Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Περί της ενανθρωπήσεως του Κυρίου

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐξηγώντας, γιατί ἐνανθρώπησε ὁ Κύριος, λέγει: «Ὁ προφήτης Ἡσαΐας εἶπεν “οὐ πρέσβυς, οὐδὲ ἄγγελος, ἀλλ᾽ αὐτὸς ἔσωσεν αὐτούς”, αὐτός· ποιός; ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Κύριος ἡμῶν, ὅστις εἶχε καὶ δύναμιν ἄπειρον διὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώση καὶ σοφίαν ἄπειρον διὰ νὰ εὕρη τὸν τρόπον τῆς ἐλευθερίας μας καὶ δικαιοσύνην ἄπειρον διὰ νὰ μὴ κάμη τυραννικὴν τὴν ἐλευθερίαν τῶν θεληματικῶς δεδουλωμένων εἰς τοὺς δαίμονας, καὶ ἀγαθότητα ἄπειρον διὰ νὰ μεταδώση εἰς ὅλους ὁμοῦ τοὺς αἰῶνας τὸν πλοῦτον τῆς θείας του χάριτος καὶ τῆς δόξης καὶ νὰ γίνη ὁ αὐτὸς πηγὴ ἁγιασμοῦ καὶ χάριτος εἰς ὅλην τὴν ἀνθρώπινον φύσιν, ὄχι μόνον καθὸ Θεὸς, ἀλλὰ καὶ καθὸ ἄνθρωπος»1.


Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἐξηγώντας τὸ τί ἐπιτεύχθηκε μὲ τὴν ἐνανθρώπηση, σημειώνει: «Καταργήθηκε ἡ θρησκεία τῶν δαιμόνων, ἡ κτίση ἁγιάστηκε μὲ τὸ θεῖο αἷμα, βωμοὶ καὶ ναοὶ εἰδώλων γκρεμίστηκαν, θεογνωσία φυτεύθηκε, Τριάδα ἡ ὁμοούσια, ἡ ἄκτιστη θεότητα λατρεύεται, ἕνας Θεὸς ἀληθινός, δημιουργὸς τῶν ὅλων καὶ Κύριος· ἀρετὲς παλεύονται, ἐλπίδα ἀναστάσεως δωρίστηκε μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, οἱ δαίμονες τρομάζουν μπροστὰ στοὺς ἄλλοτε ὑποχείριους ἀνθρώπους, καὶ τὸ θαυμαστὸ βέβαια εἶναι ὅτι ὅλα αὐτὰ κατορθώθηκαν μὲ τὸν σταυρὸ καὶ τὰ πάθη καὶ τὸν θάνατο· σὲ ὅλη τὴν γῆ ἔχει κηρυχτεῖ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς θεογνωσίας κατατροπώνοντας τοὺς ἀντιπάλους ὄχι μὲ πόλεμο, μὲ ὅπλα καὶ στρατόπεδα, ἀλλὰ λίγοι φτωχοί, ἄσημοι, διωκόμενοι, ποὺ κακοποιοῦνταν καὶ θανατώνονταν, κηρύσσοντας τὸν Χριστό, οἱ ὁποῖοι νίκησαν τοὺς σοφοὺς καὶ δυνατούς· γιατί τοὺς ἀκολουθοῦσε ἡ παντοδύναμη δύναμη τοῦ ἐσταυρωμένου. Αὐτὰ εἶναι τὰ κατορθώματα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, αὐτὰ τὰ γνωρίσματα τῆς δυνάμεώς της»2.


Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐξηγώντας τὸν τρόπο τῆς ἐνανθρωπήσεως, τονίζει: «Γιατί, ἂν ἦταν ἀπὸ σπέρμα, δὲν θὰ ἦταν νέος ἄνθρωπος, μὲ τὸ νὰ εἶναι τῆς παλαιᾶς μερίδας καὶ κληρονόμος ἐκείνου τοῦ πταίσματος, οὔτε θὰ μποροῦσε νὰ δεχτεῖ μέσα του τὸ πλήρωμα τῆς ἄφθαρτης θεότητας καὶ νὰ γίνει ἀνεξάντλητη πηγὴ ἁγιασμοῦ καὶ ἔτσι ὄχι μόνο ἐκείνων τῶν προπατόρων δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀποπλύνει μὲ περισσὴ δύναμη τὸν, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, μολυσμό, ἀλλὰ οὔτε στοὺς ἀπογόνους τους θὰ ἐπαρκοῦσε πρὸς ἁγιασμό. Ὅπως δηλαδὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἐπαρκέσει σὲ μία πόλη, γιὰ νὰ πίνει διαρκῶς νερὸ ἀπὸ σκεῦος, ἀλλὰ χρειάζεται νὰ φέρει ἡ ἴδια πηγή, ὁπότε ποτὲ δὲν θὰ παραδοθεῖ στοὺς ἐχθροὺς ἀπὸ δίψα, ἔτσι δὲν μποροῦσε νὰ ἐπαρκέσει πρὸς συνεχῆ ἁγιασμὸ σὲ ὅλους οὔτε ἄνθρωπος οὔτε ἅγιος ἄγγελος, ποὺ ἔχει ἀποκτήσει ἀπὸ μετοχὴ τὴν ἰδιότητά του νὰ ἁγιάζει, ἀλλὰ ἡ κτίση χρειαζόταν κρήνη, ποὺ νὰ ἔχει τὴν πηγὴ μέσα της καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν σὲ αὐτὴν καὶ χορταίνουν ἀπὸ αὐτὴν νὰ μένουν ἀήττητοι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἐπιτίθενται ἐναντίον τῶν ἔμφυτων ἀσθενειῶν καὶ στερήσεών των»3 .


Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος μᾶς λέγει στὸν λόγο του περὶ ἐνανθρωπήσεως: «Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐνανθρώπησε, καὶ ὡς ἄνθρωπος ἔζη καὶ συμπεριεφέρετο, καὶ ὡς Λόγος τὰ πάντα ἐζωογόνει, καὶ ὡς Υἱὸς συνυπῆρχε μετὰ τοῦ Πατρός. Δι᾽ αὐτὸ κατὰ τὴν γέννησίν του ἐκ τῆς Παρθένου αὐτὸς δὲν ὑπέφερε, οὔτε ὑπάρχων εἰς τὸ σῶμα ἐμολύνετο, ἀλλὰ μᾶλλον ἡγίαζε τὸ σῶμα. Διότι ἂν καὶ ὑπάρχει εἰς ὅλα, δὲν παίρνει ἀπὸ ὅλα, ἀλλὰ μᾶλλον τὰ πάντα ζωογονοῦνται καὶ τρέφονται ἀπὸ αὐτόν. Ἐὰν π.χ. ὁ ἥλιος ποὺ ἔγινεν ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἡμεῖς τὸν βλέπομεν νὰ περιφέρεται εἰς τὸν οὐρανόν, δὲν μολύνεται ὅταν ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰ ἐπίγεια πράγματα, οὔτε χάνει τὴν λάμψιν του ἐξ αἰτίας τοῦ σκότους, ἀλλὰ ἀντιθέτως αὐτὸς τὰ φωτίζει καὶ τὰ καθαρίζει, πολὺ περισσότερον ὁ πανάγιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ποιητὴς καὶ Κύριος τοῦ ἡλίου, μὲ τὸ νὰ ζῆ μὲ τὸ σῶμα δὲν ἐμολύνετο, ἀλλὰ μᾶλλον, ἐπειδὴ ἦτο αὐτὸς ἄφθαρτος, ἐζωοποίει καὶ ἡγίαζε καὶ τὸ σῶμα ποὺ ἦτο θνητόν»4.


Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς θὰ γράψη σχετικὰ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου: «Γιατί ποιὸς μπορεῖ, θαρρώντας σὲ λογικὲς ἀποδείξεις, νὰ πεῖ πῶς γίνεται ἡ σύλληψη τοῦ Θεοῦ Λόγου; Πῶς γίνεται σχηματισμὸς σάρκας χωρὶς σπορά; Πῶς γίνεται γέννηση χωρὶς φθορὰ παρθενίας; Πῶς εἶναι μητέρα ἐκείνη ποὺ καὶ μετὰ τὸν τοκετὸ ἔμεινε παρθένος; Πῶς ὁ ὑπερτέλειος προόδευε καὶ μεγάλωνε στὸ σῶμα; Πῶς ὁ καθαρὸς βαπτιζόταν; Πῶς ἐκεῖνος πού πεινοῦσε ἔτρεφε τοὺς ἄλλους; Πῶς ἐκεῖνος, πού κοπίαζε χάριζε δύναμη; Πῶς ἐκεῖνος πού ἔπασχε ἔκανε θεραπεῖες; Πῶς ἐκεῖνος πού πέθαινε ἔδινε ζωή; Καὶ νὰ τὸ πῶ τὸ πρῶτο καὶ τὸ τελευταῖο, πῶς ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος; Μόνο ἡ πίστη χωρεῖ αὐτὰ τὰ μυστήρια, γιατί αὐτὴ κάνει χειροπιαστὰ τὰ πράγματα ποὺ ὑπερβαίνουν τὸ νοῦ καὶ τὴν λογική»5.



1. Νικοδήμου Ἁγιορείτου Πνευματικὰ Γυμνάσματα σελ. 143
2. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ Ἔκδοσις Ἀκριβὴς Ἐκδ. Πουρναρᾶ σελ. 335
3. Γρηγορίου Παλαμᾶ Ε.Π.Ε. τόμ. 11 σελ. 467
4. Μ. Ἀθανασίου Ε.Π.Ε. τόμ. 1 σελ. 271
5. Φιλοκαλία Ἐκδ. Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας τόμ. Β΄ σελ. 150