Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Κυριακάτικο Κήρυγμα


Κυριακή ΣΤ΄ Λουκᾶ 
(Λουκ. 8, 27-39)


Πολλὲς φορὲς στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια περιγράφονται οἱ ἐπεμβάσεις τοῦ Χριστοῦ στοὺς δαιμονιζόμενους, ὅπως στὸ σημερινὸ δαιμονιζόμενο τῶν Γαδαρηνῶν. Ὁ Χριστὸς ἐπεμβαίνοντας, ἀπαλλάσσει τοὺς δυστυχισμένους καὶ ταλαιπωρημένους ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τῶν δαιμόνων.

Πέραν ὅμως τῆς θεϊκῆς δυνάμεως καὶ ἐξουσίας τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ πράγματα· πέραν τῆς εὐσπλαγχνίας καὶ φιλανθρωπίας Του, ὑπάρχει καὶ τὸ πνευματικὸ μέρος. Ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν παρουσίαση αὐτῶν τῶν ἐπεμβάσεων τοῦ Χριστοῦ, ἐπιθυμεῖ νὰ τονίσει ὅτι ὁ μοναδικός μας ἐχθρὸς εἶναι ὁ διάβολος.

Αὐτὸ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνοῦμε. Νὰ μὴν ξεχνοῦμε δηλαδὴ τὸν κίνδυνο ποὺ διατρέχουμε κάθε στιγμὴ ἀπὸ τὴν κακότητα καὶ διαστροφὴ τοῦ διαβόλου, ποὺ πάντα παραμονεύει νὰ βρεῖ τὴν κατάλληλη στιγμή.

Γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «πραγματικὰ δὲν ἔχουμε νὰ παλαίψουμε πρὸς ἀντιπάλους ὅμοιους μὲ ἐμᾶς μὲ αἷμα καὶ σάρκα σὰν τὴν δική μας. Ἀλλ᾿ ἡ πάλη καὶ ὁ πόλεμος εἶναι πρὸς τὶς ἐξουσίες, πρὸς τὰ διαβολικὰ αὐτὰ πράγματα, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορες τῶν βυθισμένων στὸ ἠθικὸ σκοτάδι, τὸ ὁποῖο ἐπικρατεῖ στὸν αἰῶνα τοῦτο».

Ἐπειδὴ δὲ ἡ πάλη ἡ δική μας εἶναι ἐναντίον τῶν διαβολικῶν ἐνεργειῶν, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν σταματᾶ τὸ ἔργο της, «νὰ μορφώσῃ κοινωνικῶς εὐπρεπεῖς καὶ πολιτικῶς χρηστοὺς τύπους ἀνθρώπων». Πάει πιὸ πέρα καὶ ζητεῖ νὰ μορφώσει τὸν Χριστὸ στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν· νὰ κάνει ἁγίους ἀνθρώπους, ποὺ θὰ ἔχουν τὴ δυνατότητα γιὰ τὴν πάλη μὲ τὸ κακὸ καὶ συνεπῶς νὰ διασώζουν τὴν ὕπαρξή τους.

Ἔτσι, ὅπως γίνεται ἀντιληπτό, ὁ κίνδυνος ποὺ διατρέχουμε δὲν εἶναι φυσικός, δηλαδὴ κάποια καταστροφή ἢ πείνα ἢ ἀρρώστια ἢ θάνατος, μήτε ὅ,τι συνήθως λέγεται «ἠθικός», μὰ εἶναι κίνδυνος «πνευματικός».

Καὶ ἀκόμη καλύτερα, κίνδυνος ὑπερφυσικός· κίνδυνος ποὺ προέρχεται ὄχι ἀπὸ τὴν γῆ, ἀλλὰ ἀπ᾿ τὸν οὐρανό. Τὸ λέγει ξεκάθαρα ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν ὑπογραμμίζει μὲ νόημα· «ἐν τοῖς ἐπουρανίοις».

Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, παλεύοντας μὲ ἕναν τέτοιο πνευματικὸ - ὑπερφυσικὸ ἐχθρό, τὸν διάβολο, δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ καταπολέμηση «διὰ μόνης τῆς ἒπιβολῆς τῆς θελήσεως καὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου». Αὐτὰ μόνα τους δὲν φθάνουν, χαρακτηριζόμενα ἄλλωστε ὡς ἀνεπαρκῆ καὶ ἀδύναμα.

Χρειάζεται πρωτίστως ἡ Θεία Χάρη, πού «ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Αὐτὴ «καθαίρει, φωτίζει καὶ ἐνισχύει» τοὺς ἀνθρώπους. Καθιστᾶ τὶς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις ἄτρωτες καὶ φρούρια ἀπόρθητα. Ἔτσι αἰσθάνονται ἀσφαλεῖς καὶ ἐνδυναμώνουν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό.

Πρέπει δὲ νὰ ποῦμε πὼς ἐτοῦτος ὁ πόλεμος τοῦ διαβόλου ἐνάντια στὸν ἄνθρωπο, εἶναι πολὺ παλιός, ὅσο καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος. Γνωστὴ εἶναι ἡ παρακοὴ τοῦ θεϊκοῦ θελήματος καὶ ἡ παράβαση τῆς ἐντολῆς Του.

Καὶ ἀπὸ τότε ἀρχίζουν τὰ βάσανα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὡς κληρονομιὰ τῆς παρακοῆς καὶ τῆς παράβασης τῆς θεϊκῆς ἐντολῆς. Ἡ τότε παρακοὴ καὶ παράβαση γέννησε στὸν ἄνθρωπο τὴν ἀρρώστια, τὴν ἐξαθλίωση, τὴν ἐγκατάλειψη, τὸν πόνο καὶ τέλος τὸν θάνατο. Μπροστὰ σ᾿ αὐτὰ τὰ δεινὰ ὁ ἄνθρωπος εὐτυχῶς δὲν ἔμεινε μόνος.

Γιατὶ ἀπὸ τότε ἀκριβῶς ξεκινάει τὸ σωτήριο ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὁ Χριστὸς ἐρχόμενος ὡς σωτήρας τοῦ ἀνθρώπου, ὑποσχέθηκε πὼς θὰ εἶναι μαζί του καὶ τελικὰ ἡ νίκη θὰ εἶναι δική του.

Ἐνῶ λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι, πρὶν ἔλθει ὁ Χριστός, βρισκόντουσαν στὰ χέρια τοῦ διαβόλου, τώρα μὲ τὴν ἔλευσή Του, εἶναι στὰ δικά Του χέρια. Αὐτὸ βεβαίως δὲν σημαίνει πὼς ὁ διάβολος καταργήθηκε. Ὄχι, γιατὶ δὲν ἦλθε ἀκόμη ἡ ὥρα του. Ὑπάρχει καὶ συνεχίζει νὰ πειράζει καὶ νὰ διαστρεβλώνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως ὑπάρχει ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ, ἡ πρεσβεία τῆς Θεοτόκου καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων μας, μαζὶ μὲ τὴ δική μας ἀγωνιστικότητα, ποὺ μᾶς φυλάει καὶ μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὴν κακότητα τοῦ διαβόλου.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ Χριστός μᾶς ἔμαθε νὰ προσευχόμαστε καὶ νὰ ζητοῦμε τὸ «ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ», δηλαδὴ νὰ μᾶς γλυτώνει ἀπὸ τὴν κακότητα τοῦ διαβόλου.

Καὶ ἡ Ἐκκλησία προβάλλοντας τὶς θαυματουργικὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Χριστοῦ στοὺς δαιμονιζόμενος, μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ὀφείλουμε νὰ βρισκόμαστε πάντα ἄγρυπνοι καὶ ἑτοιμοπόλεμοι γιὰ τὸν πνευματικὸ ἀγῶνα. Ἐπειδὴ ὁ διάβολος ποτὲ δὲν κοιμᾶται· ποτὲ δὲν ἡσυχάζει καὶ ποτὲ δὲν παρατάει τὰ ὀδυνηρὰ βέλη του.

Γιατί αὐτός, ποὺ πάντα πονηρὰ πορεύεται καὶ μισεῖ τὸν ἄνθρωπο, θέλει τὸ κακό του, τὸν ἐξευτελισμό, τὴν ἀπαξίωση, τὴ χλεύη, τὴν ἀπογοήτευση, τὴν καταστροφή.

Ἐνῶ ὁ Χριστὸς ἐπιθυμεῖ καὶ ἐργάζεται γιὰ τὴν σωτηρία, τὸ ὠφέλιμο, τὸ δίκαιο, τὸ ἅγιο. Τιμάει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν περιβάλλει μὲ τὴν ἀγάπη Του. Ἐπιθυμεῖ νὰ προσφέρει τὴ δική Του ζωὴ μὲ μιὰ μονάχα προϋπόθεση· νὰ τὸ θέλουμε καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι.

Τὸ νὰ ἀπορρίπτουμε δὲ αὐτὴ τὴν βασικὴ βοήθεια, ποὺ μᾶς χαρίζει ἀσφάλεια, σωτηρία, εἰρήνη καὶ τὴν χάρη του Χριστοῦ εἶναι τοὐλάχιστον μιὰ ἐπιπόλαιη καὶ ἐπικίνδυνη ἐπιλογὴ μὲ πολὺ βαρὺ κόστος.


Ἀρχιμ. Ν.Π.