Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

Η Σπηλαιώτισσα

Ένας άγιος αναχωρητής διηγήθηκε στους αδελφούς τούτη την ιστορία. 

Μια μέρα, καθώς ήμουν καθι­σμένος στην έρημο, άρχισα να αισθάνομαι μια στενοχώ­ρια και μια μελαγχολία. Ένας λογισμός μου έλεγε: «έ­βγα και πήγαινε να περπατήσεις στην έρημο». Περπά­τησα κ’ έφτασα σ’ ένα χείμαρρο· και, κοιτάζοντας μακρυά κάτω από το φως της σελήνης —ήταν ήδη νύχτα βαθειά—, βλέπω κάποιον δασύτριχο να κάθεται πάνω σε μια πέτρα. Στην αρχή νόμισα πως ήταν λιοντάρι και έκοψα το βήμα και την πορεία μου προς εκείνη την κα­τεύθυνση. Μετά, ξανασκέφτηκα πως, ακόμη κι αν ήταν λιοντάρι, δεν έπρεπε να το φοβηθώ, αλλά να έχω θάρρος και να πιστεύω στη χάρη του Χριστού.

Ξεκίνησα, λοι­πόν, πάλι το δρόμο μου προς εκείνη την πέτρα. Κοντά στην πέτρα υπήρχε μια μικρή τρύπα. Μόλις με είδε από μακρυά να πάω προς τα εκεί, δίνει μια και μπαίνει μέσα στο σπήλαιο. Φτάνοντας στην πέτρα, βρίσκω ένα καλά­θι με κουκιά κ’ ένα σταμνί γεμάτο με νερό· απ’ αυτά κατάλαβα πως πρέπει να ήταν άνθρωπος και όχι λιοντά­ρι. Πήγα, λοιπόν, κοντά στην τρύπα της σπηλιάς και φώναξα:

—Δούλε του Θεού, σε παρακαλώ πολύ, να μου κά­νεις τη χάρη και να βγεις να μ’ ευλογήσεις.

Εκείνος, όμως, σιωπούσε. Καθώς εγώ επέμενα να βγει να μ’ ευλογήσει, μου αποκρίνεται λέγοντας:

—Συγχώρεσέ με, Γέροντα, μα δεν μπορώ να βγω.

Όταν ρώτησα «γιατί», μου λέει:

—Συγχώρεσέ με, άλλα είμαι γυναίκα και είμαι ολό­γυμνη.

Ακούοντας αυτό το λόγο εγώ, βγάζω αμέσως τον μανδύα που φορούσα, τον τύλιξα και τον πέταξα μέσα λέγοντας:

—Πάρε αυτό το φόρεμα, ντύσου κ’ έβγα, σε παρα­καλώ.

Έτσι κ’ έκαμε. Μόλις βγήκε, κάναμε τη συνήθη προσευχή κ’ εκαθήσαμε. Τότε την παρακάλεσα:

—Κάνε μου τη χάρη, αμμά και γερόντισσα, και, πες μου, πώς έφτασες νά ’ρθεις σε τούτο τον τόπο, πώς τα περνάς εδώ, και πώς βρήκες ετούτη την τρύπα και τη σπηλιά;

Και τότε άρχισε να μου διηγείται το βίο της, λέγον­τας:

«Εγώ ήμουν ‘κανονική’[1] και είχ’ αφιερώσει τη ζωή μου στον ιερό ναό της Αναστάσεως του Χριστού. Αλλά εκεί που είχα το διακόνημά μου, υπηρετούσε κ’ ένας μοναχός, που είχε το κελλί του κοντά στην πύλη· αυτός ο μοναχός άρχισε να έχει εξοικείωση και να δείχνει μια ιδιαίτερη ευχαρίστηση στο να βρίσκεται ή να μιλάει μα­ζί μου. Κάποια στιγμή τον άκουσα να κλαίει και να εξο­μολογείται στο Θεό, γι’ αυτή την εφάμαρτη κλίση του. Χτυπάω στην πόρτα του, μα, επειδή κατάλαβε πως ήμουν εγώ, δεν μου άνοιξε· ωστόσο, επέμενε να κλαίει και να εξομολογείται στο Θεό.

Εγώ, βλέποντας τούτο το πράγμα, είπα στον εαυτό μου: “τούτος, μετανοεί για τη δική του αμαρτία, μα εγώ μένω αμετανόητη· αν, όμως, αυτός μετανοεί και οδύρεται για τα παραπτώμα­τά του, εγώ θα μείνω έτσι, δίχως το ένδυμα του πένθους μέσα μου;”. Και, αμέσως, πήρα την απόφαση: επιστρέφω στο κελλί μου, φορώ ένα ρούχο παλιό και τριμμένο, γεμίζω το καλάθι μου με κουκιά και το σταμνί με νερό. Μπαίνω μέσα στο ναό της αγίας Αναστάσεως κ’ έκα­μα μια προσευχή.

“Εσύ, Κύριέ μου, που είσαι ο Θεός ο μέγας και θαυμαστός, εσύ που ήρθες στη γη να σώσεις τον χαμένο και ν’ αναστήσεις τον πεσμένο, εσύ που γέρ­νεις και ακούς όλους όσοι επικαλούνται τη βοήθειά σου με ειλικρίνεια, δείξε την ευσπλαχνία και το έλεός σου και σ’ εμένα την αμαρτωλή· και αν ευδοκήσεις να δε­χτείς την επιστροφή και την μετάνοια της ψυχής μου, ευλόγησε τούτα τα κουκιά και τούτο το νερό, να επαρκέσουν όλα τα χρόνια της ζωής μου, ώστε να μην ξε­φεύγω —με πρόφαση τις ανάγκες του σώματος και της σάρκας— κ’ εμποδίζομαι στην αδιάλειπτη λατρεία”.

Μετά πήγα στον άγιο Γολγοθά κ’ έκαμα κ’ εκεί την ίδια προσευχή· και, αγγίζοντας την αγία Πέτρα και τα ιερά σκεύη επικαλέστηκα πάλι το άγιο όνομα του Θε­ού. Τότε, κρυφά εντελώς, έφυγα και παρέδωσα μ’ εμπιστοσύνη τον εαυτό μου στα χέρια του Θεού. Κατέβηκα, λοιπόν, στα Ιεροσόλυμα, και, αφού πέρασα τον άγιο Ιορδάνη, πήρα το δρόμο μου, περπατώντας την όχθη της Νεκράς Θάλασσας. Ποτέ δεν είχα δει τη θάλασσα τόσο ανεβασμένη! Έτσι, ανεβαίνοντας και περιπλανώμενη επάνω στα όρη της ερήμου, έφτασα κοντά σ’ ετούτο τον χείμαρρο. Ανέβηκα, λοιπόν, στην πέτρα και είδα τούτη την τρύπα της σπηλιάς.

Και από τότε αγάπησα πολύ τούτο τον τόπο, νομίζοντας πως μου τον δώρισε ο Θεός για να μετανοήσω ειλικρινά! Ζω εδώ, σ’ αυτό τον τόπο, τριάντα χρόνια και δεν είδα ποτέ μου άνθρωπο, εκτός από σένα σήμερα. Επίσης, το καλάθι με τα κουκιά και το σταμνί με το νερό δεν τελείωσαν ποτέ ίσαμε σήμερα και δεν μου έλειψαν καθόλου, παρ’ όλον ότι έτρωγα κ’ έπινα όσο χρειαζόμουν. Τα πρώτα φορέματά μου, βέβαια, με τον καιρό τρίφτηκαν κ’ έπε­σαν, αλλά καθώς μεγάλωσαν αρκετά και μάκρυναν τα μαλλιά μου, σκεπάζομαι μ’ αυτά σαν με φορέματα, κ’ έτσι, με τη χάρη του Χριστού, ούτε το κρύο ούτε η ζέστα και η κάψα του καλοκαιριού με βλάφτουν».

Τελειώνοντας εδώ την αφήγησή της, με παρακαλούσε να φάω από τα κουκιά που είχε στο καλάθι της, γιατί εξωτερικά είχε πληροφορηθεί πως ήμουν πολύ πεινασμένος. Εφάγαμε κ’ οι δύο και ήπιαμε, ώσπου εχόρτασα· ωστόσο έβλεπα γεμάτα πάντα και το καλάθι και το σταμνί, κ’ εδόξασα το Θεό.

Όταν ήρθε η ώρα να φύγω, θέλησα να της αφήσω το εξωτερικό ράσο μου, αλλά δεν το δέχτηκε, λέγοντας μου:

—Φέρε μου καινούργια φορέματα, όταν ξανάρθεις.

Εγώ γέμισα, πράγματι, από χαρά όταν άκουσα το λόγο τούτο, και την παρακάλεσα να με περιμένει και να με δεχτεί πάλι. Προσευχηθήκαμε ξανά, τη χαιρέτησα, κ’ έφυγα, σημειώνοντας καλά στο νου μου την τοποθε­σία, για να τη βρω και πάλι όταν ξανάρθω. Πήγα, φεύ­γοντας από κει στην εκκλησία του γειτονικού χωριού, και είπα ό,τι είδα και άκουσα στον ιερέα. Εκείνος μάζεψε τους πιστούς και, κηρύττοντας, τους είπε.

—Όχι πολύ μακρυά από την εκκλησία μας, υπάρ­χουν κάποιοι άγιοι Μοναχοί αναχωρηταί, που έχουν λυώσει τα φορέματά τους και γυρνούν στις ερήμους εν­τελώς γυμνοί. Όποιος, λοιπόν, έχει κάποια ρούχα που του περισσεύουν, ας τα φέρει εδώ για να τα προσφέρου­με.

Και, αμέσως, οι χριστιανοί έφεραν αρκετά φορέματα. Κ’ εγώ πήρα όσα χρειαζόμουνα κ’ έφυγα γεμάτος χαρά, ελπίζοντας πως θα ξαναδώ το ιερό εκείνο πρόσωπο της πνευματικής μητέρας, στο σπήλαιο. Ξαναγύρισα σ’ εκείνο τον τόπο και κουράστηκα ψάχνοντας, μα δεν έ­βρισκα το σπήλαιο. Αλλά, κι όταν κάποια στιγμή το βρήκα, η θεοφόρος εκείνη γυναίκα δεν ήταν πια εκεί, κι αυτό πολύ με στενοχώρησε.

Έφυγα λυπημένος. Ύστερ’ από μερικές ημέρες, ήρθαν να μ’ επισκεφθούν κάποιοι αναχωρηταί, που μου είπανε:

«Εμείς οι δύο, περπατώντας και περιπλανώμενοι πέρ’ από τη θάλασσα, στην έρημο, βλέπουμε ξάφνου πά­νω σε μια πέτρα, να κάθεται τη νύχτα ένας αναχωρητής με μακρυά μαλλιά. Όταν συντομέψαμε το βήμα για να τον πλησιάσουμε και να πάρουμε την ευλογία του, μας ξέφυγε και πήγε σ’ ένα κοντινό σπήλαιο και μπήκε μέ­σα. Θελήσαμε να πλησιάσουμε τη θύρα, μα μια φωνή α­κούστηκε από το βάθος του σπηλαίου και μας παρακαλούσε:

—Σας παρακαλώ, δούλοι του Χριστού, μη μ’ ενο­χλήσετε. Πάνω στο βράχο δίπλα σας, υπάρχουν ένα κα­λάθι με κουκιά κ’ ένα σταμνί με νερό· μπορείτε, αν θέ­λετε, να πάρετε —να φάτε και να πιείτε.

Μας έδωκε την ευχή της κ’ επήγαμε στο βράχο, κα­θώς μας είχε πει. Εκεί βρήκαμε τα κουκιά και το νερό· φάγαμε και ήπιαμε, και ησυχάσαμε την υπόλοιπη νύχτα.

Το πρωί, όταν ξυπνήσαμε, πήγαμε να ευλογηθούμε απ’ τον σπηλαιώτη αναχωρητή, μα είδαμε πως είχε ήδη κοιμηθεί εν Κυρίω. Θελήσαμε να τον ετοιμάσουμε για τον ενταφιασμό, και είδαμε πως ήταν γυναίκα, σκεπα­σμένη με τα ίδια τα μακρυά μαλλιά της. Ευλογηθήκαμε από το ιερό της λείψανο, αποκυλήσαμε κάποιο μεγάλο βράχο εμπρός στο σπήλαιο, και αφού προσευχηθήκαμε, πήραμε το δρόμο του γυρισμού».

Τότε κατάλαβα, πως επρόκειτο για την ίδια εκείνη «κανονική», που ασκήτεψε κ’ έγινε αγία μητέρα. Τους διηγήθηκα, λοιπόν, κ’ εγώ εκείνα που είχ’ ακούσει απ’ το στόμα της, κ’ εδοξάσαμε όλοι μας το Θεό, στον Οποίο ανήκει πραγματικά η δόξα, στους αιώνες των αιώ­νων, αμήν.


( Π. Β. Πάσχου, Αγγελοτόκος έρημος, εκδ. Αρμός, σ. 137-142)


[1] «Κανονική» ονομάζεται κυρίως η παρθένος κόρη-γυναίκα, που αφιερώνεται στην υπηρεσία της εκκλησίας, δίχως να καρεί και να χειροθετηθεί μοναχή.