Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2023

«Να ᾿ναι ευλογημένο»


Ἀπό τό πρωί πού θά ξυπνήσει κανείς καί ἐνόσῳ εἶναι ἀκόμη μέσα στό σπίτι, ἀλλά καί μετά πού θά φύγει καί θά πάει στή δουλειά του καί θά ἔρθει σέ ἐπικοινω­νία μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους καί θά ἔχει ἴσως καί δυσκολίες, ἐμπόδια, προστριβές καί ἄλλα τέτοια πράγματα, εἶναι καλό, πάρα πολύ καλό νά μάθει νά λέει τό «νά ᾿ναι εὐλογημένο».

Ἔχεις, ἄς ποῦμε, κάποιες δυσκολίες, κάποια ἐμπόδια, ἔχεις κάποιες πιέσεις ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό σου, γενικά ἀπό τό κακό πού ὑπάρχει γύρω σου καί μέσα σου, ἔχεις ἐπιθέσεις ἀπό τόν διάβολο, σοῦ συμβαίνουν κάποια ἀνεξήγητα πράγμα­τα, ἔχεις ἀκεφιές, μελαγχολίες, διάφορα ἄλλα ζορίσματα, καθώς δέν ἔρχονται τά πράγματα ὅπως τά περίμενες, δέν γίνονται ὅπως τά ἤθελες, ἤ καθυστεροῦν νά γί­νουν. Φαρμακώνεται ἡ ψυχή τέτοιες ὧρες, ζορίζεται ὁ ἄνθρωπος, πιέζεται· αὐτό πού λένε σήμερα, «καταπιέζομαι» –βρήκαμε καί λέξεις τώρα νά λέμε.

Ἐκείνη τήν ὥρα λοιπόν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ νά πεῖς: «Νά ᾿ναι εὐλογημένο, Θεέ μου. Νά ᾿ναι εὐλογημένο». Αὐτό ἔχει μέσα ὑπακοή στόν Θεό, ἀγάπη, ἐμπιστοσύ­νη καί ἐλπίδα στόν Θεό, ἔχει ὑπομονή τό πράγμα, ἔχει ταπείνωση, θυσία, προσευ­χή. Διότι εἶναι ἀδύνατον, τήν ὥρα πού ζο­ρίζεσαι, νά λές «νά ᾿ναι εὐλογημένο» –πού δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνας συνηθισμένος λόγος, ἀλλά τό λές ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ– εἶναι ἀδύ­νατον μέσα σέ τέτοιες καταστάσεις νά λές «νά ᾿ναι εὐλογημένο» καί νά μήν προσεύ­χεσαι.

Ἡ ψυχή πού θά συνηθίσει νά λέει αὐτή τή φράση, κάνει τήν καλύτερη προσευχή· ὄχι ἁπλῶς κάνει κάποια ἄλλα πράγματα. Καί μάλιστα, ὅσο πιό πρόθυμα, ὅσο πιό χαρούμενα τό λές, ὅσο πιό πολύ τό λές μέ ἀγάπη καί ὄχι κατ᾿ ἀνάγκην: «Ἔ, τί νά κά­νουμε; Νά ᾿ναι εὐλογημένο», τόσο περισ­σότερο ἀνοίγει ἡ ψυχή. Βέβαια, ἔστω καί ἔτσι ἅμα τό πεῖς, κάποιο κακό προλαμβά­νεις, ἀλλά δέν ὠφελεῖ αὐτό· πρέπει νά τό λές μέ τήν καρδιά σου.

Καί –δέν ξέρω– νά φύγουμε λίγο καί ἀπό τούς σωματικούς πόνους. Π.χ., κά­ποιος σέ χαράζει μέ τό μαχαίρι, καί πονᾶς, φυσικά πονᾶς, ἀλλά πάλι ὅμως καί ἕνα τέ­τοιο πράγμα ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά τό δε­χθεῖ. Ἐκεῖ πού ὑπάρχει μεγάλη δυσκολία στόν κάθε ἄνθρωπο εἶναι νά ἀπαρνηθεῖ τό θέλημά του, νά ἀφήσει τό πεῖσμα του, νά πεῖ στόν Θεό: «Νά ᾿ναι εὐλογημένο, Θεέ μου. Ὅπως ἐσύ θέλεις». Τήν ὥρα πού ὅλα δείχνουν ὅτι θά ἀδικηθεῖς, ὅτι κάτι θά χά­σεις, τήν ὥρα πού γδέρνεσαι κυριολεκτι­κά, τότε νά πεῖς: «Νά ᾿ναι εὐλογημένο, Θεέ μου». 

Ἡ καλύτερη προσευχή, ἡ καλύτερη ὑπακοή, ἡ καλύτερη ταπείνωση, ἡ καλύτε­ρη μετάνοια, ἡ καλύτερη ἀφοσίωση στόν Θεό, τό καλύτερο δόσιμο στόν Θεό, ἡ κα­λύτερη ἀγάπη αὐτό εἶναι: «Νά ᾿ναι εὐλο­γημένο», μέ αὐτή τήν ἔννοια πού εἴπαμε· ὄχι ἁπλῶς νά μάθεις νά λές τίς λέξεις.

Λέγοντας τό «νά ᾿ναι εὐλογημένο» καί ὑποτασσόμενοι ἔτσι στόν Θεό, θά θανατω­θεῖ ὁ παλαιός ἄνθρωπος, θά θανατωθεῖ τό θέλημα –οὐ ζητῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός4– καί θά ἀναστηθοῦμε, θά γίνουμε χριστια­νοί. Πότε; Τότε πού ἐμεῖς νομίζουμε ὅτι πάει, χαθήκαμε. Ποῦ; Ἐκεῖ πού νομίζουμε ὅτι δέν εἶναι κατάλληλα τά δεδομένα, καί μπορεῖ νά λέμε: «Ἄν ἤμουν κάπου ἀλλοῦ, ἄν εἶχα κάποιες ἄλλες προϋποθέσεις…» 

Ὄχι. Πρίν γεννηθοῦμε, πρίν ἔρθουμε στόν κόσμο αὐτόν, ξέρει ὁ Θεός ποῦ θά εἴμαστε καί τί θά ὑπάρχει γύρω μας. Τά ἤξερε ὅλα ὁ Θεός καί τά κανόνισε ἔτσι, πού δέν γίνε­ται καλύτερα. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νά τά πιστέψου­με ἔτσι, νά τά δεχθοῦμε ἔτσι καί νά ἀφή­σουμε τόν Θεό νά μᾶς ὁδηγήσει. Καί ὅλα θά πᾶνε κατ᾿ εὐχήν.

Θά τολμοῦσα νά πῶ ὅτι, ἄν συνηθίσεις νά λές τό «νά ᾿ναι εὐλογημένο», αὐτό εἶναι ἀνώτερο ἀπό ὅλα, ἀπό ὅλα, ἀκόμη καί ἀπό τήν προσευχή· μή σᾶς φανεῖ παράξενο. Τό νά προσευχηθεῖς δέν εἶναι, ξέρετε, πολύ δύσκολο. Εἶναι βέβαια· ὁπωσδήποτε εἶναι. Δέν χωράει ἀμφιβολία ὅτι ὅποιος μάθει νά προσεύχεται, αὐτός τά ἔμαθε ὅλα. Μπο­ροῦμε νά ποῦμε ὅμως ὅτι ἀπό μιά πλευρά δέν εἶναι καί τόσο δύσκολο νά προσεύχε­ται κανείς, δεδομένου ὅτι καμιά φορά ἡ προσευχή μας εἶναι ὑπέρ –μήν παραξε­νευτεῖτε γιά ὅσα θά πῶ– ὑπέρ αὐτοῦ τοῦ πράγματος τό ὁποῖο εἶναι μιά ἀντίσταση μέσα στόν ἄνθρωπο καί τό ὁποῖο πρέπει νά φύγει.

Ναί, εἶναι ἐνδεχόμενο νά προ­σεύχεται κανείς κατά τέτοιον τρόπο, σάν νά διατηρεῖ αὐτή τήν ἀντίδραση πού εἶναι μέσα του, σάν νά τρέφει αὐτή τήν ἀρνητι­κή κατάσταση. Ἔχω πεῖ ἀρκετές φορές ὅτι μπορεῖ νά ἐξομολογεῖται κανείς χάριν τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, μπορεῖ νά κοινωνεῖ χάριν τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, μπορεῖ, ἀκόμη, νά προ­σεύχεται χάριν τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου.

Καί θά σᾶς φέρω ἀμέσως ἕνα πιό χτυ­πητό παράδειγμα. Ἄς ποῦμε, εἶσαι ἄρρω­στος ἤ ἔχεις ἕνα πρόβλημα ἤ ἔχεις ἕναν δικό σου ἄνθρωπο ἄρρωστο ἤ ἔχεις ἕνα πρόβλημα ἀπό τόν δικό σου ἄνθρωπο. Σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις μάλιστα τό ἴδιο τό γεγονός αὐτό συντελεῖ στό νά προσεύχε­σαι, νά προσεύχεσαι θερμά, ἐπίμονα, νά προσεύχεσαι μέ τήν καρδιά σου. 

Προσεύ­χεσαι λοιπόν καί θέλεις νά γίνεις καλά, προσεύχεσαι καί θέλεις νά γίνει καλά ὁ ἄνθρωπός σου, προσεύχεσαι καί θέλεις νά λυθεῖ τό πρόβλημά σου, νά λυθεῖ τό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου σου. Καλό εἶναι αὐτό, δέν εἶναι κακό νά τό κάνει κανείς. Ἴσα-ἴσα, νά τό κάνει μέ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς του. Ὅμως, ἄν προσέξετε, ἔχει τό πράγμα μιά ἰδιοτέλεια.

Τί σημαίνει ἰδιοτέ­λεια; Τελικά, νά, θέλουμε νά γίνει αὐτό πού θέλουμε. Καί ξέρετε, ὅταν κάτι ἔχει ἰδιο­τέλεια, εὔκολα γίνεται, δέν ἔχει πολύ ζόρι. Ἄν ὅμως αὐτή τήν κρίσιμη ὥρα προ­σευχηθεῖς καί πεῖς ὅ,τι ἔχεις νά πεῖς στόν Θεό γιά τό πρόβλημά σου, γιά τή δυσκολία πού περνᾶς, ἀλλά τελικά σφίξεις τήν καρ­διά σου, ἐπιστρατεύσεις τίς δυνάμεις σου, σταθεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μέ ὅλη τήν ἀγά­πη σου, μέ ὅλη τήν ὑπακοή σου –μέ ὅλη τή συναίσθηση ὅτι ἐσύ εἶσαι τό πλάσμα τοῦ Θεοῦ, ἀπό πάνω εἶναι ὁ Θεός– καί πεῖς: 

«Ὅμως, Θεέ μου, νά γίνει ὅπως θέλεις ἐσύ. Νά ᾿ναι εὐλογημενο», αὐτό εἶναι δύσκολο.

Γνωρίζω πάρα πολλούς, καί ἐδῶ καί στήν Ἑλλάδα καί παντοῦ, ὅπου κι ἄν ἔχω πάει, οἱ ὁποῖοι κάνουν καυτές, θερμές προ­σευχές γιά νά λυθοῦν κάποια προβλήματά τους, ὅπως εἴπαμε, ἀλλά γνωρίζω λίγους, θά ἔλεγα –γιατί εἶναι πάρα πολύ δύσκο­λο– οἱ ὁποῖοι ἔχουν τό κουράγιο, κάθε φορά πού ζορίζονται, πού δυσκολεύονται, νά ποῦν ἀκριβῶς αὐτό πού εἶπε ὁ Κύριος τρεῖς φορές ἐκεῖ στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ: Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο· πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς σύ.

Τό ἴδιο λοιπόν νά ποῦμε καί ἐμεῖς, καί ὅταν μᾶς πειράζει ὁ διάβολος, καί ὅταν μᾶς πειράζουν οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, καί ὅταν πέφτουν ἐπάνω μας ὅλα αὐτά τά πράγμα­τα πού ἔχουμε νά συναντήσουμε στή ζωή μας. 

«Νά ᾿ναι εὐλογημένο». 

Δέν ξέρω ἐσεῖς πόσο τό ἔχετε δοκιμάσει. Ἄς ποῦμε, εἶσαι κάποια ὥρα ἕτοιμος νά ἐκραγεῖς. Ἔρχονται τό ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου –τοῦτο, ἐκεῖ­νο, τό ἄλλο– ὅπως εἴπαμε, σάν κάποιος ἐπίτηδες νά τά βάζει ἐπάνω σου. Καί σάν νά μή φθάνουν αὐτά, ἔρχεται καί τό τε­λευταῖο καρφί· κάτι παρουσιάζεται πάλι. Ὅπως λένε οἱ ἄνθρωποι: «Ἀκόμη αὐτό μᾶς ἔλειπε». 

Καί εἶναι κανείς ἕτοιμος νά ἐκρα­γεῖ. Ἐσύ λοιπόν ἐκείνη τήν ὥρα, ὅσο πιό ζόρικα εἶναι τά πράγματα, ὅσο βλέπεις ὅτι σάν ἐπίτηδες κάποιος νά τά φέρνει τό ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου καί νά τά βάζει ἐπάνω σου, τόσο πιό ἕτοιμος νά εἶσαι μέσα σου καί τόσο πιό πολλή διάθεση νά ἔχεις νά πεῖς «νά ᾿ναι εὐλογημένο, Θεέ μου», ἀλλά καί νά τό ἐφαρμόζεις στήν πράξη. 

Μέ αὐτή τήν ἁπλή φράση, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ἀνασταίνεις τήν ψυχή σου, ἀνασταίνεις τήν ὕπαρξή σου.


π. Συμεών Κραγιόπουλος
Κεντρική διάθεση: Ἐκδόσεις «Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας»