Ὁ διάβολος, φθονώντας ἐμᾶς καί τό Θεό καί παραπείθοντας τόν ἄνθρωπο ὅτι ὁ Θεός τόν φθονεῖ1, τόν ἔκανε νά παραβεῖ τή θεία ἐντολή. Τό Θεό τόν φθόνησε, γιά νά μήν ἐκδηλωθεῖ στήν πράξη ἡ πανύμνητη δύναμή Του νά θεώνει τόν ἄνθρωπο. Τόν ἄνθρωπο ὁλοφάνερα τόν φθόνησε, γιά νά μή γίνει μέ τήν ἀρετή μέτοχος τῆς θείας δόξας. Γιατί φθονεῖ ὁ ἀκαθαρτότατος ὄχι μόνον ἐμᾶς λόγω τῆς δόξας πού μᾶς δίνει ὁ Θεός γιά τήν ἀρετή, ἀλλά καί τό Θεό λόγω τῆς πανύμνητης δυνάμεώς Του γιά τή σωτηρία μας.
Ὅπως στόν Ἀδάμ ὁ θάνατος ἦταν καταδίκη τῆς φύσεως2, ἐπειδή εἶχε ἀρχή τῆς γενέσεώς της τήν ἡδονή, ἔτσι καί ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ ἔγινε καταδίκη τῆς ἁμαρτίας3, γιατί στό Χριστό ἡ ἀνθρώπινη φύση βρῆκε πάλι τή γένεσή της καθαρή ἀπό ἡδονή.
Ἄν ἐμεῖς, πού μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματος ἀξιωθήκαμε νά γίνομε οἶκος Θεοῦ4, ὀφείλομε νά δείχνομε τόσο μεγάλη ὑπομονή στά παθήματα πρός χάρη τῆς δικαιοσύνης γιά καταδίκη τῆς ἁμαρτίας, καί σάν νά εἴμαστε κακοῦργοι νά ὑπομένομε πρόθυμα τόν ἐπονείδιστο θάνατο, ἐνῶ εἴμαστε ἀγαθοί, τότε ποιό θά εἶναι τό τέλος ἐκείνων πού ἀπειθοῦν στό Εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ5;



