Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

Φώναξε πάλι και πάλι!


Σήκωσε, αδελφέ μου, σήκωσε τους νοητούς οφθαλμούς της καρδιάς σου προς τον Θεό και ικέτευσέ Τον να την φλογίσει με τη θεία αγάπη Του. 

Ταύτισε το θέλημά σου με το θέλημα του Κυρίου. Σαν άλλος Βαρτίμαιος φώναξε κι εσύ πάλι και πάλι: “Υιε Δαβίδ Ιησού, ελέησόν με!” (Μάρκος 10. 47). 

Και όσο οι δαίμονες, με τα τεχνάσματα και τις παγίδες τους, προσπαθούν να εμποδίσουν την αναφορά σου προς τον Κύριο, εσύ “πολλώ μάλλον κράζε· υιέ Δαβίδ, ελέησόν με!” (Μάρκος 10. 48), δίδαξέ με να κάνω πάντοτε το θέλημά Σου και ν’ ανήκω μόνο σε Σένα!


Άγιος Δημήτριος του Ροστώφ

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

Ἱερά Πανήγυρις


Γίνε έξυπνος


Όσο πλησιάζετε τον Θεό, τόσο είστε πιο προσεκτικοί, χωρίς να το επιδιώκετε, σε όλα τα πράγματα αλλά και στα πνευματικά. Προσέχοντας για τη ψυχή σας, γίνεστε με την θεία χάρη πιο έξυπνοι.

Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

Το αμάρτημα της πορνείας


Το αμάρτημα της πορνείας έχει την ιδιότητα να ενώνει άνομα δυο σώματα σε ένα. 

Έτσι, μολονότι συγχωρείται αμέσως μετά τη μετάνοια και την εξομολόγηση, εφόσον βέβαια ο αμαρτωλός άνθρωπος το εγκαταλείψει, η κάθαρση του σώματος και της ψυχής απ’ αυτό απαιτεί πολύ χρόνο, ώστε ο σύνδεσμος πού δημιουργήθηκε ανάμεσα στα σώματα, φυτεύτηκε μέσα στις καρδιές και δηλητηρίασε τις ψυχές, να καταστραφεί και να αφανιστεί. 

Γι’ αυτό και η Εκκλησία ορίζει αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα μετάνοιας σ’ εκείνους πού έπεσαν σε πορνεία ή μοιχεία, μετά την παρέλευση του όποιου τους επιτρέπει να κοινωνήσουν το πανάγιο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Χριστού.

Όλοι, λοιπόν, όσοι έζησαν με ελευθεριότητα, όσοι πληγώθηκαν από διάφορα πάθη και ιδιαίτερα όσοι έπεσαν στον γκρεμό της πορνείας, αν μάλιστα η αμαρτία αυτή τους έχει γίνει συνήθεια, χρειάζονται χρόνο πολύ για να καθαριστούν με τη μετάνοια, να εξαλείψουν από τις ψυχές τους τις κοσμικές εντυπώσεις και τις αμαρτωλές αναμνήσεις, να απομακρυνθούν οριστικά από την αμαρτία, να αποκτήσουν χριστιανικό ήθος με την τήρηση των ευαγγελικών εντολών κι έτσι να γίνουν ικανοί για την άσκηση της νοεράς και καρδιακής προσευχής.

Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ

Λόγος περί της κλοπής



Του Οσίου πατρός ημών Λουκά 
Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως της Κριμαίας


Πολλά χρόνια κήρυττα το Ευαγγέλιο του Χριστού σε πολλούς και διάφορους ανθρώπους, και τώρα κηρύττω σε σας, το αγαπημένο μου ποίμνιο. Προσπάθησα με όλες τις δυνάμεις μου να σας μάθω τις ανώτερες χριστιανικές αρετές. Ήθελα πολύ να κατανοήσετε καλά το νόμο του Χριστού και να τον εφαρμόζετε στην ζωή σας. Ακούραστα σας καλούσα προς την χριστιανική τελειότητα, διότι ο Κύριος ζητά από μας: «Έσεσθε ούν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο Πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος εστίν» (Μτθ. 5, 48).

Εγώ πάντα ενεργούσα κατ’ αυτό τον τρόπο. Το ίδιο, όμως, έκανε και ο άγιος απόστολος Παύλος, ο φορέας του αγίου Πνεύματος, ο οποίος είχε το νου του Χριστού και είχε αποκτήσει την ανώτατη σοφία, μπροστά στην οποία η δική μου είναι πολύ ασθενής. Ακούστε τί λέει: «Και εγώ, αδελφοί, ουκ ηδυνήθην λαλήσαι υμίν ως πνευματικοίς, αλλ’ ως νηπίοις εν Χριστώ. Γάλα υμάς επότισα και ου βρώμα ούπω γαρ ηδύνασθε. Αλλ’ ούτε έτι νυν δύνασθε έτι γαρ σαρκικοί εστέ. Όπου γαρ εν υμίν ζήλος και ερις και διχοστασίαι, ουχί σαρκικοί εστέ και κατά άνθρωπον περιπατείτε;» (Α” Κορ. 3, 13).

Άλλα δεν έκανα το ίδιο και εγώ. Εγώ, σχεδόν πάντα, σας έδινα μόνο την στερεά τροφή και πολύ σπάνια ενθυμόμουν το γάλα, που είναι απαραίτητο για τους νηπίους εν Χριστώ. Σας θεωρούσα χριστιανούς που δεν απέχουν μακριά από το να εκπληρώσουν όλο το νόμο του Χριστού. Ήταν λάθος μου αυτό; Δεν το έκανα σωστά; Όχι, δεν μετανοώ, επειδή και ο ίδιος ο απόστολος Παύλος δεν έτρεφε πάντα το ποίμνιο του με γάλα, σαν τα νήπια. 

Έγραψε δεκατέσσερεις επιστολές, με πολύ βαθύ περιεχόμενο, όπου εξέθεσε τα πράγματα με πολύ υψηλά νοήματα, που αφορούν την πίστη μας. Δεν τους έτρεφε πάντα με γάλα, αλλά τους έδινε και στερεά τροφή. Αν μιλούσα συχνά για την τελειότητα και σπάνια στα κηρύγματα μου έστρεφα την προσοχή σας στα «χοντρά» αμαρτήματα, για να σας προφυλάξω απ’ αυτά, αυτό το έκανα διότι νόμιζα ότι οι περισσότεροι από σας δεν είναι πια νήπια και είναι σε θέση να δέχονται και στερεά τροφή.

Δύο φορές ο Κύριος, ο Θεός αποκάλυψε στους ανθρώπους το θέλημα του, το νόμο του. Την πρώτη φορά αυτό έγινε στους πολύ αρχαίους χρόνους δια του προφήτου Μωυσέως, στο όρος Σινά, όπου ο Θεός οδήγησε τον εκλεκτό λαό του, όταν τον απελευθέρωσε από τη δουλεία της Αιγύπτου. Τότε τους έδωσε το νόμο, το σπουδαιότατο μέρος του οποίου αποτελούσε ο δεκάλογος, δηλαδή οι δέκα πιο βασικές εντολές, τις οποίες και εσείς πρέπει να τις γνωρίζετε πολύ καλά. 

Όλες αυτές οι εντολές του νόμου του Σινά, απαγορεύουν τα πιο «χοντρά» αμαρτήματα: όπως για παράδειγμα την ειδωλολατρεία, την λατρεία δηλαδή άλλων θεών εκτός από τον Ένα και Αληθινό Θεό. Απαγορεύουν επίσης την ορκωμοσία στο όνομα του Θεού, και άλλα τέτοια «χοντρά» αμαρτήματα, όπως ο φόνος, η κλοπή, η μοιχεία, η συκοφαντία, οι ψευδομαρτυρίες κατά του πλησίον μας και ο φθόνος γι” όσα έχει ο πλησίον μας.



Περί της κλοπής

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός όταν ήρθε στη γη μας έδωσε ένα καινούριο νόμο και καινούριες εντολές, τους μακαρισμούς. Στις παραβολές του μας δίδασκε την τελειότητα και τις ανώτατες αρετές. Γι” αυτό σας έτρεφα με στερεά τροφή και σπάνια τα κηρύγματα μου έμοιαζαν με το γάλα, την τροφή των νηπίων. 

Αλλά τώρα πρόσφατα ο Κύριος με διόρθωσε δια μιας γυναίκας, η οποία πάντοτε παρακολουθεί τα κηρύγματα μου. Έλαβα απ” αυτήν ένα γράμμα, το οποίο έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία και με έβαλε σε πολλές σκέψεις και με έκανε να θυμηθώ εκείνους τους ανθρώπους που έχουν ακόμη ανάγκη από γάλα.

Η γυναίκα αυτή στο γράμμα της με παρακαλούσε να μιλήσω σ” ένα από τα κηρύγματα μου για την κλοπή, διότι συνέβη ένα δυσάρεστο γεγονός. Αυτή είχε μία γνωστή, την οποία έβλεπε συχνά στο ναό και την θεωρούσε αληθινή χριστιανή. Ένα βράδυ την κάλεσε στο σπίτι της και την άφησε να κοιμηθεί εκεί. Πρέπει να πούμε ότι την ημέρα εκείνη, η γυναίκα που μου έγραψε το γράμμα, πήρε την σύνταξη της, με την οποία ζούσε. Το βράδυ, επειδή ήταν πολύ κουρασμένη, ξέχασε το τσαντάκι της, οπού είχε όλα τα χρήματα, πάνω στο τραπέζι. Το πρωί, όταν έφυγε η γνωστή της, η γυναίκα αυτή είδε ότι μερικά από τα χρήματα έλειπαν. Δεν της πήρε η γνωστή της όλα τα χρήματα, μόνο εκατό από τα διακόσια ρούβλια. Αλλά δεν έχει σημασία πόσο πήρε, σημασία έχει η δύσοσμη αυτή αμαρτία, η κλοπή.

Για την αμαρτία αυτή ο απόστολος Παύλος στην επιστολή του προς Κορινθίους είπε: «Μη πλανάσθε» ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτραι, ούτε μοιχοί, ούτε μαλακοί, ούτε αρσενοκοίται, ούτε πλεονέκται, ούτε κλέπται, ούτε μέθυσοι, ου λοίδοροι, ούχ άρπαγες βασιλείαν Θεού ού κληρονομήσουσι» (Α” Κορ. 6, 910). Ακούτε, ακούς και εσύ που πήρες τα χρήματα, δεν θα κληρονομήσεις την Βασιλεία του Θεού, εξ αιτίας της κλοπής που έκανες! 

Θεωρώ αναγκαίο να συμπληρώσω αυτά που είπε ο απόστολος Παύλος με το ότι και οι ψευδομάρτυρες, που ψευδομαρτυρούν κατά του πλησίον τους, δεν θα κληρονομήσουν, βέβαια, και αυτοί την Βασιλεία του Θεού. Ω, πόσο αισχρή είναι αυτή η αμαρτία, η κλοπή, που μας την απαγορεύει η όγδοη εντολή του νόμου του Σινά! Ω, πόσο πληγώνει ο κλέφτης την καρδιά των ανθρώπων τους οποίους ληστεύει! Πόσο δύσκολο είναι για έναν άνθρωπο φτωχό να χάσει σχεδόν όλη την περιουσία του. Δεν σκέφτεται ο κλέφτης πόσο βαθιά πληγώνει την ψυχή του ανθρώπου μ’ αυτό, που κάνει. Να ξεσπάσει πάνω τους η οργή του Θεού, και το στίγμα του κλέφτη να είναι πάνω τους και η περιφρόνηση των ανθρώπων. Αυτά Ισχύουν για την κλοπή γενικά.

Υπάρχει όμως και το χειρότερο είδος κλοπής, η Ιεροσυλία, όταν δηλαδή κλέβει κανείς αυτά που ανήκουν στην Εκκλησία. Η Ιεροσυλία πρώτα είναι κλοπή των λειτουργικών σκευών που χρησιμοποιούνται στην Εκκλησία και δεύτερο η κλοπή των χρημάτων της Εκκλησίας. Τα χρήματα αυτά τα φέρνετε εσείς, πολλές φορές από το υστέρημά σας, και όμως τα κλέβουν οι αθεόφοβοι Ιερόσυλοι. Στα παλαιά τα χρόνια, επίτροποι μιας Εκκλησίας γίνονταν άνθρωποι πλούσιοι, οι οποίοι μπορούσαν από το περίσσευμά τους να ευεργετούν την Εκκλησία και να κτίζουν ακόμα και καινούριους ναούς.

Δεν υπάρχουν σήμερα τέτοιοι επίτροποι. Δύο φορές αναγκάστηκα στην επαρχία μου να διώξω τους επιτρόπους, και μάλιστα ανθρώπους προχωρημένης ηλικίας, εξ αιτίας της κλοπής των χρημάτων της Εκκλησίας. και γνωρίζω καλά ότι πολλοί απ’ αυτούς, που επιδιώκουν την θέση του εκκλησιαστικού επιτρόπου, θέλουν πρώτ’ απ’ όλα να έχουν πρόσβαση στο εκκλησιαστικό ταμείο. Αλλοίμονό σας, Ιερόσυλοι!

Θα αγγίξω και τις άλλες αμαρτίες και τα παραπτώματα που έχουν μεγάλη διάδοση στην εποχή μας, μεταξύ αυτών που αποτελούν το μικρό ποίμνιο του Χριστού, ή ακόμα και μεταξύ των ποιμένων του. Ξέρετε πόσο υποφέρουν οι άνθρωποι από ψευδομαρτυρίες; Ξέρετε πόσοι αθώοι άνθρωποι υπέφεραν πολλές θλίψεις, εξ αιτίας μιας ψευδομαρτυρίας που κάποιοι κατέθεσαν εναντίον τους; Μου είχε γράψει ένας σεβάσμιος πρωθιερέας πόσα υποφέρει εξ αιτίας μιας ψευδομαρτυρίας εναντίον του, των Ιερέων της ενορίας του που τον ζήλευαν εξ αιτίας της προσοδοφόρας θέσης που κατείχε. Πολλά χρόνια υπέφερε ο άξιος αυτός ιερέας εξ αιτίας αυτής της ψευδομαρτυρίας.

Ξέρετε πόση διάδοση έχει και μία άλλη πολύ βαριά αμαρτία για την οποία μιλάει στην προς Εφεσίους επιστολή του ο άγιος απόστολος Παύλος: «Πορνεία δε και πάσα ακαθαρσία ή πλεονεξία μηδέ ονομαζέσθω εν υμίν, καθώς πρέπει αγίοις» (Εφ. 5, 3). Πολλά άλλα θα μπορούσα ακόμα να πω. Η μοιχεία, οι ψευδομαρτυρίες, οι συκοφαντίες, η ζήλια, όλα αυτά πρέπει να εξαφανιστούν από τη ζωή μας και ούτε να ακούγεται το όνομα τους μεταξύ των χριστιανών. Όμως πόσο διαδεδομένη είναι σήμερα η μοιχεία! Γνωρίζω ότι ένας από σας, ο οποίος μαζί με την ευλαβή σύζυγό του ερχόταν τακτικά στην εκκλησία, ξαφνικά άφησε τη γυναίκα του επειδή βρήκε μία άλλη. Δεν σκέφτηκε αυτός ο δυστυχής πόσο πληγώνει μ” αυτό την γυναίκα του.

Εσείς, μοιχοί, ψευδομάρτυρες και κλέφτες! Τρομάξτε και σπεύσετε να μετανοήσετε ενώπιον του πνευματικού σας πατέρα, διότι οι βαριές αυτές αμαρτίες μπορούν να συγχωρηθούν μόνο αν μετανοήσετε ειλικρινά και με όλη την καρδιά σας. Σπεύστε, λοιπόν, διότι η ζωή μας είναι μικρή και πρέπει να προλάβουμε μέχρι το θάνατό μας να μετανοήσουμε για όλες τις ακαθαρσίες μας, ιδιαίτερα για τις βαριές αμαρτίες μας. Αμήν.


Από την συλλογή: Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, Λόγοι και ομιλίες που εκφωνήθηκαν στην Συμφερούπολη κατά την περίοδο 1955-1957. τόμος Α: Σελ. 209 – 214.
Μετάφραση από τα ρωσικά.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» Θεσσαλονίκη.
Επιμέλεια: Μοναχής Θεοδοσίας, Κωνσταντίνας Κυριακούλη.

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Ἑβδομαδιαῖον Πρόγραμμα Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν


Κυριακάτικο Κήρυγμα


Κυριακή Ζ΄Λουκά

«Η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην»
«μη φοβού, μόνον πίστευε, και σωθήσεται»

Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή περιγράφονται δύο θαύματα τα οποία, τελέσθηκαν από τον Σωτήρα Χριστό, εξ’ αιτίας της ζώσας πίστης των πονεμένων εκείνων ανθρώπων. Το πρώτο είναι η θεραπεία της αιμορροούσης γυναίκας και το δεύτερο η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου. Και τα δύο θαύματα ο Κύριος τα εποίησε με τον λόγο Του και φανερώνουν, ότι ο των όλων Κύριος δεν κάνει ουδεμία διάκριση, διότι «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».

Αιτία της πραγμάτωσης αυτών των θαυμάτων ήταν η θερμή πίστη, που επέδειξαν τόσο η γυναίκα, που αιμορραγούσε, όσο και ο πονεμένος πατέρας, επιβεβαιώνοντας την ευαγγελική ρήση, που λέγει ότι «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται».

Είναι φανερό ότι ο «κατ’ εικόνα Θεού» πλασθείς άνθρωπος πρέπει να διακρίνεται δια την αυθεντική και την αληθινή πίστη του, την ζέουσα πίστη του στον Τριαδικό Θεό, και τούτο διότι δια της πίστεως ο άνθρωπος ενώνεται αγαπητικιά με τον Θεό, τον Πλάστη και Δημιουργό του, και επιστρέφει στην όντως ζωή. Η αληθινή, η θερμή, η ζέουσα πίστη στο Θεό και το «γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι τον στέφανο της ζωής», κατά το Ιερό βιβλίο της Θείας Αποκάλυψης, καθιστά τον άνθρωπο ήρωα, ισχυρό, άγιο, ενάρετο, τέλειο και τον οδηγεί σε μεγάλα κατορθώματα και προπάντων τον οδηγεί στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα.

Όμως η Χριστιανική πίστη δεν είναι μία απλή γνώση, δεν είναι μία απλή θεωρία, δεν είναι ένα σύστημα φιλοσοφικό, διατυπωμένο από ανθρώπους, αλλά είναι θεία δύναμη, είναι θάρρος, είναι φλόγα, που φωτίζει. Η πίστη είναι θείος οργασμός που οδηγεί σε προσωπική ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Πίστη, κατά τον Απ. Παύλο, είναι«ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Πίστη, δηλαδή, στον εν Τριάδι Θεό, στον Πατέρα, στο σαρκωμένο Λόγο και στο Άγιο Πνεύμα. Πιστεύουμε στη Μία, Αγία, Καθολική, Αποστολική Ορθόδοξο Εκκλησία. Στο ένα Βάπτισμα και σε όσα περιλαμβάνονται στο Σύμβολο της Πίστεως.

Αντίθετα η πίστη μας στο Χριστό και την αγία Του Εκκλησία δεν είναι πείραμα, που μπορεί να γίνει στο επιστημονικό εργαστήριο και έτσι να αποκτήσουμε γνώση και εμπειρία των φαινομένων, που ακολουθούν. Δεν είναι επιστημονική μάθηση, που τη μαθαίνουμε από τα βιβλία. Δεν είναι ατομική ή προσωπική ή υποκειμενική γνώμη.

Η αληθινή πίστη είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Είναι η ακατάληπτη πνευματική ικανότητα να αντιλαμβάνεται ο νους τα ουράνια, εν Αγίω Πνεύματι. Είναι ακόμη, ένας έλεγχος. Δηλαδή, μια απόδειξη, μια φανέρωση, των άδηλων πραγμάτων του Θεού, που δεν τα βλέπουν με τα σωματικά μας μάτια, αλλά τα αποκτάμε με τις πνευματικές μας αισθήσεις, μέσω των οποίων μπορούμε να προγευόμεθα τα πνευματικά οφέλη. Είναι η γνώση των πραγμάτων, των όντων δηλαδή, που μας παρουσιάζονται, ως αντικείμενα, τα οποία έχουμε μπροστά μας. Είναι δεδομένα, που ταυτίζουμε, διότι πρέπει να τα ταυτίζουμε, για να τα διαχωρίζουμε από τα άλλα αντικείμενα.

Το θέμα γνώσεως και πίστεως αποτελεί για πολλούς ένα δίλημμα, το οποίο προβάλλει το επιχείρημα ότι όποιος πιστεύει, εγκαταλείπει τη γνώση. Αυτό το δίλημμα είναι το γνωστό «Πίστευε και μη ερεύνα». Υπάρχει επίσης, και η αντίληψη ότι η γνώση προπορεύεται της πίστεως, καθώς και η αντίθετη αντίληψη ότι η πίστη προπορεύεται της γνώσεως και αναζητεί τη λογική της, όπως διατυπώθηκε από τον Αυγουστίνο. Η απάντηση σε αυτό το δίλημμα είναι ότι εάν δεν γνωρίσεις, δεν μπορείς να αγαπήσεις. Δηλαδή, δεν μπορούμε να αγαπήσουμε κάτι, που δεν το γνωρίζουμε.

Επομένως αυτό φιλοσοφικά σημαίνει, ότι η σχέση που δημιουργούμε με ένα ον προϋποθέτει την αντικειμενική αναγνώριση αυτού του όντος. Αυτό στηρίζεται στην προϋπόθεση, ότι η γνώση είναι θέμα διανοητικής συλλήψεως, ενώ η αγάπη είναι θέμα συναισθηματικής καταστάσεως. Όμως δεν μπορεί να σταθεί αυτό, ως σωστό, ούτε επίσης να λέμε, ότι η γνώση προηγείται της αγάπης, αλλά ούτε, ότι η αγάπη προηγείται της γνώσεως. Δεν αγαπάμε για να γνωρίσουμε, διότι αυτά τα δύο ταυτίζονται.

Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για την πίστη. Η πίστη και η γνώση βασικά ταυτίζονται. Είναι το ίδιο πράγμα. Πίστη, λοιπόν, δεν είναι κάθε τι, που μας φανερώνεται, ως υποχρεωτική γνώση ή φύση των πραγμάτων, ούτε οτιδήποτε μας επιβάλλει, ως υποχρεωτική γνώση η εμπειρία και η ιστορία, αλλά αυτό που μας έρχεται, ως υπόσταση, από τα μέλλοντα, που δεν προέρχεται από την ιστορία και την εμπειρία, ή από τα μη «βλεπόμενα».
Αυτό σημαίνει ότι δεν προέρχεται η πίστη από τα ελεγχόμενα της φύσης μας και των αισθήσεών μας, γι’ αυτό και ερμηνεύεται, ως εμπιστοσύνη, που έχει κάποιος προς κάποιον άλλον. Αυτή όμως η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να αποτελέσει τον ορισμό της πίστεως, δηλαδή, ως εμπιστοσύνη, διότι δεν στηρίζεται η πίστη στην εμπειρία των ήδη βεβαιωμένων πραγμάτων. Αλλά προέρχεται από τη στροφή προς τα πράγματα, τα οποία δεν ελέγχονται με τις αισθήσεις.

Πίστη λοιπόν είναι να μη στηρίζεται η ασφάλειά μας, η υπόστασή μας, σε ό,τι ελέγχεται λογικά με τις αισθήσεις ή με την εμπειρία, διότι αυτό συνεπάγεται αναγκαστικότητα. Συνεπώς, πίστη σημαίνει την τοποθέτηση της ασφάλειάς μας, σε οτιδήποτε δεν ελέγχεται από τις αισθήσεις και δεν βεβαιώνεται από την εμπειρία. Η πίστη στηρίζεται στην κατάσταση των ελπιζομένων και μη βλεπομένων, τα οποία καλούμαστε να τα αναγνωρίσουμε, ως όντα. Αυτό αν εκλείψει, τότε δεν υπάρχει λόγος πίστεως πια.

Ο Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ, λέγει ότι η πίστη στο Θεό «δεν είναι το συμπέρασμα σε μια σειρά συλλογισμών ή η λύση σ’ ένα μαθηματικό πρόβλημα». Πίστη δεν σημαίνει απλά βαθιά πεποίθηση, αλλά υποδηλώνει κάτι πολύ βαθύτερο και αμεσότερο. Δεν είναι παθητική έννοια, αλλά κατεξοχήν ενεργητική. Δεν είναι στάση, αλλά «κίνηση». Είναι «γίγνεσθαι» που προϋποθέτει επαφή, αναφορά, εμπειρία προσωπικής αντάμωσης. Ο δε Λόσκυ λέγει ότι «Η χριστιανική πίστις είναι προσκόλληση σε μία προσωπική παρουσία, σε ένα υπαρκτό πρόσωπο, το οποίο δίδει ουσία, περιεχόμενον και βεβαιότητα».

Η πίστη, όταν περιχαρακώνεται σε διανοητικούς αφορισμούς και δομείται με δικανικές συσχετίσεις, τότε γίνεται ιδεολογία. Η ιδεολογικοποίηση της πίστης και κατά συνέπεια η εκνομίκευση του εκκλησιαστικώς «ζην» είναι σημείο των καιρών μας και, ίσως εν πολλοίς, αναπόφευκτη. Δεν καταδικάζεται στο βαθμό μόνο της αυτογνώσεώς της, στην κατάφαση της παρακλήσεως του «βοήθει μοι τη απιστία…» Στην εποχή μας επικρατεί σύγχυση, ως προς το «είδος» της χριστιανικής μας πίστεως και τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις της, που επηρεάζει και κατευθύνει ολόκληρη τη ζωή και πορεία του πιστού στην Εκκλησία.

Γι’ αυτό εμείς ας αντιληφθούμε, ότι η χριστιανική πίστη βοήθησε τον άνθρωπο, ανύψωσε τον άνθρωπο, κατέλυσε τις κοινωνικές ανισότητες, καθιέρωσε την αρχή της φιλανθρωπίας, δημιούργησε τις μεγάλες και θεάρεστες πράξεις και εμφύτευσε στον άνθρωπο τα έργα αγάπης και φιλαλληλίας. 

Δια τούτο ας πιστέψουμε και εμείς ολοψύχως στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και ας πράττουμε έργα αγάπης και αρετής. Ας είμαστε, παρά τους δύσκολους καιρούς που περνάμε, στερεοί και ακλόνητοι στην πίστη μας και ας μη μας κλονίζουν οι σειρήνες του κόσμου τούτου, ούτε να μας φοβίζουν οι διάφορες δοκιμασίες, αλλά αφού ειρηνεύουμε πρώτα τα του εαυτούς μας, να πράττουμε έργα αγάπης, δια να ακούσουμε και εμείς το: 

«μη φοβού, μόνον πίστευε, και σωθήσεται», που είπε στον πονεμένο πατέρα, καθώς και το, «η πίστις σου σέσωκέ σε πορεύου εις ειρήνην», είπε στην θεραπευμένη αιμορροούσα γυναίκα.

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

† Κυριακῇ 8 Νοεμβρίου 2015 (Ζ΄ Λουκᾶν)


† Ἡ σύναξις τῶν Ἀρχιστρατήγων Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ,
καὶ τῶν λοιπῶν Ἀσωμάτων Δυνάμεων

Εὐαγγελική Περικοπή,

Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν
Κεφ. η΄: 41-56

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ, ᾧ ὄνομα ᾿Ιάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς Συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ· ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ, ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. ᾿Εν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν, οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. Καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις, ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον, οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν, ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. Καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς· Τίς ὁ ἁψάμενός μου; Ἀρνουμένων δὲ πάντων, εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις Τίς ὁ ἁψάμενός μου; Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· Ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ. Ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ, δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ, ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. ῎Ετι αὐτοῦ λαλοῦντος, ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου, λέγων αὐτῷ· ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν Διδάσκαλον. Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ, λέγων· Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. Εἰσελθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν, οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα, εἰ μὴ Πέτρον καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. Ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. Ὁ δὲ εἶπε· Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. Καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. Αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας, καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς, ἐφώνησε λέγων· Ἡ παῖς, ἐγείρου. Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. Καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς. Ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς, μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.



Ἀπόστολος,

Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀναγνωσμα
Κεφ. β΄: 2-10

δελφοί, εἰ ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; Ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος ῾Αγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν. Οὐ γὰρ ἀγγέλοις ὑπέταξε τὴν οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν, περὶ ἧς λαλοῦμεν, διεμαρτύρατο δέ πού τις λέγων· «Τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν;Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ»· ἐν γὰρ τῷ «ὑποτάξαι» αὐτῷ τὰ«πάντα» οὐδὲν ἀφῆκεν αὐτῷ ἀνυπότακτον. Νῦν δὲ οὔπω ὁρῶμεν αὐτῷ τὰ «πάντα ὑποτεταγμένα»· τὸν δὲ «βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλλους ἠλαττωμένον» βλέπομεν ᾿Ιησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου «δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον», ὅπως χάριτι Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς γεύσηται θανάτου. Ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι᾿ ὃν τὰ πάντα καὶ δι᾿ οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι.



Εἰς τόν Ὄρθρον
Τὸ A΄ Ἑωθινόν Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον
Κεφ. κη΄: 16-20

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, οἱ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. Καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν. Καὶ προσελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων· Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ, ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.

Αν θέλεις κάτι περισσότερο πήγαινε στους Ορθοδόξους


Βασισμένη σε αληθινό περιστατικό
Του Σεβ. Μητροπολίτου Χονγκ Κονγκ κ. Νεκταρίου

Ότι ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα…

Ο Ναός του Αγίου Λουκά είχε φορέσει τα γιορτινά του εκείνη την ημέρα. Τρείς νέοι άνδρες, μετά από πολύμηνη κατήχηση, ήταν έτοιμοι για το ιερό Μυστήριο της Βαπτίσεως και την είσοδό τους στην Εκκλησία του Χριστού.

Ξεκίνησα την ακολουθία της κατηχήσεως. Στην πρώτη ευχή του εξορκισμού o ένας από τους νεαρούς άρχισε να βήχει με ένα τρόπο περίεργο. Αρχίζω να διαβάζω την δεύτερη ευχή του εξορκισμού και ο βήχας του νεαρού γίνεται μούγκρισμα. Γονατίζει. Σκύβει το κεφάλι στο έδαφος.

Ένας από τους πιστούς με πλησιάζει. Mου δείχνει τον νεαρό και προτείνει να σταματήσω την Ακολουθία.
«Κάτι σοβαρό του συμβαίνει», μου λέγει.
Του κάνω νόημα πως δεν θα σταματήσω. Δεν θέλω να του πω ότι γνωρίζω τι συμβαίνει. Δεν θέλω να τους τρομάξω.

Ο νεαρός είχε ασχοληθεί ενεργά με πρακτικές της Νέας Εποχής. Με επικλήσεις πνευμάτων και τέτοια σχετικά. Είχε φθάσει σε επίπεδο να συνδιαλέγεται με τα πνεύματα που επικαλείτο. Κάποια στιγμή, όμως, συνειδητοποίησε πως η επαφή του με αυτά τα πνεύματα του δημιουργούσε σαβαρά πνευματικά και σωματικά προβλήματα. Ένιωθε μέσα στο σώμα του μια σκοτεινή δύναμη να τον κυριεύει και να τον συνθλίβει.

Προσπάθησε να βρει θεραπεία σε φημισμένους ψυχοθεραπευτές. Στη συνέχεια πλησίασε ένα φημισμένο Προτεστάντη Πάστορα. Εκείνος του έκανε κάποιους εξορκισμούς. Η κατάσταση δεν βελτιωνόταν. Και τότε ο Πάστορας του είπε: «Εγώ αυτό μπορώ να σου κάνω. Αν θέλεις κάτι περισσότερο πήγαινε στους Ορθοδόξους».

Δεν είχε ξανακούσει για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ρώτησε για πληροφορίες και μια Κυριακή ήρθε στον ναό του Αγίου Λουκά και παρακολούθησε την Λειτουργία. Για πρώτη φορά ένιωσε κάτι διαφορετικό να συμβαίνει μέσα του. Ένα αίσθημα πρωτόγνωρο. Με πλησίασε. Μου διηγήθηκε την ιστορία του. Και από εκείνη την ημέρα όχι μόνο εντάχθηκε στο πολύμηνο πρόγραμμα κατηχήσεως αλλά ερχόταν ανελλειπώς σε όλες τις ακολουθίες οι οποίες ετελούντο στο Ναό.

Σήμερα ήρθε η ευλογημένη στιγμή γι᾽ αυτόν νά δεχθεί το άγιο βάπτισμα. Και τώρα, την ιερή ώρα των εξορκιστικών προσευχών, αυτός δίνει τον δικό του αγώνα. Κυριολεκτικά παλεύει.

Οι ευχές τελειώνουν. Ήρθε η ώρα της αποτάξεως του Σατανά.
«Αποτάσση τω Σατανά;», ρωτώ.
Οι κατηχούμενοι με την σειρά τους απαντούν. Ο νεαρός, ακόμα γονατιστός, απαντά με σβηστή και τρεμάμενη φωνή: «Ἀποτάσσομαι».

Προχωρώ στις ερωτήσεις της Συντάξεως με το Χριστό. Το ίδιο σκηνικό. Αλλά τώρα, την ώρα που απαγγέλλουν το Σύμβολο της Πίστεως, ο νεαρός σηκώνεται δειλά δειλά. Σταμάτησε να βήχει και να μουγκρίζει. Το πρόσωπό του όμως παραμένει κάτωχρο.

Ἡ Ἀκολουθία της Βαπτίσεως συνεχίσθηκε χωρίς άλλα απρόοπτα. Στο τέλος οι τρείς νεοφώτιστοι κοινώνησαν για πρώτη φορά το Σώμα και το Αίμα του Θεανθρώπου. Οι πιστοί σπεύδουν με χαρά να τους ευχηθούν. Ο νεαρός παραμένει σιωπηλός, κάτωχρος αλλά ήρεμος.

Την επομένη, ο νεοφώτιστος πλέον νεαρός άνδρας ήρθε να με επισκεφθεί στο Γραφείο.
«Θέλω να σας μιλήσω για εχθές», μου λέγει.
«Ευχαρίστως», του απαντώ. «Σε ακούω».

Μου διηγείται τι του συνέβη την ώρα της κατηχήσεως. Άκουγε μέσα του δεκάδες φωνές να ουρλιάζουν. Ένιωσε κάποιες σκοτεινές παρουσίες να παλεύουν. Ένιωσε να πνίγεται. Την ώρα της Σύνταξης έβλεπε τα σκοτεινά πνεύματα να φεύγουν σαν καπνός μέσα από το σώμα του. Οι φωνές και η αίσθηση του πνιγμού σταμάτησαν. Ηρέμησε.

Το βράδυ λίγο πριν κοιμηθεί μια σκοτεινή παρουσία μπήκε στο δωμάτιό του. Το σκοτεινό πνεύμα τον ρώτησε: «Γιατί μας έδιωξες; Γιατί;»
Τον παρακολουθούσα χωρίς να μιλώ. Συνέχισε την διήγηση.

«Έκαμα το σταυρό μου και το σκοτεινό πνεύμα εξαφανίσθηκε. Πάτερ, αλήθεια σας λέγω. Ήταν η πρώτη φορά που δεν ένιωσα φόβο. Μάλλον το αντίθετο. Ήταν η πρώτη φορά που ἐνιωσα πως το σκοτεινό πνεύμα είχε κυριευθεί από φόβο».

Δεν μίλησα. Τον σταύρωσα. Τον αγκάλιασα και δακρυσμένος ψέλλισα: «Ευλογητός ο Θεός, ο πάντας ανθρώπους θέλων σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Ἀμήν».

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

Άξιες ή ανάξιες


Οι πειρασμοί λοιπόν είναι που δοκιμάζουν τις ψυχές, αν αγαπούν τον Θεό ή όχι, και αυτοί τις κάνουν άξιες ή ανάξιες γι’ Αυτόν. 

Ο Θεός, την ψυχή που ελπίζει σε Αυτόν δεν την αφήνει να πέσει σε πειρασμό τέτοιον που να μην μπορεί να τον σηκώσει, ώστε να φτάσει σε απόγνωση. Όσοι ξέπεσαν από την αρετή, πασχίζουν να παρασύρουν και τους άλλους, για να μην είναι μόνοι τους στην ασχημοσύνη.


Άγιος Εφραίμ ο Σύρος

Ο Θεός τον κάθε άνθρωπο τον έχει κάνει και ένα εκκλησάκι


Μερικοὶ λένε: «Σ᾿ αυτόν τον Ναὸ τον μικρό, τον κατανυκτικο, ζω την Θεία Λειτουργία· στον μεγάλο Ναό δεν την ζω. Αν είναι κανένα εξωκλήσι σοβατισμένο άσπρο, δεν νιώθω τίποτε· αν όμως είναι αγιογραφημένο, έχη καλό τέμπλο κ.λπ., εκεί ζω την Θεία Λειτουργία!».

Αυτὰ είναι για έναν άνθρωπο που δεν έχει όρεξη να φάη και του βάζεις λίγο αλάτι, λίγο πιπέρι, για να του έρθη η όρεξη.

– Δηλαδή, Γέροντα, αυτὰ δεν παίζουν κάποιο ρόλο; Δεν βοηθούν;

– Ναί, δεν λέω, βοηθούν και αυτά, αλλά να μη σκαλώνη κανείς σʹ αυτά. 

Διαφορετικά, με μαγικό τρόπο θα ζητά ο άνθρωπος να ζήση τον Χριστό. Θα ζητά κελλί σκοτεινό, κανδήλι με χαμηλό φως, κατανυκτικό Ναό. Χωρὶς αυτά δεν θα μπορεί να προσευχηθεί. Ή στο τραίνο βρίσκεται ή στην σπηλιὰ ή στον δρόμο, να είναι το ίδιο γιʹ αυτόν.

Ο Θεός τον κάθε άνθρωπο τον έχει κάνει και ένα εκκλησάκι * καὶ μπορεί να το φέρνη παντού μαζί του. 

* Βλ. Α´ Κορ. 3, 16 καὶ 6, 19

Αγίου Παΐσιου Αγιορείτου