Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Κείμενο και ερμηνεία της Β΄ στάσης των Χαιρετισμών


Οι χαιρετισμοί στην Παναγία είναι υμνωδία που ο κάθε πιστός χαίρεται ιδιαίτερα να διαβάζει. Την μεγάλη Τεσσαρακοστή διαβάζονται κάθε παρασκευή και για πέντε συναπτές εβδομάδες. Τα νοήματα των χαιρετισμών είναι υψηλά και βαθειά και θεωρούμε πολύ χρήσιμη μία μικρή σύντομη ερμηνεία.


Β’ ΣΤΑΣΗ

‘Ηκουσαν οι ποιμένες των Αγγέλων υμνούντων, την ένσαρκον Χριστού παρουσίαν. Και δραμόντες ως προς ποιμένα, θεωρούσι τούτον ως αμνόν άμωμον, εν τη γαστρί Μαρίας βοσκηθέντα, ην υμνούντες είπον.

‘Οταν οι ποιμένες άκουσαν τούς αγγέλους να υμνούν την παρουσία του Χριστού ανάμεσα στους ανθρώπου ως ανθρώπου έτρεξαν στο σπήλαιο να τον δουν. Περίμεναν να δουν ποιμένα και απεναντίας τον είδαν σαν άμωμο αρνί που είχε βοσκήσει και θραφεί μέσα στην κοιλιά της Μαρίας. Και τότε έκθαμποι της είπαν

Β’ Χαιρετισμοί

Ἀκάθιστος Ὕμνος – Β’ Στάσις


κουσαν oἱ ποιμένες,
τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων,
τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν·
καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα,
θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον,
ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα,
ἥν ὑμνοῦντες εἶπον·
Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,
χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον,
χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ,
χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα,
χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.
Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα,
χαῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης,
χαῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. 

Θεοδρόμον ἀστέρα,
θεωρήσαντες Μάγοι,
τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ·
καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν,
δι' αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα,
καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον,
ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες·
Ἀλληλούια.

Με τις μετάνοιες, έρχεται μεγάλη ειρήνη και χαρά στην ψυχή καθώς και υγεία στο σώμα


Με τις μετάνοιες, δίδασκε ο π. Πορφύριος, έρχεται μεγάλη ειρήνη και χαρά στην ψυχή καθώς και υγεία στο σώμα.

Διηγείται πνευματικό παιδί του Γέροντα: «Μία νέα ψηλή πήγαινε κάθε τόσο στο Γέροντα, να τον συμβουλευθεί…

Όπως μας έλεγε της άρεσε η γυμναστική άσκηση, πράγμα που την ξεκούραζε, μετά από το φόρτο των μαθημάτων.

Ο Γέροντας Πορφύριος… της υπέδειξε ότι δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερη άσκηση από τις μετάνοιες των χριστιανών, όταν μετά που κάνουμε το σταυρό μας γονατίζουμε κι αφού αγγίσουμε με το πρόσωπο τη γη, σηκωθούμε όρθιοι και το επαναλάβουμε αυτό και πάλιν και πάλιν, ενώ εσωτερικά η ψυχή αναστενάζει προς τον Θεό, προφέροντας τα λόγια του τελώνη, «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ».

Επίσης λέγουμε κι όποια άλλη αυτομεμψία θα μας φώτιζε το Πνεύμα το Άγιο. Έτσι, της έλεγε ο Γέροντας, θα μπορούσε να αντικαταστήσει ένα μεγάλο μέρος του χρόνου, που σπαταλούσε στις γυμναστικές ασκήσεις, με τις μετάνοιες. Μετά από τις μετάνοιες έρχεται μεγάλη χαρά, ανακούφιση πολλή και ειρήνη στην ψυχή, στο δε σώμα δεν παραμένει ούτε το τελευταίο μέλος του να μην τεθεί σε λειτουργία και άσκηση.

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Όποιος αγαπά δεν έχει ποτέ μοναξιά!


Όποιος είναι αληθινά ταπεινός δεν έχει κανένα φόβο. Αυτός που αγαπά το Θεό και το συνάνθρωπο και όταν είναι μόνος δεν είναι μόνος.

Ο ταπεινός έχει ασφάλεια, αφοβία, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, πραότητα, αγαθοσύνη, εγκράτεια, ελευθερία, χάρη.

Ένας γνήσιος χριστιανός που αγαπά, προσφέρεται, θυσιάζεται, ζει για τους άλλους, δεν μπορεί να μην είναι ταπεινός.

Ο αληθινά ταπεινός χαίρεται περισσότερο να δίνει παρά να παίρνει. Δεν έχει απαιτήσεις από τους άλλους. Τους υπομένει, τους αποδέχεται, τους καλοδέχεται, προσεύχεται γι’ αυτούς.

Έτσι δεν στενοχωρείται. Στενοχωρούμεθα με τους άλλους γιατί έχουμε πολλές απαιτήσεις από αυτούς.

Βάσανο ή χαρά!


Οι φθονεροί και κακοί, όπου να βρεθούν, κακία και διαβολιές μεταφέρουν και τη βάσανο της κολάσεως και προσπαθούν να βασανίζουν και άλλους, όπως κάνουν και οι δαίμονες. 

Η Ευχή στην γλώσσα των αγγέλων…


«Πρίν μερικά χρόνια, κάποιος Ἄγγλος γιατρός βαπτίσθηκε Ὀρθόδοξος Χριστιανός καί ἔμαθε νά λέη τήν Εὐχή “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με” στά ἀγγλικά.

Ἔτσι, ἄρχισε σιγά-σιγά νά τή λέη συστηματικά ὅλη τήν ἡμέρα, μέχρι πού γλυκάθηκε τόσο πολύ, ὥστε νά ἀφιερώνη σ᾽ αὐτή τήν ἐργασία καί κάποιες ὧρες ἀπ᾽ τή νύχτα.

Μέ τόν καιρό, ὅμως, ὅσο χρόνιζε αὐτή ἡ ἀδολεσχία μέσα στήν ψυχή του, σέ μία στιγμή ἄρχισε ν᾽ ἀκούη τήν καρδιά του νά κτυπᾶ, νά πάλλεται, μέ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου, ἀλλά… στά ἑλληνικά!

Ὁ ἴδιος μέ ἀπορία τό περιέγραψε περίπου ὡς ἑξῆς:

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Κύριε Ιησού Χριστέ, Θεέ μου...


«Χριστέ μου, κράτα τον κόσμο Σου.
Κράτα κι εμάς ανθρώπους».

Ο κόσμος φλέγεται. Το αίμα κυλά. Ο φόβος απλώνεται.
Αρχίζει να μυρίζει καμένη σάρκα, η ελπίδα τρεμοσβήνει.
Κι εμείς δεν αντέχουμε άλλο να παρακολουθούμε.

Αυτή τη Σαρακοστή, πριν γράψουμε ένα οργισμένο σχόλιο, πριν γίνουμε αναλυτές και κριτές, ας σταθούμε στην σιωπή και προσευχή.

Για έναν Χριστιανό η προσευχή δε μπορεί να είναι η τελευταία λύση αλλά η ΠΡΩΤΗ ΚΙΝΗΣΗ.

Η προσευχή είναι ο μόνος τρόπος να σταθούμε μέσα σε αυτό τον κόσμο χωρίς να διαλυθούμε.

Γιά τή σιωπή


Γιά τή σιωπή, πού μ’ ἐρωτᾶς, πρέπει νά ξέρεις ὅτι αὐτή δέν ἔγκειται μόνο στή σιωπή τῆς γλώσσας, ἀλλά πρό παντός στή σιωπή τῶν λογισμῶν. 

Ἄν δηλαδή σιωπᾶ ἡ γλώσσα σου, οἱ λογισμοί σου ὅμως κρίνουν καί καταδικάζουν τούς ἄλλους, ἔ! τότε αὐτό δέν εἶναι σιωπή! 

Η τιμωρία και η λύτρωση


ΣΤΑ χρόνια τού βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου τού νέου, πλήθος από Σκύθες με δική του διαταγή ξεκίνησαν για την Ανατολή. Κάποτε έφτασαν και στην Τραπεζούντα. 

Ανάμεσά τους ήταν και κάποιος δεμένος με αλυσίδες, γιατί είχε μέσα του ολόκληρη λεγεώνα πονηρών πνευμάτων.

Οι άλλοι Σκύθες τον πρόσεχαν νύχτα-μέρα, από φόβο μήπως οι δαίμονες τον ρίξουν στή φωτιά και τον κάψουν, ή τον πνίξουν στο νερό, ή τον γκρεμίσουν σε κανένα βάραθρο. 

Πριν δαιμονιστεί ο Σκύθης αυτός, από νέος ακόμα, έκανε τα θελήματα των δαιμόνων και ζούσε ζωή ακόλαστη. Κάποτε όμως έκανε και μία φρικτή ασέβεια:

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης


Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης γεννήθηκε στὴ Λυκία τὸν 5ο αἰῶνα μ.Χ., ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ταπεινοὺς γονεῖς καὶ ἐκ βρέφους ἀφιερώθηκε στὸν Θεό. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἀσπάσθηκε τὴν αἵρεση τῶν Μονοφυσιτῶν παρασυρόμενος ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ αἱρετικοῦ ψευδοπατριάρχου Θεοδοσίου, φανατικοῦ μονοφυσίτου Αἰγυπτίου μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἀπουσία τοῦ Πατριάρχου Ἰουβεναλίου (422 – 453 μ.Χ.), βοηθούμενος καὶ ὑπὸ τῆς βασιλίσσης Εὐδοκίας, κατόρθωσε νὰ καταλάβει τὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῶν Ἱεροσολύμων καὶ νὰ προβεῖ σὲ ἀνεκδιήγητες σκληρότητες ἐπὶ εἴκοσι μῆνες (451 – 453 μ.Χ.). Ἀκόμη καὶ αὐτὸς ὁ πανίερος ναὸς τῆς Ἀναστάσεως ἔγινε θέατρο ἀπερίγραπτων σκηνῶν καὶ ἐπὶ πλέον ἡ ταραχὴ ἐξαπλώθηκε ἀνὰ τὴν Παλαιστίνη.

Οἱ Μονοφυσίτες δὲν παραδέχονται ὅτι στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔχουν ἑνωθεῖ ἡ Θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση «ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως καὶ ἀδιαιρέτως», ἀλλὰ ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ Θεία φύση τοῦ Χριστοῦ ἀπορρόφησε τὴν ἀνθρώπινη φύση Του καὶ ἑπομένως ὁ Χριστὸς ἔχει μόνο μία φύση.

Γρήγορα ὅμως ὁ Ὅσιος Γεράσιμος κατάλαβε τὸ λάθος του, ἐπειδὴ ἦταν ἄνθρωπος μὲ καλὴ προαίρεση καὶ ταπεινὸ φρόνημα. Εἶχε τὴν καλὴ συνήθεια νὰ ἐπισκέπτεται καὶ νὰ συμβουλεύεται γιὰ πνευματικὰ θέματα ἁγιασμένους ἀνθρώπους. Ἀπὸ ἕναν λόγιο ἀσκητή, ποὺ ὀνομαζόταν Εὐθύμιος καὶ ἀσκήτευε στὴν ἔρημο τοῦ Ρουβᾶ, διδάχθηκε τὴν ἀλήθεια γιὰ τὶς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, κατάλαβε τὸ λάθος του καὶ ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Ἐκκλησία.

Ο Κατανυκτικός Εσπερινός της Β' Κυριακής των Νηστειών στην Παντάνασσα

Στα χέρια του Θεού


Ο ταπεινός άνθρωπος είναι αυτός που αφήνει τη ζωή του στα χέρια του Θεού· γι’ αυτό εκείνο που μας χρειάζεται είναι να αγωνιζόμαστε καθημερινά, να κάνομε άσκηση από τα πιο απλά πράγματα, για να μάθομε τον εαυτό μας να τ’ αφήνει στα χέρια του Θεού.

Λέγει στο Γεροντικό, ένα περίφημο και ωραιότατο βιβλίο:

Είπε ο Αββάς Αγάθων ότι σήμερα θα κάνω το θέλημα του Θεού. Και σηκώθηκε και παρεκάλεσε τον Θεό: «Κύριε, αξίωσέ με σήμερα να κάνω το θέλημά Σου! Να πω κι εγώ ότι μια μέρα της ζωής μου έκαμα το θέλημα του Θεού! Αφού όλες τις άλλες παραβαίνω το θέλημα του Θεού, έστω και μια μέρα ας το κάμω! Να έχω στη συνείδησή μου μέσα ότι έκαμα το θέλημα του Θεού».

Τι έκαμε; Εγώ θα έλεγα, μες το φτωχό μου το μυαλό, ότι θα έκανε προσευχή όλη μέρα, ή θα κλεινόταν στο κελί του ή θα διέβαζε όλη μέρα. Δεν έκαμε τίποτα απ’ όλ’ αυτά! Έκαμε τη δουλειά του. Τι δουλειά είχε να κάμει εκείνη τη μέρα; Ήθελε ν’ αλέσει το σιτάρι του, για να το κάμει αλεύρι και να το πάρει πίσω στην έρημο να έχει το αλεύρι της χρονιάς. Το φορτώθηκε και το πήγε στο χωριό, στην κώμη. Κι εκεί, λέει, ν’ αλέσω το σιτάρι μου και να το πάρω πίσω με τα πόδια.