
Κάποτε με είχε επισκεφθεί ένας μεγαλόσχημος μοναχός από το Άγιον Όρος. Ήταν 7 το απόγευμα. Έδειχνε άνθρωπο τρομοκρατημένο. Λες και είχε ιδεί φάντασμα. Πράγματι, δεν είχα πέσει και πολύ έξω.
Όπως προχωρούσε η συζήτηση, ίσχυρίζετο πώς οι δαίμονες έχουν την ικανότητα να παρουσιάζονται στους ανθρώπους ακόμη και αισθητά.
– Και τούς έχετε δει; Τον ρώτησα.
– Ναι. Ναι. Τούς είδα με τα ίδια μου τα μάτια, όπως βλέπω τώρα εσένα. Μετά την θεία λειτουργία γύρισα στον κελί μου. Είπα να ξαπλώσω για λίγο, μέχρι να σημάνει ή ώρα για φαγητό. Ή πόρτα του κελιού μου ήταν κλειστή και κλειδωμένη. Και, να σου, ξαφνικά, βλέπω δύο μαύρες φιγούρες να στέκονται μέσα στον κελί μου. Από πού τάχα μπήκαν; σκέφτηκα. Και άκουσα τον ένα να λέγει στον άλλο:








