό και αδιαφορούν στις συνεχείς υπομνήσεις που γίνονται σ’ αυτούς όταν τους καλούν με το νέο όνομα. Η αδιαφορία αυτή προς τις υποχρεώσεις, τις οποίες υπενθυμίζει στους μοναχούς το όνομα, μαρτυρεί την ύπαρξη ενός άλλου κακού, την αθέτηση της φωνής της συνειδήσεως. Διότι σε κάθε αθέτηση του καθήκοντος της νέας ζωής, που υπενθυμίζει πάντοτε το νέο όνομα, η συνείδηση επαναστατεί και διαμαρτύρεται, αλλά δεν εισακούεται, διότι κυριαρχεί ο παλαιός άνθρωπος, ο οποίος περιφρονεί τις αξιώσεις του νέου ανθρώπου, που εκφράζονται από τη φωνή της συνειδήσεως. 

Η περιφρόνηση αυτή φθάνει μέχρι τέτοιο σημείο, ώστε και να αποδοκιμάζει τη φωνή της συνειδήσεως, ότι αξιώνει ανόητα και παράλογα, και στο τέλος της επιβάλλει τη σιωπή. Η κατάσταση αυτή μοιάζει με την πώρωση της συνειδήσεως. Ο δε μοναχός που περιφρόνησε τη φωνή για την τήρηση των υποχρεώσεών του, αυτός έπαθε, ό,τι υποφέρουν όσοι έχουν πώρωση συνειδήσεως και αλλοίμονο σ’ αυτόν. Αυτός θα κατακριθεί, διότι δεν έζησε κατά Θεόν, και έβαλε το εγώ του και τη δική του γνώση πάνω από τη γνώση των Οσίων Πατέρων, και διότι δεν έκανε καλή προσφορά.

Πρόσφεραν στον Θεό θυσίες οι αδελφοί Κάιν και Άβελ, αλλά ο Κάιν δεν έκανε καλή προσφορά και αποδοκιμάστηκε από τον Θεό. Πρόσφερε ο Οζίας θυμίαμα στο Θεό με χρυσό θυμιατήριο, αλλά κατακρίθηκε, γιατί δεν έκανε καλή προσφορά. Και ο Σαούλ πρόσφερε θυσίες στο Θεό αλλά κατακρίθηκε και αποδοκιμάστηκε αυτός και ο οίκος του, γιατί δεν έκανε καλή προσφορά. Πρόσφεραν και οι Ιουδαίοι θυσίες, αλλά ο Θεός τις αποδοκίμασε και έλεγε «μισεί αυτάς η ψυχή μου»· ώστε δεν είναι αρκετό για να ευαρεστήσει κάποιος το Θεό να προσφέρει μόνο θυσίες, δώρα και προσευχές, αλλά να κάνει καλή προσφορά δηλαδή να έχει συναίσθηση της ατέλειας και της αναξιότητάς του. Αλλά για να υπάρχει τέτοια συναίσθηση απαιτείται τέλεια αυταπάρνηση και υποταγή στις εντολές του Θεού, και ταπείνωση και αδιάλειπτη πνευματική εργασία.

Εάν λοιπόν μόνον έτσι προσφέρουμε επάξια θυσίες στο Θεό, πρώτη δε και μέγιστη θυσία του προσφέρουμε την καρδιά μας, πώς η θυσία και η προσφορά μας θα γίνουν ευπρόσδεκτες στον Θεό, όταν δεν είμαστε άξιοι να προσφέρουμε θυσία ευάρεστη, ούτε τα προσφερόμενα είναι ως προσφορά άξια για τον Θεό; Γι’ αυτό μην επαναπαυόμαστε στις δεήσεις και προσφορές μας, εάν προηγουμένως δεν φροντίσουμε με πολλή επιμέλεια να κάνουμε τους εαυτούς μας άξιους πιστούς και τις θυσίες μας ευπρόσδεκτες στο Θεό. Γι’ αυτό βρίσκονται σε μεγάλη πλάνη όσοι νομίζουν ότι κάθε λατρεία και θυσία είναι ευάρεστες στο Θεό.

Λατρεία ευάρεστη και θυσία ευπρόσδεκτη στο Θεό είναι «πνεύμα συντετριμμένο και καρδία συντετριμμένη», και όχι πνεύμα υπερήφανο και αλαζονικό και καρδία άτεγκτη και εμπαθής.

Αυτά λοιπόν επιζητεί η αλλαγή του ονόματος κατά πρώτο λόγο. 
Κατά δε τον δεύτερο λόγο επιζητεί την υποχρέωση να έχει υπόδειγμα αρετής και τελειότητας τον βίο και το πολίτευμα του αγίου, του οποίου το όνομα φέρουμε, και σ’ όλη μας τη ζωή να αγωνιζόμαστε για να γίνουμε τέλειοι ακολουθώντας το παράδειγμά του. Το υπόδειγμα της αρετής του αγίου ενισχύει πάρα πολύ τον αγωνιζόμενο. Απ’ αυτό διδάσκεται, να ταπεινώνεται ακόμα και εάν κατάγεται από βασιλική οικογένεια· μαθαίνει να υπομένει και εάν τα δεινά είναι αφόρητα· μαθαίνει ν’ αγαπά και αυτούς που τον μισούν· μαθαίνει να τιμά και αυτούς που τον προσβάλουν· μαθαίνει να ζει υπέρ των αδελφών και ν’ αποθνήσκει υπέρ του νόμου του Θεού και των θείων εντολών του· μαθαίνει να αγαπά την έσχατη θέση και χαίρεται στην αφάνεια. Και τί δεν μαθαίνει;

Εάν απαριθμήσω ένα-ένα όσα μαθαίνουμε από το παράδειγμα τον αγίων, δεν θα με φθάσει ούτε ο χρόνος, ούτε το χαρτί για να τα αναφέρω.

Πηγή: Αγ. Νεκταρίου, «35 Ποιμαντικές επιστολές»,σ. 87-91, εκδ. Υπακοή.

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Οι Αιτίες που κάνουν την Πίστη στον Θεό να εξασθενεί και να πεθαίνει (VII)

Έβδομη αιτία, του θανάτου της πίστης μέσα μας είναι η ευτυχία, η ευμάρεια

Μόνο οι ευλαβικές και δυνατές ψυχές μπορούν να έχουν στραμμένο το πρόσωπο στο Θεό όταν η ζωή τους είναι άνετη κι ευτυχισμένη. Στις χυδαίες ψυχές η ευτυχία είναι η μεγαλύτερη μακαριότητα.

Μόνο αυτήν προσκυνούν. Μόνο οι χυδαίες ψυχές είναι άθεες στην ευτυχία τους. Στη δυστυχία όλες σχεδόν οι ψυχές είναι ευλαβικές. Αλλά και μια καλή ψυχή μπορεί να ξεχαστεί και να γίνει ασεβής με την ευτυχία. Ένας καλός άνθρωπος μπορεί ν' αλλάξει τόσο πολύ με την ευτυχία, ώστε να μην τον αναγνωρίζουν ούτε οι φίλοι του.

Ένας χαρούμενος άνθρωπος κερδίζει πολλά χρήματα με το λαχείο και ξαφνικά γίνεται σκυθρωπός και παράξενος. Μια άπορη κοπέλα παντρεύεται έναν εύπορο άνθρωπο και την πιάνει τόση υπερηφάνεια, ώστε περιφρονεί τις πρώην φιλενάδες της. Με το πού έρχεται στην εξουσία ένας αγαπητός φίλος, παραφρονεί.

Η δόξα μπορεί να μεταβάλει έναν καλλιτέχνη σε αλήτη. Αυτό πού συμβατικά ονομάζεται ευτυχία, μπορεί να γίνει η μεγαλύτερη δυστυχία των ανθρώπων. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι πού η επίγεια ευτυχία, τους αποπλανά το νου, τους αναισθητοποιεί την καρδιά. Είναι δυνατό να υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία από αυτή την «ευτυχία;»

Τόσο στην ευτυχία όσο και στη δυστυχία ο άνθρωπος πρέπει να έχει θάρρος. Γιατί χρειάζεται θάρρος να μην παραδοθεί κανείς ούτε στην ευτυχία ούτε στη δυστυχία. Σ' εκείνον πού η ευτυχία λειτουργεί ως είδωλο του, ο Θεός παύει να είναι Θεός. Όποιος θυμιατίζει την ευτυχία του με λιβάνι και σμύρνα, αυτός δεν προσφέρει θυσίες στο Θεό.

Όποιος νομίζει ότι ο ορίζοντας της ευτυχίας του περιορίζεται στα όρια αυτού του κόσμου, αυτός δημιουργεί μια ψευδαίσθηση από καπνό. Όποιος πιστεύει πώς είναι ευτυχισμένος και μπορεί να γιορτάζει χωρίς Θεό, αυτός βιώνει την ηρεμία πού επικρατεί πριν από την καταστροφή, γελάει μ' ένα γέλιο που σε λίγο θα μετατραπεί σε περιδέραιο από πάγο.

Όσο η ευτυχία κατοικεί μέσα σ' ένα σπίτι, η δυστυχία βρίσκεται στην πόρτα και καραδοκεί να 'ρθει η σειρά της για να μπει μέσα. Δεν υπάρχει σπίτι στον κόσμο όπου δε θα δώσει το παρόν της η δυστυχία, δε θ' αποκαλύψει το πρόσωπο της. Ιδιαίτερα στο σπίτι πού βίωσε την τραγωδία της πίστης, το πρόσωπο της δυστυχίας μοιάζει φριχτό, αποκρουστικό. Σ' εκείνο το σπίτι όμως όπου η πίστη είναι ζωντανή και άγρυπνη, το πρόσωπο της δυστυχίας θα μοιάζει με αχνό σκοτάδι.

Αυτές είναι οι επτά αιτίες πού είναι ικανές, μόνες τους ή ενωμένες, να συντελέσουν στην τραγωδία της πίστης. Όταν γύρω από ένα ευγενές κρίνο φυτρώσουν επτά αγκάθινοι θάμνοι και μπλέξουν τα κλαδιά τους με τέτοιο τρόπο ώστε να του κρύψουν τον ήλιο και να του στερήσουν τον αέρα, τότε ο ευγενής κρίνος σαπίζει από την υγρασία και πνίγεται στο σκοτάδι.

Ο Θεός βλέπει από τον ουρανό πολλούς ωραίους κρίνους να σαπίζουν και να πνίγονται στη γη. Από τα ύψη Του ο Θεός βλέπει πολλές ψυχές να μετατρέπονται σε αγκάθια χωρίς κρίνους. Ο Θεός ακόμα και τ' αγκάθια χρησιμοποιεί για το καλό, αλίμονο όμως σ' εκείνον πού είναι αγκάθι. Αλίμονο σ' εκείνον πρώτα και σ' όλο τον περίγυρο του έπειτα. Η ζωή χωρίς πίστη είναι πιο σκοτεινή απ' όλες τις τραγωδίες. Η τραγωδία του Γολγοθά είναι φωτεινή αν συγκριθεί με την τραγωδία αυτή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ.

Οι Αιτίες που κάνουν την Πίστη στον Θεό να εξασθενεί και να πεθαίνει (VI)

Έκτη αιτία της έκπτωσης της πίστης στον άνθρωπο είναι η κοινωνική αδικία

Ο άνθρωπος παρατηρεί τον ουράνιο θόλο στολισμένο με τόσα λαμπερά αστέρια κι η πίστη του λάμπει κι αυτή, θερμαίνει όπως η φλόγα. Ο ίδιος όμως άνθρωπος παρατηρεί και την κοινωνική αδικία, εκείνη πού κάνει άνθρωπος σε άνθρωπο. Και τότε η πίστη του σβήνει σαν τη φλόγα πού είναι εκτεθειμένη στην καταρρακτώδη βροχή.

Κάποια εργατικά κόμματα στον κόσμο πού διαμαρτύρονται ενάντια στην άδικη κατανομή του πλούτου στη γη, το θεωρούν απαραίτητο να διαμαρτυρηθούν και ενάντια στην πίστη. Η διαμαρτυρία αυτή των εργατών ενάντια στην πίστη είναι και κατά ένα μέρος δικαιολογημένη για κάποιους παραμορφωμένους τύπους της πίστης πού εντάχθηκαν στην ταπεινή υπηρεσία του καπιταλισμού και υποστηρίζουν μια φανερή οικονομική αδικία, από την οποία στενάζουν χιλιάδες ψυχές και εκατομμύρια άνθρωποι. 

Η διαμαρτυρία αυτή όμως δεν είναι μόνο αδικαιολόγητη αλλά και παράλογη αν αναφέρεται γενικά στην πίστη. Αδικαιολόγητη είναι επειδή είναι άδικη. Και παράλογη είναι επειδή δημιουργεί εχθρό τον καλύτερο φίλο της.

Ο καλύτερος φίλος των φτωχών και των καταφρονεμένων στον κόσμο αυτόν είναι η θρησκεία. Αν οι φτωχοί κι οι καταφρονεμένοι αυτού του κόσμου σκοπεύουν να κάνουν αποτελεσματικό πόλεμο ενάντια στους καταπιεστές τους, πρέπει να τον κάνουν εν ονόματι του Θεού και της θείας δικαιοσύνης. Τότε μόνο ένα πράγμα γίνεται μεγάλο και εντυπωσιακό, όταν σαν βάση του έχει το Θεό. Η διακήρυξη της αδελφοσύνης και της αλληλεγγύης χωρίς πίστη στο Θεό γίνεται μόνο από τούς ανθρώπους εκείνους πού είναι πλανεμένοι, πού μεταξύ του εγκεφάλου και της γλώσσας τους δεν υπάρχει πλήρης σχέση. Το να μην πιστεύει κανείς στην οικουμενική δικαιοσύνη και να επιζητεί δικαιοσύνη στη γη, είναι σα να πιστεύει πως επειδή είναι νύκτα ο ήλιος δε θ' ανατείλει για να φωτίσει τη γη και ζητά να την φωτίσει μια απλή πέτρα.

Η κοινωνική αδικία μας θλίβει και μας στενοχωρεί όλους, μας πονά. Μας βυθίζει σε σκοτεινές σκέψεις, πλήττει την αισιοδοξία μας, θολώνει τον ουρανό στα βλέμματα μας. Τέτοια κοινωνική αδικία, πού κάνει τους ανθρώπους να υποφέρουν, μπορεί να έχει την ίδια επίδραση που ασκεί ο άνεμος της ερήμου, πού όταν φυσάει, μαραίνει τα πάντα στο πέρασμα του. Μπροστά στον άνεμο αυτόν της ερήμου μαραίνεται κι η πίστη μας. Οπως η τρυφερή χλόη μόλις κοπεί από το δρεπάνι μαραίνεται, μαυρίζει και γίνεται ξερό χόρτο, έτσι κι η πίστη μας. Όταν βρεθεί μπροστά στην κοινωνική αδικία πέφτει στη νεκρική κλίνη και πεθαίνει.

Γιατί να πεθαίνει από την πείνα εκείνος πού εργάζεται;
 
Γιατί ολόκληρη η ζωή των πολλών να είναι μια συνεχής Δευτέρα, ενώ η ζωή των λίγων να είναι μια συνεχής γιορτή; 

Γιατί να ταλαιπωρείται ο δίκαιος; 

Γιατί να είναι παραμερισμένος και ταπεινωμένος ο σοφός μπροστά στον ηλίθιο; 

Γιατί ο ευεργέτης να βιώνει την αχαριστία; 

Γιατί ο ταπεινός να ζει στη σκιά του αλαζόνα; 

Γιατί η ασωτία να κατοικεί μέσα σε τόσο λαμπερά σπίτια ενώ η αρετή να συρρικνώνεται πάντα σ' ένα ξυλουργείο της Ναζαρέτ ή σε στενά κελιά; 

Γιατί τον ήρωα να τον παραγκωνίζουν πάντα οι δειλοί ενώ η θέση του είναι μπροστά; 

Γιατί να γίνονται όλ' αυτά αν υπάρχει ο δίκαιος Θεός;

Κάτω από το βάρος των ερωτημάτων αυτών κλονίζεται το πνευματικό θάρρος των πολλών. Κι όπου δεν υπάρχει θάρρος, δεν υπάρχει ούτε πίστη. Όταν κλονίζεται το θάρρος, κλονίζεται κι η πίστη. Το θάρρος κι η πίστη συγκατοικούν πάντα στο ίδιο βάθρο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ.

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Οι Αιτίες που κάνουν την Πίστη στον Θεό να εξασθενεί και να πεθαίνει (V)

Πέμπτη αιτία της τραγωδίας της πίστης είναι η ψευδοεπιστήμη και η ψευδοθεολογία

Η ψευδοεπιστήμη εναντιώνεται στην πίστη, η ψευδοθεολογία στην επιστήμη.

Η ψευδοεπιστήμη παίρνει τις χειρότερες και πιο πρωτόγονες μορφές της πίστης, τις τονίζει, τις παρουσιάζει γενικά ως πίστη, ασκεί την κριτική της και τις απορρίπτει, τις αρνείται. Η ψευδοθεολογία πάλι στρέφει την προσοχή της στην κατάχρηση των επιστημονικών επιτευγμάτων και ανακαλύψεων, τις γενικεύει και προσπαθεί ν' αρνηθεί την επιστήμη.

Τον προηγούμενο αιώνα (19
ο) προχώρησε σημαντικά η πρόοδος των φυσικών επιστημών και της τεχνολογίας. Οι σοβαροί άνθρωποι εκμεταλλεύτηκαν την πρόοδο αυτή για να προχωρήσουν περισσότερο, ενώ οι ρηχοί και μη σοβαροί την αρνήθηκαν. Ο εμπλουτισμός αυτός της επιστήμης έκανε τούς σοβαρούς σοβαρότερους και τούς μη σοβαρούς λιγότερο σοβαρούς. Οι σοβαροί δεν αντιλαμβάνονται την διπλή αλήθεια, την μια πού προέρχεται από την επιστήμη και την άλλη πού προέρχεται από την πίστη, γιατί αισθάνονται την αρμονία πού τις συνδέει. Οι μη σοβαροί απολαμβάνουν τις περιττές συγκρούσεις, προτιμούν πάντα το θράσος ενάντια στη λογική σκέψη. Καυχιούνται κι εναβρύνονται να πιστεύουν ότι με την επιστήμη αμφισβητούν την πίστη και με την πίστη αμφισβητούν την επιστήμη.

Η υγιής πίστη δεν αμφισβητεί ποτέ την αληθινή επιστήμη. Κι η αληθινή επιστήμη δεν αρνείται ποτέ την υγιή πίστη. Οι νοσηρές μορφές τους, και της πίστης και της επιστήμης, είναι σκόπιμες. Η πίστη μου στο Θεό δεν με επηρεάζει ούτε με εμποδίζει ν' αναγνωρίσω και να υιοθετήσω όλη την αληθινή επιστήμη, από το Α έως το Ω. Η επιστήμη μου πλουταίνει στη σαφήνεια, την πληρότητα και τον ενθουσιασμό της όταν διαφωτίζεται και θερμαίνεται από την αληθινή πίστη. Να το ξέρετε, πώς όταν ένας επιστήμονας εναντιώνεται στην πίστη εν ονόματι της επιστήμης, αυτός εναντιώνεται στη χειρότερη μορφή της πίστης, εν ονόματι της καλύτερης επιστήμης. Κι όταν ένας θεολόγος εναντιώνεται στην επιστήμη εν ονόματι της πίστεως, αυτός εναντιώνεται στην πιο καταχρηστική και βλαπτική μορφή της επιστήμης, εν ονόματι της καλύτερης πίστης.

Η καλύτερη επιστήμη όμως βρίσκεται σε τέλεια αρμονία με την καλύτερη πίστη. Και οι καλύτεροι δε συγκρούονται ποτέ μεταξύ τους. Οι καλύτεροι κατανοούν ο ένας τον άλλον, τον παραδέχονται. Εκείνοι πού συγκρούονται και αλληλοεξοντώνονται μεταξύ τους είναι οι μικροί, οι άνισοι, πού απολαμβάνουν την πολεμική τους εξόντωση. "Έτσι η πολεμική και η εξόντωση τόσο της ψευδοπίστης όσο και της ψευδοεπιστήμης αποδυναμώνουν την πίστη που έχουν πολλές άπλες ψυχές. Κι όταν η πίστη αποδυναμώνεται, πρέπει ν' αγωνιστεί πολύ για την επιβίωση της. Πολύ συχνά όμως ο αγώνας αυτός καταλήγει σε ήττα της πίστης. Και ήττα της πίστης στον άνθρωπο σημαίνει θρίαμβο του σκότους και του κακού.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ.

Οι Αιτίες που κάνουν την Πίστη στον Θεό να εξασθενεί και να πεθαίνει (IV)

Τέταρτη αιτία της τραγωδίας της πίστης πιστεύω πώς για πολλούς είναι οι πλάνες των εκπροσώπων της πίστης

Κάθε άνθρωπος εκτιμά το σπόρο από τον καρπό του. Αν ο καρπός είναι πικρός, κανένας δε γίνεται ν' αγαπήσει τον σπόρο. Οι καλύτεροι καρποί της πίστης πρέπει να είναι οπωσδήποτε εκείνοι πού έχουν ταχθεί στην υπηρεσία της.

Η πίστη είναι ο σπόρος, ο άνθρωπος είναι ο αγρός. Όταν ο σπόρος σπέρνεται σε διαφορετικούς αγρούς, είναι λογικό οι καρποί του να διαφέρουν. Η πίστη είναι ο σπόρος, ο ιερέας είναι άνθρωπος. Πώς ο ίδιος σπόρος θα δώσει ίδιους καρπούς σε διαφορετικό έδαφος;

Ο καθένας μας περιμένει από τον Ιερέα μιας θρησκείας να είναι ο καλύτερος καρπός της πίστης του, όπως και από τον καρπό εκτιμά το σπόρο. Είναι αλήθεια όμως πως όλος ο κόσμος μπορεί ν' απατηθεί από τέτοια εκτίμηση. Υπάρχει περίπτωση ο ιερέας να είναι ο χειρότερος καρπός της πίστης πού υπηρετεί. Από τον ίδιο σπόρο σε κάποιο έδαφος φυτρώνει άνθος, σε άλλον τόπο ζιζάνιο. Τον σπόρο πρέπει να τον εκτιμούμε από τον καλύτερο καρπό πού αποδίδει, όχι από τον χειρότερο. Κι ο καλύτερος σπόρος αν πέσει σε αγκαθότοπους, τα αγκάθια θα τον πνίξουν. Ο καλός σπόρος μόνο στον καλό τόπο θ' αποδώσει εκατονταπλασίοντα και καλό καρπό, κατά τον λόγο του Σωτήρα μας.

Οταν η χριστιανική πίστη σπέρνεται σε καλό έδαφος, γόνιμο, θα δώσει τούς καλύτερους καρπούς. Ο σπόρος της πίστης αυτής όμως πέφτει και σε αγκαθότοπους και σε πέτρες και ανάμεσα στα ζιζάνια και στο δρόμο, όπου δεν μπορεί να φυτρώσει. Αλλά κι αν φυτρώσει δεν αναπτύσσεται. Κι αν ακόμα αναπτυχθεί δεν αποφέρει καθόλου καρπό ή θ' αποδώσει πικρό καρπό.

Η πίστη έκανε ανθρώπους μεγάλους σαν τιτάνες στον χαρακτήρα, στην αρετή και τη φρόνηση. Η ίδια πίστη όμως βρίσκεται και σαν μικρό κι αναπτυσσόμενο μπόλι σε σκληρούς κι αγκάθινους κορμούς. Μοιάζει η πίστη με τον μαργαρίτη πού βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους και χοίρους. Οι άνθρωποι μάζεψαν τον μαργαρίτη, εκτίμησαν την λαμπρότητα και την αξία του και τον φύλαξαν. Οι χοίροι τον ανακάτεψαν με το καλαμπόκι. Έφαγαν το καλαμπόκι και τον μαργαρίτη τον έριξαν στις λάσπες, τον ποδοπάτησαν και τον απομάκρυναν με το ρύγχος τους, αφού ήταν κάτι πού δεν τρωγόταν.

Εκείνοι πού ρίχνουν το μαργαρίτη στη λάσπη είναι άλογοι, στερούνται λογικής. Ακόμα πιο άλογοι όμως είναι εκείνοι πού βλέπουν το μαργαρίτη να ποδοπατείται από τούς χοίρους και να ρυπαίνεται και δεν τον εκτιμούν, νομίζουν πώς είναι άμμος κι όχι μαργαρίτης πολύτιμος. Κάθε επάγγελμα έχει και τούς Ιούδες του, τους δικούς του βέβηλους.

Όμως δε σκέφτονται έτσι όλοι οι άνθρωποι. Είναι πολλοί πού βλέπουν τον Ιερέα τους άθεο κι η πίστη τους μαραίνεται. Είναι πολλοί πού βλέπουν καχύποπτα τον εξομολόγο τους κι η πίστη τους τρεμοσβήνει όπως η φλόγα του κεριού μπροστά στην πυρκαγιά. Πολλοί ακούνε για την άθεη συμπεριφορά πολλών ανθρώπων πού είναι υψηλοί εκπρόσωποι του χριστιανισμού και η τρεμάμενη φλόγα της πίστης τους σβήνει τελείως στην ψυχή τους. Κι όταν η φλόγα αυτή σβήσει στη μάχη της με τον ψυχρό άνεμο, τότε η τραγωδία της πίστης είναι πλήρης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ.

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Οι Αιτίες που κάνουν την Πίστη στον Θεό να εξασθενεί και να πεθαίνει (ΙΙΙ)

Τρίτη αιτία πού συντελεί στο να ψυχορραγεί και να μαράζει μέσα μας η πίστη, είναι τα έργα των ανθρώπων

Τα δικά μας έργα, μας τυφλώνουν, στερούν την όραση μας. Στρέφουμε υπερβολικά όλη την προσοχή μας σ' αυτά και δε βλέπουμε τίποτα παραπέρα. Παρατηρούμε την επιστήμη μας, τα επιτεύγματα της νοημοσύνης μας και τα μάτια μας θολώνουν τόσο πολύ, ώστε δεν μπορούν να δουν ένα ευρύτερο και φωτεινότερο ορίζοντα. Παρατηρούμε τις μεγάλες πόλεις, τα έργα των χειρών μας. Ύστερα τα έργα του Θεού δεν τα βλέπουμε, γίνονται αόρατα. Ο πολιτισμός γοητεύει τα μάτια μας περισσότερο από τη φύση, αφού τη φύση δεν την βλέπουμε πια στις πόλεις μας.

Ό άνθρωπος, από ποιητής πολιτιστικών δημιουργημάτων, μας παρουσιάζεται σαν μοναδικός ποιητής του σύμπαντος. Οι ουρανοξύστες μας εμποδίζουν να δούμε τη συμπαντική οικία του Θεού. Κάτω από τον πηλό της ανθρώπινης μυρμηγκοφωλιάς μας, αδυνατούμε να δούμε τον ουρανό.

Είμαστε άδικοι, γι' αυτό εκτιμούμε το έργο περισσότερο από τον εργάτη. Παρατηρούμε έναν μεγαλοπρεπή καθεδρικό ναό με θαυμασμό, αλλά ταυτόχρονα κοιτάζουμε με μεγάλη περιφρόνηση τούς ανθρώπους, λες κι ο ναός αξίζει να θαυμάζεται περισσότερο από τους ανθρώπους που τον έφτιαξαν, τους δημιουργούς. 

Συχνά παρατηρούμε επίσης με θαυμασμό τη φύση, αλλά λησμονούμε τον δημιουργό της, λες και το κτιστό αξίζει περισσότερο από τον Κτίστη του. Παρατηρούμε τον άνθρωπο στο ρόλο που διαδραματίζει στον κόσμο αυτόν, αλλά τον θαυμάζουμε περισσότερο από Εκείνον που τον έπλασε και τον όρισε σ' αυτόν τον ρόλο. Αυτή είναι η πλάνη από την οποία προέρχεται η τραγωδία της πίστης πού ταλανίζει τις ψυχές μας.

Πίστη είναι πάντα η αυστηρή αναγωγή από τα δημιουργήματα στον δημιουργό, από το έργο στον καλλιτέχνη.

Η πίστη εξασφαλίζει πάντα την απόλυτη αξία γι' αυτό πού είναι πολυτιμότερο από εκείνα πού μπορούν να δουν τα μάτια, ν' ακούσουν τ' αυτιά ή να δημιουργήσουν τ' ανθρώπινα χέρια. 

Η πίστη βρίσκεται σε πόλεμο με όλες τις δυνάμεις του κόσμου τούτου, που προσπαθούν να προσδώσουν στο σχετικό απόλυτη αξία. Κι όταν η πίστη αγωνίζεται, πρέπει και ν' αντέχει να ομολογεί και να μαρτυρεί. Υπάρχει και περίπτωση να καταρρεύσει. Η μεγαλύτερη και πιο φρικτή τραγωδία της ζωής γεννιέται εκεί όπου πεθαίνει μια ηττημένη πίστη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ.

Οι Αιτίες που κάνουν την Πίστη στον Θεό να εξασθενεί και να πεθαίνει (ΙΙ)

Δεύτερη αιτία αποδυνάμωσης και νέκρωσης της πίστης μέσα μας είναι ο υπερκορεσμός του πνεύματος μας από πολλές μικρές κι ανούσιες γνώσεις, ενώ απουσιάζει η μοναδική γνώση, πού υπερβαίνει όλες τις άλλες. Γνώση μοναδική, «υπερέχουσα γνώση», είναι η γνώση του Θεού. Όλες οι άλλες μικρές και ασήμαντες γνώσεις αναφέρονται στα έργα του Θεού, στο σπίτι της φύσης, στην επίπλωση του.

Στην εποχή μας το πλήθος των γνώσεων ξεπερνάει κάθε άλλη εποχή.

Αγωνίζονται σήμερα οι άνθρωποι για το πλήθος των γνώσεων, για να μάθουν πολλά. Την ποιότητα τους πολύ λίγο την προσέχουν, ελάχιστα. Έχουμε μετατρέψει το κεφάλι μας σε τεράστια αποθήκη όπου στοιβάζονται γνωστά γεγονότα από τη χημεία, τη φυσική, την αστρονομία, την τεχνολογία, την κοινωνιολογία, από την τεχνική των παιχνιδιών, της μαγειρικής και της ερωτοτροπίας. Πολλά κεφάλια είναι ταυτόχρονα ολόκληρα εργαστήρια χημείας, οικοδομές, μουσικά δρώμενα. Πολλοί εγκέφαλοι είναι πραγματικές εγκυκλοπαίδειες. Έτσι, στα μεγάλα και γεμάτα αυτά κεφάλια δεν υπάρχει χώρος για το Θεό. Δε χωράει εκεί η μοναδική, η «υπερέχουσα, γνώση».

Στις παλιότερες εποχές οι άνθρωποι ήταν πιο απλοί, ο νους τους δεν ήταν γεμάτος από τόσο πολλές τεχνικές αλήθειες, όπως γίνεται με τους σημερινούς ανθρώπους. Η μοναδική γνώση, η «υπερέχουσα», ήταν πάντα ζωντανή, πάντα είχε μια αισθητή θέση μέσα στον άνθρωπο. Και στη νέα εποχή όμως, τη σύνθετη, οι άνθρωποι πού είναι δυνατοί δεν αφήνουν να υπερφορτωθεί ο νους τους με πολλές μικρές και ασήμαντες γνώσεις, δεν αφήνουν τις γνώσεις αυτές να επισκιάσουν τη μοναδική γνώση.

Για τούς διακριτικούς ανθρώπους όλα τα γεγονότα είναι διαφανή. Μέσα απ' όλα τα γεγονότα βλέπουν το κύριο γεγονός του σύμπαντος. Οι διεισδυτικοί άνθρωποι διεισδύουν, βλέπουν κάτω από το κέλυφος των πραγμάτων, βλέπουν την ουσία τους, πιάνουν το σφυγμό τους. Ποτέ οι δυνατοί άνθρωποι δεν ήταν δυνατότεροι, ούτε οι διεισδυτικοί διεισδυτικότεροι απ' όσο είναι σήμερα, στην εποχή μας. Αλλά ούτε κι οι αδύναμοι ήταν ασθενέστεροι, οι μύωπες περισσότερο τυφλοί κι οι επιπόλαιοι περισσότερο επιπόλαιοι απ' όσο είναι στην εποχή μας.

Για τούς δυνατούς, τούς διακριτικούς και τούς διεισδυτικούς, η πίστη στο Θεό είναι πάντα πάνω απ' όλα, πάνω από κάθε γνώση και γεγονός. Η πίστη στο Θεό καλύπτει κάθε γνώση, όπως η φωτεινή ατμόσφαιρα καλύπτει ένα ουράνιο σώμα. Απ' αυτήν την ατμόσφαιρα περνούν, «φιλτράρονται» και παίρνουν ζωή και κίνηση όλα τα γεγονότα. Αν δεν περάσουν από την ατμόσφαιρα αυτή, όλα τα γεγονότα παγώνουν, τα επισκιάζει η σκιά του θανάτου. 

Η σελήνη έχει ατμόσφαιρα; Τίποτα δεν είναι βέβαιο ακόμα. Αν όμως υποθέσουμε πώς δεν έχει, τότε μοιάζει με τη γνώση χωρίς πίστη. Υπάρχουν στη σελήνη μεταλλικά στοιχεία, γεωγραφικά όρη και πλάτη. Τίποτα απ' αυτά όμως δεν ανασαίνει, αν δεν υπάρχει ατμόσφαιρα. Γι' αυτό κι η σελήνη σύρεται κοντά σε ζωντανούς πλανήτες πού αναπνέουν και ζουν, όπως περιφέρεται ένα πολυτελές νεκρικό φέρετρο.

Το ίδιο γίνεται και με τη γνώση όταν δεν υπάρχει πίστη. Κι αυτή είναι ένα νεκρικό φέρετρο μέσα μας. Όσο αυξημένες είναι οι γνώσεις μας χωρίς πίστη, τόσο μεγαλύτερος κι ο νεκρός πού αναπαύεται στην ψυχή μας. Ένας νεκρός στολισμένος και περιποιημένος, πού δεν παύει όμως να κείται νεκρός. Μέσα σ' αυτόν το νεκρό κείται περιφρονημένη και φιμωμένη κι η πίστη. Μετά από ένα μάταιο αγώνα για ν' ανεβεί και να καλύψει με την ατμοσφαιρική δροσιά και τη ζωτικότητα της το μεταλλικό σαρκοφάγο των γνώσεων, μετά από πολλές ηρωικές αλλά μάταιες προσπάθειες, η πίστη αναπαύεται στη σκιά του θανάτου.

Ή τραγωδία της είναι πλήρης, απόλυτη. Στη δική της τραγωδία όμως βρίσκεται κι η δική μας τραγωδία. Η τραγωδία της αναζήτησης της ευτυχίας, της γαλήνης και της αισιοδοξίας μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ.

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Οι Αιτίες που κάνουν την Πίστη στον Θεό να εξασθενεί και να πεθαίνει (Ι)

Εγώ βλέπω επτά αιτίες πού κάνουν την πίστη μας να εξασθενεί και να πεθαίνει.

Πρώτη αιτία είναι η εξοικείωση μας με τον κόσμο αυτόν και με τη ζωή μας


Συνηθίσαμε τόσο τον κόσμο όσο και τη ζωή μας και δε μας κάνουν εντύπωση. Μέχρι τη στιγμή που ο κόσμος μας φαίνεται καινούργιος κι ασυνήθιστος, η πίστη μας στο Θεό είναι ισχυρή. Από τη στιγμή πού ο κόσμος μας φανεί παλιός, έχουμε εξοικειωθεί μαζί του, η πίστη μας σβήνει. Όσο περισσότερα βιώνουμε, τόσο περισσότερο εξοικειωνόμαστε με τον κόσμο. Κι όσο περισσότερο εξοικειωνόμαστε μαζί του, τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τη φοβερή και θαυμαστή εντύπωση πού μας προκαλούσε ως τότε.
Όποιος ανεβεί για πρώτη φορά στις Άλπεις, μένει έκθαμβος από τη μοναδική κι απροσδόκητη θέα. Όποιος όμως ζήσει δέκα χρόνια εκεί, η αλπική θέα όχι μόνο δεν τον εντυπωσιάζει, αλλά ίσως του φαίνεται και βαρετή, πληκτική.

Ό αστρονόμος πού μαθαίνει για πρώτη φορά πόσο μεγάλα είναι τ' αστέρια και πόσο τεράστιο είναι το πλήθος τους, πόση η απόσταση πού χωρίζει το ένα από το άλλο και πόσο αλάθητη κι ακριβής είναι η πορεία τους, μεθάει από τον ενθουσιασμό. Αν όμως συνεχίσει να τα βλέπει όλ' αυτά με τα τέλεια όργανα του για μια σειρά ετών, όλα θα του φαίνονται συνηθισμένα και δε θα τον εντυπωσιάζουν. Από τον αρχικό εντυπωσιασμό του δε θα μείνει ούτε σκιά. 

Αν εμείς βλέπουμε για πολύ μεγάλο διάστημα το θέατρο αυτού του κόσμου, είναι δυνατό αυτή η ασυνήθιστη και πλούσια παράσταση να έχει για μας το ίδιο ζωντανό ενδιαφέρον ως το τέλος; Όταν ζούμε πάρα πολύ, δε γίνεται παρά ν' αρχίσουμε να χασμουριόμαστε από την πλήξη. Από πλήξη χασμουριόντουσαν οι άνθρωποι και στην κορυφή των Άλπεων και στον κόλπο της Νεάπολης και κάτω από τον έναστρο ουρανό της Ινδίας. Όπου όμως εισχωρήσει η πλήξη, από εκεί θ' αναχωρήσει η πίστη στο θεό. Κι απ' όπου αναχωρεί η πίστη στο θεό, από εκεί θ' απομακρυνθεί κι η γαλήνη της ψυχής.

Όσοι έχουν συνηθίσει αυτή τη ζωή μοιάζουν με απλοϊκούς ανθρώπους, άξεστους, πού κάθονται σε βασιλικό τραπέζι. Κανένας τους δεν αγνοεί πώς μαζί τους βρίσκεται κι ο βασιλιάς, πώς το τραπέζι αυτό είναι γεμάτο βασιλική μεγαλοπρέπεια. Κάθονται κι αρχίζουν να τρώνε και να πίνουν ανέμελοι. Από τα ωραία φαγητά και τα ποτά όμως θολώνει ο νους τους. Έτσι χάνουν και το βασιλιά και τη βασιλική μεγαλοπρέπεια του τραπεζίου.

Μετά αρχίζουν ν' αρπάζουν τα φαγητά και τα ποτά, να σπρώχνονται μεταξύ τους, ν' αλληλοσυγκρούονται, ν' ανακατεύουν τα φαγητά, να τα πετάνε, να φωνάζουν και να μαλώνουν πώς το τραπέζι είναι δικό τους, πώς τους ανήκει η πρώτη θέση. Στο τέλος κουράζονται και τούς πιάνει το χασμουρητό. Η φιλοξενία στο βασιλικό παλάτι τούς φαίνεται βαρετή, κρατάει πάρα πολύ. Παραπονιούνται, γκρινιάζουν, απελπίζονται. Η βασιλική τράπεζα καταλήγει σε άντρο ληστών κι υστέρα σε στάβλο. Στο τέλος όλα γι' αυτούς θα χάσουν το βασιλικό χαρακτήρα τους. Η άξεστη απλοϊκότητα θ' απλωθεί παντού.

Θα θριαμβεύσει στις σκέψεις, στα λόγια και στα έργα των καλεσμένων. Ο βασιλιάς στέκεται στη θέση του, δίπλα τους, τα παρατηρεί όλα και δίνει εντολή να γεμίζει συνέχεια η τράπεζα. Η ευλαβική ψυχή νιώθει την παρουσία του βασιλιά και ντρέπεται για τη συμπεριφορά των απλοϊκών αδελφών της. Η ευλαβική ψυχή τον κόσμο αυτόν τον νιώθει πάντα σαν τον πιο φοβερό και ιερό ναό. Κι όσο περισσότερο η ίδια βρίσκεται μέσα στο ναό, ο ναός όχι μόνο δε χάνει από την αξία του και δεν υποβαθμίζεται, άλλ' αντίθετα μεγεθύνεται το ασυνήθιστο και φοβερό μεγαλείο του.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Τί είναι η Προσκομιδή;


Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς



Η Προσκομιδή! Τί είναι η Προσκομιδή; Οι αιρετικοί δεν έχουν ούτε την Προσκομιδή, πού είναι το εισαγωγικό μέρος της Λειτουργίας, ο πρόλογος της, η επαφή μας με την ουράνια Βασιλεία και το πολίτευμα των Ουρανών. 

Γύρω από τον Αμνό του Θεού -από το Άρνίον- εξάγει ο ιερέας τις μερίδες για την Θεομήτορα -πρώτα την δική της αφού μέσα της σαρκώθηκε ο Θεός- για τον Αγ. Ιωάννη και τούς υπόλοιπους Προφήτες, τους Αποστόλους, τους Πατέρες της Εκκλησίας, τους μάρτυρες και ομολογητές, για τις Όσιες Μητέρες, τους Αναργύρους και όλους τους θαυματουργούς.

Ω τί πλούτος και τί δόξα! Μα και για τους κεκοιμημένους πατέρες και μητέρες και αδερφούς μας και για τους ζώντες Χριστιανούς. Πω, πω, πω! Τί πλούτος και τί δόξα! 

Ο χρόνος και ο χώρος χάνονται ενώ οι εθνικές και γεωγραφικές διαφοροποιήσεις δεν λαμβάνονται υπόψιν παρά μόνο το Βασίλειο του Αμνού του Θεού και οι πολίτες Του. 

Τις μερίδες όλων αυτών τις τοποθετούμε στο Άγιο Ποτήριο μαζί με το Ουράνιο Πόμα και ύστερα μεταλαμβάνουμε.

Αυτή είναι η επαφή μας μαζί τους, η ενότητα μας. Μία Βασιλεία, ένα πολίτευμα, μία πίστη, μία οικογένεια Θεού.

Φώτια 2013