Ὁ πνευματικὸς καὶ ὁ ψυχικὸς ἄνθρωπος: Παύλεια θεώρηση τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ σύγχρονου Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ
Ὁ «ψυχικὸς» ἄνθρωπος καὶ ὁ «πνευματικὸς» ἄνθρωπος
Ὑπάρχει ἕνας ἐμφανὴς κεντρικὸς ἄξονας, γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖον οἰκοδομεῖται ἡ παύλεια ἀνθρωπολογία καὶ ὁ ὁποῖος ἀπαντᾶ σ’ ὅλες τὶς ἐπιστολές του, ἐπειδὴ εἶναι ὁ κεντρικὸς ἄξονας τῆς ὅλης παύλειας θεολογίας. Πρόκειται γιὰ τὸ σωτηριολογικὸ ἀνθρωπολογικὸ σχῆμα στὸ ὁποῖο ἀνήκουν καὶ τὸ ὁποῖο ἐκφράζουν οἱ παύλειες ἔννοιες, οἱ ὁποῖες καὶ ἀποτελοῦν τὸν τίτλο τῆς παρούσας εἰσηγήσεως: Ὁ «ψυχικὸς» ἄνθρωπος καὶ ὁ «πνευματικὸς» ἄνθρωπος (1 Κορ. 2,14-15).
Τὸ ἀνθρωπολογικὸ λεξιλόγιο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου μπορεῖ ἄνετα νὰ κατατάσσεται σὲ δύο στῆλες, ἡ μία νὰ ἀνταποκρίνεται καὶ νὰ περιγράφει τὸν «ψυχικὸν» ἄνθρωπον καὶ ἡ ἄλλη τὸν «πνευματικὸν» ἄνθρωπον. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ προσπάθειά μου ἐδῶ δὲν εἶναι ἀναλυτική, ὁπότε θὰ περίμενε κανεὶς μιὰ προσεκτικὴ καὶ εἰς βάθος ἔρευνα τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ συνθετικὴ ἢ συνοπτική, ἡ ὁποία σκοπὸ ἔχει νὰ συλλάβει τὶς γενικὲς γραμμὲς τῆς παύλειας ἀνθρωπολογίας.
Πρέπει νὰ δοῦμε ὅμως πρῶτα ἀπ’ ὅλα τί ἀκριβῶς ἐννοεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅταν χαρακτηρίζει τὸν ἄνθρωπο «ψυχικὸν» καὶ τί ἐννοεῖ ὅταν τὸν ὀνομάζει «πνευματικόν». Ἡ συνάφεια ὅπου ἀπαντοῦν αὐτοὶ οἱ χαρακτηρισμοὶ εἶναι γνωστή. Στὴν πρώτη ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Κορινθίους, στὸ δεύτερο κεφάλαιο, ὁ Παῦλος γράφει ὅτι ὁ «ψυχικὸς» ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ μὲ κανένα τρόπο νὰ καταλάβει τὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου, τὸ Εὐαγγέλιο, ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν ἔχει τίποτα νὰ κάνει μὲ τὴν ἀνθρώπινη σοφία («σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου τῶν καταργουμένων» (1 Κορ. 2,6), ἀλλὰ ἀναφέρεται στὴν «Θεοῦ σοφίαν ἐν μυστηρίῳ τὴν ἀποκεκρυμμένην… ἥν οὐδεὶς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν» (2,7-8).






